Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Ο Ντάνιελ Μπλέικ δεν ψάχνει στ’ αλήθεια για δουλειά και πρέπει να τιμωρηθεί


Του Δημοσθένη Παπαδάτου Αναγνωστόπουλου
ὅτι εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω. ἀκούομεν γάρ τινας περιπατοῦντας ἐν ὑμῖν ἀτάκτως, μηδὲ ἐργαζομένους, ἀλλὰ περιεργαζομένους
Β’ Επιστολή Παύλου προς Θεσσαλονικείς, 10-11
Λίγο πριν τα 60, ο Ντάνιελ Μπλέικ παθαίνει καρδιακή προσβολή εν ώρα εργασίας και η καρδιολόγος του τον προειδοποιεί ότι δεν μπορεί να ξαναγυρίσει στη δουλειά. Οι κοινωνικές υπηρεσίες της περιοχής του, ωστόσο, έχουν άλλη άποψη. Ο ίδιος παίρνει αρχικά το επίδομα αναπηρίας, για να το χάσει όμως λίγο μετά την πρώτη συνέντευξη: με βάση το ερωτηματολόγιο, η αρμόδια σύμβουλος δεν βλέπει θέμα αναπηρίας και δεν επικοινωνεί καν με τη γιατρό του Μπλέικ. Μόνη δυνατότητα πια είναι το επίδομα ανεργίας. Όμως για να το παίρνει αυτό, η γραφειοκρατία των κοινωνικών υπηρεσιών πρέπει να πειστεί ότι ο Μπλέικ ψάχνει στ' αλήθεια για δουλειά…
Θα μπορούσε να είναι απλά το σενάριο της τελευταίας ταινίας του Κεν Λόουτς, που παίζεται ακόμα στην «Αλκυονίδα»: μια κινηματογραφική κριτική της βρετανικής κοινωνικής πολιτικής που, εύλογα, δεν ενθουσίασε τον υπουργό Εργασίας της κυβέρνησης Κάμερον. Όμως με τη νέα χρονιά μπορεί να είναι κάτι ακόμα πιο κοντινό μας. Γι’ αυτό προϊδεάζει το ποινολόγιο του ΟΑΕΔ για τους ανέργους, που σύμφωνα με το δημοσίευμα του Ριζοσπάστη (15.12.2016) θα αποκτήσει νομική ισχύ μέσα στο 2016.
Όσοι εγγεγραμμένοι στα μητρώα του ΟΑΕΔ δεν αποδεικνύουν με στοιχεία ότι ψάχνουν δουλειά, είτε επιδοτούνται είτε όχι, αντιμετωπίζουν ένα φάσμα ποινών που ξεκινά από τη στέρηση του δικαιώματος να ξαναγραφτούν στο Μητρώο Ανέργων για ένα χρονικό διάστημα, προχωρά στην πλήρη διαγραφή τους από το Μητρώο, περνά στην αναστολή της επιδότησης και καταλήγει στην πλήρη διακοπή του επιδόματος. Αν θέλει να αποφύγει τις ποινές, ο άνεργος θα πρέπει να προσκομίζει ανά διαστήματα «αποδεικτικά αιτήσεων για εργασία, αλληλογραφίας με εργοδότες, συμμετοχής σε διαγωνισμούς, συνεντεύξεων με εργοδότες, επικοινωνίας ή συνεργασίας με ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς απασχόλησης, δημοσίευσης αγγελιών αναζήτησης εργασίας ή ανταπόκρισης σε αγγελίες, καθώς και κάθε είδους έγγραφο από το οποίο αποδεικνύονται προσπάθειες ενεργού αναζήτησης εξαρτημένης ή μη εργασίας»(!). Όχι παίζουμε...

Εκσυγχρονισμός επί ποινή οικονομικού στραγγαλισμού

Γιατί, όμως, τόση βιασύνη να θεσμοθετηθεί το ποινολόγιο μέσα στη χρονιά; Είναι μόνο η θέληση της κυβέρνησης να παρουσιάσει μειωμένη την επίσημη ανεργία; Όσο κι αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τα statistics επιστήμη του κράτους (ας θυμηθούμε πόσο πανηγυρίστηκε ως «μείωση της ανεργίας» η αύξηση της μερικής απασχόλησης[1]), οι λόγοι τώρα δεν είναι κυρίως πολιτικοί. Ως γνωστόν, σημαντικό μέρος των προγραμμάτων του ΟΑΕΔ εξαρτάται οικονομικά από το ΕΣΠΑ και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο. Το δημοσίευμα του Ριζοσπάστη λοιπόν, που δεν έχει διαψευστεί, συνδέει το ποινολόγιο με την «ομαλή χρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ». Ο «εκσυγχρονισμός», δηλαδή, γίνεται και πάλι προϋπόθεση για να αποφευχθεί ο οικονομικός στραγγαλισμός από τους «εταίρους».

«Πρόνοια» υπό τον όρο της υπερεκμετάλλευσης

Στο εξής, λοιπόν, υποχρέωση κάθε εγγεγραμμένου στα μητρώα του ΟΑΕΔ, είτε αυτός παίρνει επίδομα είτε όχι, θα είναι η «αποδοχή κάθε πρότασης της αρμόδιας Υπηρεσίας του Οργανισμού, η οποία αφορά σε θέση εργασίας [...], σε επαγγελματική κατάρτιση, σε συμβουλευτική υπηρεσία ή σε άλλη συμφωνημένη δράση στο πλαίσιο του Ατομικού Σχεδίου Δράσης».
Σκέφτομαι επιχειρήματα υπέρ: Ένα μέρος των «δράσεων» αυτών αφορούν κοινωφελή εργασία στους Δήμους. Σε κάθε περίπτωση, δε, η εισήγηση που δέχτηκε να εφαρμόσει η διοίκηση του ΟΑΕΔ επιτρέπει στους ανέργους να αρνούνται μια δουλειά αν ο μισθός είναι χαμηλός ή η απόσταση από το σπίτι τους μεγάλη. Όμως ο αντίλογος δεν είναι καθόλου πειστικός. Όχι μόνο γιατί οι Δήμοι «αποτελούν τον προπομπό για την εκτεταμένη δοκιμή και λειτουργία όλων των νέων μορφών απασχόλησης (5μηνα, 8μηνα, ωφελούμενοι, ενοικιαζόμενοι κ.λπ.), ενάντια σε κάθε προοπτική σταθερής και μόνιμης δουλειάς», όπως θυμίζει ο Χρήστος Κάτσικας (Εφημερίδα των Συντακτών, 19.12.2016). Αλλά κυρίως γιατί, κάνοντας ανέκδοτο τη δέσμευση του 2015 για αύξηση του κατώτατου μισθού ώστε «να μη δημιουργηθεί σοκ στην αγορά», η κυβέρνηση έχει επιτρέψει την έκθεση των ανέργων στο διαρκές σοκ των μισθών γύρω στα 300 ευρώ – ακόμα και κάτω, δηλαδή, από το επίδομα ανεργίας.

Workfare ή Δίνοντας αντι-κίνητρα για την απασχόληση

Από αυτό το σημείο εκκίνησης, από όσα συμβαίνουν δηλαδή ήδη στην παραγωγή, είναι που της ζητείται να αποδείξει στην πράξη πως η κοινωνική πολιτική της δεν δημιουργεί «εξαρτήσεις» των ανέργων από το κράτος, αλλά τους δίνει «κίνητρα για απασχόληση». Kι αυτή είναι η ορολογία που υποστηρίζει τη διεθνή στροφή της κοινωνικής πολιτικής από το welfare στο workfare – στη λογική ότι ο άνεργος δεν είναι κάποιος που πετάχτηκε έξω από την αγορά εργασίας ως αυτή έχει σήμερα, αλλά ένας «φτωχός», για τον οποίο η κρατική πρόνοια πρέπει να παρέχεται υπό αυστηρούς όρους και ανταλλάγματα σε εργασία, αλλιώς τον κάνει τεμπέλη, δηλαδή «αντιπαραγωγικό».

Η «πρόνοια» εξαρτάται από τον μισθό

Έχοντας αφήσει τον ορισμό του κατώτατου μισθού στην «αγορά», άρα ένα υπερόπλο επί των ανέργων στα χέρια των επιχειρήσεων, και έχοντας διατηρήσει την πρόσβαση των εργοδοτών στα μητρώα ανέργων (έστω με εξαιρέσεις στα στοιχεία διάκρισης όπως το φύλο ή η ηλικία), η κυβέρνηση εκβιάζεται τώρα διπλά από τους «εταίρους» – και μεταφέρει με τη σειρά της στους άνεργους τον εκβιασμό.
Ήδη από το περασμένο καλοκαίρι της ζητείται να προσαρμόσει το ποσοστό του επιδόματος ανεργίας επί του βασικού μισθού, ώστε τα 360 ευρώ του επιδόματος να «χτίζονται» ανάλογα με τις εισφορές τους ως εργαζόμενων (σε καιρούς ανεργίας και κρίσης…), και οι άνεργοι να έχουν κίνητρο για περισσότερη απασχόληση. Το «στατιστικό» επιχείρημα είναι ότι στη Γαλλία το επίδομα αντιστοιχεί στο 48% του βασικού μισθού, στη Γερμανία στο 35% και στην Ιρλανδία στο 23%, όταν στην Ελλάδα φτάνει το 68% – αλλά με τον βασικό, εδώ, στα 586 ευρώ[2]. Στο αίτημα αυτό έρχεται να προστεθεί τώρα και ο εκβιασμός με το ποινολόγιο, επί ποινή οικονομικού στραγγαλισμού του ΟΑΕΔ: είτε επιδοτούμενος είτε απλά εγγεγραμμένος, λοιπόν, όποιος απορρίπτει τις προτάσεις του Ατομικού Σχεδίου Δράσης, προτάσεις στο περιβάλλον της γνώριμης εργασιακής ζούγκλας που προαναφέραμε, δεν θα αναγνωρίζεται καν ως άνεργος.

