Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Αποανάπτυξη-τοπικοποίηση

 Ιούν 19, 2026 – 14:06  — Γιάννης Μπίλλας

 

 

 

Image by Kamiel Choi from Pixabay

Παιδί του Διαφωτισμού, η πρόοδος υιοθετείται και εμπεδώνεται τον 19ο αιώνα και ενσωματώνεται στο φαντασιακό των σημερινών ανθρώπων. Η Χάνα Άρεντ περιγράφει στο βιβλίο της Περί βίας ότι η ιδέα της προόδου με τη σημερινή της μορφή ήταν άγνωστη μέχρι το 16ο και 17ο αιώνα.

Στις προθέσεις μου είναι η αποδόμηση της αντίληψης που έχει δημιουργηθεί στην κοινωνία μας για την πρόοδο. Υπάρχει μια κυρίαρχη αντίληψη για την πρόοδο η οποία ορίζεται ουσιαστικά με μια ευθεία, ένα ευθύγραμμο σχήμα το οποίο οδηγεί στη διαρκή εξέλιξη των κοινωνιών, στη διαρκή ανάπτυξη της παραγωγής και της κατανάλωσης συνδεδεμένο με την ιδέα της ευτυχίας.

Αυτή η αντίληψη για την πρόοδο έχει σχεδόν εποικίσει το φαντασιακό των ανθρώπων των σημερινών κοινωνιών και υπέχει θέση θρησκείας για τους περισσότερους. Χωρίς την κριτική στην ιδέα της προόδου, κατά την γνώμη μου, δεν μπορούμε να οδηγηθούμε σε άλλα νοήματα ζωής και σε άλλους τρόπους θέσμισης των κοινωνιών.

Πρόοδος-συντήρηση

Επηρεασμένος απ’ αυτή την οπτική δυσκολευόμουν να τοποθετήσω τον εαυτό μου στο σχήμα πρόοδος και συντήρηση, μια και καλλιεργώ τη γη περίπου όπως οι πρόγονοι μου. Άρα τι είμαι, προοδευτικός ή συντηρητικός; Αν αναφερθώ στη γιαγιά ενός φίλου μου, η οποία του ζήτησε πριν πεθάνει να πάει στα κτήματα που τη θρέψαν για να τα «αποχαιρετήσει», όπως του είπε, πού θα εντάξουμε αυτή την στάση των παλιότερων αγροτών απέναντι στη φύση, στην πρόοδο ή στη συντήρηση; Υπέχει θέση νοήματος στη ζωή της γιαγιάς αυτή «η αφελής αλλά στέρεα γνώση» των παλιών ανθρώπων της υπαίθρου ότι οι άνθρωποι εξαρτώνται άμεσα από το φυσικό περιβάλλον. Αν λοιπόν ορίσουμε το παράδειγμα της γιαγιάς ως δείγμα μιας κοινωνίας που απηχεί το χθες, θα πρέπει να ορίσουμε και τον σημερινό τρόπο παραγωγής των αγροτών, οι οποίοι είναι εντελώς αλλοτριωμένοι σε σχέση με αυτό που παράγουν, αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις που έχει στο περιβάλλον και στις επόμενες γενιές. Σύμφωνα, λοιπόν, με την ευθύγραμμη αντίληψη για την πρόοδο, θα πρέπει να ορίσουμε τη θέση της γιαγιάς ως σημείο συντήρησης και τον τρόπο καλλιέργειας της γης των σημερινών αγροτών ως σημείο προόδου!

