Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρθρογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αρθρογραφία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

ΓΙΑΤΙ οι ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΟΙ ψηφίζουν ΜΠΟΛΣΟΝΑΡΟΥ;

 

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

 
Στην Βραζιλία ο ακροδεξιός υποψήφιος Φλάβιο Μπολσονάρου νίκησε τον τωρινό αριστερό πρόεδρο Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, συγκεντρώνοντας το 47% των ψήφων (56,1 εκ.) έναντι 45,1% (53,8 εκ.) του δεύτερου. Η τελική αναμέτρηση θα γίνει στις 25 Οκτωβρίου με τον Μπολσονάρου να έχει τις περισσότερες πιθανότητες να επικρατήσει καθώς αναμένεται να ενισχυθεί από τη μετακίνηση ψήφων από τους άλλους δεξιούς υποψηφίους των εκλογών: τον Ρονάλντο Καϊάδο (2,1%), και τον Ρενάν Σάντος(2,2%).
Η κατάληψη της εξουσίας από την ακροδεξιά θα ολοκληρώσει την διεθνή στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ για τη Λατινική Αμερική που βασίζεται στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική» (America First) και στην αναβίωση μιας πιο επιθετικής μορφής του Δόγματος Μονρό (σύμφωνα με το οποίο το Δυτικό Ημισφαίριο αποτελεί αποκλειστική σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ) που έγινε Donro(από το Ντόναλντ). Οι βασικοί άξονες της στρατηγικής της Ουάσινγκτον περιλαμβάνουν: Πολιτική και οικονομική στήριξη σε δεξιές και ακροδεξιές κυβερνήσεις της περιοχής (όπως του Μιλέι και του Μπουκέλε) καθώς και ενίσχυση ακδροδεξιών υποψηφίων όπως ο Μπολσονάρου. Αλλαγή κακατεύθυνσης της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας (κόβοντας πόρους από άλλες περιοχές όπως η Ευρώπη) προς σύμμαχα κράτη της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (όπως ο Παναμάς, το Περού, ο Ισημερινός και η Κολομβία).
Τον Μάρτιο του 2026 ανακοινώθηκε η δημιουργία της πολυμερούς συμμαχίας «Ασπίδα της Αμερικής» (με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και (ακρο)δεξιών λατινοαμερικανικών κυβερνήσεων) με στόχο την κοινή δράση, την επιβολή κυρώσεων στις «ναρκοτρομοκρατικές» οργανώσεις και τη στρατιωτική επιτήρηση. Επίσης, επιβολή οικονομικής ασφυξίας με ναυτικούς και αεροπορικούς αποκλεισμούς καθώς και την άμεση αμφισβήτηση της νομιμότητας της ηγεσίας σε χώρες που έχουν αριστερές κυβερνήσεις. Βασικός στόχος της Ουάσινγκτον είναι η ανάχεση της κινεζικής επιρροής και διείσδυσης στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ καθώς και η εκμετάλλευση των ορυκτών των χωρών της περιοχής από τα αμερικανικά συμφέροντα (πετρέλαιο της Βενεζουέλας, σπάνιες γαίες της Βραζιλίας κ.ά.).
Αλλά αυτά ανήκουν στις στρατηγικές κινήσεις των πλανητικών αυτοκρατορικών δυνάμεων, το μέγα θέμα και ερώτημα για μας είναι: Γιατί οι άνθρωποι και μάλιστα οι αδύνατοι, δηλαδή οι “από κάτω” ψηφίζουν Ακροδεξιά;
Έχουμε γράψει πολλές φορές για το ζήτημα αυτό. Αλλά μια απάντηση-ανάλυση από την πλευρά της Βραζιλίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εξηγεί κατά ένα μέρος τα εκλογικά αποτελέσματα υπέρ της ακροδεξιάς. Πρόκειται για τις θέσεις του Βραζιλιάνου πολιτικού φιλοσόφου Ροντρίγκο Νούνες, συγγραφέα του βιβλίου «Ούτε Κάθετο ούτε Οριζόντιο: Μια Θεωρία της Πολιτικής Οργάνωσης»*.
Σύμφωνα με τον Νούνες από το Brexit και τον Τραμπ, η αριστερά έχει κάνει δύο βασικές προσεγγίσεις στο φαινόμενο της ακροδεξιάς: Η πρώτη παρουσιάζει την ακροδεξιά σαν μια εξέγερση των ελίτ χωρίς πραγματική λαϊκή βάση, και η δεύτερη σαν μια εξέγερση της εργατικής τάξης που προδόθηκε από τον φιλελεύθερο ελιτισμό και μετακινήθηκε από την αριστερά στην ακροδεξιά.
“Καμία από αυτές τις αφηγήσεις δεν με πείθει” λέει ο Νούνες σε συνέντευξή του στο περιοδικό Equator. “Αντίθετα, πιστεύω ότι η σύγχρονη ακροδεξιά είναι ένα διαταξικό φαινόμενο. Κι ένας τρόπος να την κατανοήσουμε είναι να την δούμε σαν ένα κίνημα που φέρνει κοντά μια κατώτερη τάξη που έχει πάψει να περιμένει τις υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό της εργασίας, των θεσμών και ισονομία, με μία ελίτ που δεν προσποιείται πλέον καν ότι αυτές οι υποσχέσεις προσφέρονται. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο ομάδες, βρίσκεται ένας πιο σκληρός πυρήνας, όχι η μεγαλύτερη ομάδα στατιστικά, αλλά η πιο παθιασμένη, την οποία αποκαλώ, δανειζόμενος μια φράση από τον Όργουελ, «κατώτερη-ανώτερη-μεσαία τάξη». Πρόκειται για τους ανθρώπους που έχουν ένα καλό βιοτικό επίπεδο αλλά δεν έχουν τα περιουσιακά στοιχεία ή το κοινωνικό κεφάλαιο της πραγματικής ελίτ. Τα μέλη αυτής της ομάδας δεν στοιχειώνονται μόνο από τον φόβο της καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας (σ.σ. τον φόβο της χρεοκοπίας και της πτώσης πιο χαμηλά κοινωνικά), αλλά αισθάνονται ότι απειλούνται και από οποιαδήποτε μικρή ανοδική κινητικότητα που επιτυγχάνεται από όσους βρίσκονται από κάτω τους, όπως κατά τη διάρκεια της Ροζ Παλίρροιας στη Λατινική Αμερική (σ.σ. η άνοδος αριστερών κυβερνήσεων με προγράμματα κατά της φτώχειας) όταν οι φτωχοί έγιναν λιγότερο φτωχοί - άρχισαν να φοιτούν στο πανεπιστήμιο, να ταξιδεύουν στο εξωτερικό και ούτω καθεξής. Αυτό δημιούργησε ένα αίσθημα δυσαρέσκειας που εύκολα εργαλειοποιήθηκε. (σ.σ.: στην Ελλάδα και την Ευρώπη η εργαλειοποίηση αυτού του φόβου προσωποποιείται στους μετανάστες που παρουσιάζονται από την ακροδεξιά ως υπαρξιακή απειλή)
Η ελκυστικότητα της σύγχρονης ακροδεξιάς αλλάζει ανάλογα με την κοινωνική θέση. Η άρχουσα τάξη την βλέπει ως την πιο αρπακτική μορφή καπιταλισμού και ως την εξουδετέρωση όλων των προκλήσεων από τα κάτω. Η λαϊκή βάση έλκεται από τον λόγο περί νόμου και τάξης και την προοπτική μιας πιο απελευθερωμένης οικονομίας που θα «τους σηκώσει από την πλάτη της το κράτος», επιτρέποντάς της να είναι πιο αποτελεσματική στον ανταγωνισμό. Επίσης, για μια ομάδα που προέρχεται και από τα δύο στρατόπεδα, η ακροδεξιά συνιστά και μια επαγγελματική ευκαιρία καθώς ένα μέλος της μπορεί να βγάλει καλά χρήματα ως ακροδεξιός αγκιτάτορας.
Ο Μπολσονάρου, σαν κίνημα της ακροδεξιάς, έχει τρία δομικά πλεονεκτήματα.
Πρώτον, είναι πολύ πιο συμβατός με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επομένως μπορεί να βασιστεί στην υποστήριξη των μεγάλων επιχειρήσεων και των συστημικών μέσων ενημέρωσης με τρόπους που η αριστερά δεν θα μπορούσε ποτέ.
Δεύτερον, αντί να αλλάξει την κοινωνία, θέλει να διατηρήσει τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων, ίσως και να εντείνει τις διαφορές, γεγονός που καθιστά την οικοδόμηση συνασπισμών πολύ πιο εύκολη. Κάθε εταίρος έχει τη δική του σφαίρα - οι γαιοκτήμονες τη γη τους, η χρηματοπιστωτική ολιγαρχία τους οικονομικούς της μοχλούς - και εφόσον ικανοποιούνται τα συμφέροντα όλων, όλοι μαζί μπορούν να συνεργαστούν. Αυτοί δεν διαφωνούν για την ιεράρχηση των αναγκών ή για στρατηγικές διαφορές, όπως συμβαίνει στην αριστερά.
Το τρίτο πλεονέκτημα πηγάζει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία δομούν τη δημόσια σφαίρα ως μια αγορά στην οποία οι άνθρωποι ανταγωνίζονται ατομικά για likes και κοινοποιήσεις, τα οποία αποτελούν δείγματα αναγνώρισης και προσοχής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τόσο την υπερ-εξατομίκευση της πολιτικής όσο και την προνομιακή θέση της διαδικτυακής συμμετοχής έναντι της οργάνωσης εκτός διαδικτύου. Η θέση αυτή διαμορφώνει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ακροδεξιάς σαν ένα είδος πυραμίδας του οποίου τα δομικά στοιχεία είναι οι «πολιτικοί ινφλουένσερ» - άτομα που, από την εξέχουσα θέση τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στα παραδοσιακά μέσα, παράγουν περιεχόμενο που ταυτόχρονα συγκεντρώνει την προσοχή, καθώς και κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο.
Μέσα από μια συνεχή ροή περιεχομένου που τραβάει την προσοχή, η ακροδεξιά διατηρεί τη βάση της συνεχώς απασχολημένη, αλλά και ατομικοποιημένη, στερημένη από κανάλια για μη ψηφιακή συμμετοχή. Ως εκ τούτου, μπορούν να κινητοποιηθούν και να απενεργοποιηθούν λίγο πολύ κατά βούληση. Είναι ενδεικτικό ότι ο Μπολσονάρου δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να χτίσει ένα πραγματικό δικό του κόμμα - ούτε ο Φάρατζ ούτε ο Τραμπ. Θεωρούν τη δομή του κόμματος όχι στόχο καθαυτό, αλλά μόνο ένα μέσο για μια πολιτική που πραγματικά ασκείται αλλού. (σ.σ. παραδόξως σ’ αυτή την λογική κινείται και ο Αλ. Τσίπρας για την ΕΛ.ΑΣ.).
"Όταν η πολιτική αποικίζεται από την οικονομία της προσοχής, τότε ο δημόσιος λόγος μετατρέπεται σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη θάλασσα οργής. Σήμερα, αυτό, αύριο, εκείνο." λέει ο Νούνες Είναι μια κατάσταση πραγμάτων εντελώς αντίθετη με την χειραφετητική πολιτική, η οποία βασίζεται στην ενίσχυση της ικανότητας των ανθρώπων να λαμβάνουν αποφάσεις για τη συλλογική τους μοίρα και να συμμετέχουν σε διαρκείς προσπάθειες για την αλλαγή του status quo. Ο Τραμπ μας κρατά απασχολημένους με τίτλους και αναρτήσεις αργά το βράδυ, ενώ το πραγματικό έργο της καταστροφής συνεχίζεται στο παρασκήνιο.” (το ίδιο κάνει και ο Κυρ. Μητσοτάκης με τα δικά του τρολ)
Σε ιδεολογικό επίπεδο, τι αντιπροσωπεύει ο Μπολσονάρου και σε τι διαφέρει από την παραδοσιακή δεξιά;
Στο ερώτημα αυτό ο Νούνες απαντά ως εξής: “Παρερμηνεύουμε την ακροδεξιά εκλαμβάνοντας τον λόγο της κατά γράμμα. Είναι λάθος να πιστεύουμε τον Τραμπ, τον Μπολσονάρου κ.ά. όταν μιλούν για ένα βήμα πίσω από την «παγκοσμιοποίηση», για επιστροφή σε ένα φορντικό όνειρο βιομηχανικών θέσεων εργασίας, για την επιστροφή του χρόνου στη σεξουαλική επανάσταση και για την επαναϊεροποίηση της πυρηνικής οικογένειας και των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων. Αυτές οι ιδέες έχουν μια προφανή ψυχολογική απήχηση σε ορισμένους ψηφοφόρους, αλλά δεν επιβεβαιώνονται από τις ενέργειες της σύγχρονης ακροδεξιάς. Αντίθετα, είναι ένα κίνημα που τροφοδοτείται από την κοινωνική αποσύνθεση που προκαλείται από δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού και επιταχύνει αυτή τη διαδικασία προς έναν ορισμένο ορίζοντα όπου το κράτος παραιτείται από την ολοένα και μεγαλύτερη ευθύνη για τη διαμεσολάβηση στις κοινωνικές συγκρούσεις και αντ' αυτού κατοχυρώνει τον κανόνα της ωμής βίας...”
...Το μοντέλο αυτό αρέσει στους ισχυρούς, αλλά γιατί το ψηφίζουν και οι πιο αδύναμοι;
“Λόγω των ψυχολογικών αντισταθμισμάτων που περιλαμβάνονται στο πακέτο” λέει ο Νούνες. Η υπόσχεση είναι: «ακόμα κι αν παραμένετε υπό άγρια εκμετάλλευση στη δουλειά σας, ακόμα κι αν οι προσδοκίες σας για τη ζωή συρρικνώνονται καθημερινά, θα διασφαλίσουμε ότι υπάρχει τουλάχιστον μία σφαίρα της ζωής στην οποία η δύναμή σας είναι ελεύθερη. Στο σπίτι, μπορείτε να ξεσπάσετε στη γυναίκα σας ή στα παιδιά σας, κανείς δεν θα παρέμβει και κανείς δεν μπορεί να σας πει να μην κάνετε αστεία για τους μαύρους ή τους ομοφυλόφιλους»
Ποια θα μπορούσε να είναι μια ριζοσπαστική απάντηση στη σύγχρονη ακροδεξιά;
Ο Νούνες απαντά: "Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ένα παράδοξο από τη θεωρία της πληροφορίας: για να γίνει δεκτό ένα σήμα ως πληροφορία, πρέπει να είναι αρκετά διαφορετικό από τον θόρυβο του περιβάλλοντος, αλλά όχι τόσο διαφορετικό ώστε να μην καταγράφεται καθόλου ως σήμα. Όταν εφαρμόζουμε αυτήν την ιδέα στην πολιτική, συνειδητοποιούμε ότι ο ριζοσπαστισμός δεν είναι η πιστότητα σε μια αρχή στην πιο αγνή, αφηρημένη μορφή της. Eίναι μάλλον μια απόκλιση από τον κανόνα που εξακολουθεί να είναι ευανάγνωστη.
Βρίσκεις μια τακτική που σε απομακρύνει όσο το δυνατόν περισσότερο από την υπάρχουσα κατάσταση – αλλά μπορεί να ενσωματωθεί σε αυτήν: μια τακτική που εμπνέει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων, που τους πείθει να συμμετάσχουν, που παράγει πραγματικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι όλα τα πράγματα που πραγματικά πρέπει να γίνουν φαίνονται εξαιρετικά ριζοσπαστικά. Πάρτε για παράδειγμα τη συγκέντρωση εξουσίας. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου ένας επιχειρηματίας μπορεί να απενεργοποιήσει μέρος του στρατού μιας χώρας, όπως έκανε ο Ίλον Μασκ όταν έκοψε την κάλυψη του Starlink από τις ουκρανικές δυνάμεις στη μέση της αντεπίθεσής τους το 2022 - κάτι που θα ήταν μια πλεκτάνη James Bond τη δεκαετία του 1970. Η λογική απάντηση είναι να περάσει η κυβερνητική πολιτική που εμποδίζει τους ιδιώτες να ασκούν τέτοια εξουσία. Αλλά αν προτείνετε μια τέτοια πολιτική σήμερα, θα κατηγορηθείτε ότι ζητάτε απαλλοτρίωση ή ότι παραβιάζετε τα ατομικά δικαιώματα. Έχουμε προχωρήσει τόσο πολύ προς τη μία κατεύθυνση που μπορείς να επέμβεις μόνο τραβώντας πολύ δυνατά προς την άλλη.
Εδώ μπορούμε να μάθουμε κάτι από την άκρα δεξιά. Λέγονται πράγματα σήμερα - για παράδειγμα, ότι πολίτες με λάθος χρώμα δέρματος πρέπει να απελαύνονται - που ήταν αδιανόητα πριν από λίγο καιρό. Από το 2016 το αδιανόητο δεν έχει σταματήσει να συμβαίνει και το ανεκδιήγητο έχει γίνει κοινή λογική. Η άκρα δεξιά έχει επιβάλει τα όρια του δυνατού προς την κατεύθυνση αυτού που πιστεύει ότι πραγματικά πρέπει να γίνει.
Ίσως τίποτα από αυτά που πραγματικά χρειάζεται να κάνουμε δεν είναι εφικτό σήμερα - αλλά δεν θα μπορέσουμε να το κάνουμε ούτε αύριο, εκτός αν αρχίσουμε να χτίζουμε τις συνθήκες τώρα. Πρέπει να χτίσουμε μια κοινωνική βάση για τους στόχους μας. Δεν μπορούμε μόνο να παρέχουμε ορθολογικά επιχειρήματα και αξιόπιστη πολιτική. Πρέπει να ενσταλάξουμε μια επιθυμία, ριζωμένη στην καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων, για έναν άλλο, καλύτερο κόσμο. Οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται όχι μόνο ότι θα ζούσαν καλύτερα σε έναν αναδιαμορφωμένο κόσμο, αλλά ότι αρχίζουν να ζουν καλύτερα συμμετέχοντας στο κίνημα για να το πετύχουν.”
Από τώρα...(Γ. Χ. Παπ)