Εκσυγχρονισμός σε βαθμό κοινωνικού εκφασισμού

Προχωρώντας ένα βήμα πιο μακριά στη λογική της «πρόνοιας υπό τον όρο της εργασίας» (workfare), είναι τελείως δευτερεύον αν η κεντρική διοίκηση διαθέτει σήμερα έναν μηχανισμό τόσο ευρείας και συστηματικής επιτήρησης εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων, σαν αυτόν που απαιτεί ο ευρω-εκσυγχρονισμός του ΟΑΕΔ. Το μείζον είναι ότι, ήδη μέσα στο τρέχον έτος, με την ανεργία στα γνωστά επίπεδα και τις ομαδικές απολύσεις επί θύραις, ανοίγει μια πραγματική εφιαλτική δυνατότητα: ο τρόπος με τον οποίο θα αξιοποιηθεί, εναπόκειται στην επινοητικότητα της αυριανής κυβέρνησης – ενώ  βρίσκεται ήδη στο τραπέζι η πρόταση της Κεντρικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων τα γραφεία του ΟΑΕΔ να περάσουν στους Δήμους. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, είναι αυτός ο ίδιος ο «εκσυγχρονισμός» της κοινωνικής πολιτικής: ο κατακερματισμός, η εξατομίκευσή της και η μεταβίβαση τελικά στον άνεργο της ευθύνης για την ανεργία, ώστε το εναπομείναν κοινωνικό κράτος να μην είναι καν αντιστάθμισμα, αλλά μηχανισμός διαιώνισης του άθλιου υπάρχοντος. Η «εκσυγχρονιστική» αυτή λογική είναι απολύτως ευρωπαϊκή, έρχεται όμως από πολύ παλιά: από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης και την υποχρεωτική εργασία των νόμων μετά το 1924 για την κοινωνική ασφάλιση:
Η ένταξη των άνεργων σε ένα σύ­στημα δημοτικής Πρόνοιας δημιούργησε μια στρατιά ανθρώπων υποχρεωμένων να ζητιανεύουν ελεημοσύνη από κάποιον γραφειοκράτη, ο οποίος συχνά έκρινε τις ανάγκες τους στη βάση των υποκειμενικών του εντυ­πώσεων. Οι άνεργοι μπορούσαν να αποκτήσουν κοι­νωνική ασφάλιση μόνο εφόσον κατάφερναν να πείσουν τον αρμόδιο σε μια πρόσωπο-με-πρόσωπο συνέ­ντευξη, με αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να γίνουν πρόσφοροι σε κάθε είδους εκβιασμό. Επιπλέον, η προσωπική ζωή όλων αυτών των ανθρώπων καταγρα­φόταν λεπτομερώς (κάτι που υπήρξε εξαιρετικά σημα­ντικό για το μεταγενέστερο ναζιστικό καθεστώς).
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν σταματούσε εκεί. Όπως προαναφέραμε, τα επιδόματα που δίνονταν από τα δημοτικά συμβούλια θα έπρεπε κάποια στιγμή να α­ποπληρωθούν. Με άλλα λόγια, ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων βρέθηκε δεσμευμένος με μακροχρόνια δάνεια απέναντι στις αρμόδιες αρχές (σημειωτέο ότι ο Χίτλερ σε μια επιτήδεια κίνησή του κατήργησε όλα αυτά τα χρέη το 1935 με σχετικό διάταγμα). Οι συνθή­κες αυτές εξηγούν και το γιατί, καθώς η Κρίση οξυνόταν, ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός ατόμων επέλεγε να μην πάρει κανένα επίδομα και κατά συνέπεια να μην καταχωρείται στις επίσημες λίστες ανεργίας. Αυ­τές είναι εξάλλου και οι ρίζες του πολιτικού, οικονομι­κού, κοινωνικού και στατιστικού προβλήματος της αποκαλούμενης “κρυμμένης ανεργίας” κατά τη διάρ­κεια της Μεγάλης Κρίσης[3].
_________________
Σημειώσεις
[1] Η πολιτική χρήση, από την κυβέρνηση, της έκθεσης του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ (βλ. εδώ http://www.ypakp.gr/uploads/docs/10001.pdf) συναντά αναπόφευκτα αντιρρήσεις ακόμα και στον πιο φιλικό Τύπο. Βλ. Τζ. Ρούσσος, «Η πικρή αλήθεια των αριθμών», Εφημερίδα των Συντακτών 9.10.2016 [http://www.efsyn.gr/arthro/i-pikri-alitheia-ton-arithmon]
[2] «Ανατροπές στο επίδομα ανεργίας του ΟΑΕΔ στο ‘πακέτο’ για τα εργασιακά www.dikaiologitika.gr, 5.6.2016
[3] Σέρτζο Μπολόνια, Ναζισμός και εργατική τάξη, antifa scripta, 2011

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Αριστεροί χωρίς κόμμα, δίχως Αριστερά

Κωνσταντίνος Ζαγάρας

Η κρίση ταυτότητας, στρατηγικής και πολιτικής παρέμβασης που αντιμετώπιζε από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 η παγκόσμια Αριστερά, φάνηκε να προσπερνιέται από τη στιγμή που αριστερά και φιλολαϊκά κόμματα βρέθηκαν στην διακυβέρνηση χωρών, όπως της Λατινικής Αμερικής και της Ελλάδας.