Ο μεσσιανισμός της προόδου

Επίσης, χρειάζεται να αποδομηθούν και οι «πυλώνες» της προόδου και της διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που δεν είναι άλλες από την επιστήμη και την τεχνολογία. Καλλιεργήθηκε, και στις μέρες μας κατασκευάζεται διαρκώς, ένας λανθάνων μεσσιανισμός της επιστήμης και της τεχνολογίας (παρά το κουρέλιασμά τους από το ατύχημα της Φουκουσίμα). Ο μεσσιανισμός αυτός καλλιεργεί την προσδοκία (πίστη μήπως;) ότι τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον, που είναι απόρροια πολιτικών, οικονομικών και φαντασιακών επιλογών των κοινωνιών, θα μας τα λύσει η επιστήμη και η τεχνολογία (μεταλλαγμένα τρόφιμα ως απάντηση στην πείνα, κρέας εργαστηρίου, φθηνή και απεριόριστη ενέργεια με την υποσχόμενη διάσπαση του υδρογόνου και την ανακάλυψη του «σωματιδίου του Θεού» από το CERN). Μια λέξη-έννοια επαναλαμβάνεται διαρκώς από το πολιτικό προσωπικό και τους τεχνικούς της εξουσίας στην χώρα μας: ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη… Ενίοτε δε, τη βαπτίζουν βιώσιμη, αειφόρο, πράσινη ανάπτυξη. Αν επιλέξαμε τον όρο αποανάπτυξη, το κάναμε συνειδητά, γιατί θέλουμε να πλήξουμε το κεντρικό φετίχ αυτής της κοινωνίας, να αποδομήσουμε το εννοιολογικό υπόστρωμα του καπιταλισμού και να αποαποικίσουμε το κεντρικό φαντασιακό του ανθρωπολογικού τύπου του καπιταλισμού που είναι η πρόοδος μέσω της ανάπτυξης, της κατανάλωσης με τη χρήση της επιστήμης και της τεχνολογίας.

Η Άνι Λέοναρντ, στην έρευνά της για τη διάρκεια των προϊόντων που παράγονται στον καπιταλισμό, αναφέρει ότι μόνο το 1% των παραγόμενων προϊόντων είναι ακόμα σε χρήση ύστερα από 6 μήνες .

Η στρατηγική η οποία υπηρετεί καλύτερα τον στόχο αυτό είναι η αέναη δημιουργία νέων αναγκών και η δημιουργία της αίσθησης του ανικανοποίητου, αλλά και η προγραμματισμένη βραχυβιότητα (ο προγραμματισμένος θάνατος των προϊόντων είναι η σχεδιασμένη συντόμευση του κύκλου ζωής τους, από την εισαγωγή τους στην αγορά μέχρι το θάνατο τους). Η συντόμευση της ημερομηνίας λήξης των προϊόντων, η αύξηση του ποσοστού θανάτου τους είναι η συνταγή για να αυξηθεί η ζήτηση των προϊόντων, ζήτηση που ενισχύεται από τα δάνεια του χρηματοπιστωτικού συστήματος με στόχο την ανάπτυξη της οικονομίας.

Η προγραμματισμένη βραχυβιότητα είναι ένας νέος όρος που περιγράφει την πραγματικότητα της παραγωγής από ορισμένες εταιρείες προϊόντων, τα οποία έχουν από το στάδιο της παραγωγής προγραμματισμένα και στοχευμένα «αδύνατα» σημεία, ώστε μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου να τα καθιστούν άχρηστα, μη επιδιορθώσιμα ή μη ελκυστικά κ.λπ. Ο καταναλωτής, αγοράζοντας ένα τέτοιο προϊόν και εθισμένος στη συνέχεια στη χρήση του (π.χ. κινητό τηλέφωνο), προγραμματίζεται ταυτόχρονα να αγοράσει σύντομα το νέο προϊόν που θα αντικαταστήσει το προηγούμενο.

Αν διαρκώς αλλάζουμε το κινητό, τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, το αυτοκίνητο, τις οικοσυσκευές, εξαντλούνται οι φυσικοί πόροι. Και εδώ θα μπορούσε να απαντήσει η επιστήμη και η τεχνολογία, φτιάχνοντας προϊόντα που να διαρκούν στον χρόνο, να επιδιορθώνονται εύκολα και να είναι πιο συμβιωτικά.