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Η πολιτική του ορίου: Ιατρική αυθεντία, βιοπολιτική και η νεο-ευγονική φαντασίωση του υγιούς σώματος

 Λάζαρος Τεντόμας

 

Ο δημόσιος λόγος που αναπτύσσεται, δύο ημέρες μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, φαίνεται να μετακινείται σταδιακά από το γεγονός του θανάτου προς κάτι πολύ ευρύτερο: προς μια δημόσια διαπραγμάτευση των ορίων της ιατρικής γνώσης, της θεραπευτικής πρακτικής και, κυρίως, της ίδιας της εξουσίας να ορίζει τι συνιστά έγκυρη γνώση για το σώμα.
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν είναι απλώς ότι εμφανίζονται, όπως είναι αναμενόμενο, γιατροί και άλλοι ειδικοί για να εξηγήσουν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει η σύγχρονη ιατρική. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται αυτή η εξήγηση. Η επιστημονική αυθεντία δεν περιορίζεται πάντοτε στην υπεράσπιση της τεκμηριωμένης θεραπευτικής πρακτικής. Συχνά επεκτείνεται στην οριοθέτηση του πεδίου του νομιμοποιημένου λόγου για το σώμα: εδώ βρίσκεται η ιατρική γνώση, εδώ η θεραπεία, εδώ η πρόληψη, εδώ η «επιστήμη»• έξω από αυτά τα όρια αρχίζει, συλλήβδην, η πλάνη, η αφέλεια, η επικινδυνότητα ή ακόμη και η παρανομία.
Ασφαλώς, η διάκριση ανάμεσα σε θεραπευτικές πρακτικές που διαθέτουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και σε πρακτικές των οποίων η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί είναι απολύτως αναγκαία. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σχετικοποιηθεί η αξία της βιοϊατρικής γνώσης, ούτε να εξισωθούν επιστημολογικά διαφορετικές πρακτικές. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι άλλο: τι συμβαίνει όταν η αναγκαία κριτική της μη τεκμηριωμένης θεραπευτικής πρακτικής μετατρέπεται σε συνολική διεκδίκηση κυριαρχίας πάνω στο τι επιτρέπεται να θεωρείται γνώση, τι επιτρέπεται να θεωρείται θεραπεία και, τελικά, τι επιτρέπεται να θεωρείται ένα «ορθό» σώμα;
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πολιτικό και ανθρωπολογικό πρόβλημα.
Η σύγχρονη ιατρική δεν είναι μόνο ένα σύνολο γνώσεων, τεχνικών, φαρμάκων, διαγνωστικών εργαλείων και θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Είναι ταυτόχρονα ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι κοινωνίες μας μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται το σώμα, την υγεία, την ασθένεια, τον κίνδυνο, τη γήρανση, την αναπηρία, την ευαλωτότητα και, τελικά, τον ίδιο τον εαυτό.
Το σώμα του σύγχρονου υποκειμένου δεν είναι απλώς ένα σώμα που ενδέχεται να αρρωστήσει. Είναι ένα σώμα που πρέπει διαρκώς να παρακολουθείται, να μετράται, να αξιολογείται, να βελτιώνεται και να προλαμβάνεται. Η υγεία δεν αποτελεί πλέον μόνο μια κατάσταση απουσίας ασθένειας. Μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε ένα διαρκές σχέδιο αυτοδιαχείρισης.
Δεν αρκεί να είσαι υγιής. Πρέπει να αποδεικνύεις ότι είσαι υγιής.
Και ακόμη περισσότερο: πρέπει να συμπεριφέρεσαι ως κάποιος που βρίσκεται διαρκώς σε διαδικασία παραγωγής υγείας.
Εξετάσεις, βιοδείκτες, απεικονίσεις, προληπτικά πρωτόκολλα, διατροφικά προγράμματα, εφαρμογές παρακολούθησης, δείκτες φυσικής κατάστασης, γενετικές αναλύσεις, προγράμματα ευεξίας, πρωτόκολλα αντιγήρανσης και ένα τεράστιο πληροφοριακό σύμπαν γύρω από το «σωστό» σώμα δημιουργούν μια νέα σχέση με την ασθένεια. Η ασθένεια δεν χρειάζεται πλέον να έχει εμφανιστεί για να οργανώσει τη συμπεριφορά μας. Αρκεί η πιθανότητά της.
Το σύγχρονο υποκείμενο καλείται να ζει μέσα σε ένα καθεστώς δυνητικού κινδύνου.
Δεν είσαι ακόμη ασθενής, αλλά μπορεί να γίνεις. Δεν έχεις ακόμη κάποιο πρόβλημα, αλλά μπορεί να το αναπτύξεις. Δεν έχεις ακόμη εμφανή σημεία γήρανσης, αλλά μπορείς να τα προλάβεις. Δεν έχεις ακόμη απώλεια λειτουργικότητας, αλλά μπορείς να την καθυστερήσεις. Δεν υπάρχει ακόμη νόσος, υπάρχει όμως ένας δείκτης, ένας παράγοντας κινδύνου, μια πιθανότητα, μια απόκλιση από το στατιστικά επιθυμητό.
Έτσι η πρόληψη αποκτά μια παράδοξη διπλή λειτουργία: από τη μία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της σύγχρονης δημόσιας υγείας• από την άλλη, όταν αποσυνδέεται από συγκεκριμένες ενδείξεις και μετατρέπεται σε αδιάκοπη επιτήρηση του σώματος, μπορεί να παράγει ένα υποκείμενο που αισθάνεται διαρκώς ανεπαρκές απέναντι σε αυτό που θα μπορούσε να είναι.
Η βιοϊατρική γνώση δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα του σώματος. Συμμετέχει και στη συγκρότησή της.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά απουσιάζει από τον δημόσιο διάλογο.
Γιατί, όταν οι ειδικοί εμφανίζονται για να μας πουν τι είναι «ιατρικά ορθό», σπάνια ερωτάται ποιο ιστορικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό σύστημα κατέστησε αναγκαία τη σημερινή εμμονή με τη διαρκή υγειονομική αυτοπαρακολούθηση. Σπάνια τίθεται το ερώτημα ποιος παράγει την ανάγκη για «αντιγήρανση». Ποιος ορίζει ότι η γήρανση είναι ένα πρόβλημα προς επίλυση; Ποιος μετατρέπει τη φυσιολογική φθορά του σώματος σε θεραπευτικό έλλειμμα; Ποιος καθορίζει πότε μια σωματική διαφορά είναι μια απολύτως θεμιτή παραλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης και πότε μετατρέπεται σε «δυσλειτουργία» που απαιτεί διόρθωση;
Και κυρίως: ποιος κερδίζει από τη διαρκή παραγωγή αυτών των αναγκών;
Εδώ η έννοια της ιατρικοποίησης γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Η ιατρικοποίηση δεν σημαίνει ότι «οι γιατροί τα κάνουν όλα». Σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερες περιοχές της ανθρώπινης ζωής αποκτούν ιατρικό λεξιλόγιο, ιατρικούς δείκτες και ιατρικές λύσεις. Η γήρανση, η θλίψη, η κόπωση, η σωματική διαφορετικότητα, η σεξουαλικότητα, η αναπηρία, η εμφάνιση, η φυσική φθορά, ακόμη και η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή, μπορούν να μετακινηθούν από το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας στο πεδίο της διαχείρισης ενός «προβλήματος».
Και κάπου εδώ εμφανίζεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας.
Η ίδια κοινωνία που καταγγέλλει τις «εναλλακτικές» αγορές υγείας ως εμπορευματοποιημένες, ανορθολογικές ή επικίνδυνες έχει ταυτόχρονα οικοδομήσει μια τεράστια αγορά γύρω από την ευεξία, την πρόληψη, τη βελτιστοποίηση και την αντιγήρανση. Η βιομηχανία της υγείας δεν βρίσκεται μόνο στα νοσοκομεία. Βρίσκεται στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, στις κλινικές ευεξίας, στα προγράμματα longevity, στα συμπληρώματα, στα πρωτόκολλα «βιολογικής ηλικίας», στις αισθητικές παρεμβάσεις, στις εφαρμογές αυτοπαρακολούθησης, στη διατροφική βιομηχανία, στις υπηρεσίες γενετικού ελέγχου και σε μια ολοένα διευρυνόμενη οικονομία που υπόσχεται στον άνθρωπο κάτι περισσότερο από την υγεία: υπόσχεται τη διαρκή βελτιστοποίηση του εαυτού.
Το σώμα γίνεται project.
Και το project δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου καθεστώτος υγείας: δεν απαιτεί απλώς υπακοή. Απαιτεί ενεργό συμμετοχή του ίδιου του υποκειμένου στη διακυβέρνηση του εαυτού του. Το άτομο παρακολουθεί τον εαυτό του, μετρά τον εαυτό του, αξιολογεί τον εαυτό του, συγκρίνει τον εαυτό του και τελικά πειθαρχεί τον εαυτό του.
Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να βρίσκεται απέναντί μας.
Έχει εγκατασταθεί μέσα μας ως αυτοπαρακολούθηση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο γιατρός είναι ο «κακός» και ο ασθενής το αθώο θύμα. Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν υπερβολικά απλοϊκή και θα έχανε ακριβώς το σημείο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο δίκτυο σχέσεων μέσα στο οποίο γιατροί, ασθενείς, ασφαλιστικές εταιρείες, φαρμακευτικές επιχειρήσεις, ιδιωτικές δομές υγείας, μέσα ενημέρωσης, πλατφόρμες, διαφημιστικοί μηχανισμοί και οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν, με διαφορετικές βέβαια δυνατότητες και διαφορετικό βαθμό ισχύος, στην παραγωγή αυτού που σήμερα ονομάζουμε «υγεία».
Η εξουσία, άλλωστε, δεν λειτουργεί μόνο απαγορεύοντας. Λειτουργεί παραγωγικά: παράγει κατηγορίες, κανονικότητες, επιθυμίες, ταυτότητες, φόβους, προσδοκίες και τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι μαθαίνουν να μιλούν για τον εαυτό τους.
Και η σύγχρονη ιατρική γλώσσα έχει αποκτήσει τεράστια δύναμη ακριβώς επειδή δεν λέει μόνο «τι έχεις». Μας μαθαίνει να σκεφτόμαστε ποιοι είμαστε.
Εδώ η συζήτηση για την αναπηρία προσφέρει μια ιδιαίτερα κρίσιμη διόρθωση. Η αναπηρική και crip σκέψη έχει δείξει ότι δεν είναι αυτονόητο πως κάθε απόκλιση από το πρότυπο του λειτουργικού, παραγωγικού, αυτόνομου και διαρκώς βελτιούμενου σώματος αποτελεί ατομικό πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί. Η ίδια η ιδέα του «φυσιολογικού» σώματος είναι ιστορικά και κοινωνικά οργανωμένη.
Υπάρχουν σώματα που η κοινωνία σχεδιάστηκε να θεωρεί αυτονόητα και σώματα που η ίδια κοινωνία αντιμετωπίζει ως ελλείψεις.
Υπάρχουν σώματα που θεωρούνται «κανονικά» επειδή ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παραγωγικότητας, της αυτονομίας, της νεότητας, της ταχύτητας και της αισθητικής ομοιομορφίας. Και υπάρχουν σώματα που εμφανίζονται ως προβληματικά επειδή δεν ανταποκρίνονται σε αυτές τις απαιτήσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι πάντοτε «πώς θα διορθώσουμε το σώμα;».
Μερικές φορές πρέπει να είναι:
«Γιατί θεωρούμε ότι αυτό το σώμα χρειάζεται διόρθωση;»
Αυτή η ερώτηση δεν αρνείται τον πόνο, τη νόσο ή την ανάγκη θεραπείας. Αντιθέτως, μας επιτρέπει να τα αντιμετωπίσουμε χωρίς να μετατρέπουμε κάθε μορφή σωματικής διαφοράς σε αποτυχία.
Και εδώ επιστρέφουμε στο ζήτημα της αντιγήρανσης.