Τα συντρίμμια ωστόσο, που αφήνει πίσω η παταγώδες αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ να εφαρμόσει ένα ριζοσπαστικό κοινωνικό πρόγραμμα και η εμφανής αδυναμία της ευρωπαϊκής Αριστεράς να ορθώσει το –μετρημένο, έστω- ανάστημά της προς τις κυρίαρχες δυνάμεις, έχουν, από καιρό, αλλάξει το ευνοϊκό, για την ίδια, κλίμα. Ταυτόχρονα, με τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι φιλολαϊκές κυβερνήσεις της Λατινικής Αμερικής, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι παγκοσμίως η Αριστερά βιώνει στις μέρες μας μια βαθύτατη κρίση υπαρξιακής επιβίωσης, ανάλογη του καιρού της πτώσης των καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού».  
Τα σημάδια της εποχής προδιαθέτουν ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο ιστορικής καμπής. Ο νεοσυντηρητισμός και ο νεοφιλελευθερισμός επελαύνουν, τη στιγμή που ο φανατισμός, η βία και η μισαλλοδοξία βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου βίου. Το μέλλον φαντάζει απελπιστικά δυσοίωνο για τον κόσμο και ιδιαίτερα για τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις.
Η ελληνική περίπτωση
Χρόνια πριν, ο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε μια προσπάθεια να ξεφύγει από το καλούπι του «καλού παιδιού του συστήματος. Στην πορεία όμως, προς την διακυβέρνηση της χώρας, άλλαξε ρότα. Από τη στιγμή που φάνηκε ότι είναι η διάδοχη κατάσταση της κυβέρνησης Σαμαρά, δεν αμφισβήτησε ποτέ την αστική πολιτική στρατηγική. Εντάχθηκε σε αυτή ως μια προοδευτική- δημοκρατική εκδοχή της, προσπαθώντας αυτό το διάστημα να κατακτήσει την κρατική εξουσία, γινόμενος μέρα με τη μέρα ο ίδιος κρατική μηχανή. Η ηγετική του ομάδα δεν κατόρθωσε ποτέ να θέσει στο επίκεντρο της πολιτικής της μια αντίληψη βασιζόμενη στα δεδομένα της κρίσης, η οποία θα άνοιγε το δρόμο στην αντικαπιταλιστική προοπτική. Περιορίστηκε σε κοντόφθαλμες και βραχυπρόθεσμες «απαντήσεις» με αποτέλεσμα την ανακύκλωση των αδιεξόδων. Απέτυχε να καταργήσει την υπάρχουσα μορφή της κοινωνικής ιεραρχίας, αφομοιώθηκε και δεν διανοήθηκε στιγμή να αμφισβητήσει πραγματικά τα δομικά χαρακτηριστικά της Ε.Ε. και της ευρωζώνης.    
Στη δύση του 2016, η αντίστροφη μέτρηση για τον ΣΥΡΙΖΑ (και τους ΑΝΕΛ) έχει ξεκινήσει και τίποτα πια δεν φαίνεται ικανό να αντιστρέψει την κατάσταση, ακόμη- ακόμη και οι πρόσφατες δηλώσεις Ομπάμα στην Αθήνα.
Από τον ΣΥΡΙΖΑ στην… αποχή
Το 2011, λίγους μόνο μήνες μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου από την κυβέρνηση Παπανδρέου, οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ μετακινούνταν αθρόα σε άλλα κόμματα και κυρίως προς τον ΣΥΡΙΖΑ.
Σήμερα, το ίδιο σκηνικό- οι ψηφοφόροι να εγκαταλείπουν ένα κόμμα που εκλέχθηκε με άλλες προσδοκίες και άλλα να εφαρμόζει- επαναλαμβάνεται, με τη βασική διαφορά ότι οι περισσότεροι απογοητευμένοι ψηφοφόροι από την κυβέρνηση Τσίπρα, παραμένουν, στον κύριο όγκο τους, είτε στη «δεξαμενή» της αδιευκρίνιστης ψήφου, είτε οδηγούνται στην αποχή.
Είναι ευδιάκριτο πως η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ καταγράφεται στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ήττα συνολικά των δυνάμεων της Αριστεράς και του πολιτικού συστήματος εν γένει. Έτσι, με την  αποτυχία του ίδιου να εφαρμόσει μια εναλλακτική πολιτική πέρα από τη λιτότητα και την ύφεση,  ανοίγει τον δρόμο στην Ν.Δ. του Μητσοτάκη, γεννά τυφλά χτυπήματα και ενισχύει την ακροδεξιά. Συνεπώς, δεν είναι το «σύστημα»- μέρος του οποίου είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-, αλλά η πολιτική που ασκεί η  κυβέρνηση, η οποία ευθύνεται για την καθημερινή φθορά και την προδιαγεγραμμένη κατάρρευσή του.
Κι εδώ τίθεται το ζήτημα, πως αν στην περίπτωση του ΚΚΕ μπορεί κανείς να εντοπίσει τη ρίζα του προβλήματος- για ποιο λόγο οι αριστεροί ψηφοφόροι δεν στρέφονται σε αυτό- στο ρόλο που έχει επιλέξει για το ίδιο η ηγεσία του εδώ και χρόνια- ρόλο υποστηρικτή του αστικού συστήματος-, το ζητούμενο είναι τι γίνεται από κει και πέρα.
Με δίχως ιδέες και δίχως σημαίες
Μετά από πολύχρονους αγώνες, οι οποίοι έχουν ατονήσει, σε μια κοινωνία που πλήττεται από τη λιτότητα και τη φτώχεια, τα αριστερά σχήματα παραμένουν δυνάμεις, σχεδόν, περιθωριακές. Διαιρεμένες τόσο μεταξύ τους, όσο και στο εσωτερικό τους, αδυνατώντας να καρπωθούν το μέγιστο από την λαϊκή δυσαρέσκεια.   
Η επόμενη μέρα της υπογραφής του τρίτου μνημονίου από την πλειοψηφία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν έδωσε σε κανέναν- απ’ όσους ακολούθησαν άλλο δρόμο- τη σιγουριά για το ποιο πρέπει να είναι το επόμενο βήμα. Κι έτσι πορεύονται πολλοί εξ ημών μέχρι τώρα. Αριστεροί χωρίς κόμμα, χωρίς Αριστερά.
Κι αν οι αριστεροί περασμένων γενεών ήταν δοσμένοι στην υπόθεση της Αριστεράς ολοκληρωτικά, με ψυχή και σώμα. Τα επόμενα χρόνια, η οργανωτική σχέση των αριστερών με τις κομματικές δομές όλο και περισσότερο χαλάρωνε. Σήμερα, η αποχή από τις οργανωτικές και πολιτικές διαδικασίες, τις κινηματικές διεργασίες και τον συνδικαλισμό, κυριαρχεί. Στο πολιτικό πεδίο παραμένουν οι επαγγελματίες της πολιτικής, ενώ πολλοί που πίστεψαν στην υπόθεση του ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζουν να   βιώνουν τη μελαγχολία της μεγάλης διάψευσης.
Μέσα όμως, σε όλη αυτή την κατάσταση, δεν είναι μόνο η κομματική στέγη που χάθηκε. Είναι η αίσθηση της ένταξης σε μια συλλογικότητα που συγκροτούσε την αριστερή ταυτότητα του σήμερα. Η πεποίθηση ότι τα πράγματα μπορούν και θα αλλάξουν.     
Μπορεί το μέλλον να είναι η συνέχιση του παρελθόντος;
Σε αυτό το πλαίσιο και καθώς η Αριστερά έχει συνδεθεί με την υπογραφή του τρίτου μνημονίου και τις άγριες πολιτικές λιτότητας, θα ήταν σκόπιμο για ορισμένους να αποβάλλουμε την Αριστερά από το πολιτικό μας λεξιλόγιο, καθότι υπεύθυνη για τα δεινά μας. Οι τυχοδιωκτισμοί όμως και οι εύκολες λύσεις της στιγμής, δεν μπορούν να σε οδηγήσουν στο τέλος της διαδρομής.
Επειδή η σημερινή απόληξη της Αριστεράς, δεν είναι μοιραία, οφείλουμε να ξαναδούμε τα πράγματα από άλλη οπτική. Να διαμορφώσουμε με σαφήνεια την φυσιογνωμία και τον πολιτικό λόγο μιας Αριστεράς όχι κακέκτυπο ή επανάληψη του ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε όμως και αγκιστρωμένη στην παρελθοντολογία, με άρωμα μαυσωλείου, όπως του ΚΚΕ. Μιας νέας Αριστεράς μακριά από ατέρμονες συζητήσεις, απωθητικές εκδηλώσεις, ανάλωσης στα οργανωτικά ζητήματα και ψυχαναγκαστικής ενασχόλησης με τα ίδια και τα ίδια. Μιας Αριστεράς ανοιχτών οριζόντων, απομακρυσμένη από κάθε είδους δογματισμό και λογικές «καθαρότητας», με διάθεση να ξαναδεί τη μεγάλη εικόνα, την οποία οφείλει να στοιχειοθετήσει. Μιας Αριστεράς η οποία θα  ξεφύγει οριστικά από τη γοητεία της «πιασάρικης» ατάκας, του εύκολου αφορισμού και της καταγγελίας, της οργάνωσης των κλειστών οριζόντων και της υπερπολιτικοποίησης.
Στο σημείο που βρισκόμαστε, όλα πρέπει να φτιαχτούν από την αρχή. Να οργανώσουμε τη σκέψη μας στη βάση της νέας πραγματικότητας, να μιλήσουμε για την πολιτική με νέο τρόπο, να ξαναδώσουμε νόημα στις λέξεις, να στηριχθούμε και να ζωντανέψουμε μορφές αγώνα, κοινωνικής αλληλεγγύης και συνεργασίας.
«Όλος ο κόσμος ξέρει»
Πέρα όμως από την απλή και εύκολη κριτική η Αριστερά πρέπει να δώσει σαφείς και κατανοητές απαντήσεις σε δύσκολα και με κόστος ερωτήματα. Εκεί θα κριθεί εν πολλοίς και η σημασία της ύπαρξής της.  
Στο μονοπάτι, που θέλοντας ή μη θα βαδίσει, η αοριστία δεν έχει χώρο. Κάποτε, στην Σοβιετική Ένωση, κυκλοφορούσε ένα ανέκδοτο για κάποιον αντιφρονούντα, ο οποίος βλέποντας την κατάσταση πως ήταν αναγκάστηκε να μοιράσει προκηρύξεις στην Κόκκινη Πλατεία χωρίς όμως κείμενο. Όταν τον συνέλαβαν έδωσε την εξήγηση πως «δεν υπάρχει λόγος να γράφει κανείς, όλος ο κόσμος ξέρει». Μπορεί το ανέκδοτο να προκαλούσε γέλιο, αν το καλοσκεφτεί όμως κανείς δεν είναι αστείο, για το λόγο ότι ο απερίσκεπτος αντιφρονών δεν ήξερε στην πραγματικότητα τι να γράψει. Μεταφερόμενοι στην σημερινή πραγματικότητα, το ζητούμενο είναι να μη βρεθούμε στην ίδια θέση, μιλώντας με λόγο κενό. Από το «όλος ο κόσμος ξέρει» μέχρι το τι λέμε, υπάρχει δρόμος πολύς να διανύσουμε, αλλά με τα περιθώρια του πολιτικού χρόνου να μας περιορίζουν.  
Με την Αριστερά
Ανάμεσα στα προβλήματα και τους ατέρμονους συμβιβασμούς που έχουμε να διανύσουμε το ζήτημα δεν είναι το ποιος θα αντέξει και το ποιος όχι. Ούτε όμως και  χωράνε μελοδραματισμοί του στυλ ότι « εμείς συνεχίζουμε ακάθεκτοι, κόντρα στο καιρό». Σημασία έχει ότι παρά τις διαβεβαιώσεις των νέων θεολόγων της ιστορίας περί του ενός δρόμου, η υπόθεση της Αριστεράς, όσο υπάρχει η ανάγκη του ανθρώπου να δώσει λύσεις στα προβλήματά του, δεν παύει να υπάρχει.  
Είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού ότι όπως η πολυεπίπεδη κρίση που βιώνουμε δεν είναι αποτέλεσμα μιας γραμμικής πορείας, αλλά εντάσσεται σε μια δραματική διαδικασία με μεγάλο κόστος, έτσι θα είναι και η διαδικασία υπέρβασής της.
Μια Αριστερά βγαλμένη από την ιστορία της, τα κινήματα και τους νέους αγώνες που θα έρθουν, θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα γεγονότα χωρίς απελπισία, αλλά και χωρίς αυταπάτες.
Για να αντιταχθεί και να υπερνικήσει ένα πανίσχυρο, όπως φάνηκε, σύστημα, χρειάζεται, όπως έγραφε κάποτε και ο Λούτσιο Μάγκρι, ένα εξίσου συνεκτικό εναλλακτικό πολιτικό πρόγραμμα και ένα ριζοσπαστικό σύστημα αξιών, τη δύναμη να τα επιβάλλει και την ικανότητα να τα διαχειριστεί. Ένα κοινωνικό μπλοκ που να τα υποστηρίζει, καθώς επίσης τα αναγκαία πολιτικά βήματα και τις συμμαχίες που θα εξυπηρετούν αυτό το στόχο. Χρειάζεται, να επανασυστήσουμε τη διαδρομή ενός τιτάνιου εγχειρήματος…, χωρίς να αξιώνουμε μια αδύνατη ουδετερότητα και χωρίς εκπτώσεις, αλλά αναζητώντας μια προσέγγιση της αλήθειας.
Στην αυγή μιας νέας εποχής, κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη  βρίσκονται σε πλήρη περιδίνηση, χρειαζόμαστε έναν πολιτικό χώρο που δεν θα διεκδικεί απλά να είναι μια κουκίδα στον κοινοβουλευτικό χάρτη, αλλά θα επιδιώκει να αναδειχθεί στον κεντρικό παράγοντας μιας ιστορικής διαδικασίας σε εξέλιξη. Ένα ανατρεπτικό κίνημα που να μπορεί να συγκρουστεί και να αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, προς όφελος όσων δεν έχουν να χάσουν τίποτα.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Οι δύο όψεις της εξειδίκευσης: βαδίζοντας προς ένα θαυμαστό νέο κόσμο