Τι είναι η αποανάπτυξη

Μία αντίληψη που έχει ο Καστοριάδης στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας είναι ότι πολύ πιο πάνω από τον κάτοχο των μέσων παραγωγής, πολύ πιο πάνω από τον κάτοχο του νόμιμου λόγου και της νόμιμης βίας, είναι ο κάτοχος των σημασιών και των νοημάτων. Η αποανάπτυξη έρχεται ουσιαστικά να απονομιμοποιήσει και να αποαποικιοποιήσει το φαντασιακό των ανθρώπων, το οποίο έχει εποικιστεί από την έννοια της ανάπτυξης. Νομίζω ότι η ιστορία με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων προϋπήρχε ως φαντασιακό στην νεωτερική Δύση και η αποανάπτυξη έρχεται, πρώτον, να δηλώσει τα όρια αυτής της αφήγησης και, δεύτερον, να προτείνει έναν άλλο τρόπο πιο συμβιωτικό που να μην έχει ως φετίχ κεντρικό την ανάπτυξη της παραγωγής και την κατανάλωση. Συγκεκριμένα, μία άλλη διάσταση που δίνουμε εμείς (και το εμείς δεν έχει να κάνει με ένα κέντρο που ορίζει την υπόθεση της αποανάπτυξης – η υπόθεση αυτή ξεκίνησε από τον Σερζ Λατούς ο οποίος συνέλαβε την ιδέα ότι όπως πάμε ως ανθρωπότητα «οδηγούμαστε στα βράχια») είναι ότι αυτός ο εποικισμός του φαντασιακού νοηματοδότησε και τον άνθρωπο γύρω από τα ίδια τα προτάγματα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και της κατανάλωσης. Δημιούργησε έναν κυριαρχικό τύπο ανθρώπου ο οποίος με βάση αυτά τα δύο προτάγματα της νεωτερικότητας νοηματοδότησε τη ζωή του. Διότι το φαντασιακό της κυριαρχίας, υπό την ειδικότερη μορφή που πήρε μέσα στη νεωτερική Δύση είναι ενιαίο, είτε πρόκειται για τον άνθρωπο είτε για τη φύση. Εκφράζει την ίδια ορμή κυ­ριάρχησης και εκμετάλλευσης, είτε πρόκειται για τον πλανήτη και τους φυσικούς του πόρους είτε για την εκάστοτε «κατώτερη» κοινωνική ομάδα, τάξη ή έθνος. Χωρίς την αποδόμηση αυτού του φαντασιακού δεν μπορούμε να οδηγηθούμε σε άλλα νοήματα και σε άλλες σημασίες. Όσοι θέλουν με οποιοδήποτε τρόπο να αλλάξει αυτή η κοινωνία σε μία πιο συμβιωτική κατάσταση, θα πρέπει να ξαναδούν το ζήτημα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Και αυτή είναι μία αφήγηση που αφορά τόσο τον φιλελευθερισμό όσο και το αντίπαλο δέος, τον μαρξισμό.

Αν ακολουθήσουμε αυτό το πρότυπο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων σε ένα μέρος όπως είναι ο τόπος μας θα πρέπει να αποδεχθούμε ότι το Αιγαίο πρέπει να γεμίσει από δεξαμενές άντλησης πετρελαίου, από πετρελαιοφόρα που θα πηγαινοέρχονται (η ανάπτυξη χρειάζεται πόρους, πρώτες ύλες, χρειάζεται τα ορυκτά καύσιμα!). Θα πρέπει να νομιμοποιήσουμε στην κοινωνία ότι με όρους ανάπτυξης η Χαλκιδική, οι Σκουριές, θα πρέπει να ισοπεδωθούν για την εξόρυξη του χρυσού. Η Κρήτη, η Χίος, τα Άγραφα, ο Ασπροπόταμος, το Πήλιο και όλες οι βουνοκορφές του τόπου μας να γεμίσουν με ανεμογεννήτριες και ο κάμπος της Θεσσαλίας να γίνει ένα τεράστιο φωτοβολταϊκό πάρκο. Ή αποδεχόμαστε αυτό, που σημαίνει ότι η Κρήτη θα απωλέσει τα μιτάτα της και τους ανθρώπους που ζουν συμβιωτικά με τις βουνοκορφές, ή στο Αιγαίο θα απωλέσουμε αυτά που έχουμε ως κοινωνίες. Η Ελλάδα έχει ένα χαρακτηριστικό, ότι, επειδή δεν έχει περάσει από την αμιγώς καπιταλιστική ανάπτυξη, διατηρεί ακόμα στοιχεία συμβιωτικότητας ως κοινωνία.