Η γήρανση αποτελεί ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα της μετάβασης από την ιατρική αντιμετώπιση της νόσου στη διαχείριση της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Όταν η γήρανση αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πρόβλημα, τότε ο χρόνος μετατρέπεται σε παθολογία. Το σώμα που γερνά δεν είναι πλέον απλώς ένα σώμα που μεταβάλλεται• γίνεται ένα σώμα που «χάνει», «φθείρεται», «υποβαθμίζεται» και επομένως οφείλει να υποβληθεί σε διαδικασίες αποκατάστασης, ενίσχυσης ή αναβάθμισης.
Έτσι δημιουργείται ένας ιδιότυπος νεο-ευγονικός ορίζοντας — όχι με την ιστορική έννοια της κρατικής επιβολής της αναπαραγωγικής «καταλληλότητας», αλλά ως μια πολύ πιο διάχυτη και καθημερινή επιδίωξη παραγωγής του επιθυμητού σώματος: νεότερου, λειτουργικότερου, παραγωγικότερου, αισθητικά αποδεκτότερου, βιολογικά «βελτιστοποιημένου».
Η διαφορά είναι ότι σήμερα η επιβολή δεν χρειάζεται να έρθει από το κράτος.
Μπορεί να έρθει ως επιθυμία.
Ως προσωπική επιλογή.
Ως επένδυση στον εαυτό.
Ως «φροντίδα».
Ως «wellness».
Ως φόβος ότι, αν δεν κάνεις ό,τι μπορείς σήμερα, αύριο θα είναι αργά.
Αυτό ακριβώς κάνει τον σύγχρονο βιοϊατρικό λόγο τόσο ισχυρό: η πειθαρχία εμφανίζεται ως ελευθερία επιλογής.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο θάνατος ενός δημόσιου προσώπου μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος κοινωνικού καθρέφτη. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τις συγκεκριμένες ιατρικές συνθήκες ενός θανάτου — ούτε είναι επιστημονικά ή ηθικά θεμιτό να τις ανακατασκευάζουμε από τηλεοπτικά πάνελ, αποσπασματικές δηλώσεις ή αναρτήσεις. Ακριβώς το αντίθετο: η ανάγκη να αντισταθούμε στην εύκολη παραγωγή αιτιών και ενοχών αποτελεί μέρος της ίδιας της επιστημονικής υπευθυνότητας.
Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε είναι τι κάνουμε κοινωνικά με τον θάνατο.
Πώς, σχεδόν αμέσως, αναζητούμε τον ειδικό που θα μας εξηγήσει τι πήγε λάθος.
Πώς αναζητούμε το «λάθος» πρωτόκολλο, τη λανθασμένη επιλογή, την παραπλάνηση, τη θεραπευτική απόκλιση, τον «ειδικό» που δεν ήταν αρκετά ειδικός.
Πώς η αβεβαιότητα του θανάτου γίνεται ανυπόφορη και πρέπει να μετατραπεί σε αφήγημα ελέγχου.
Γιατί αν υπάρχει ένα λάθος, τότε υπάρχει και ένας μηχανισμός που μπορούμε να διορθώσουμε.
Κι αν μπορούμε να τον διορθώσουμε, τότε ίσως μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο θάνατος μπορεί να αποτραπεί.
Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα πολιτισμικά παράδοξα της σύγχρονης βιοϊατρικής κοινωνίας: ενώ η ιατρική έχει διευρύνει θεαματικά τις δυνατότητές της, η κοινωνική προσδοκία απέναντί της έχει γίνει συχνά σχεδόν απεριόριστη. Η ιατρική καλείται να εξαλείψει τον πόνο, να καθυστερήσει τη γήρανση, να προβλέψει τον κίνδυνο, να ανιχνεύσει την ασθένεια πριν εμφανιστεί, να βελτιστοποιήσει τη λειτουργία, να παρατείνει τη ζωή και, εμμέσως, να εγγυηθεί ότι το σώμα δεν θα μας προδώσει.
Όταν αυτή η υπόσχεση αποτυγχάνει, αναζητείται ο ένοχος.
Όμως το όριο της ιατρικής δεν είναι απαραίτητα αποτυχία της ιατρικής.
Υπάρχουν όρια που δεν αποτελούν τεχνικές ελλείψεις αλλά ανθρωπολογικές και βιολογικές συνθήκες της ύπαρξης.
Και υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο «η ιατρική μπορεί να θεραπεύσει αυτό» και στο «η ιατρική οφείλει να μπορεί να θεραπεύσει τα πάντα».
Το δεύτερο δεν είναι επιστημονική θέση. Είναι πολιτισμική προσδοκία.
Ακριβώς γι' αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη, όχι μικρότερη, κριτική σκέψη απέναντι στην ιατρική αυθεντία.
Όχι για να υπονομεύσουμε την επιστήμη.
Αλλά για να την προστατεύσουμε από τη μετατροπή της σε καθεστώς αδιαμφισβήτητης κοινωνικής εξουσίας.
Η επιστημονική γνώση δεν χρειάζεται να εμφανίζεται ως παντογνωσία για να είναι ισχυρή. Αντίθετα, η πραγματική επιστημονική αυθεντία περιλαμβάνει την ικανότητα να διατυπώνει τα όρια της γνώσης της, να αναγνωρίζει την αβεβαιότητα, να διαχωρίζει την πιθανότητα από τη βεβαιότητα και την τεκμηριωμένη θεραπεία από την εμπορική υπόσχεση.
Η ίδια κριτική πρέπει να εφαρμοστεί και στις λεγόμενες εναλλακτικές θεραπευτικές πρακτικές. Το γεγονός ότι η βιοϊατρική αποτελεί πεδίο εξουσίας δεν σημαίνει ότι κάθε θεραπευτική πρακτική εκτός της βιοϊατρικής είναι εξ ορισμού αξιόπιστη. Η κριτική στην ιατρικοποίηση δεν μπορεί να καταλήξει σε έναν νέο ανορθολογισμό όπου όλες οι μορφές γνώσης θεωρούνται ισοδύναμες.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντικαταστήσουμε έναν δογματισμό με έναν άλλο.
Είναι να αποσυνδέσουμε την επιστημονική τεκμηρίωση από την αξίωση κοινωνικής κυριαρχίας.
Να μπορούμε να πούμε ταυτόχρονα δύο πράγματα που σήμερα παρουσιάζονται συχνά ως αντιφατικά:
ότι η σύγχρονη ιατρική είναι ανεκτίμητη,
και ότι η ιατρική κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία και η κριτική θεωρία έχουν κάθε λόγο να εξετάζουν τις σχέσεις εξουσίας μέσα στις οποίες παράγεται, διακινείται και εφαρμόζεται η ιατρική γνώση.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποια θεραπεία είναι επιστημονικά έγκυρη.
Το πρόβλημα είναι επίσης ποιος αποφασίζει ποια ζωή αξίζει να θεωρείται «φυσιολογική», ποιο σώμα θεωρείται επιθυμητό, ποια μορφή γήρανσης είναι αποδεκτή, ποια αναπηρία αντιμετωπίζεται ως κοινωνική διαφορά και ποια ως ατομική αποτυχία, ποιο επίπεδο κινδύνου θεωρείται ανεκτό και ποιο μετατρέπεται σε αντικείμενο παρέμβασης.
Η σύγχρονη ανθρωπολογία της υγείας έχει ακριβώς αυτή τη δύναμη: μας υπενθυμίζει ότι η ασθένεια δεν είναι μόνο βιολογικό γεγονός. Είναι επίσης εμπειρία, κοινωνική κατηγορία, οικονομική συνθήκη, πολιτισμική ερμηνεία και πεδίο θεσμικής διαπραγμάτευσης.
Το σώμα δεν υπάρχει έξω από την κοινωνία.
Και η κοινωνία δεν υπάρχει έξω από τα σώματα.
Γι' αυτό και ο δημόσιος διάλογος που παρακολουθούμε αυτές τις ημέρες αξίζει να γίνει πιο απαιτητικός. Όχι πιο θορυβώδης, όχι πιο τιμωρητικός, όχι περισσότερο πολωμένος ανάμεσα στους «επιστήμονες» και στους «αμφισβητίες» της επιστήμης.
Πιο απαιτητικός.
Να ρωτήσει όχι μόνο τι έκανε ή δεν έκανε η ιατρική.
Αλλά και τι της ζητάμε να κάνει.
Να ρωτήσει ποιος κατασκευάζει την ανάγκη για αδιάκοπη πρόληψη.
Ποιος εμπορευματοποιεί τον φόβο της ασθένειας.
Ποιος μετατρέπει τη γήρανση σε εχθρό.
Ποιος μετατρέπει τη σωματική διαφορά σε έλλειμμα.
Ποιος δημιουργεί την προσδοκία ενός σώματος που δεν θα γερνά, δεν θα πονά, δεν θα εξαρτάται από άλλους, δεν θα περιορίζεται και τελικά δεν θα πεθαίνει.
Και κυρίως, να ρωτήσει τι είδους άνθρωπο παράγει αυτή η αδιάκοπη απαίτηση για βιολογική τελειότητα.
Γιατί ίσως το πιο ενδιαφέρον φαινόμενο δεν είναι ότι η ιατρική εισέρχεται ολοένα βαθύτερα στη ζωή μας.
Είναι ότι έχουμε αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή μας μέσα από τις κατηγορίες της.
Έχουμε μάθει να φοβόμαστε πριν αρρωστήσουμε.
Να θεραπευόμαστε πριν νοσήσουμε.
Να διορθωνόμαστε πριν αποτύχουμε.
Να γυμναζόμαστε για να μη γερνάμε.
Να εξεταζόμαστε για να βρούμε αυτό που ακόμη δεν έχουμε.
Να μετράμε το σώμα μας για να επιβεβαιώσουμε ότι παραμένει «φυσιολογικό».
Και, τελικά, να αισθανόμαστε υπεύθυνοι ακόμη και για εκείνα τα πράγματα που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.
Ίσως, λοιπόν, η πιο ουσιαστική κριτική που μπορούμε να ασκήσουμε σήμερα δεν είναι εναντίον της ιατρικής.
Είναι εναντίον της φαντασίωσης ότι η ιατρική μπορεί να μας απαλλάξει από την ανθρώπινη συνθήκη.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική συζήτηση που πρέπει να ανοίξει.
Όχι πάνω από το σώμα του νεκρού, αλλά γύρω από την κοινωνία που, ακόμη και μπροστά στον θάνατο, δυσκολεύεται να αποδεχθεί την αβεβαιότητα, την ευαλωτότητα, τη φθορά και το όριο.
Μια κοινωνία που έχει οικοδομήσει ολόκληρη οικονομία γύρω από την υπόσχεση ότι κάθε όριο μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα προς επίλυση.
Αυτός είναι ο βαθύτερος κίνδυνος της σύγχρονης ιατρικοποίησης.
Όχι ότι μας θεραπεύει υπερβολικά.
Αλλά ότι μπορεί να μας πείσει πως κάθε τι που δεν μπορεί να θεραπευτεί είναι, από μόνο του, μια αποτυχία που πρέπει οπωσδήποτε να διορθωθεί.
Και τότε η «υγεία» παύει να είναι απλώς δικαίωμα.
Μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση.
Το υγιές σώμα γίνεται καλό σώμα.
Το λειτουργικό σώμα γίνεται άξιο σώμα.
Το νεανικό σώμα γίνεται επιθυμητό σώμα.
Το αυτόνομο σώμα γίνεται υπεύθυνο σώμα.
Και κάθε σώμα που αποκλίνει από αυτό το πρότυπο καλείται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να απολογηθεί.
Εκεί ακριβώς χρειάζεται η κριτική.
Όχι για να αρνηθούμε τη γνώση.
Αλλά για να υπερασπιστούμε το δικαίωμα του ανθρώπου να υπάρχει πέρα από την απαίτηση να είναι διαρκώς διορθωμένος, μετρημένος, προληπτικά θεραπευμένος και βιολογικά βελτιστοποιημένος.
Γιατί μια κοινωνία που δεν μπορεί να ανεχθεί την ευαλωτότητα δεν γίνεται κατ' ανάγκην υγιέστερη.
Γίνεται απλώς πιο αμείλικτη απέναντι σε ό,τι θεωρεί ευάλωτο.
Και ίσως αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει να μείνει ανοιχτό, όταν σβήσουν οι τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και αποσυρθούν οι ειδικοί από τα παράθυρα:
τι είδους ζωή προσπαθούμε τελικά να προστατεύσουμε όταν προσπαθούμε να εξαλείψουμε από αυτήν κάθε ίχνος ασθένειας, γήρανσης, εξάρτησης, αναπηρίας, αβεβαιότητας και ορίου;
Γιατί, αν η απάντηση είναι ένα σώμα απαλλαγμένο από κάθε ευαλωτότητα, τότε δεν μιλάμε πλέον μόνο για ιατρική.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Αποανάπτυξη-τοπικοποίηση

 Ιούν 19, 2026 – 14:06  — Γιάννης Μπίλλας

 

 

 

Image by Kamiel Choi from Pixabay

Παιδί του Διαφωτισμού, η πρόοδος υιοθετείται και εμπεδώνεται τον 19ο αιώνα και ενσωματώνεται στο φαντασιακό των σημερινών ανθρώπων. Η Χάνα Άρεντ περιγράφει στο βιβλίο της Περί βίας ότι η ιδέα της προόδου με τη σημερινή της μορφή ήταν άγνωστη μέχρι το 16ο και 17ο αιώνα.