Οι δύο όψεις της εξειδίκευσης: βαδίζοντας προς ένα θαυμαστό νέο κόσμο

10/09/2016

Πάνος Χριστοδούλου

Η έννοια της εξειδίκευσης απασχολεί τις κοινωνικές επιστήμες από την αρχή της βιομηχανικής επανάστασης. Η εμφάνιση των εργοστασίων οδήγησε στην μελέτη της παραγωγής του πλούτου και κατά συνέπεια στη μελέτη της συμπεριφοράς των εργατών στα εργοστάσια της εποχής. Ουσιαστικά αυτή είναι η απαρχή της εμφάνισης της πολιτικής οικονομίας και της διαχείρισης των επιχειρήσεων με κύριους πυλώνες τα έργα του Adam Smith και του Karl Marx, οι μελέτες των οποίων οδήγησαν στην θεμελίωση των συνολικών ιδεολογικών συστημάτων, του καπιταλισμού και του κομμουνισμού αντίστοιχα. Φυσικά τάσεις ως προς την αντιμετώπιση της εργασίας προϋπήρχαν αλλά το  Into the Nature and the causes of the wealth of the nations (Smith, 1973) και το Das Kapital (Marx, 1893) αποτελούν τις πρώτες προσπάθειες για σύνδεση του τρόπου  παραγωγής με την όλη λειτουργία της κοινωνίας.
Αρκετά χρόνια μετά η εξέλιξη της τεχνολογίας έχει διαφοροποιήσει σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο παραγωγής ώστε πλέον οι τάξεις όπως ορίστηκαν την περίοδο της βιομηχανικής επανάστασης να απέχουν πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα. Πλέον η δημιουργία επιστημόνων και η σύνδεσή τους με την παραγωγή, καθιστούν δυσδιάκριτο τον διαχωρισμό εργαζόμενου και εργάτη. Η ίδια η ανάπτυξη τεχνολογικών κλάδων επέφερε την ανάγκη για κατάρτιση στους σημερινούς εργάτες, ενώ η εμφάνιση κερδοφόρων επιχειρήσεων εκτός εργοστασίων μέσω κυρίως της παροχής υπηρεσιών, κατέστησε ένα κομμάτι του επιστημονικού δυναμικού ως μισθωτό. Τα παραπάνω οδηγούν στην ανάγκη για ανάλυση του φαινομένου της εξειδίκευσης και του προσανατολισμού των νέων τεχνολογιών και γνώσεων προς όφελος του κοινωνικού συνόλου.

Η πρώτη όψη της εξειδίκευσης

Ο Smith υποστήριξε ότι ο καταμερισμός της εργασίας και η εξειδίκευση οδηγούν σε αυξημένη παραγωγικότητα: κανείς δε μπορεί να εκτελέσει όλες τις εργασίες για να ολοκληρωθεί μια δραστηριότητα, είτε γιατί είναι βιολογικά αδύνατο είτε γιατί εμφανίζονται περιορισμοί στη γνώση. Επομένως είναι πιο αποδοτικό να επιμεριστεί μια γενική δραστηριότητα. Η συγκεκριμένη ανάλυση τοποθετεί, στην τότε εποχή, ένα διαχωρισμό του επιστημονικού κλάδου που κατείχε μεγάλα πεδία γνώσης με το εργατικό στο οποίο κατανέμονται συγκεκριμένα στοιχεία για να εκπληρωθεί μια ορισμένη διεργασία.
Το μοντέλο αυτό γίνεται πιο ξεκάθαρα στην εφαρμογή του από τον Taylor στο δικό του εργοστάσιο. Η εισαγωγή μια σειράς μέτρων όπως η μισθολογική αύξηση ως bonus, η υγειονομική κάλυψη και κυρίως ο καταμερισμός εργασίας, παρατηρήθηκε ότι αύξησαν κατακόρυφα την παραγωγική ισχύ του εργοστασίου. Να σημειωθεί ότι ο καταμερισμός εκείνη την περίοδο ταυτίστηκε με την απασχόληση εργατών σε συγκεκριμένα πόστα. Δεν εμπεριείχε την εξειδίκευση μέσω της εντρύφησης σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο, αλλά την κατάρτιση μέσω της επανάληψης μιας συγκεκριμένης εργασίας. Η επανάληψη αυτή  συνδέθηκε με τη βελτίωση επιτέλεσης μιας ορισμένης εργασίας και την αύξηση της παραγωγικότητας. Άλλες επιπτώσεις του τεϊλοριστικού μοντέλου είναι η δυνατότητα χρήσης κατάλληλου προσωπικού σε θέσεις, η ευκολία στην εποπτεία και η ευκολία στην αντικατάσταση. Η αρχή της εφαρμογής του επιστημονικού management ορίζεται ως τεϋιλοριστική οργάνωση εργασίας συνέβαλε στη  συγκρότηση του φορντισμού  την περίοδο από τη δεκαετία του 20 έως του 70 (χρήση της τεχνολογίας στην παραγωγή, αλυσίδα παραγωγής, υψηλή εξειδίκευση, επιστημονικό management, καθετοποίηση της παραγωγής) και του μεταφορντισμού στις ύστερες δεκαετίες.
Το τελευταίο στοιχείο επέφερε σκληρή κριτική στην εξειδίκευση καθώς συνδέθηκε με την υπερκατάρτιση των εργατών ώστε να μην έχουν ολική γνώση της παραγωγικής διαδικασίας και άρα να είναι χειραγωγίσιμοι και αναλώσιμοι. Το φαινόμενο αυτό είχε μια μεγάλη δόση αλήθειας τη συγκεκριμένη περίοδο, κάτι που όμως δε μπορεί να ειπωθεί ακριβώς στο σήμερα, όπως θα φανεί στη συνέχεια του άρθρου. Ένα άλλο φαινόμενο για το οποίο ασκήθηκε κριτική, ήταν αυτό της αλλοτρίωσης: η ακραία εξειδίκευση των εργατών οδηγούσε αρκετές φορές σε κούραση, απροσεξία, τάση για απουσία, ακόμα και σε εσκεμμένη μείωση της απόδοσης. Πάνω λοιπόν στις αρνητικές συνέπειες που παρατηρήθηκαν, αναπτύχθηκαν σύγχρονες θεωρίες ως προς την αντιμετώπιση τους: η διεύρυνση των καθηκόντων, ο εμπλουτισμός των καθηκόντων και η δημιουργία αυτοδιοικούμενων μονάδων. Ουσιαστικά δηλαδή συγκροτήθηκε η θεωρία της υποκίνησης, με βάση θεωρίες των ανθρώπινων αναγκών, με κυριότερους εκφραστές τον Maslow, τον Herzberg και τον McClelland.

Η δεύτερη όψη της εξειδίκευσης

Παρατηρείται δηλαδή μια μετακίνηση στην εξειδίκευση, εκτός από την διαφοροποίηση του ρόλου του επιστημονικού δυναμικού στην παραγωγή. Κυρίως μετά τη δεκαετία του 70, η τεχνολογική πρόοδος και η ανάπτυξη επιστημονικών πεδίων (βιοτεχνολογία, πληροφορική) οδήγησε το νέο δυναμικό των επιστημόνων σε μισθωτή σχέση σε πολυεθνικούς ομίλους παραγωγής. Τόσο ο Mill όσο και ο Marx θεωρούν ότι τα στοιχεία της παραγωγής είναι τρία: τα μέσα παραγωγής, που θα χρησιμοποιηθούν για να μετατρέψουν τις πρώτες ύλες σε αξίες χρήσης, οι πρώτες ύλες που θα μετατραπούν από την  εργατική δύναμη σε αξίες χρήσης και η εργατική δύναμη. Παρόλαυτα αν γίνει η παραδοχή ότι η πρώτη ύλη δεν είναι απαραίτητα υλικό αλλά τεχνογνωσία ή επιστημονική κατάρτιση, εμφανίζεται μια κατάσταση στην οποία η εργασία αναμειγνύεται με ιδιότυπες πρώτες ύλες με τη χρήση μέσων παραγωγής  για την παραγωγή ενός αποτελέσματος. Έτσι ο σύγχρονος επιστήμονας εντάσσεται στο εργατικό δυναμικό. Όμως εδώ προκύπτουν δύο ζητήματα: το τεράστιο εύρος των γνώσεων και η τμηματοποιήση στην  εργασία.
Αφενός λοιπόν δεν είναι δυνατόν να μπορεί ένας επιστήμονας να κατέχει μόνο γενικές γνώσεις (για παράδειγμα ένας γιατρός να ναι και χειρούργος και ακτινολόγος), ενώ από την άλλη λόγω της εμπλοκής του με επιστημονικά πεδία δεν αρκείται σε μια μονότονη άσκηση μιας συγκεκριμένης εργασίας. Δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο μια άλλη όψη της εξειδίκευσης, η οποία δε βασίζεται στην τμηματοποιήση του τεϋλοριστικού μοντέλου, αλλά στην εμβάθυνση των θεωριών της υποκίνησης. Αποτέλεσμα ο εργαζόμενος να έχει αναφορά σε ένα γνωστικό αντικείμενο και περεταίρω εμβάθυνση σε συγκεκριμένους τομείς του αντικειμένου αυτού. Η ύπαρξη μάλιστα των αυτοδιοικούμενων μονάδων και των κύκλων ποιότητας  (οι οποίοι βασίζονται επίσης στη συλλογική λειτουργία των εργαζομένων) δίνουν τη δυνατότητα για μεγαλύτερη εποπτεία και επιρροή στην παραγωγή όσο και στην ανακάλυψη νέων επιστημονικών πεδίων.