Η αποανάπτυξη-τοπικοποίηση και το οικολογικό αποτύπωμα

Η τοπικοποίηση είναι μία έννοια η οποία εμπεριέχεται στην αποανάπτυξη και συνδέεται με τη μείωση του οικολογικού αποτυπώματος. Οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, είτε είναι παραγωγική είτε καταναλωτική είτε μετακίνησης, αφήνει ένα αποτύπωμα στο περιβάλλον, στη φύση. Σύμφωνα με το Διεθνές Παρατηρητήριο για τη Φύση, μας αναλογούν 16 με 18 στρέμματα ανά κάτοικο για να είναι βιώσιμος ο πλανήτης. Το οικολογικό αποτύπωμα ενός Βορειοαμερικανού και ενός Καναδού είναι στα 96 και τα 94 αντίστοιχα, ενός ευρωπαίου είναι στα 58 και ενός Έλληνα στα 54, ενώ ενός Ινδού ή ενός Αφρικανού στα 8 στρέμματα. Το 4% του παγκόσμιου πληθυσμού (ΗΠΑ) καταναλώνει το 25% της παγκόσμιας παραγωγής ενέργειας. Αν όλες οι χώρες αποκτήσουν το ίδιο επίπεδο ανάπτυξης, παραγωγής και κατανάλωσης με τις ΗΠΑ, θα χρειαστούμε 4 με 5 πλανήτες ακόμα. Οι επόμενες γενιές για να ζήσουν πιο συμβιωτικά με το περιβάλλον θα πρέπει να αναπληρώσουν αυτά τα οποία εμείς καταστρέψαμε. Βασική έννοια της αποανάπτυξης είναι η περατότητα των φυσικών πόρων – σε έναν πεπερασμένο πλανήτη δεν μπορούμε να μιλάμε για απεριόριστη ανάπτυξη. Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ, επιφανής γεωγράφος, αναφέρει ότι ο καπιταλισμός χρειάζεται επειγόντως να ανακαλύψει καινούργιους εξωγήινους πολιτισμούς προς εκμετάλλευση. Ο καπιταλισμός είναι ένα παρασιτικό σύστημα που ευημερεί και επιβιώνει βρίσκοντας τόπους που δεν έχει ακόμα εκμεταλλευτεί καταστρέφοντάς τους. Κατά πρώτο λόγο, λοιπόν, οφείλουμε να συζητήσουμε για τις ευθύνες που έχει ο «πρώτος κόσμος» (πολιτικά και όχι πολιτισμικά) και κύρια η Δύση, η οποία είναι ο φορέας και του φαντασιακού και της υλικής βάσης της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και έχει επιφέρει ένα μεγάλο μέρος των καταστροφών παγκοσμίως.

Ο δυτικός κόσμος θα πρέπει να ξαναδεί το πώς θα ήθελε να είναι η ζωή του. Σήμερα ο Ευρωπαίος πολίτης επιδοτεί με 2 ευρώ ημερησίως την παραγωγή βοοειδών, όταν 2 ευρώ ημερησίως είναι το εισόδημα για τα 2/3 του παγκόσμιου πληθυσμού. Αν ακολουθήσουμε αυτή την αφήγηση, δεν θα πρέπει να μας ξενίζει που γεμίζει η Μεσόγειος από καραβιές μεταναστών. Ο καπιταλισμός καταστρέφει τόπους. Ένα μεγάλο μέρος της ευμάρειας της πλούσιας Δύσης οφείλεται στην καταλήστευση των χωρών του τρίτου κόσμου.