Στις προθέσεις μου είναι η αποδόμηση της αντίληψης που έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία μας για την πρόοδο. Υπάρχει μια κυρίαρχη αντίληψη για την πρόοδο η οποία ορίζεται ουσιαστικά με μια ευθεία, ένα ευθύγραμμο σχήμα το οποίο οδηγεί στη διαρκή εξέλιξη των κοινωνιών, στη διαρκή ανάπτυξη της παραγωγής και της κατανάλωσης συνδεδεμένο με την ιδέα της ευτυχίας.

Αυτή η αντίληψη για την πρόοδο έχει σχεδόν εποικίσει το φαντασιακό των ανθρώπων των σημερινών κοινωνιών και υπέχει θέση θρησκείας για τους περισσότερους. Χωρίς την κριτική στην ιδέα της προόδου, κατά την γνώμη μου, δεν μπορούμε να οδηγηθούμε σε άλλα νοήματα ζωής και σε άλλους τρόπους θέσμισης των κοινωνιών.

Πρόοδος-συντήρηση

Επηρεασμένος απ’ αυτή την οπτική δυσκολευόμουν να τοποθετήσω τον εαυτό μου στο σχήμα πρόοδος και συντήρηση, μια και καλλιεργώ τη γη περίπου όπως οι πρόγονοι μου. Άρα τι είμαι, προοδευτικός ή συντηρητικός; Αν αναφερθώ στη γιαγιά ενός φίλου μου, η οποία του ζήτησε πριν πεθάνει να πάει στα κτήματα που τη θρέψαν για να τα «αποχαιρετήσει», όπως του είπε, πού θα εντάξουμε αυτή την στάση των παλιότερων αγροτών απέναντι στη φύση, στην πρόοδο ή στη συντήρηση; Υπέχει θέση νοήματος στη ζωή της γιαγιάς αυτή «η αφελής αλλά στέρεα γνώση» των παλιών ανθρώπων της υπαίθρου ότι οι άνθρωποι εξαρτώνται άμεσα από το φυσικό περιβάλλον. Αν λοιπόν ορίσουμε το παράδειγμα της γιαγιάς ως δείγμα μιας κοινωνίας που απηχεί το χθες, θα πρέπει να ορίσουμε και τον σημερινό τρόπο παραγωγής των αγροτών, οι οποίοι είναι εντελώς αλλοτριωμένοι σε σχέση με αυτό που παράγουν, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις που έχει στο περιβάλλον και στις επόμενες γενιές. Σύμφωνα, λοιπόν, με την ευθύγραμμη αντίληψη για την πρόοδο, θα πρέπει να ορίσουμε τη θέση της γιαγιάς ως σημείο συντήρησης και τον τρόπο καλλιέργειας της γης των σημερινών αγροτών ως σημείο προόδου!

Ο μεσσιανισμός της προόδου

Επίσης, χρειάζεται να αποδομηθούν και οι «πυλώνες» της προόδου και της διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που δεν είναι άλλες από την επιστήμη και την τεχνολογία. Καλλιεργήθηκε, και στις μέρες μας κατασκευάζεται διαρκώς, ένας λανθάνων μεσσιανισμός της επιστήμης και της τεχνολογίας (παρά το κουρέλιασμά τους από το ατύχημα της Φουκουσίμα). Ο μεσσιανισμός αυτός καλλιεργεί την προσδοκία (πίστη μήπως;) ότι τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, που είναι απόρροια πολιτικών, οικονομικών και φαντασιακών επιλογών των κοινωνιών, θα μας τα λύσει η επιστήμη και η τεχνολογία (μεταλλαγμένα τρόφιμα ως απάντηση στην πείνα, κρέας εργαστηρίου, φθηνή και απεριόριστη ενέργεια με την υποσχόμενη διάσπαση του υδρογόνου και την ανακάλυψη του «σωματιδίου του Θεού» από το CERN). Μια λέξη-έννοια επαναλαμβάνεται διαρκώς από το πολιτικό προσωπικό και τους τεχνικούς της εξουσίας στην χώρα μας: ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη… Ενίοτε δε, τη βαπτίζουν βιώσιμη, αειφόρο, πράσινη ανάπτυξη. Αν επιλέξαμε τον όρο αποανάπτυξη, το κάναμε συνειδητά, γιατί θέλουμε να πλήξουμε το κεντρικό φετίχ αυτής της κοινωνίας, να αποδομήσουμε το εννοιολογικό υπόστρωμα του καπιταλισμού και να αποαποικίσουμε το κεντρικό φαντασιακό του ανθρωπολογικού τύπου του καπιταλισμού που είναι η πρόοδος μέσω της ανάπτυξης, της κατανάλωσης με τη χρήση της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Η Άνι Λέοναρντ, στην έρευνά της για τη διάρκεια των προϊόντων που παράγονται στον καπιταλισμό, αναφέρει ότι μόνο το 1% των παραγόμενων προϊόντων είναι ακόμα σε χρήση ύστερα από 6 μήνες .

Η στρατηγική η οποία υπηρετεί καλύτερα τον στόχο αυτό είναι η αέναη δημιουργία νέων αναγκών και η δημιουργία της αίσθησης του ανικανοποίητου, αλλά και η προγραμματισμένη βραχυβιότητα (ο προγραμματισμένος θάνατος των προϊόντων είναι η σχεδιασμένη συντόμευση του κύκλου ζωής τους, από την εισαγωγή τους στην αγορά μέχρι το θάνατο τους). Η συντόμευση της ημερομηνίας λήξης των προϊόντων, η αύξηση του ποσοστού θανάτου τους είναι η συνταγή για να αυξηθεί η ζήτηση των προϊόντων, ζήτηση που ενισχύεται από τα δάνεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος με στόχο την ανάπτυξη της οικονομίας.

Η προγραμματισμένη βραχυβιότητα είναι ένας νέος όρος που περιγράφει την πραγματικότητα της παραγωγής από ορισμένες εταιρείες προϊόντων, τα οποία έχουν από το στάδιο της παραγωγής προγραμματισμένα και στοχευμένα «αδύνατα» σημεία, ώστε μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου να τα καθιστούν άχρηστα, μη επιδιορθώσιμα ή μη ελκυστικά κ.λπ. Ο καταναλωτής, αγοράζοντας ένα τέτοιο προϊόν και εθισμένος στη συνέχεια στη χρήση του (π.χ. κινητό τηλέφωνο), προγραμματίζεται ταυτόχρονα να αγοράσει σύντομα το νέο προϊόν που θα αντικαταστήσει το προηγούμενο.

Αν διαρκώς αλλάζουμε το κινητό, τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, το αυτοκίνητο, τις οικοσυσκευές, εξαντλούνται οι φυσικοί πόροι. Και εδώ θα μπορούσε να απαντήσει η επιστήμη και η τεχνολογία, φτιάχνοντας προϊόντα που να διαρκούν στον χρόνο, να επιδιορθώνονται εύκολα και να είναι πιο συμβιωτικά.

Τι είναι η αποανάπτυξη

Μία αντίληψη που έχει ο Καστοριάδης στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας είναι ότι πολύ πιο πάνω από τον κάτοχο των μέσων παραγωγής, πολύ πιο πάνω από τον κάτοχο του νόμιμου λόγου και της νόμιμης βίας, είναι ο κάτοχος των σημασιών και των νοημάτων. Η αποανάπτυξη έρχεται ουσιαστικά να απονομιμοποιήσει και να αποαποικιοποιήσει το φαντασιακό των ανθρώπων, το οποίο έχει εποικιστεί από την έννοια της ανάπτυξης. Νομίζω ότι η ιστορία με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων προϋπήρχε ως φαντασιακό στην νεωτερική Δύση και η αποανάπτυξη έρχεται, πρώτον, να δηλώσει τα όρια αυτής της αφήγησης και, δεύτερον, να προτείνει έναν άλλο τρόπο πιο συμβιωτικό που να μην έχει ως φετίχ κεντρικό την ανάπτυξη της παραγωγής και την κατανάλωση. Συγκεκριμένα, μία άλλη διάσταση που δίνουμε εμείς (και το εμείς δεν έχει να κάνει με ένα κέντρο που ορίζει την υπόθεση της αποανάπτυξης – η υπόθεση αυτή ξεκίνησε από τον Σερζ Λατούς ο οποίος συνέλαβε την ιδέα ότι όπως πάμε ως ανθρωπότητα «οδηγούμαστε στα βράχια») είναι ότι αυτός ο εποικισμός του φαντασιακού νοηματοδότησε και τον άνθρωπο γύρω από τα ίδια τα προτάγματα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της κατανάλωσης. Δημιούργησε έναν κυριαρχικό τύπο ανθρώπου ο οποίος με βάση αυτά τα δύο προτάγματα της νεωτερικότητας νοηματοδότησε τη ζωή του. Διότι το φαντασιακό της κυριαρχίας, υπό την ειδικότερη μορφή που πήρε μέσα στη νεωτερική Δύση είναι ενιαίο, είτε πρόκειται για τον άνθρωπο είτε για τη φύση. Εκφράζει την ίδια ορμή κυ­ριάρχησης και εκμετάλλευσης, είτε πρόκειται για τον πλανήτη και τους φυσικούς του πόρους είτε για την εκάστοτε «κατώτερη» κοινωνική ομάδα, τάξη ή έθνος. Χωρίς την αποδόμηση αυτού του φαντασιακού δεν μπορούμε να οδηγηθούμε σε άλλα νοήματα και σε άλλες σημασίες. Όσοι θέλουν με οποιοδήποτε τρόπο να αλλάξει αυτή η κοινωνία σε μία πιο συμβιωτική κατάσταση, θα πρέπει να ξαναδούν το ζήτημα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Και αυτή είναι μία αφήγηση που αφορά τόσο τον φιλελευθερισμό όσο και το αντίπαλο δέος, τον μαρξισμό.

Αν ακολουθήσουμε αυτό το πρότυπο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε ένα μέρος όπως είναι ο τόπος μας θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι το Αιγαίο πρέπει να γεμίσει από δεξαμενές άντλησης πετρελαίου, από πετρελαιοφόρα που θα πηγαινοέρχονται (η ανάπτυξη χρειάζεται πόρους, πρώτες ύλες, χρειάζεται τα ορυκτά καύσιμα!). Θα πρέπει να νομιμοποιήσουμε στην κοινωνία ότι με όρους ανάπτυξης η Χαλκιδική, οι Σκουριές, θα πρέπει να ισοπεδωθούν για την εξόρυξη του χρυσού. Η Κρήτη, η Χίος, τα Άγραφα, ο Ασπροπόταμος, το Πήλιο και όλες οι βουνοκορφές του τόπου μας να γεμίσουν με ανεμογεννήτριες και ο κάμπος της Θεσσαλίας να γίνει ένα τεράστιο φωτοβολταϊκό πάρκο. Ή αποδεχόμαστε αυτό, που σημαίνει ότι η Κρήτη θα απωλέσει τα μιτάτα της και τους ανθρώπους που ζουν συμβιωτικά με τις βουνοκορφές, ή στο Αιγαίο θα απωλέσουμε αυτά που έχουμε ως κοινωνίες. Η Ελλάδα έχει ένα χαρακτηριστικό, ότι, επειδή δεν έχει περάσει από την αμιγώς καπιταλιστική ανάπτυξη, διατηρεί ακόμα στοιχεία συμβιωτικότητας ως κοινωνία.

Η αποανάπτυξη-τοπικοποίηση και το οικολογικό αποτύπωμα

Η τοπικοποίηση είναι μία έννοια η οποία εμπεριέχεται στην αποανάπτυξη και συνδέεται με τη μείωση του οικολογικού αποτυπώματος. Οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, είτε είναι παραγωγική είτε καταναλωτική είτε μετακίνησης, αφήνει ένα αποτύπωμα στο περιβάλλον, στη φύση. Σύμφωνα με το Διεθνές Παρατηρητήριο για τη Φύση, μας αναλογούν 16 με 18 στρέμματα ανά κάτοικο για να είναι βιώσιμος ο πλανήτης. Το οικολογικό αποτύπωμα ενός Βορειοαμερικανού και ενός Καναδού είναι στα 96 και τα 94 αντίστοιχα, ενός ευρωπαίου είναι στα 58 και ενός Έλληνα στα 54, ενώ ενός Ινδού ή ενός Αφρικανού στα 8 στρέμματα. Το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού (ΗΠΑ) καταναλώνει το 25% της παγκόσμιας παραγωγής ενέργειας. Αν όλες οι χώρες αποκτήσουν το ίδιο επίπεδο ανάπτυξης, παραγωγής και κατανάλωσης με τις ΗΠΑ, θα χρειαστούμε 4 με 5 πλανήτες ακόμα. Οι επόμενες γενιές για να ζήσουν πιο συμβιωτικά με το περιβάλλον θα πρέπει να αναπληρώσουν αυτά τα οποία εμείς καταστρέψαμε. Βασική έννοια της αποανάπτυξης είναι η περατότητα των φυσικών πόρων – σε έναν πεπερασμένο πλανήτη δεν μπορούμε να μιλάμε για απεριόριστη ανάπτυξη. Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, επιφανής γεωγράφος, αναφέρει ότι ο καπιταλισμός χρειάζεται επειγόντως να ανακαλύψει καινούργιους εξωγήινους πολιτισμούς προς εκμετάλλευση. Ο καπιταλισμός είναι ένα παρασιτικό σύστημα που ευημερεί και επιβιώνει βρίσκοντας τόπους που δεν έχει ακόμα εκμεταλλευτεί καταστρέφοντάς τους. Κατά πρώτο λόγο, λοιπόν, οφείλουμε να συζητήσουμε για τις ευθύνες που έχει ο «πρώτος κόσμος» (πολιτικά και όχι πολιτισμικά) και κύρια η Δύση, η οποία είναι ο φορέας και του φαντασιακού και της υλικής βάσης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και έχει επιφέρει ένα μεγάλο μέρος των καταστροφών παγκοσμίως.