Στάσεις απέναντι στην εξειδίκευση

Σε αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον να παρατηρηθεί η σχέση των ιδεολογικών απογόνων των θεμελιωτών της πολιτικής οικονομίας με την εξειδίκευση. Από τη μια έχουμε  τα νεοφιλελεύθερα κόμματα (με αναφορά στον Smith) τα οποία έχουν μια στείρα αναφορά στην αριστεία της τμηματοποίησης που καταλήγει να μετατρέπει τον επιστήμονα εργαζόμενο σε έμπορο γνώσεων προς όφελος των λίγων και εκλεκτών. Η επιστημονική γνώση αποσυνδέεται τελείως με το κοινωνικό σύνολο και καταλήγει στην καλύτερη ως απλώς πολλαπλασιαστής της τιμής μίσθωσης των εργαζομένων. Το παραπάνω δημιουργεί ανισοκατανομή των επιστημόνων ανά των κόσμο και σε εγκλεισμό των ερευνητών σε επιταγές της ελεύθερης αγοράς. Οπότε λογικά βλέπουμε ραγδαίες εξελίξεις στον χώρο των αναβολικών σκευασμάτων και όχι στην αντιμετώπιση λοιμωδών νοσημάτων ή στη θεραπεία χρόνιων παθήσεων όπως ο καρκίνος ή η σκλήρυνση κατά πλάκας.
Βέβαια μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των κομμουνιστογεννών κομμάτων (με αναφορά στον Μαρξ) στο ζήτημα. Σε αντίθεση με την αρχική προσέγγιση των Μαρξ και Ένγκελς, το ρεύμα του ευρωκομμουνισμού μετέτρεψε το μαρξισμό και το διαλεκτικό υλισμό από εργαλεία για την ερμηνεία της πολιτικής οικονομίας, σε αυτόνομη επιστημονική οντότητα. Τα κόμματα μετατράπηκαν σε φορείς του νέου δόγματος, με τα κρατικοδίαιτα επιστημονικά στελέχη σε ρόλο ιερατείου. Ταυτόχρονα η πλειοψηφία των νεομαρξιστών και των φορέων της αυτονομίας οικειοποιήθηκαν της θεωρίες της Ιαπωνικής Σχολής (αυτοδιοικούμενες μονάδες και κύκλοι ποιότητας) αποκόπτοντας όμως από τον παραγωγικό ιστό και επαγγελματοποιώντας την αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη εφόσον δεν αφορά κομμάτι της κοινωνικής παραγωγής, αποτελεί προνόμιο του ιερατείου, διατηρώντας το στοιχείο της στοχοποίησης της διαφορετικότητας ως κάτι κατώτερο και της φιλανθρωπίας με βάση τη δράση της καθολικής εκκλησίας το μεσαίωνα.
Ως αποτέλεσμα οι υπόλοιπες πτυχές και αναλύσεις της πολιτικής οικονομίας  και των κοινωνικών επιστημών να βαφτίζονται τεχνοκρατισμός και να ανάγεται το κομματικό καταστατικό σε ευαγγέλιο. Άμεση συνέπεια η ταύτιση της εμβάθυνσης με την εξειδίκευση του προηγούμενου αιώνα, να απαξιώνεται κάθε προσπάθεια παραγωγής νέας γνώσης και να θεοποιείται το λούμπεν και η ραστώνη ως έμφυτο χαρακτηριστικό του εργάτη. Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι ενώ εξορκίζεται η σύγχρονη εξειδίκευση στον παραγωγικό τομέα, να εφαρμόζεται η αρχική εξειδίκευση στον κομματικό ιστό με κάθε λογής ινστρούχτορες, ανεπάγγελτους και επαγγελματίες επαναστάτες, αναβαπτισμένους με την ιδιότητα του διανοουμένου της μαρξιστικής επιστήμης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα κόμματα αυτά, αν και κατά δήλωση ριζοσπαστικά, ακολουθούν στην λειτουργία τους την κρατική κατανομή με βάση δήμους, περιφέρειες και επαρχίες, αδυνατώντας να λειτουργήσουν εκτός κρατικής κουλτούρας.

Ένας θαυμαστός νέος κόσμος

Ο παράγοντας εργαζόμενος όμως παραμένει στην παραγωγική εξίσωση. Οι θεωρίες της υποκίνησης ουσιαστικά προσφέρουν τα εφόδια για εμβάθυνση σε κλάδους και κατά επέκταση για πιο ισχυρή θέση στην παραγωγή. Ως ισχυρή θέση δεν γίνεται αντιληπτή μόνο με μισθολογικά κριτήρια αλλά και με την προαγωγή του κοινωνικού συνόλου. Επιστήμονες εργαζόμενοι με γνώση συγκεκριμένων κλάδων έχουν τη δυνατότητα να στρέψουν την επιστημονική πρόοδο στο κοινωνικό σύνολο, αλλά και να απελευθερώσουν κομμάτια της γνώσης σε αυτό. Είναι αδιανόητο οι αρχές διαχείρισης επιχειρήσεων και οργανισμών για παράδειγμα να μένουν άγνωστες στους εργαζόμενους στους οποίους εφαρμόζονται. Η αποκλειστική γενική γνώση χωρίς εμβάθυνση και αλληλεπίδραση, ουσιαστικά καθηλώνει το σύγχρονο εργαζόμενο στα επίπεδα του ανειδίκευτου εργάτη του προηγούμενου αιώνα καθώς στην εποχή του σήμερα η γενικόλογη γνώση καθίσταται μηδενική.
Προκύπτουν λοιπόν μια σειρά αναγκαιοτήτων για τη μέγιστη απόδοση των εργαζομένων προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και όχι των πολυεθνικών. Αρχικά η ανάγκη για εμπλουτισμό και εμβάθυνση σε αντικείμενα ώστε να αναπτύσσεται ενδιαφέρον για τη δουλειά με νέα καθήκοντα. Η παροχή της εξειδίκευσης από δημόσιους φορείς υπό τη μορφή του συνδυασμού εργασίας και μαθητιάς, με τη διατήρηση των κανονικών εργασιακών σχέσεων στα πρότυπα των ιατρικών ειδικοτήτων. Η κοινωνικοποίηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων  χωρίς δίδακτρα και η αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων στο δημόσιο σύνολο και χώρο. Η πραγμάτωση των παραπάνω δε μπορεί να γίνει από συλλογικότητες ταυτισμένες με την κρατική διαστρωμάτωση. Απαιτούνται δομές που θα λειτουργούν ως διευρυμένοι κύκλοι ποιότητας μεταξύ των μελών τους ώστε να επεξεργάζονται τους τομείς απασχόλησης τους  για να παράγουν αποτελέσματα για το κοινωνικό σύνολο. Χρειάζεται λοιπόν μια σύνδεση της παραγωγικής διαδικασίας με τα κοινωνικά κινήματα. Δεν χρειάζεται να γίνει ένας πόλεμος στους εραστές του μισθού (όσο αυτός υπάρχει με τη σημερινή του έννοια όπως και οι ανάγκες που καλύπτει) αλλά ένας πόλεμος στην αδράνεια και τη μετριότητα.
Σε μια εποχή όπου τα δίκτυα επικοινωνίας και μεταφοράς θα μπορούσαν να απαντήσουν στα ζητήματα του διαχωρισμού υπαίθρου και πόλεων, η τεχνολογική έρευνα να διαμορφώσει ένα άλλο επίπεδο διαβίωσης είναι κρίμα τα αποτελέσματα των ερευνών να αποτελούν εμπορεύσιμο υλικό μακριά από τους ίδιους τους εργαζόμενους. Χρειάζεται λοιπόν οι εργαζόμενοι να πάρουν στα χέρια τους τα σύγχρονα μέσα παραγωγής. Και αυτό περνά μέσα από την εξειδίκευση υπό το πρίσμα της εμβάθυνσης.  