Η τοπικοποίηση ως πρόταση δεν έχει σχέση με τοπικισμούς. Θα πρέπει να δούμε το θέμα της παραγωγής. Οι τόποι είναι και τρόποι παραγωγής και ζωής. Με την επικράτηση του φαντασιακού της αύξησης της παραγωγής και της κατανάλωσης, σαρώθηκαν άπειρες μικρές αφηγήσεις ζωής και παραγωγής, οι οποίες αποτελούσαν τον πλούτο της ανθρωπότητας. Η παγκοσμιοποίηση εκρίζωσε και ομογενοποίησε νοηματικά την ανθρωπότητα. Χάθηκαν οι τρόποι που είχαν επινοήσει οι τόποι για να ζουν συμβιωτικά, και μαζί τους χάθηκε ο πλούτος της ανθρωπότητας και η αλληλεγγύη των γενεών.

Αποανάπτυξη και εγχώρια κοινοτική παράδοση

Ο κοινοτισμός είναι ένα στάδιο από το οποίο πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. Όταν θέλουμε να επανοηματοδοτήσουμε τι θα εμπεριέχει το καινούργιο, πρέπει να διδαχθούμε από τον κοινοτικό τρόπο ζωής: την αλληλεγγύη, την συμβιωτικότητα, τη σχέση που είχε με το περιβάλλον η κοινότητα, όχι για ιδεολογικούς ή φιλοσοφικούς λόγους, αλλά επειδή ήταν συστατικό στοιχείο της ύπαρξής της. Στην Ικαρία και στο Πήλιο υπάρχουν χωριά που φροντίζουν και διαχειρίζονται τα ίδια τα δίκτυα ύδρευσης και άρδευσης. Οι κοινότητες είχαν προσαρμόσει τον τρόπο ζωής και παραγωγής στο υπάρχον φυσικό περιβάλλον. Oι κοινότητες γύρω από τη λίμνη Κάρλα (πριν την αποξήρανση της) σταματούσαν το ψάρεμα την εβδομάδα μετά το Πάσχα και το ξανάρχιζαν μετά τον Δεκαπενταύγουστο, δίνοντας έτσι χρόνο στον γόνο των ψαριών να αναπτυχθεί. Ενώ τώρα γίνεται το ακριβώς αντίθετο, το φυσικό περιβάλλον υποτάσσεται στις ανάγκες παραγωγής, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Το κοινοτικό πνεύμα, με τα στοιχεία του οποίου μπορούμε να νοηματοδοτηθούμε, ισοπεδώνεται μέσα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Φυσικά θα διαυγάσουμε τι κρατάμε και τι απορρίπτουμε (ετερονομία, κλειστότητα, τοπικισμό) από τον κοινοτικό τρόπο ζωής. Όταν αναφερόμαστε στις καινούργιες κοινότητες, εννοούμε τα συνεργατικά κοινοτικά εγχειρήματα και τις κοινότητες αγώνα ενάντια στις ΒΑΠΕ (βιομηχανικές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), στην εξόρυξη χρυσού στις Σκουριές και στις γεωτρήσεις για υδρογονάνθρακες στο Αιγαίο. Τέτοιου είδους καινούργιες μορφές κοινότητας θα μπορούσαν να είναι το κύτταρο πάνω στο οποίο θα στηθεί η κοινότητα των κοινοτήτων. Αυτό προϋποθέτει η κοινωνία να αυτενεργήσει, να θέλει να πάει προς αυτή την κατεύθυνση, θέτοντας παράλληλα μια πολιτειακή πρόταση για την υπέρβαση της αντιπροσωπευτικής, και εξόχως ολιγαρχικής, δημοκρατίας. Αυτές οι κοινότητες συμβάλουν στη δημιουργία ενός τύπου ανθρώπου ο οποίος αντιστέκεται, συναποφασίζει και προεικονίζει την κοινωνία που ο ίδιος θέλει και δεν αναθέτει στο πολιτικό προσωπικό των κομμάτων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Η ανθρωπολογική κρίση του καπιταλισμού