Ο δυτικός κόσμος θα πρέπει να ξαναδεί το πώς θα ήθελε να είναι η ζωή του. Σήμερα ο Ευρωπαίος πολίτης επιδοτεί με 2 ευρώ ημερησίως την παραγωγή βοοειδών, όταν 2 ευρώ ημερησίως είναι το εισόδημα για τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού. Αν ακολουθήσουμε αυτή την αφήγηση, δεν θα πρέπει να μας ξενίζει που γεμίζει η Μεσόγειος από καραβιές μεταναστών. Ο καπιταλισμός καταστρέφει τόπους. Ένα μεγάλο μέρος της ευμάρειας της πλούσιας Δύσης οφείλεται στην καταλήστευση των χωρών του τρίτου κόσμου.

Η τοπικοποίηση ως πρόταση δεν έχει σχέση με τοπικισμούς. Θα πρέπει να δούμε το θέμα της παραγωγής. Οι τόποι είναι και τρόποι παραγωγής και ζωής. Με την επικράτηση του φαντασιακού της αύξησης της παραγωγής και της κατανάλωσης, σαρώθηκαν άπειρες μικρές αφηγήσεις ζωής και παραγωγής, οι οποίες αποτελούσαν τον πλούτο της ανθρωπότητας. Η παγκοσμιοποίηση εκρίζωσε και ομογενοποίησε νοηματικά την ανθρωπότητα. Χάθηκαν οι τρόποι που είχαν επινοήσει οι τόποι για να ζουν συμβιωτικά, και μαζί τους χάθηκε ο πλούτος της ανθρωπότητας και η αλληλεγγύη των γενεών.

Αποανάπτυξη και εγχώρια κοινοτική παράδοση

Ο κοινοτισμός είναι ένα στάδιο από το οποίο πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. Όταν θέλουμε να επανοηματοδοτήσουμε τι θα εμπεριέχει το καινούργιο, πρέπει να διδαχθούμε από τον κοινοτικό τρόπο ζωής: την αλληλεγγύη, την συμβιωτικότητα, τη σχέση που είχε με το περιβάλλον η κοινότητα, όχι για ιδεολογικούς ή φιλοσοφικούς λόγους, αλλά επειδή ήταν συστατικό στοιχείο της ύπαρξής της. Στην Ικαρία και στο Πήλιο υπάρχουν χωριά που φροντίζουν και διαχειρίζονται τα ίδια τα δίκτυα ύδρευσης και άρδευσης. Οι κοινότητες είχαν προσαρμόσει τον τρόπο ζωής και παραγωγής στο υπάρχον φυσικό περιβάλλον. Oι κοινότητες γύρω από τη λίμνη Κάρλα (πριν την αποξήρανση της) σταματούσαν το ψάρεμα την εβδομάδα μετά το Πάσχα και το ξανάρχιζαν μετά τον Δεκαπενταύγουστο, δίνοντας έτσι χρόνο στον γόνο των ψαριών να αναπτυχθεί. Ενώ τώρα γίνεται το ακριβώς αντίθετο, το φυσικό περιβάλλον υποτάσσεται στις ανάγκες παραγωγής, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Το κοινοτικό πνεύμα, με τα στοιχεία του οποίου μπορούμε να νοηματοδοτηθούμε, ισοπεδώνεται μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Φυσικά θα διαυγάσουμε τι κρατάμε και τι απορρίπτουμε (ετερονομία, κλειστότητα, τοπικισμό) από τον κοινοτικό τρόπο ζωής. Όταν αναφερόμαστε στις καινούργιες κοινότητες, εννοούμε τα συνεργατικά κοινοτικά εγχειρήματα και τις κοινότητες αγώνα ενάντια στις ΒΑΠΕ (βιομηχανικές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), στην εξόρυξη χρυσού στις Σκουριές και στις γεωτρήσεις για υδρογονάνθρακες στο Αιγαίο. Τέτοιου είδους καινούργιες μορφές κοινότητας θα μπορούσαν να είναι το κύτταρο πάνω στο οποίο θα στηθεί η κοινότητα των κοινοτήτων. Αυτό προϋποθέτει η κοινωνία να αυτενεργήσει, να θέλει να πάει προς αυτή την κατεύθυνση, θέτοντας παράλληλα μια πολιτειακή πρόταση για την υπέρβαση της αντιπροσωπευτικής, και εξόχως ολιγαρχικής, δημοκρατίας. Αυτές οι κοινότητες συμβάλουν στη δημιουργία ενός τύπου ανθρώπου ο οποίος αντιστέκεται, συναποφασίζει και προεικονίζει την κοινωνία που ο ίδιος θέλει και δεν αναθέτει στο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Η ανθρωπολογική κρίση του καπιταλισμού

Πρόκειται για μια διατύπω­ση που πρέπει να εννοήσουμε αυστηρά κυριολεκτικά: Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η «ανάπτυξη» απαιτεί μια ολόκληρη μετα­βολή του τύπου ανθρώπου των «ιθαγενών», προκειμένου να τους κάνει συμβατούς με το είδος της οικονομίας που φέρει αυτή την «ανάπτυξη». Σήμερα, με την κατίσχυση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού έναντι του παραγωγικού καπιταλισμού, αυτό που κυριαρχεί είναι η λογική του εύκολου κέρδους, ο μαφιόζικος τρόπος διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων και η γενίκευση της διαφθοράς. Όπως φαίνεται, ο καπιταλισμός τρώει τις ίδιες του τις σάρκες. Πάσχει από μια ανυπέρβλητη ανθρωπολογική αντίφαση, η οποία τον αναγκάζει να υποσκάπτει τα θεμέλια του ίδιου του οικοδομήματός του. Η λύσσα για κέρδος και ανάπτυξη οδηγεί στην καταστροφή κάθε άλλης αξίας, θεσμού και κοινωνικής πρακτικής που περιόριζε, αρχικά, αυτές τις κτητικές ορμές, με αποτέλεσμα σήμερα η λογική του εύκολου χρήματος και της πλουτοθηρίας να διαπερνούν ακόμα και τις φτωχότερες κοινωνικές τάξεις.

Ο καπιταλισμός, πριν φανερώσει τα αδιέξοδά του, κατέστρεψε τον ψυχισμό των ανθρώπων, διαμόρφωσε έναν ανθρωπολογικό τύπο μοναχικό, νευρωτικό, ενεργοβόρο, καριερίστα και αμοραλιστή, κάτοικο του «εγώ» και όχι του «εμείς». Ακόμα και σήμερα ο άνθρωπος αυτός διατηρεί την ψευδαίσθηση της ατομικής διαφυγής. Ο ανθρωπολογικός τύπος της ιδιώτευσης, της απάθειας, της συναλλαγής και της αλλοτρίωσης είναι μέρος του προβλήματος που έχουμε να επιλύσουμε. Είναι ανάγκη να υιοθετήσουμε άλλα νοήματα, άλλες σημασίες και άλλα προτάγματα στη ζωή μας, με τα οποία θα αξίζει να ζει κανείς σήμερα και όχι να περιμένει την έφοδο στα «χειμερινά ανάκτορα». Διότι ο άνθρωπος, εκτός από κοινωνική κατασκευή, είναι ταυτόχρονα και δημιουργός της ζωής του. Ο ετερόνομος άνθρωπος που, ως καταναλωτής, υπακούει και εκτελεί νόμους, εντολές και αφηγήσεις άλλων, χωρίς να συμμετέχει ο ίδιος στη λήψη των αποφάσεων, είναι απαραίτητο να αντικατασταθεί από τον αυτόνομο τύπο ανθρώπου, εκείνον που αυτοθεσμίζεται, που διαμορφώνει δηλαδή ο ίδιος τους θεσμούς και τους αναιρεί αν χρειαστεί. Το αίσθημα του «συνανήκειν» είναι σύμφυτο με το δικαίωμα του «συναποφασίζειν», και είναι ίσως ο μόνος τρόπος προαγωγής της αίσθησης της κοινότητας. Και αυτό συμβαίνει γιατί ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην κοινότητα των άλλων ανθρώπων ένα μέρος της ύπαρξής του που της το οφείλει. Έτσι, καλλιεργείται και η ξεχασμένη στις μέρες μας αίσθηση της ατομικής ευθύνης απέναντι στην κοινωνία. Η δημιουργία του νέου αυτού ανθρωπολογικού τύπου αποκτά στην εποχή μας τη διαδικασία του κατεπείγοντος, εφόσον μια αυτόνομη, δημοκρατική και οικολογική κοινωνία δεν μπορεί να απαρτίζεται, ούτε φυσικά να δημιουργηθεί, από τον τύπο του ανθρώπου που δημιουργεί η καταναλωτική κοινωνία.

Περί της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και άλλων δαιμονίων

Το πρόταγμα της αποανάπτυξης είναι μια νεωτερικής έμπνευσης κριτική των πτυχών της νεωτερικότητας που θεωρούμε απαράδεκτες, οικολογικά, πολιτικά και ανθρωπολογικά.

Κρίνουμε απαραίτητο να αποδομήσουμε τη φαντασιακή σύλληψη (εντελώς αυθαίρετη κατά τη γνώμη μας), ότι η Ιστορία είναι αποτέλεσμα του βαθμού ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αφήγηση που συνέχει τον φιλελευθερισμό με το αντίπαλο δέος του, τον σοσιαλισμό.

Θέτουμε λοιπόν τα εξής ερωτήματα (προς τους επιγόνους του Μαρξ κυρίως):

1. Εάν η Ιστορία είναι απόρροια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μια και συνδέεται με τη γέννηση του «νεκροθάφτη του καπιταλισμού», της εργατικής τάξης (του προλεταριάτου), πώς θα εξηγήσουμε το γεγονός ότι, εκεί που αναπτύχθηκαν οι παραγωγικές δυνάμεις (κυρίως στη Δύση), το επαναστατικό υποκείμενο της εργατικής τάξης είναι αντιστρόφως ανάλογα αναπτυγμένο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων;

2. Πώς θα ερμηνεύσουμε ότι τα πιο εμβληματικά κινήματα που μας νοηματοδοτούν παγκοσμίως δεν προέρχονται από τις κοινωνίες της Δύσης, εκεί που η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι απίστευτα μεγάλη, αλλά από προκαπιταλιστικές, προδικαιϊκές κοινωνίες, όπως οι Τσιάπας στο Μεξικό και οι κοινότητες των Κούρδων στη Ροζάβα, εκεί που ο κοινοτισμός διατηρούσε έντονη την παρουσία του και πριν, όπου η εργατική τάξη, με τα χαρακτηριστικά που της αποδίδει η μαρξική αφήγηση, είναι σχεδόν ανύπαρκτη;

3. Πώς θα εξηγήσουμε (με όρους ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων) το κίνημα των Σκουριών της Χαλκιδικής; Ένα κίνημα ενάντια στην εξόρυξη χρυσού που αναπτύχθηκε από τις τοπικές κοινωνίες και που εναντιώνεται στην καταστροφή τόσο του περιβάλλοντος όσο και των τοπικών κοινωνιών, έχοντας αντίπαλο μάλιστα όχι μόνο την πολυεθνική (Ελντοράντο) αλλά και τους ίδιους τους εργαζόμενους μεταλλωρύχους, την εργατική τάξη δηλαδή; Ανάλογη στάση τηρεί το σωματείο εργαζομένων της ΑΓΕΤ, το Εργατικό Κέντρο και ο Δήμος Βόλου σε αντιπαράθεση με τους κατοίκους της περιοχής που αντιδρούν στην καύση σκουπιδιών από την ΑΓΕΤ.

Εάν παραμείνουμε στην αφήγηση περί ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ο αγώνας μας για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών θα πρέπει να μεταστραφεί, στα παραδείγματά μας, σε αγώνα διεκδίκησης απ’ τους εργαζομένους των μέσων παραγωγής και της αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου. Τότε όμως θα μιλάμε για τη δημιουργία, και στη χώρα μας, μιας ακόμη «εξορυκτικής αναδιανεμητικής» κοινωνίας. Εφαρμογή αυτού του προτάγματος, ανάλογη της «δίκαιης ανάπτυξης», έχουμε στη Βολιβία, όπου με την υπογραφή της «προοδευτικής» κυβέρνησης του τότε προέδρου Μοράλες άρχισε να συντελείται η καταστροφή της μεγαλύτερης ξηρολίμνης στον κόσμο (10.582 km2 Salar-de-uyuni στην Νοτιοδυτική Βολιβία). Η λίμνη αυτή που αποτελεί παγκόσμιο μνημείο φυσικής κληρονομιάς, περιέχει το 50-70% των παγκόσμιων αποθεμάτων σε λίθιο το οποίο χρησιμοποιείται στις μπαταρίες για την αποθήκευση ενέργειας. Επίσης, στη Νικαράγουα, η «προοδευτική» κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγκα των Σαντινίστας υπέγραψε συμφωνία με κινεζικές εταιρείες για την κατασκευή διώρυγας 5 φορές μεγαλύτερης της διώρυγας του Παναμά. Μόνο που η διώρυγα αυτή θα καταστρέψει την ομώνυμη λίμνη της Νικαράγουας, που θεωρείται η καρδιά του υδροφόρου ορίζοντα της Λατινικής Αμερικής. Όλα αυτά γίνονται για να συντομευτεί κατά 12 μέρες ο χρόνος διακίνησης των εμπορευμάτων της Κίνας στον πλούσιο δυτικό κόσμο. Η Κίνα που θεωρείται η ναυαρχίδα της παγκόσμιας ανάπτυξης, δια στόματος του Προέδρου της Σι Τζινπίγκ, στο μέγαρο του λαού κατά την 200ή επέτειο της γέννησης του Καρλ Μαρξ, μίλησε για την ευθυγράμμιση της Κίνας με τις αρχές στου μαρξισμού. Το παράδειγμα της Κίνας δείχνει την τερατογέννηση της συνάντησης του καπιταλισμού με τον σοσιαλισμό με ενοποιητικό στοιχείο την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ένα άλλο παράδειγμα δημιουργίας και αύξησης του παραγόμενου πλούτου –όχι δίκαιης ανάπτυξης αλλά ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων– συμβαίνει ήδη στην Αιθιοπία και στον ποταμό Όμο, παραπόταμο του Νείλου. Εκεί που για αιώνες κατοικούν οι κοινότητες των αυτόχθονων Σούρι, ανακαλύφθηκαν πλούσια κοιτάσματα χρυσού. Πολυεθνικές εταιρείες ξεκίνησαν ήδη την εξόρυξή του. Το αναπτυξιακό τους σχέδιο έχει και συνέχεια. Θα ξεριζώσουν την αυτοφυή βλάστηση, θα κατασκευάσουν εκτεταμένες κτηνοτροφικές μονάδες και θα καλλιεργήσουν λουλούδια. Με το άφθονο νερό του ποταμού Όμο, ιταλική επιχείρηση που επιχορηγείται με κονδύλια από την ΕΕ για την «βοήθεια» προς τον Τρίτο Κόσμο κατασκευάζει εκεί ένα τεράστιο φράγμα για να παραχθεί ηλεκτρικό ρεύμα που θα πουληθεί στην Κένυα. Η Αιθιοπία που είναι βουτηγμένη στα χρέη προς το ΔΝΤ θα ξεχρεώσει ένα μέρος του χρέους της μ’ αυτή την επένδυση. Η τεράστια τεχνητή λίμνη θα εκδιώξει από τον τόπο τους περίπου 20.000 ιθαγενείς.