Ενδεικτική βιβλιογραφία:
  1. Gray E.R., Smeltzer L.R., Management. The competitve edge
  2. Smith A., into the nature and causes of the wealth of the nations
  3. Marx K., Το κεφάλαιο
  4. Weber M., Theory of social and economic organisation
  5. Robock S.H., Simmonds K, Zwick K., International Business and multinational enterprises
  6. Herzberg F., work and the nature of man
  7. Maslow A.H., Motivation and personality
  8. McClelland D.C., Power: the inner experience
  9. McClelland D.C., The achievement motive
  10. Δίκαιος Κ., Κουτουζής Μ., Πολύζος Ν., Σιγάλας Ι., Χλέτσος Μ., Βασικές Αρχές Διαχείρισης Υπηρεσιών Υγείας
  11. Δίκαιος Κ., Χλέτσος Μ., Πολιτική Υγείας και κοινωνική πολιτική
  12. Αλεξιάδης Α.Δ., Σιγάλας Ι., Διοίκηση Υπηρεσιών Υγείας: εμπειρίες, τάσεις, προοπτικές
  13. Σπανός Α., Ολική Ποιότητα
  14. Ishikawa K., How to Operate QC Circle Activities
  15. Πουλαντζάς Ν., Οι κοινωνικές τάξεις στον σύγχρονο καπιταλισμό
  16. Plaut Μ., Ο θετικισμός στη σκέψη του Ν. Πουλαντζά
  17. Συλλογικό, Ο Πουλαντζάς σήμερα
  18. Koan N., Μαρξισμός για πάντα νέος
  19. Αγραφιώτης Δ., Επιστήμη, τεχνολογία και ελληνική κοινωνία
  20. Μπιτσάκης Ε., Τι είναι φιλοσοφία
  21. Μπουχάριν Ν., Το αλφαβητάρι του κομμουνισμού
  22. Γιαννόπουλος Γ., Ρουμπελστίλτσκιν: http://www.yabasta.gr/article/369/Roympelstiltskin.html
  23. Χριστοδούλου Π., Η Αλίκη στη Χώρα των Καπιταλιστών: http://www.yabasta.gr/article/339/H-Alikh-sth-CHwra-twn-Kapitalistwn-.html

Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Digital Labor, Uberization, Crowdsourcing: Εργασία και εκμετάλλευση στην ψηφιακή εποχή

 
Το κείμενο είναι η βάση της διάλεξης μου στο Nosotros στις 23 Απριλίου 2016.

Τα τελευταία χρόνια η εργασία ως παραγωγική διαδικασία η οποία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του καπιταλισμού έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές σε ότι αφορά τη φύση, το περιεχόμενο, τις συνθήκες αλλά και τους στόχους της. Οι δύο βασικοί παράγοντες που καθορίζουν αυτή την εξέλιξη είναι η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού – και το πως αυτή μεταφράζεται πρακτικά μέσα στους χώρους εργασίας – καθώς και η τεχνολογική μετάλλαξη των υλικών συνθηκών παραγωγής χάρη στην ψηφιοποίηση και δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής. Οι δύο αυτοί παράγοντες, όπως θα δείξω, είναι άμεσα αλληλένδετοι και αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της απορρύθμισης της εργασίας.
Νεοφιλελευθερισμός και εργασία
Η φιλοσοφική βάση του νεοφιλελευθερισμού έγκειται στη θεώρηση ότι το βασικό κριτήριο δράσης των ανθρώπων είναι το άμεσο προσωπικό τους συμφέρον και ότι η ελεύθερη και απρόσκοπτη επιδίωξη του συνιστά το βέλτιστο μέσο για τη μεγιστοποίηση του πλουτισμού μιας οικονομίας.
Ως αποτέλεσμα οι θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού όπως ο Χάγιεκ είναι εχθρικοί ως προς οποιαδήποτε μορφή ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων η οποία αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός στρέβλωσης της αγοράς είτε αυτή είναι το εργατικό δίκαιο, τα επιδόματα ανεργίας, η κοινωνική ασφάλιση ή τα συνδικάτα που “εμποδίζουν τον ανταγωνισμό από το να δρα ως αποτελεσματικός ρυθμιστής της κατανομής όλων των πόρων” (Χάγιεκ 2008: 383) (1).
Στη βάση αυτού του συλλογισμού η ιδεατή αγορά είναι αυτή όπου εργοδότες και εργαζόμενοι, ως μονάδες υποκινούμενες από το οικονομικό τους συμφέρον, είναι εντελώς ελεύθεροι να “συνεργαστούν” όποτε χρειαστεί, για όσο διάστημα είναι απαραίτητο στη βάση ιδιωτικών συμφωνητικών που προβλέπουν το χρόνο, τις συνθήκες και την αμοιβή της εργασίας. Κατ’ επέκταση κάθε μεμονωμένο και ατομικό κομμάτι του ανθρώπινου κεφαλαίου έχει ως σκοπό την αύξηση της αξίας του και την ισχυροποίηση της ανταγωνιστικής του θέσης, ως προς τα άλλα αντίστοιχα (2).
Θεωρητικά, σε μια τέτοια αγορά οι εργαζόμενοι ανταγωνίζονται για τις καλύτερες θέσεις εργασίας και οι εργοδότες για να προσλάβουν τους καλύτερους εργαζόμενους μεγιστοποιώντας έτσι τα κέρδη τους. Η ολοκληρωτική απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων με στόχο την επίτευξη αυτού του ιδεατού αποτελεί λοιπόν ιστορικά μια από τις βασικότερες επιδιώξεις της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.
Εβδομήντα χρόνια από την ίδρυση της εταιρείας Mont-Pelerin, του βασικού οχήματος που σχεδίασε και εκτέλεσε το σχέδιο με στόχο να εγκαθιδρύσει την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, σήμερα βρισκόμαστε πιο κοντά από ποτέ στο ιδεατό μιας εντελώς απορυθμισμένης αγοράς εργασίας. Όμως η κυριαρχία της συγκεκριμένης ιδεολογίας και οι πολιτικές απορρύθμισης τις οποίες εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις που την ασπάστηκαν δεν αποτελούν τη μόνη εξήγηση για αυτή την εξέλιξη.
Ένα ακόμη βασικό συστατικό της μαζικής απορρύθμισης της αγοράς εργασίας είναι η ψηφιοποίηση και την δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε από τη δεκαετία του 50 με την δημιουργία της βιομηχανίας ηλεκτρονικών για να εξελιχθεί σε βασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας από τα μέσα της δεκαετίας του 90 μέσω της σταδιακής εμπορευματοποίησης του διαδικτύου.

Η Silicon Valley ως μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού
Οι ρίζες της εισαγωγής υπολογιστών και δικτύων στην παραγωγική διαδικασία ξεκινούν από την πολεμική βιομηχανία του 2ου παγκοσμίου και του ψυχρού πολέμου. Οι βασικές καινοτομίες στις οποίες βασίστηκε η μετέπειτα βιομηχανία των προσωπικών υπολογιστών, όπως ο ημιαγωγός από σιλικόνη και το ολοκληρωμένο κύκλωμα, έγιναν από εταιρείες σαν την Fairchild Semiconductor και την General Electric. Ένα από τα κοινά χαρακτηριστικά αυτών των εταιρειών ήταν η προσπάθεια τους να αποβάλλουν τον συνδικαλισμό.
Ο Robert Noyce, συνιδρυτής της Fairchild και στη συνέχεια της Intel, είναι γνωστός για την εμμονή του ενάντια στο συνδικαλισμό τον οποίο θεωρούσε εμπόδιο στην ανάπτυξη της οικονομίας. Ήδη από τη δεκαετία του 50 η ηλεκτρονική βιομηχανία και ειδικότερα οι εταιρείες της Silicon Valley στην Καλιφόρνια χρησιμοποίησαν συγκεκριμένες μεθόδους μάνατζμεντ με στόχο να εξαλείψουν τα συνδικάτα και να ταυτίζοντας τα υποτιθέμενα συμφέροντα των εργαζόμενων με αυτά των εργοδοτών (3). Σε μια εποχή κατά την οποία ο συνδικαλισμός ήταν ισχυρός στην αμερικανική βιομηχανία, ο συγκεκριμένος τομέας κατάφερε να τον περιθωριοποιήσει.
Η παράδοση αυτή της αποστροφής της Silicon Valley ως προς οποιαδήποτε ρύθμιση της αγοράς εργασίας είτε αυτή αφορά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσω συνδικάτων, είτε κανόνων που επιβάλλονται μέσω της νομοθετικής οδού, συνεχίστηκε και στις επόμενες δεκαετίες μέσω της σύγκλισης της τεχνολογικής ελίτ με ένα κομμάτι του ελευθεριακού κινήματος.
Όπως έδειξε ο Fred Turner, τη δεκαετία του 80, όταν το όραμα των χίπις για μια εναλλακτική κοινωνία είχε πια πεθάνει, η παραδοσιακή εχθρότητα τους προς το κράτος εξελίχθηκε σε άρνηση κάθε είδους συλλογικής ρύθμισης με στόχο το δημόσιο συμφέρον (4). Κάπως έτσι η Silicon Valley έγινε ένα από τα κέντρα ενός “προοδευτικού” νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτός εκφράστηκε από την πολιτική του Κλίντον τη δεκαετία του 90, μπολιάζοντας το εμπορευματοποιημένο διαδίκτυο από το 95 και μετά με τη συγκεκριμένη ιδεολογία.
Η τεχνολογία ως επίδικο της πάλης των τάξεων
Την εποχή που ο Noyce ίδρυσε την Fairchild, ο οικονομολόγος Robert Solow ανέδειξε τη σχέση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής καινοτομίας. Η παραγωγή, σύμφωνα με τον Solow είναι συνάρτηση τριών παραγόντων: του κεφαλαίου που επενδύεται, της εργασίας που διαθέτεται και της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται. Όσο περισσότερο καινοτόμος και αποτελεσματική είναι η τεχνολογία τόσο αυξάνεται η παραγωγικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας (5).
Η θεωρία αυτή, για την οποία ο Solow κέρδισε το νόμπελ οικονομίας, είχε τεράστια επιρροή μεταξύ επιχειρηματιών, πολιτικών και οικονομολόγων. Η κυρίαρχη τάξη συνειδητοποίησε ότι η συσσώρευση πλούτου και εξουσίας δεν εξαρτάται μόνο από τον έλεγχο των ροών του κεφαλαίου και την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης αλλά επίσης από την εργαλειοποίηση της γνώσης με τη μορφή παραγωγικής τεχνολογίας. Η συγκεκριμένη ιδέα προϋπήρχε τουλάχιστον από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης στη Μ. Βρετανία. Όμως η μελέτη του Solow της έδωσε επιστημονικό υπόβαθρο και επέτρεψε την συστηματοποίηση της.
Έτσι από τη δεκαετία του 50 κι έπειτα οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου ξεκίνησαν μια τεράστια κι οργανωμένη προσπάθεια θησαυροποίησης της γνώσης υπό τη μορφή πνευματικής ιδιοκτησίας (πατέντες, copyright) μέσω της πλήρους ιδιωτικοποίησης πανεπιστήμιων, κέντρων έρευνας και καινοτόμων βιομηχανιών όπως αυτή της Silicon Valley. Όπως έχει δείξει η έρευνα, η διαδικασία αυτή αρπαγής και συστηματικής καθυποταγής της γνώσης και της πληροφορία στις επιταγές του κεφαλαίου μειώνει σταθερά το μερίδιο της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο (6).
Αυτό γιατί το κεφάλαιο ελέγχει την πνευματική ιδιοκτησία και μέσω αυτής επιβάλλει τους δικούς του κανόνες στην τεχνολογία που γεννά τα νέα μέσα παραγωγής, εις βάρος των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας. Με άλλα λόγια η τεχνολογική καινοτομία είναι κεντρικό διακύβευμα της πάλης των τάξεων όμως ελλείψει αντιστάσεων η μάχη για τον έλεγχο της έχει κερδηθεί κατά κράτος από τους καπιταλιστές.