Πρόκειται για μια διατύπω­ση που πρέπει να εννοήσουμε αυστηρά κυριολεκτικά: Πρέπει να αντιληφθούμε ότι η «ανάπτυξη» απαιτεί μια ολόκληρη μετα­βολή του τύπου ανθρώπου των «ιθαγενών», προκειμένου να τους κάνει συμβατούς με το είδος της οικονομίας που φέρει αυτή την «ανάπτυξη». Σήμερα, με την κατίσχυση του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού έναντι του παραγωγικού καπιταλισμού, αυτό που κυριαρχεί είναι η λογική του εύκολου κέρδους, ο μαφιόζικος τρόπος διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων και η γενίκευση της διαφθοράς. Όπως φαίνεται, ο καπιταλισμός τρώει τις ίδιες του τις σάρκες. Πάσχει από μια ανυπέρβλητη ανθρωπολογική αντίφαση, η οποία τον αναγκάζει να υποσκάπτει τα θεμέλια του ίδιου του οικοδομήματός του. Η λύσσα για κέρδος και ανάπτυξη οδηγεί στην καταστροφή κάθε άλλης αξίας, θεσμού και κοινωνικής πρακτικής που περιόριζε, αρχικά, αυτές τις κτητικές ορμές, με αποτέλεσμα σήμερα η λογική του εύκολου χρήματος και της πλουτοθηρίας να διαπερνούν ακόμα και τις φτωχότερες κοινωνικές τάξεις.

Ο καπιταλισμός, πριν φανερώσει τα αδιέξοδά του, κατέστρεψε τον ψυχισμό των ανθρώπων, διαμόρφωσε έναν ανθρωπολογικό τύπο μοναχικό, νευρωτικό, ενεργοβόρο, καριερίστα και αμοραλιστή, κάτοικο του «εγώ» και όχι του «εμείς». Ακόμα και σήμερα ο άνθρωπος αυτός διατηρεί την ψευδαίσθηση της ατομικής διαφυγής. Ο ανθρωπολογικός τύπος της ιδιώτευσης, της απάθειας, της συναλλαγής και της αλλοτρίωσης είναι μέρος του προβλήματος που έχουμε να επιλύσουμε. Είναι ανάγκη να υιοθετήσουμε άλλα νοήματα, άλλες σημασίες και άλλα προτάγματα στη ζωή μας, με τα οποία θα αξίζει να ζει κανείς σήμερα και όχι να περιμένει την έφοδο στα «χειμερινά ανάκτορα». Διότι ο άνθρωπος, εκτός από κοινωνική κατασκευή, είναι ταυτόχρονα και δημιουργός της ζωής του. Ο ετερόνομος άνθρωπος που, ως καταναλωτής, υπακούει και εκτελεί νόμους, εντολές και αφηγήσεις άλλων, χωρίς να συμμετέχει ο ίδιος στη λήψη των αποφάσεων, είναι απαραίτητο να αντικατασταθεί από τον αυτόνομο τύπο ανθρώπου, εκείνον που αυτοθεσμίζεται, που διαμορφώνει δηλαδή ο ίδιος τους θεσμούς και τους αναιρεί αν χρειαστεί. Το αίσθημα του «συνανήκειν» είναι σύμφυτο με το δικαίωμα του «συναποφασίζειν», και είναι ίσως ο μόνος τρόπος προαγωγής της αίσθησης της κοινότητας. Και αυτό συμβαίνει γιατί ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στην κοινότητα των άλλων ανθρώπων ένα μέρος της ύπαρξής του που της το οφείλει. Έτσι, καλλιεργείται και η ξεχασμένη στις μέρες μας αίσθηση της ατομικής ευθύνης απέναντι στην κοινωνία. Η δημιουργία του νέου αυτού ανθρωπολογικού τύπου αποκτά στην εποχή μας τη διαδικασία του κατεπείγοντος, εφόσον μια αυτόνομη, δημοκρατική και οικολογική κοινωνία δεν μπορεί να απαρτίζεται, ούτε φυσικά να δημιουργηθεί, από τον τύπο του ανθρώπου που δημιουργεί η καταναλωτική κοινωνία.

Περί της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και άλλων δαιμονίων

Το πρόταγμα της αποανάπτυξης είναι μια νεωτερικής έμπνευσης κριτική των πτυχών της νεωτερικότητας που θεωρούμε απαράδεκτες, οικολογικά, πολιτικά και ανθρωπολογικά.