.

Μια και αναφερθήκαμε στον ποταμό Όμο που είναι παραπόταμος του Νείλου, θα πρέπει να αναφέρουμε και στην εκδίωξη των αυτοχθόνων ιθαγενών της Αιγύπτου, την κοινότητα των Νούβιων, όταν επί Νάσερ η Σοβιετική Ένωση κατασκεύασε το φράγμα του Ασσουάν στον Νείλο.

Όλα αυτά αναφέρονται για να τεκμηριώσουμε ότι και η κυρίαρχη, μέχρι τώρα, αντιπρόταση προς τον καπιταλισμό –ο σοσιαλισμός δηλαδή– ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από το καπιταλιστικό φαντασιακό.

«Πράσινη» ανάπτυξη: Η συνέχιση της πολιτικής τους με άλλα μέσα

Η πράσινη ανάπτυξη είναι ένας άλλος τρόπος να συνεχίσει ο καπιταλισμός να υπάρχει, είναι μία ευφυής κίνηση του καπιταλισμού για να μην αμφισβητηθεί το κυρίαρχο που είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Στις δεκαετίες του 1970 και 1980, στο όνομα της καταπολέμησης της φτώχειας, ξεκίνησε η «πράσινη επανάσταση» με τη χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Ακολούθησε η «αειφόρος ανάπτυξη», μετά η «βιώσιμη ανάπτυξη», και τώρα η «πράσινη ανάπτυξη». Η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι, αν συνεχίσουμε έτσι και όλη η γη γίνει «πράσινη», με τον τρόπο που καταναλώνουμε, έτσι και αλλιώς, θα πρέπει να μετοικήσουμε σε άλλον πλανήτη. Ο καπιταλισμός δημιουργεί συνεχώς νέες ανάγκες οι οποίες χωρίς διαρκή ανάπτυξη δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Αν προσθέσουμε και τις ακόρεστες ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης σε γη, νερό και ρεύμα για τη λειτουργία των κέντρων δεδομένων (11.000 Data Centers μέχρι τώρα σε όλο τον πλανήτη, εκ των οποίων 19 στην Ελλάδα), η κατάσταση γίνεται δυστοπική. Ήδη η ΕΕ, για να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες για ενέργεια, έχει εντάξει την πυρηνική ενέργεια στις «πράσινες» επενδύσεις. Ο Σερζ Λατούς λέει ότι η ανθρωπότητα είναι ένα πλοίο που οδεύει προς τα βράχια και η «πράσινη» ανάπτυξη επιβραδύνει απλώς την πρόσκρουση. Η αποανάπτυξη προτείνει να αλλάξει ρότα… Είμαστε κριτικοί προς την «πράσινη» ανάπτυξη, θεωρούμε ότι είναι ένα ακόμα ιδεολόγημα του καπιταλισμού. Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ότι για την «πράσινη» ανάπτυξη θα χρειαστούμε μέχρι το 2050 ραγδαία αύξηση των εξορύξεων των ορυκτών μετάλλων αλουμινίου, χαλκού, μολύβδου, νικελίου και χάλυβα, εντατικοποίηση στην εκμετάλλευση σπάνιων γαιών (ίνδιο, μολυβδαίνιο, νεοδύμιο) και ειδικότερα για τα υλικά αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (κοβάλτιο, λίθιο, μαγγάνιο, νικέλιο) αύξηση της ζήτησης έως 1000%. Μια μπαταρία ηλεκτρικού αυτοκινήτου που ζυγίζει γύρω στα 500 κιλά περιέχει 12 κιλά λίθιο, 30 κιλά νικέλιο, 20 κιλά μαγγάνιο, 15 κιλά κοβάλτιο, 100 κιλά χαλκό, 200 γραμμάρια αλουμινίου. Μόνο για μία μπαταρία αυτοκινήτου απαιτείται επεξεργασία 10 τόνων αλατιού για την παραγωγή λιθίου, 15 τόνων μεταλλεύματος για την παραγωγή κοβαλτίου, 2 τόνων μεταλλεύματος για την παραγωγή νικελίου και 12 τόνων μεταλλεύματος χαλκού. Συνολικά, χρειάζονται 200 τόνοι ορυκτού εδάφους για μια ηλεκτρική μπαταρία αυτοκινήτου. Το διακύβευμα για την «πράσινη» μετάβαση είναι οι σπάνιες γαίες, απαραίτητες για την κατασκευή φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών και μπαταριών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι ερμηνεύεται ο ανταγωνισμός των πλούσιων χωρών για τις σπάνιες γαίες στην Ουκρανία, στη Βολιβία, στο Κογκό, στη Σερβία και αλλού. Στη χώρα μας, σχεδιάζεται στη Χίο η εξόρυξη του αντιμονίου, μιας ακόμη σπάνιας γαίας, παρά τις αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας.

Μια άλλη μορφή καταστροφής τόπων στο όνομα της «πράσινης» ανάπτυξης είναι τα βιοκαύσιμα. Το βιοντίζελ στην Ευρώπη προέρχεται μέχρι και 25% από φοινικέλαιο και άλλα ελαιοδοτικά φυτά, όπως η ελαιοκράμβη. Αμέτρητα στρέμματα τροπικών δασών έπρεπε να δώσουν τη θέση τους στις φυτείες φοινικέλαιου, ειδικά στην Ινδονησία και τη Μαλαισία. Αυτό καταστρέφει τη βάση διαβίωσης πολλών ζωικών και φυτικών ειδών και οδηγεί σε τεράστιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Στα βενζινάδικα οι Ευρωπαίοι οδηγοί βάζουν συχνά φοινικέλαιο χωρίς να το γνωρίζουν. Το φοινικέλαιο περιέχεται σχεδόν σε κάθε δεύτερο προϊόν στα σούπερ μάρκετ και είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε την καθημερινότητά μας χωρίς αυτό. Αλλά σχεδόν κανείς δεν ξέρει ότι μεγάλο μέρος των εισαγωγών φοινικέλαιου στην Ευρώπη καταλήγει στο ντεπόζιτο των αυτοκινήτων. Ο λόγος για αυτό είναι η απαίτηση της ΕΕ να μειωθούν οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τα καύσιμα. Το ντίζελ υποτίθεται ότι γίνεται πιο φιλικό προς το περιβάλλον, αν μέρος του συνίσταται από φυτικά έλαια. Ένα τεράστιο λάθος! Γιατί η πρόσμειξη φοινικέλαιου στο καύσιμο βλάπτει το περιβάλλον, το κλίμα και τον άνθρωπο. Το βιοντίζελ, μέσω των φυτειών φοινικέλαιου που προέρχονται από τη μετατροπή δασικών περιοχών σε καλλιέργειες παράγει επίσης τεράστιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που βλάπτουν όχι μόνο το κλίμα αλλά και την υγεία μας. Με την αποψίλωση των τροπικών δασών όλο και περισσότερα είδη, όπως οι ουρακουτάγκοι, οι ασιατικοί ελέφαντες και οι ρινόκεροι, χάνουν το ζωτικό τους χώρο. Ειδικά στην Ινδονησία, η κατάσταση γίνεται όλο και πιο απειλητική: οι φυτείες φοινικέλαιου έχουν καταλάβει συνολικά 14 εκατομμύρια εκτάρια! Αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στη μισή έκταση της Γερμανίας! Και οι φυτείες αυξάνονται συνεχώς.

Και ενώ ο φόβος για μια παγκόσμια επισιτιστική κρίση αυξάνεται, έχουν δεσμευτεί για τη δημιουργία φωτοβολταϊκών πάρκων 339.010 στρέμματα παραγωγικής γης στη Θεσσαλία σε περιοχές όπως στη Σκοπιά Φαρσάλων, στον Τύρναβο, στην Ελασσόνα, στα Αντιχάσια και αλλού. Ακολουθεί η Δυτική Μακεδονία με 250.417 στρέμματα, η Στερεά Ελλάδα με 235.325 στρέμματα, η Κεντρική Μακεδονία με 176.593 στρέμματα, η Ανατολική Μακεδονία-Θράκη με 101.597 στρέμματα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά στη χώρα μας, οι τοπικές κοινωνίες (κοινότητες, δήμοι, περιφέρειες) έχουν μόνο συμβουλευτικό ρόλο για την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών και υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Για παράδειγμα, η πρόταση της ΑΔΜΗΕ για παραγωγή ρεύματος από «πράσινες» πηγές ενέργειας στην Κρήτη είναι δεκαπλάσια από τις ανάγκες του νησιού σε ρεύμα στην κορύφωση της ζήτησης τον Δεκαπενταύγουστο. Η πρότασή μας είναι οι τοπικές κοινωνίες να αποφασίζουν οι ίδιες για τις ανάγκες τους σε ενέργεια, καθώς και για τη μορφή ενέργειας που θα χρησιμοποιήσουν. Αυτό βέβαια προϋποθέτει να γίνει αίτημα των κοινοτήτων αγώνα, θέτοντας με αυτό τον τρόπο πολιτειακό ζήτημα για αυτοκυβέρνηση με κύτταρο τους δήμους και τις κοινότητες.

Αντί επιλόγου…

Ο φιλόσοφος και οραματιστής Αντρέ Γκορζ είχε προβλέψει σε ένα κείμενο του, ήδη από το 1974, την ανάκτηση των οικολογικών κινημάτων από τη βιομηχανία και τους χρηματιστηριακούς κύκλους, δηλαδή από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι καλύτερα, λοιπόν, από εδώ και στο εξής να μην κρυβόμαστε. Ο αγώνας για οικολογική στροφή δεν αποτελεί αυτοσκοπό, μονάχα ένα ενδιάμεσο στάδιο. Η οικολογική στροφή μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στον καπιταλισμό. Να τον αναγκάσει να αλλάξει. Είναι σίγουρο ότι θα αντισταθεί, θα κάνει χρήση βίας και «πονηρούς χειρισμούς». Θα υποχρεωθεί όμως να υποκύψει, διότι το οικολογικό αδιέξοδο θα είναι μη διαπραγματεύσιμο. Ο καπιταλισμός θα εντάξει στον κορμό του την οικολογική «παράμετρο», όπως έχει ήδη ενσωματώσει τόσες άλλες. Για τον λόγο αυτό πρέπει ευθύς εξαρχής να αναρωτηθούμε με ειλικρίνεια: τι θέλουμε πραγματικά; Έναν καπιταλισμό που θα προσαρμοστεί σε δεσμεύσεις οικολογικού χαρακτήρα ή μια οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική επανάσταση που θα καταργήσει τις δεσμευτικές αρχές του καπιταλισμού, θέτοντας σε νέες βάσεις τη σχέση του ατόμου με την κοινότητά του, το περιβάλλον και την ίδια τη φύση; Μεταρρύθμιση ή ρήξη;


Ο Γιάννης Μπίλλας είναι εκπαιδευτικός-βιοκαλλιεργητής και ζει στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Έχει γράψει μαζί με τον Γιώργο Κολέμπα τα βιβλία
Ο Ανθρωπολογικός Τύπος της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης» (Οι Εκδόσεις τωνΣυναδέλφων)
και
Για την Κοινότητα των Κοινοτήτων – Με το πρόταγμα της αυτονομίας, της αποανάπτυξης, του κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας (Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων).