Κόστος συναλλαγών και φορντικός καπιταλισμός
Σύμφωνα με τη θεωρία του κόστους συναλλαγών του Ronald Coase (1937) ο συντονισμός κάθε ομαδικής παραγωγικής δραστηριότητας μπορεί να γίνει είτε μέσω του μηχανισμού των τιμών της αγοράς, δηλαδή με τη χρήση και κάτω από τον έλεγχο της, είτε εντός των ορίων της επιχείρησης και κάτω από τις εξουσιαστικές σχέσεις της οργανωτικής της δομής (7). Με άλλα λόγια, η επιχείρηση δημιουργείται και επεκτείνετε όσο τα κόστη συναλλαγών της οικονομικής δραστηριότητας μέσω των μηχανισμών της αγοράς υπερβαίνουν τα κόστη συντονισμού εντός της επιχείρησης.
Το υψηλό κόστος συναλλαγών μέσω μηχανισμών προσφοράς και ζήτησης (πχ. στην αγορά εργασίας) είναι μια από τις βασικές αιτίες της ανάδυσης της γραφειοκρατικής, ιεραρχικής και συγκεντρωτικής επιχείρησης κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Η βιομηχανία του 20ου αιώνα συστηματοποίησε τη μισθωτή εργασία γιατί η αναζήτηση εργατικού δυναμικού μέσω της αγοράς (πχ. στη βάση του μεροκάματου) παρουσίαζε υψηλότερο κόστος συναλλαγής λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών παραγωγής (ανάγκη για εντατική, συνεχή παραγωγή).
Η συγκεκριμένη μορφή επιχείρησης αποτέλεσε κεντρικό πυλώνα του φορντικού καπιταλισμού. Ως αντάλλαγμα για τις εξουσιαστικές ιεραρχικές σχέσεις στο εσωτερικό της φορντικής επιχείρησης που επέβαλλαν οι καπιταλιστές με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους, οι εργαζόμενοι έλαβαν μια σειρά από απολαβές: σταθερή εργασία, συλλογικές συμβάσεις, συνεχή αύξηση της αγοραστικής δύναμης τους κλπ. Στην ουσία πάνω σε αυτόν τον συμβιβασμό στηρίχθηκε η κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας και κεϋνσιανισμού.
Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 70 και το πετρελαϊκό σοκ αποσταθεροποίησαν αυτό το κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό μοντέλο δίνοντας την ευκαιρία στους νεοφιλελεύθερους να προτάξουν μια εναλλακτική θεωρία εξόδου από την κρίση. Η περίοδος της πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας τους άρχισε με την εκλογή της Θάτσερ και του Ρέιγκαν και εκβαθύνθηκε με την ολοκληρωτική προσχώρηση των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών και του Αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος στο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού τη δεκαετία του 90.
Ψηφιοποίηση των μέσων παραγωγής και νεοφιλελεύθερη ηγεμονία
Η ανάδυση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας τη δεκαετία του 80 και του 90 συνέπεσε με την όλο και αυξανόμενη ψηφιοποίηση και τη δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής. Ένα από τα κεντρικά χαρακτηριστικά αυτής της αλλαγής του παραγωγικού συστήματος είναι η κατακόρυφη πτώση του κόστους συναλλαγής.
Πράγματι η αυξανόμενη ψηφιοποίηση και δικτυοποίηση της οικονομίας ενίσχυσε τις συναλλαγές μέσω μηχανισμών της αγοράς στην διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας εις βάρος του ιεραρχικού και γραφειοκρατικού συντονισμού εντός της επιχείρησης. Για παράδειγμα μέσω των νέων πληροφοριακών συστημάτων έγινε πιο εύκολη η ενοικίαση εργαζομένων με συγκεκριμένες δεξιότητες για ορισμένο χρόνο, κάτι που αδυνάτισε ή και εξάλειψε την παραδοσιακή σχέση μόνιμης μισθωτής εργασίας σε αρκετούς τομείς.
Η πληροφοριακή διαμεσολάβηση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας έγινε έτσι κεντρικός μηχανισμός λειτουργίας της οικονομίας επιτρέποντας την διάδοση της λογικής της υπεργολαβίας. Η παραγωγή διασπάστηκε σε πολλαπλά στάδια που εκτελούνται από διαφορετικές μονάδες (επιχειρήσεις αλλά και μεμονωμένους εργαζόμενους) χωρίς γεωγραφικούς ή άλλους περιορισμούς οι οποίες συντονίζονται από ένα καπιταλιστικό κέντρο μέσω ψηφιακών εργαλείων και δικτύων χωρίς όμως να του ανήκουν άμεσα.
Στη βάση αυτή αναπτύχθηκαν και οι αρχές του νεοφιλέλευθερου μάνατζμεντ (αυτονομία, αποκεντρωμένη διαχείριση έργου, μετρησιμότητα και στατιστικοποίηση, πολυεπίπεδος οριζόντιος ανταγωνισμός μεταξύ εργαζομένων, κατανόησης της αποτελεσματικότητας ως επιτελεστικότητα/επίδοση (performance), λογιστικός έλεγχος (audit) κλπ.)(8). Η καπιταλιστική επιχείρηση του 21ου αιώνα κατάφερε να μην χρειάζεται πια μόνιμους εργαζόμενους με ισχυρές ιεραρχικές δομές εσωτερικού συντονισμού της παραγωγής. Τα ανταλλάγματα που πρόσφερε ο φορντικός καπιταλισμός στους εργαζόμενους δεν είχαν πια καμία χρησιμότητα παρά θεωρήθηκαν ως αδικαιολόγητα κόστη που έπρεπε να μειωθούν ή και να εξαϋλωθούν.
Uberization
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά έχουν να κάνουν με τη δομή της διαδικασίας παραγωγής στον ύστερο καπιταλισμό και άρα αφορούν κάθε είδους εργασία, είτε αυτή είναι πληροφοριακής φύσης είτε όχι. Οι τεχνίτες των κατασκευαστικών της Δυτική Ευρώπης, οι Κινέζοι απασχολούμενοι στην ηλεκτρονική βιομηχανία, οι επιστήμονες με μπλοκάκι στην Ελλάδα, οι εργάτες της υφαντουργίας στο Μπαγκλαντές, όλοι αυτοί ένιωσαν στο πετσί τους τα αποτελέσματα της ψηφιοποίησης και της μείωσης του κόστους συναλλαγής όταν βρέθηκαν στην υπηρεσία πολυεθνικών με τζίρο δισεκατομμυρίων χωρίς να έχουν καμία άμεση σχέση μαζί τους. Η πληροφοριακή υποδομή συνδέει πλέον εκατομμύρια επισφαλείς και φτωχοποιημένους εργαζόμενους με το κέντρο του παγκόσμιου καπιταλισμού, μέσω χιλιάδων ενδιάμεσων (γραφείων ενοικίασης εργαζομένων, υπεργολάβων, υπεράκτιων εταιρειών και πλατφόρμων πληροφοριακής διαμεσολάβησης).
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μοντέλο του Uber. Η συγκεκριμένη εταιρεία παράγει μια τεχνολογία η οποία συνδέει την προσφορά και τη ζήτηση αυτοκινήτων με οδηγό. Κάποιος που χρειάζεται να μεταφερθεί κάπου κατεβάζει την application και σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της κούρσας (τόπος, χρόνος, κόστος) επιλέγει έναν οδηγό. Οι οδηγοί δεν είναι υπάλληλοι της εταιρείας αλλά ανεξάρτητοι εργαζόμενοι που συνεργάζονται με την Uber. Οποιοσδήποτε διαθέτει ένα αυτοκίνητο και δίπλωμα οδήγησης μπορεί να γίνει οδηγός για την υπηρεσία χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπηρεσία ή γνώση.
Οι οδηγοί πληρώνουν όλα τα έξοδα κίνησης και ανταγωνίζονται για τις περισσότερες κούρσες. Τα χρήματα όμως περνάνε όλα από την Uber η οποία αποφασίζει για τις μίνιμουμ τιμές αλλά και το ποσοστό που παρακρατεί. Φυσικά οι οδηγοί, εφόσον είναι ανεξάρτητοι εργαζόμενοι, δεν έχουν καμία από τις απολαβές των μισθωτών: το εισόδημα τους δεν είναι σταθερό αλλά εξαρτάται από τις ώρες εργασίας και τις τιμές που επιβάλει η Uber, δεν έχουν ιατροφαρμακευτική κάλυψη, ασφάλεια για τα οχήματα τους και για τους ίδιους, δεν υπάρχουν φυσικά συλλογικές συμβάσεις (9). Το πιο στρατηγικό κομμάτι της δραστηριότητας είναι ο αλγόριθμος που συνδέει την προσφορά με τη ζήτηση και καθορίζει το κόστος των υπηρεσιών και την αμοιβή των οδηγών. Φυσικά από τη στιγμή που η εταιρεία ρυθμίζει τον αλγόριθμο χωρίς κανένα έλεγχο από τρίτο το κάνει με μοναδικό γνώμονα το δικό της συμφέρον. Κατά κάποιο τρόπο ο αλγόριθμος είναι το αφεντικό των οδηγών (10).