Κρίνουμε απαραίτητο να αποδομήσουμε τη φαντασιακή σύλληψη (εντελώς αυθαίρετη κατά τη γνώμη μας), ότι η Ιστορία είναι αποτέλεσμα του βαθμού ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αφήγηση που συνέχει τον φιλελευθερισμό με το αντίπαλο δέος του, τον σοσιαλισμό.

Θέτουμε λοιπόν τα εξής ερωτήματα (προς τους επιγόνους του Μαρξ κυρίως):

1. Εάν η Ιστορία είναι απόρροια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μια και συνδέεται με τη γέννηση του «νεκροθάφτη του καπιταλισμού», της εργατικής τάξης (του προλεταριάτου), πώς θα εξηγήσουμε το γεγονός ότι, εκεί που αναπτύχθηκαν οι παραγωγικές δυνάμεις (κυρίως στη Δύση), το επαναστατικό υποκείμενο της εργατικής τάξης είναι αντιστρόφως ανάλογα αναπτυγμένο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων;

2. Πώς θα ερμηνεύσουμε ότι τα πιο εμβληματικά κινήματα που μας νοηματοδοτούν παγκοσμίως δεν προέρχονται από τις κοινωνίες της Δύσης, εκεί που η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι απίστευτα μεγάλη, αλλά από προκαπιταλιστικές, προδικαιϊκές κοινωνίες, όπως οι Τσιάπας στο Μεξικό και οι κοινότητες των Κούρδων στη Ροζάβα, εκεί που ο κοινοτισμός διατηρούσε έντονη την παρουσία του και πριν, όπου η εργατική τάξη, με τα χαρακτηριστικά που της αποδίδει η μαρξική αφήγηση, είναι σχεδόν ανύπαρκτη;

3. Πώς θα εξηγήσουμε (με όρους ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων) το κίνημα των Σκουριών της Χαλκιδικής; Ένα κίνημα ενάντια στην εξόρυξη χρυσού που αναπτύχθηκε από τις τοπικές κοινωνίες και που εναντιώνεται στην καταστροφή τόσο του περιβάλλοντος όσο και των τοπικών κοινωνιών, έχοντας αντίπαλο μάλιστα όχι μόνο την πολυεθνική (Ελντοράντο) αλλά και τους ίδιους τους εργαζόμενους μεταλλωρύχους, την εργατική τάξη δηλαδή; Ανάλογη στάση τηρεί το σωματείο εργαζομένων της ΑΓΕΤ, το Εργατικό Κέντρο και ο Δήμος Βόλου σε αντιπαράθεση με τους κατοίκους της περιοχής που αντιδρούν στην καύση σκουπιδιών από την ΑΓΕΤ.