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Η χώρα που ανατινάζει τους εκσκαφείς της

 Του Μιχάλη Χαιρετάκη

Ο λιγνίτης, η Μπίτολα, οι μεσάζοντες και η πολιτική απορία μιας δημοκρατίας που φέρεται στη δική της υποδομή σαν στρατός αποχώρησης.
Του Μιχάλη Χαιρετάκη
Στη Μαυροπηγή Κοζάνης, στις 18 Ιουνίου 2026, δεν έπεσαν απλώς τρεις παλιοί καδοφόροι εκσκαφείς. Έπεσε ένα κομμάτι της βιομηχανικής μνήμης της χώρας. Η ΔΕΗ προχώρησε σε ελεγχόμενη έκρηξη τριών γιγαντιαίων εκσκαφέων στο ορυχείο Μαυροπηγής, με την επίσημη αιτιολογία ότι πρόκειται για παλαιό εξοπλισμό που δεν χρησιμοποιείται πλέον.
Η επίσημη φράση ακούγεται αθώα: απόσυρση παλαιού εξοπλισμού. Οι λέξεις όμως δεν αλλάζουν την εικόνα. Δεν μιλάμε για αποθήκευση. Δεν μιλάμε για συντήρηση. Δεν μιλάμε για πώληση. Δεν μιλάμε για αποσυναρμολόγηση με αποτίμηση ανταλλακτικών. Μιλάμε για ανατίναξη.
Όταν ένα κράτος, ή μια εταιρεία με ιστορικό δημόσιο ρόλο, ανατινάζει παραγωγική υποδομή, ο πολίτης έχει δικαίωμα να ρωτήσει: ποια μελέτη απέδειξε ότι η καταστροφή ήταν καλύτερη από τη διατήρηση; Ποιος αποτίμησε την αξία των μηχανών; Ποιος αποτίμησε τα ανταλλακτικά; Ποιος αποτίμησε τη στρατηγική εφεδρεία; Ποιος αποφάσισε ότι η χώρα δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά δυνατότητα εξόρυξης, έστω σε ώρα κρίσης;
Το ερώτημα δεν είναι αν ο λιγνίτης είναι καθαρός. Δεν είναι. Το ερώτημα δεν είναι αν η ενεργειακή μετάβαση είναι αναγκαία. Είναι. Το ερώτημα είναι αν η μετάβαση πρέπει να γίνεται με τρόπο που μοιάζει λιγότερο με εθνικό σχέδιο και περισσότερο με τελετουργική κατεδάφιση.
Η Γερμανία κερδίζει χρόνο, η Ελλάδα πατάει το κουμπί για τα εκρηκτικά
Η Γερμανία, η βιομηχανική μηχανή της Ευρώπης, έχει νομοθετήσει έξοδο από τον άνθρακα το αργότερο έως το 2038. Δεν το κάνει μέσα σε μια νύχτα. Δεν το κάνει χωρίς σχέδιο. Δεν το κάνει χωρίς χρήμα. Δεν το κάνει χωρίς κοινωνική διαχείριση. Η ίδια η γερμανική κυβέρνηση έχει προβλέψει έως και σαράντα δισεκατομμύρια ευρώ για τις ανθρακικές περιοχές μέχρι το 2038, ώστε η μετάβαση να μη σημάνει κοινωνική κατάρρευση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επιπλέον εγκρίνει αποζημίωση έως 1,75 δισεκατομμυρίων ευρώ προς τη γερμανική LEAG, στο πλαίσιο της εξόδου από τον άνθρακα έως το 2038, με ποσά που αφορούν κοινωνικά κόστη, αποκατάσταση περιοχών και απώλειες κερδών.
Αυτό σημαίνει σοβαρό κράτος. Σημαίνει ότι η Γερμανία μπορεί να θέλει την πράσινη μετάβαση, αλλά δεν πετάει τη δική της βιομηχανική βάση στα σκουπίδια χωρίς λογαριασμό. Παίρνει χρόνο, κρατάει περιθώρια, διαπραγματεύεται, αποζημιώνει, στηρίζει περιοχές, προστατεύει εργαζόμενους.
Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει επισήμως στο ΕΣΕΚ πλήρη απολιγνιτοποίηση έως το 2028, ενώ η ΔΕΗ μιλά πλέον για τέλος του λιγνίτη μέχρι το τέλος του 2026 και μετατροπή της Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού αερίου. Η διαφορά είναι καθαρή: η Γερμανία αποχωρεί από τον άνθρακα συντεταγμένα σαν βιομηχανικό κράτος. Η Ελλάδα αποχωρεί σαν χώρα που βιάζεται να αποδείξει την υπακοή της.
Το παραμύθι της αυτάρκειας μόνο με ήλιο και αέρα
Πρέπει να ειπωθεί απλά, χωρίς τεχνικά στολίδια: δεν υπάρχει αξιόπιστο ηλεκτρικό σύστημα μόνο με φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες, εκτός αν διαθέτεις τεράστιες υποδομές ευελιξίας. Δηλαδή δίκτυα, αποθήκευση, υδροηλεκτρικά, μπαταρίες, αντλησιοταμίευση, εφεδρικές μονάδες, διασυνδέσεις, διαχείριση ζήτησης και μηχανισμούς σταθερότητας.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας το αναφέρει καθαρά: η μεταβλητότητα της ηλιακής και αιολικής παραγωγής απαιτεί ευελιξία σε όλο το σύστημα, με ευέλικτες μονάδες παραγωγής, ενισχυμένα δίκτυα, αυξημένη αποθήκευση και ανταπόκριση της ζήτησης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται επίσης ότι τα ηλεκτρικά δίκτυα της Ευρώπης χρειάζονται τεράστιες επενδύσεις, της τάξης των 584 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2030, καθώς το 40% των δικτύων διανομής είναι άνω των σαράντα ετών και η κατανάλωση ηλεκτρισμού αναμένεται να αυξηθεί.
Άρα το επιχείρημα ότι ο ήλιος και ο αέρας είναι δωρεάν είναι μισή αλήθεια. Ο ήλιος είναι δωρεάν. Ο αέρας είναι δωρεάν. Το σύστημα που τους μετατρέπει σε αξιόπιστο ρεύμα δεν είναι. Οι μπαταρίες δεν είναι. Τα δίκτυα δεν είναι. Οι διασυνδέσεις δεν είναι. Οι εφεδρείες δεν είναι. Στο τέλος, όλα αυτά περνούν είτε στους λογαριασμούς είτε στους φόρους είτε στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις. Και ο Έλληνας πολίτης ήδη πληρώνει ακριβά: η Ελλάδα παραμένει στις ακριβότερες αγορές ρεύματος της Ευρώπης, με υψηλό λιανικό κόστος και πρόσθετο βάρος σε καταναλωτές με πράσινα τιμολόγια.
Ο λιγνίτης δεν είναι άγιος, ήταν όμως εγχώρια δυνατότητα
Εδώ χρειάζεται να πουμε τα πράγματα με ακρίβεια. Ο λιγνίτης δεν είναι φθηνός , όπως ήταν παλιά, καθώς το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα τον έχει κάνει ακριβότερο στην ηλεκτροπαραγωγή. Το ΙΕΝΕ σημειώνει ότι η λιγνιτική παραγωγή στην Ελλάδα μειώθηκε έντονα λόγω ανάπτυξης ΑΠΕ, χαμηλότερης ζήτησης και υψηλού κόστους δικαιωμάτων, ενώ το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών διατηρεί τις τιμές πάνω από πενήντα ευρώ ο τόνος από το 2021.
Αυτό όμως δεν ακυρώνει το βασικό ερώτημα. Άλλο είναι να λες ότι ο λιγνίτης είναι πλέον ακριβός μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα και άλλο είναι να καταστρέφεις τη δυνατότητα εξόρυξης σαν να μην έχει καμία αξία. Η ενεργειακή ασφάλεια δεν μετριέται μόνο με την τιμή μιας ημέρας. Μετριέται με εφεδρείες, με γεωπολιτικό κίνδυνο, με εισαγωγές, με αέριο, με κρίσεις, με πολέμους, με διακοπές εφοδιασμού.
Και εδώ αρχίζει το παράδοξο: ενώ η Ελλάδα κλείνει τον λιγνίτη στο εσωτερικό, ελληνικός λιγνίτης συνεχίζει να εξάγεται στη Βόρεια Μακεδονία, κυρίως προς τη Μπίτολα.
Το γαϊτανάκι της Μπίτολα
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Energypress και στοιχεία της Eurostat, από το 2022 έως το 2025 η Ελλάδα εξήγαγε στη Βόρεια Μακεδονία περίπου 2,96 εκατομμύρια τόνους λιγνίτη, με συνολικά έσοδα για τις εταιρείες της τάξης των 91,7 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή περίπου 31 ευρώ ανά τόνο. Ο ελληνικός λιγνίτης κάλυψε έως το τέλος του 2025 το 16,9% της συνολικής ποσότητας καυσίμου που χρησιμοποιήθηκε στον λιγνιτικό σταθμό της Μπίτολα.
Στην περίπτωση της Αχλάδας, έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος που διαβιβάστηκε στη Βουλή ανέφερε ότι το 2023 πωλήθηκαν με προορισμό τη Μπίτολα 768.827,11 τόνοι λιγνίτη, σε τιμή 28 έως 30 ευρώ ανά τόνο. Η ίδια αναφορά σημείωνε ότι η σύμβαση της Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας Α.Ε. δεν έθετε περιορισμούς στη διάθεση ή πώληση του λιγνίτη στο εξωτερικό.
Εδώ μπαίνει το απλό ερώτημα. Αν ο ελληνικός λιγνίτης είναι τόσο παρωχημένος ώστε να κλείνουμε μονάδες και να ανατινάζουμε εκσκαφείς, γιατί είναι αρκετά χρήσιμος ώστε να καίγεται στη Μπίτολα; Και αν η Μπίτολα χρειαζόταν ελληνικό λιγνίτη, γιατί δεν υπήρξε μια απευθείας, διαφανής, κρατικά ελεγχόμενη διαδρομή και έπρεπε να αναλάβουν αυτό το έργο μεσάζοντες;
Το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί δεν πούλησε η ΔΕΗ. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο επίσημος πωλητής ήταν ιδιωτική ή μισθώτρια εταιρεία ορυχείου, όπως τα Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας. Το πραγματικό ερώτημα είναι ευρύτερο: γιατί η ελληνική πλευρά, το ελληνικό κράτος, η ΔΕΗ, οι αρμόδιες αρχές και οι θεσμοί δεν διαμόρφωσαν ένα καθαρό, δημόσιο, απευθείας πλαίσιο διάθεσης;
Γιατί δηλαδή η διαδρομή δεν ήταν ελληνική πλευρά προς την κρατική ESM και τον σταθμό της Μπίτολα, αλλά ελληνικό ορυχείο, δικαιώματα, ενδιάμεσοι έμποροι, εταιρείες ειδικού σκοπού, μεταπωλήσεις, συμβάσεις, παραρτήματα και τελικά παράδοση στην ESM. Αυτό είναι το γαϊτανάκι.
Η έρευνα του IRL και το μοτίβο των ενδιάμεσων
Το ερευνητικό μέσο IRL στη Βόρεια Μακεδονία, μετά από δικαστικές προσπάθειες για πρόσβαση σε έγγραφα, ανέφερε ότι από το 2022 η κρατική ενεργειακή εταιρεία της χώρας υπέγραψε συμβάσεις με έντεκα εταιρείες για περίπου 4,6 εκατομμύρια τόνους άνθρακα, με συνολική συμφωνημένη δαπάνη 283 εκατομμυρίων ευρώ.
Το IRL περιγράφει ένα δίκτυο εταιρειών, ενδιάμεσων σχημάτων και διαμεσολαβήσεων μέσα από το οποίο, σύμφωνα με την έρευνα, η ενεργειακή κρίση φέρεται να μετατράπηκε σε ευκαιρία κερδοφορίας για συγκεκριμένους επιχειρηματικούς κύκλους.
Στην περίπτωση της Αχλάδας, το IRL αναφέρει ότι μία εταιρεία είχε σύμβαση με την εταιρεία εκμετάλλευσης του ορυχείου, από όπου προήλθε η ποσότητα. Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει ότι από την Αχλάδα πουλήθηκαν στη Βόρεια Μακεδονία 768.827 τόνοι σε τιμή 28 έως 30 ευρώ ανά τόνο. Παράλληλα, καταγράφεται ότι το κόστος αγοράς ανέβηκε από 30 ευρώ ανά τόνο το 2023 σε 35 ευρώ ανά τόνο το επόμενο έτος, με επιπλέον περίπου 10 ευρώ ανά τόνο για μεταφορικά και λοιπά κόστη.
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την έρευνα του IRL, η τιμή που έφτανε τελικά στην κρατική ενεργειακή εταιρεία της Βόρειας Μακεδονίας φέρεται να ήταν κοντά στα 70 ευρώ ανά τόνο.
Στο ίδιο ρεπορτάζ καταγράφεται και άλλη εταιρεία, η οποία φέρεται να είχε ρόλο εμπορικού αντιπροσώπου, με αμοιβή 47 ευρώ ανά τόνο σύμφωνα με έγγραφο που επικαλείται το IRL. Δεν το παραθέτουμε ως δικαστική κρίση. Το παραθέτουμε ως δημοσιογραφικό εύρημα που απαιτεί απάντηση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση εταιρείας που, σύμφωνα με το IRL, ιδρύθηκε στις 20 Ιουνίου 2023, δηλαδή μόλις δύο μήνες πριν από μεγάλο διαγωνισμό της κρατικής ενεργειακής εταιρείας για αγορά λιγνίτη. Τον Οκτώβριο του 2023 πήρε σύμβαση 10 εκατομμυρίων ευρώ για λιγνίτη από το Προσήλιο, ενώ με παράρτημα τον Φεβρουάριο του 2024 η συνολική αξία έφτασε τα 11 εκατομμύρια ευρώ.
Η πραγματοποιηθείσα τιμή, πάντοτε σύμφωνα με την ίδια έρευνα, έφτασε τα 88,5 ευρώ ανά τόνο, την υψηλότερη που κατέγραψε το ρεπορτάζ για αυτή την πρώτη ύλη.
Δεν χρειάζεται να καταλογιστεί ευθύνη σε πρόσωπα. Η ίδια η διαδρομή φωνάζει.
Το IRL αναφέρει ότι η συγκεκριμένη εταιρεία αγόραζε τον λιγνίτη από εταιρεία τρίτης χώρας, η οποία είχε αποκλειστικά δικαιώματα προμήθειας από το Προσήλιο. Στη διαδρομή εμφανίζεται και άλλη ενδιάμεση εταιρεία, η οποία φέρεται να αγόρασε ποσότητα από την εταιρεία με τα αποκλειστικά δικαιώματα και να τη μεταπώλησε στην εταιρεία που τελικά συμβλήθηκε με την κρατική ενεργειακή εταιρεία της Βόρειας Μακεδονίας.