Η Uber επιβάλλει επίσης καθεστώς επιτήρησης και εκμετάλλευσης προσωπικών δεδομένων. Κάθε οδηγός της Uber υπόκειται σε συνεχή αξιολόγηση από την εταιρεία και από τους πελάτες στη βάση δεκάδων κριτηρίων (αν είναι γρήγορος, ευχάριστος, αν το αυτοκίνητο είναι καθαρό κλπ.) και εάν ο βαθμός πέσει κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο τότε η συνεργασία με την εταιρεία διακόπτεται. Η αξιολόγηση λόγω της μαζικής και συνεχούς της φύσης παίρνει τη μορφή επιτήρησης η οποία έχει άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο στα έσοδα των οδηγών αλλά και στον τρόπο που αυτοί συμπεριφέρονται, ντύνονται, μιλούν και σκέφτονται (11). Με άλλα λόγια το σύστημα του συνεχούς rating αποτελεί ένα είδος “πολιτικής τεχνολογίας του σώματος” (biopolitique) με την έννοια του Φουκώ. Ταυτόχρονα η Uber συλλέγει τεράστιες ποσότητες δεδομένων και για τους πελάτες αφού γνωρίζει με λεπτομέρεια κάθε μετακίνηση τους μέσω της πλατφόρμας.
Το μοντέλο της Uber έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σε διάφορους τομείς από εκατοντάδες εταιρείες: AirBnB για την ενοικίαση καταλυμάτων, Drivy για ενοικίασης οχημάτων, Postmates για ντελίβερι σε οτιδήποτε, TaskRabbit για οποιαδήποτε εργασία κλπ. Αφορά πλέον χιλιάδες εργαζόμενους και κυρίως αποτελεί μοντέλο για τις εργασιακές σχέσεις του 21ου αιώνα.
Digital Labor
Ήδη από τη δεκαετία του 50 ο Γάλλος κοινωνιολόγος Georges Friedmann είχε αναδείξει την τάση της ταιηλοριστικής οργάνωσης της παραγωγής να θρυμματίζει τη χειρωνακτική εργασία (12): η συνεχής επανάληψη μικρών, ασύνδετων μεταξύ τους δράσεων από τους επιτηρούμενους εργάτες στο πλαίσιο μιας διαδικασίας παραγωγής της οποίας ο σκοπός και το νόημα τους διαφεύγει δημιουργεί αποξένωση και πλήξη. Η ψηφιοποίηση και η δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής επεκτείνουν πλέον αυτή την τάση θρυμματισμού και στην πνευματική εργασία.
Το πιο γνωστό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι η υπηρεσία Mechanical Turk της Amazon. Το όνομα της εμπνέεται από ένα, υποτίθεται, αυτόματο παίκτη σκακιού που έφτιαξε και παρουσίασε το 1770 ο Ούγγρος εφευρέτης Wolfgang von Kempelen – προκειμένου να εντυπωσιάσει την αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία των Αψβούργων (13). Ο σύγχρονος “μηχανικός τούρκος” (Μturk.com) που εγκαινιάστηκε στις αρχές Νοέμβρη του 2005 είναι μια πλατφόρμα διαμεσολάβησης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας για μικρο-έργα (Human Intelligence Tasks) τα οποία εκτελούνται μέσω υπολογιστή και εξ αποστάσεως αλλά απαιτούν ανθρώπινες δεξιότητες (πχ. η αναγνώριση προσώπων, η κατηγοριοποίηση φωτογραφιών και μουσικής, η αναζήτηση λαθών σε κώδικα κλπ.).
Η συγκεκριμένη πλατφόρμα crowdsourcing συνδέει χιλιάδες εργοδότες οι οποίοι προσφέρουν μικρο-έργα με εκατοντάδες χιλιάδες διανοητικούς “εργάτες” που προτίθενται να τα εκτελέσουν. Φυσικά οι σχέσεις μεταξύ τους δεν ρυθμίζονται παρά μόνο από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης χωρίς καμία προστασία για τους εργαζόμενους. Ο εργοδότης δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση εκτός απ’ την (συμφωνημένη εκ των προτέρων) πληρωμή την οποία υπολογίζουν στη βάση βάση ωρομισθίου (συνήθως περί του ενός δολαρίου) και του χρόνου που χρειάζεται για να έρθουν σε πέρας. Η αποξένωση του φορντισμού εισέρχεται έτσι στο πεδίο της διανοητικής εργασίας και συνοδεύεται από παντελώς απορυθμισμένη εκμετάλλευση και επισφάλεια. Ο Μηχανικός Τούρκος της Amazon αποτελεί έτσι το έμβλημα του κατακερματισμού και της εξατομικευμένης εκμετάλλευσης της εργασίας.
Το συγκεκριμένο μοντέλο συσσώρευσης υπεραξίας εις βάρος της μάζας των χρηστών των ψηφιακών δικτύων επιστρατεύει ακόμα και τις θετικές εξωτερικότητες που παράγει η άμισθη εργασία τους (free labor) με τη μορφή περιεχομένου και προσωπικών δεδομένων τα οποία πωλούνται στους διαφημιστές. Η συμμετοχή του κοινού στην δημιουργία και την διάδοση περιεχομένου (κείμενο, εικόνες, βίντεο, ήχος) και μετά-περιεχομένου κάθε μορφής (οδηγίες, απαντήσεις, εξηγήσεις, ψήφοι, κριτικές) εκλαμβάνεται θετικά λόγω του ενεργού ρόλου που καλούνται να παίξουν οι χρήστες, σε αντιδιαστολή με το παθητικό μοντέλο του εξαρτημένου και ετερόνομου τηλεθεατή. Όμως στην πραγματικότητα οι “συμμετοχικές” υπηρεσίες του διαδικτύου όπως το Facebook είναι πρωταρχικής σημασίας για τον σύγχρονο καπιταλισμό αφού αποτελούν ουσιαστικά « μηχανές συγκομιδής » υπεραξίας από τη συλλογική άμισθη παραγωγική δραστηριότητα των χρηστών (13).
Κατακλείδα
Βασιζόμενος στο ιστορικό πλαίσιο της ταυτόχρονης ανάδυσης της πολιτικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού και της τεχνολογική μετάλλαξη των υλικών συνθηκών παραγωγής χάρη στην ψηφιοποίηση και την δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής, προσπάθησα να δείξω ότι οι δύο αυτοί παράγοντες είναι άμεσα αλληλένδετοι και αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της απορρύθμισης της εργασίας. Υπό αυτή την έννοια τα ψηφιακά δίκτυα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του μηχανισμού εκμετάλλευσης στα πλαίσια του σύγχρονου καπιταλισμού.
Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει να καταθέσουμε τα όπλα και να αναδιπλωθούμε σε τεχνοφοβικές και “ασκητικές” θέσεις άρνησης του μοντέρνου; Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι σαφώς και όχι. Όπως δείχνει το κίνημα ενάντια στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στη Γαλλία, τα ψηφιακά δίκτυα μπορούν να αποτελέσουν φορείς αυτο-οργάνωσης του κοινωνικού κινήματος με στόχο την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (14). Επίσης η πληροφοριακή διαμεσολάβηση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης την οποία διευκολύνουν τα ψηφιακά δίκτυα εάν εφαρμοστεί σε μη εμπορευματοποιημένο πλαίσιο μπορεί να ταχθεί στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος εφαρμόζοντας εναλλακτικά μοντέλα παραγωγής και διάδοσης των “κοινών” (commons) ακόμα και σε συνθήκες κυριαρχίας του κεφαλαίου  (15). Η αμυντική στρατηγική της αντίστασης στη λαίλαπα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού όμως δεν αρκεί.
Οι Srnicek και Williams στο πρόσφατο βιβλίο τους Inventing the Future υποστηρίζουν ότι το βασικό διακύβευμα για την Αριστερά και τον κόσμο της εργασίας στον 21ο αιώνα είναι το πως θα επανεπενδύσει την τεχνολογία με προοδευτικό, ουτοπικό περιεχόμενο και όραμα (16). Για παράδειγμα, με τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων, η γενίκευση της αυτοματοποίησης μέσω αλγόριθμων και ρομπότ έχει ως αποτέλεσμα τον αφανισμό της μισθωτής εργασίας και την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης πέρα από το κεϋνσιανικό κονσένσους. Αν όμως η τεχνολογική πρόοδος μπει στην υπηρεσία ενός ηγεμονικού σχεδίου υπέρ των πολλών το τέλος της μισθωτής εργασίας μπορεί να γίνει ορίζοντας χειραφέτησης και ελευθερίας. Αυτό ίσως αποτελεί και το κεντρικό ζητούμενο της εποχής μας.
πηγή . http://ephemeron.eu/