Το ερώτημα είναι αμείλικτο: γιατί ελληνικός λιγνίτης από το Προσήλιο χρειαζόταν εταιρεία τρίτης χώρας, ενδιάμεση εταιρεία, νεοσύστατη εταιρεία στη Βόρεια Μακεδονία και κρατικό αγοραστή, αντί για μια καθαρή απευθείας συμφωνία;
Αν υπήρχε τεχνικός λόγος, να δημοσιευθεί. Αν υπήρχε εμπορικός λόγος, να εξηγηθεί. Αν υπήρχε νομικός λόγος, να παρουσιαστεί. Αν υπήρχε ζήτημα ποιότητας, μεταφοράς, εγγυήσεων, πιστώσεων ή ασφάλισης, να κατατεθούν τα έγγραφα.
Αν δεν υπάρχει τίποτε από όλα αυτά, τότε δεν μιλάμε για απλό εμπόριο. Μιλάμε για ομίχλη διαμεσολάβησης πάνω σε δημόσια ενεργειακή ύλη.
Η Αχλάδα και το ελληνικό σκέλος της υπόθεσης
Το Reporters United έχει γράψει ότι το χωριό, ενώ το ορυχείο είχε αδειοδοτηθεί για να τροφοδοτεί ελληνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, είδε τον λιγνίτη να εξάγεται πλέον στη Βόρεια Μακεδονία μετά το κλείσιμο του σταθμού.
Σε δεύτερο ρεπορτάζ, το Reporters United αναφέρει ότι εντόπισε εταιρεία που ανήκει κατά 100% σε μεγάλο ελληνικό επιχειρηματικό όμιλο. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το 2024 η δραστηριότητά της αφορά τη μίσθωση εκτάσεων προς εξόρυξη λιγνίτη και την παροχή συμβουλευτικών και διαχειριστικών υπηρεσιών προς την εταιρεία εκμετάλλευσης του ορυχείου της Αχλάδας.
Στο ίδιο ρεπορτάζ καταγράφονται και δηλώσεις στελέχους του ομίλου προς κατοίκους της Αχλάδας, σύμφωνα με τις οποίες ο όμιλος χρηματοδοτεί την εταιρεία εκμετάλλευσης του ορυχείου επειδή αγοράζει λιγνίτη από αυτήν.
Δεν αποδίδεται εδώ ποινική πρόθεση. Το ερώτημα είναι πολιτικό και θεσμικό.
Όταν μια περιοχή αδειοδοτείται με επίκληση δημοσίου συμφέροντος για να τροφοδοτεί ελληνική ηλεκτροπαραγωγή, πώς μετατρέπεται τελικά σε πηγή εξαγωγικού λιγνίτη προς γειτονικό σταθμό;
Ποιος το αποφάσισε; Με ποια κριτήρια; Με ποια τεκμηρίωση; Και ποιος έκρινε ότι αυτό υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον καλύτερα από την ελληνική ενεργειακή ασφάλεια;
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος πούλησε, ποιος αγόρασε και ποιος μεσολάβησε. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν δημόσια ενεργειακή ύλη, αδειοδοτημένη με όρους δημοσίου συμφέροντος, μετατράπηκε σε πεδίο ιδιωτικής διαμεσολάβησης, εξαγωγικού εμπορίου και αδιαφανούς υπεραξίας.
Και αυτό δεν μπορεί να μείνει χωρίς απάντηση.
Η πολιτική αντίφαση
Εδώ βρίσκεται το κέντρο του ζητήματος. Η χώρα λέει στον πολίτη ότι ο λιγνίτης τελείωσε. Λέει στη Δυτική Μακεδονία ότι η εποχή της τελείωσε. Λέει στους εργαζόμενους να αλλάξουν ζωή. Λέει στους καταναλωτές να πληρώσουν τη μετάβαση. Λέει στις αγορές να επενδύσουν σε ΑΠΕ, αέριο, μπαταρίες και δίκτυα. Και την ίδια ώρα, ελληνικός λιγνίτης περνά τα σύνορα και καίγεται στη Μπίτολα.
Δεν μιλάμε επομένως για καθαρή ενεργειακή πολιτική. Μιλάμε για πολιτική διπλής όψης. Στο εσωτερικό, ο λιγνίτης παρουσιάζεται ως νεκρό παρελθόν. Στο εξωτερικό, γίνεται εμπορεύσιμο καύσιμο. Στη Δυτική Μακεδονία, ανατινάζονται εκσκαφείς. Στη Μπίτολα, ελληνικός λιγνίτης τροφοδοτεί μονάδες. Στον Έλληνα πολίτη, πουλιέται η αφήγηση της πράσινης μετάβασης. Στην αγορά, ανοίγουν νέες διαδρομές κέρδους. Αυτό δεν είναι ενεργειακή στρατηγική. Είναι πολιτική σχιζοφρένεια.
Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν
Δεν χρειάζονται κραυγές. Χρειάζονται έγγραφα.
Ποια τεχνικοοικονομική μελέτη αποφάσισε ότι οι εκσκαφείς της Μαυροπηγής έπρεπε να ανατιναχθούν και όχι να παροπλιστούν, να πωληθούν, να αποσυναρμολογηθούν ή να κρατηθούν ως εφεδρεία; Ποιος αποτίμησε την αξία τους ως εξοπλισμό, ως ανταλλακτικά και ως στρατηγική δυνατότητα;
Ποιος ενέκρινε τις εξαγωγές ελληνικού λιγνίτη στη Βόρεια Μακεδονία και γιατί δεν υπήρξε απευθείας δημόσια συμφωνία με την ESM και τον σταθμό της Μπίτολα; Ποιοι ήταν όλοι οι ενδιάμεσοι στην αλυσίδα της Αχλάδας προς τη Μπίτολα και του Προσηλίου προς τη Μπίτολα; Ποιος είχε τα δικαιώματα εξόρυξης, ποιος τα δικαιώματα διάθεσης, ποιος τα δικαιώματα μεταπώλησης;
Ποια ήταν η τιμή εξόρυξης, η τιμή πρώτης πώλησης, η τιμή μεταπώλησης και η τελική τιμή προς την ESM; Ποια προστιθέμενη αξία προσέφερε κάθε κρίκος της αλυσίδας; Πόσο κόστισε στον τελικό καταναλωτή της Βόρειας Μακεδονίας αυτό το γαϊτανάκι;
Και κυρίως: τι έχασε η Ελλάδα από την απώλεια μιας εγχώριας εφεδρικής δυνατότητας, την ώρα που το νέο σύστημα χρειάζεται φυσικό αέριο, εισαγωγές, μπαταρίες και δίκτυα δισεκατομμυρίων;
Η εικόνα που μένει
Οι υποδομές ανατινάζονται συνήθως από στρατούς κατοχής όταν φεύγουν. Ανατινάζουν γέφυρες, εργοστάσια, αποθήκες, δρόμους, μηχανές, για να μη μείνει τίποτε χρήσιμο πίσω. Γι’ αυτό η εικόνα της Μαυροπηγής σοκάρει. Όχι επειδή οι τρεις εκσκαφείς ήταν αιώνιοι. Όχι επειδή ο λιγνίτης είναι το μέλλον. Αλλά επειδή μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και ένας ιστορικός ενεργειακός οργανισμός οφείλουν να λειτουργούν με λογοδοσία, όχι με εικόνες τελετουργικής καταστροφής.
Μια δημοκρατία δεν ανατινάζει τη βιομηχανική της μνήμη χωρίς να εξηγήσει. Δεν καταστρέφει δυνατότητες χωρίς να παρουσιάσει μελέτη. Δεν κλείνει εφεδρείες χωρίς να δείξει το σχέδιο αντικατάστασης. Δεν λέει στον λαό να πληρώσει τη μετάβαση ενώ ο λιγνίτης της χώρας ταξιδεύει σε γειτονικό σταθμό μέσα από αλυσίδες εταιρειών, συμβάσεων και μεταπωλήσεων.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να πάμε σε καθαρότερη ενέργεια. Πρέπει. Το ερώτημα είναι άλλο. Γιατί η Ελλάδα δεν μεταβαίνει σαν σοβαρό κράτος, αλλά κατεδαφίζει σαν να βιάζεται να σβήσει τα ίχνη μιας εποχής; Γιατί ο ελληνικός λιγνίτης είναι αρκετά κακός για να μην καίγεται εδώ, αλλά αρκετά καλός για να πουλιέται στη Μπίτολα; Γιατί η διαδρομή του δεν ήταν απλή, δημόσια και διαφανής; Και γιατί μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση επιτρέπει εικόνες που θυμίζουν όχι εθνικό σχεδιασμό, αλλά αποχώρηση δύναμης που δεν θέλει να αφήσει τίποτε όρθιο πίσω της;
Αυτό δεν είναι απλώς ενεργειακή πολιτική. Είναι τεστ δημοκρατικής λογοδοσίας. Και μέχρι να απαντηθούν τα ερωτήματα, η ανατίναξη της Μαυροπηγής θα μένει εκεί. Όχι ως τέλος εποχής, αλλά ως εικόνα μιας χώρας που δεν εξήγησε ποτέ γιατί έπρεπε πρώτα να καταστρέψει αυτό που μετά προσποιήθηκε ότι δεν είχε πια αξία.
Πηγές και τεκμηρίωση
1. Ρεπορτάζ για την ελεγχόμενη ανατίναξη τριών καδοφόρων εκσκαφέων στο ορυχείο Μαυροπηγής Κοζάνης από τη ΔΕΗ και την επίσημη αιτιολογία περί απόσυρσης παλαιού εξοπλισμού (ελληνικός Τύπος, Ιούνιος 2026).
2. Επίσημη θέση ΔΕΗ και Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ): πλήρης απολιγνιτοποίηση έως το 2028.
3. Επίσημη σελίδα της ΔΕΗ για αποκατάσταση εδαφών, κατεδαφίσεις και αποσυναρμολόγηση εξοπλισμού στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης.
4. Επίσημη σελίδα της γερμανικής κυβέρνησης (bundesregierung.de) για τον νόμο εξόδου από τον άνθρακα έως το 2038.
5. Στοιχεία για το πακέτο στήριξης ύψους έως 40 δισεκατομμυρίων ευρώ προς τις γερμανικές ανθρακικές περιοχές (ομοσπονδιακή ενημέρωση και ευρωπαϊκές αναφορές).
6. Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Reuters: έγκριση κρατικής ενίσχυσης έως 1,75 δισεκατομμυρίων ευρώ προς τη γερμανική LEAG για την έξοδο από τον άνθρακα.
7. Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA), έκθεση για την ενσωμάτωση ηλιακής και αιολικής παραγωγής: ανάγκη ευελιξίας, αποθήκευσης, ευέλικτων μονάδων και ανταπόκρισης ζήτησης.
8. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, European Grids Package: ανάγκη επενδύσεων περίπου 584 δισεκατομμυρίων ευρώ στα ευρωπαϊκά δίκτυα έως το 2030 και διαπίστωση ότι το 40% των δικτύων διανομής είναι άνω των σαράντα ετών.
9. The Green Tank: εκθέσεις και δελτία για το κόστος ρεύματος στην Ελλάδα και τις εξαγωγές ελληνικού λιγνίτη στη Βόρεια Μακεδονία (συνολικά 2,96 εκατομμύρια τόνοι την περίοδο 2022 έως 2026).
10. Energypress: δημοσιεύματα για τις εξαγωγές ελληνικού λιγνίτη στη Βόρεια Μακεδονία, την προέλευση από Αχλάδα και Προσήλιο, τον προορισμό προς τη Μπίτολα και τη συμμετοχή του ελληνικού λιγνίτη στο καύσιμο της μονάδας.
11. Energypress και απαντητικό έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος προς τη Βουλή: 768.827,11 τόνοι λιγνίτη από την Αχλάδα προς τη Μπίτολα το 2023, σε τιμή 28 έως 30 ευρώ ανά τόνο.
12. eΜακεδονία: αναπαραγωγή της απάντησης του ΥΠΕΝ για την Αχλάδα, με επιβεβαίωση της ποσότητας και της τιμής.
13. IRL (Investigative Reporting Lab North Macedonia): έρευνα για τις συμβάσεις της κρατικής ESM, τη μονάδα της Μπίτολα και τους ενδιάμεσους κρίκους. Βασική πηγή για τις εταιρείες Nikopoulos DOOEL Bitola, Enerika, τη σερβική εταιρεία με αποκλειστικά δικαιώματα από το Προσήλιο, τη Zobek Mining και τη Gomasidra, καθώς και για τις εμπορικές διαδρομές και τιμές. Χρησιμοποιείται με τη ρητή διατύπωση «σύμφωνα με την έρευνα του IRL».
14. Reporters United: ρεπορτάζ για το χωριό Αχλάδα, την αρχική αδειοδότηση του ορυχείου για τροφοδοσία του ΑΗΣ Μελίτη, τις εξαγωγές προς τη Μπίτολα μετά το κλείσιμο του σταθμού και τον εντοπισμό της ΕΛΙΦ Α.Ε. (100% θυγατρική του ομίλου Metlen) ως μισθώτριας εκτάσεων και παρόχου υπηρεσιών προς τη Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας Α.Ε.
15. Global Energy Monitor: τεχνικό και ενεργειακό προφίλ του λιγνιτικού σταθμού της Μπίτολα, με εγκατεστημένη ισχύ τουλάχιστον 699 MW.
16. ΙΕΝΕ (Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης), έκθεση για τον ελληνικό ενεργειακό τομέα: μείωση λιγνιτικής παραγωγής, επίδραση του κόστους δικαιωμάτων εκπομπών CO2 και τιμές άνω των πενήντα ευρώ ο τόνος στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών από το 2021.
17. Energypress (ευρωπαϊκή έκδοση): δημοσιεύματα για την Πτολεμαΐδα V, την οικονομική βιωσιμότητα της μετατροπής σε φυσικό αέριο και τις συνέπειες στον εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό.
18. Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD): πληροφορίες για το φωτοβολταϊκό έργο Bitola 3, ως ένδειξη μετάβασης πρώην λιγνιτικών περιοχών σε νέες χρήσεις και επενδύσεις στη Βόρεια Μακεδονία.
Σημείωση: όπου το κείμενο αναφέρεται σε επιμέρους εταιρείες ή σε συγκεκριμένες εμπορικές διαδρομές , τα ονόματα αφαιρέθηκαν αν και υπάρχουν σε δημόσιες πηγές ενω οι ισχυρισμοί αποδίδονται ρητά στις πηγές που τους κατέγραψαν, ιδίως στο IRL και στο Reporters United. Δεν αποδίδεται ποινική ευθύνη σε κανένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Ζητείται διαφάνεια στη διαδρομή και τεκμηρίωση από τους αρμόδιους θεσμούς.