Εάν παραμείνουμε στην αφήγηση περί ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ο αγώνας μας για την υπεράσπιση του περιβάλλοντος και των τοπικών κοινωνιών θα πρέπει να μεταστραφεί, στα παραδείγματά μας, σε αγώνα διεκδίκησης απ’ τους εργαζομένους των μέσων παραγωγής και της αναδιανομής του παραγόμενου πλούτου. Τότε όμως θα μιλάμε για τη δημιουργία, και στη χώρα μας, μιας ακόμη «εξορυκτικής αναδιανεμητικής» κοινωνίας. Εφαρμογή αυτού του προτάγματος, ανάλογη της «δίκαιης ανάπτυξης», έχουμε στη Βολιβία, όπου με την υπογραφή της «προοδευτικής» κυβέρνησης του τότε προέδρου Μοράλες άρχισε να συντελείται η καταστροφή της μεγαλύτερης ξηρολίμνης στον κόσμο (10.582 km2 Salar-de-uyuni στην Νοτιοδυτική Βολιβία). Η λίμνη αυτή που αποτελεί παγκόσμιο μνημείο φυσικής κληρονομιάς, περιέχει το 50-70% των παγκόσμιων αποθεμάτων σε λίθιο το οποίο χρησιμοποιείται στις μπαταρίες για την αποθήκευση ενέργειας. Επίσης, στη Νικαράγουα, η «προοδευτική» κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγκα των Σαντινίστας υπέγραψε συμφωνία με κινεζικές εταιρείες για την κατασκευή διώρυγας 5 φορές μεγαλύτερης της διώρυγας του Παναμά. Μόνο που η διώρυγα αυτή θα καταστρέψει την ομώνυμη λίμνη της Νικαράγουας, που θεωρείται η καρδιά του υδροφόρου ορίζοντα της Λατινικής Αμερικής. Όλα αυτά γίνονται για να συντομευτεί κατά 12 μέρες ο χρόνος διακίνησης των εμπορευμάτων της Κίνας στον πλούσιο δυτικό κόσμο. Η Κίνα που θεωρείται η ναυαρχίδα της παγκόσμιας ανάπτυξης, δια στόματος του Προέδρου της Σι Τζινπίγκ, στο μέγαρο του λαού κατά την 200ή επέτειο της γέννησης του Καρλ Μαρξ, μίλησε για την ευθυγράμμιση της Κίνας με τις αρχές στου μαρξισμού. Το παράδειγμα της Κίνας δείχνει την τερατογέννηση της συνάντησης του καπιταλισμού με τον σοσιαλισμό με ενοποιητικό στοιχείο την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Ένα άλλο παράδειγμα δημιουργίας και αύξησης του παραγόμενου πλούτου –όχι δίκαιης ανάπτυξης αλλά ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων– συμβαίνει ήδη στην Αιθιοπία και στον ποταμό Όμο, παραπόταμο του Νείλου. Εκεί που για αιώνες κατοικούν οι κοινότητες των αυτόχθονων Σούρι, ανακαλύφθηκαν πλούσια κοιτάσματα χρυσού. Πολυεθνικές εταιρείες ξεκίνησαν ήδη την εξόρυξή του. Το αναπτυξιακό τους σχέδιο έχει και συνέχεια. Θα ξεριζώσουν την αυτοφυή βλάστηση, θα κατασκευάσουν εκτεταμένες κτηνοτροφικές μονάδες και θα καλλιεργήσουν λουλούδια. Με το άφθονο νερό του ποταμού Όμο, ιταλική επιχείρηση που επιχορηγείται με κονδύλια από την ΕΕ για την «βοήθεια» προς τον Τρίτο Κόσμο κατασκευάζει εκεί ένα τεράστιο φράγμα για να παραχθεί ηλεκτρικό ρεύμα που θα πουληθεί στην Κένυα. Η Αιθιοπία που είναι βουτηγμένη στα χρέη προς το ΔΝΤ θα ξεχρεώσει ένα μέρος του χρέους της μ’ αυτή την επένδυση. Η τεράστια τεχνητή λίμνη θα εκδιώξει από τον τόπο τους περίπου 20.000 ιθαγενείς.

.

Μια και αναφερθήκαμε στον ποταμό Όμο που είναι παραπόταμος του Νείλου, θα πρέπει να αναφέρουμε και στην εκδίωξη των αυτοχθόνων ιθαγενών της Αιγύπτου, την κοινότητα των Νούβιων, όταν επί Νάσερ η Σοβιετική Ένωση κατασκεύασε το φράγμα του Ασσουάν στον Νείλο.

Όλα αυτά αναφέρονται για να τεκμηριώσουμε ότι και η κυρίαρχη, μέχρι τώρα, αντιπρόταση προς τον καπιταλισμό –ο σοσιαλισμός δηλαδή– ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από το καπιταλιστικό φαντασιακό.

«Πράσινη» ανάπτυξη: Η συνέχιση της πολιτικής τους με άλλα μέσα

Η πράσινη ανάπτυξη είναι ένας άλλος τρόπος να συνεχίσει ο καπιταλισμός να υπάρχει, είναι μία ευφυής κίνηση του καπιταλισμού για να μην αμφισβητηθεί το κυρίαρχο που είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Στις δεκαετίες του 1970 και 1980, στο όνομα της καταπολέμησης της φτώχειας, ξεκίνησε η «πράσινη επανάσταση» με τη χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Ακολούθησε η «αειφόρος ανάπτυξη», μετά η «βιώσιμη ανάπτυξη», και τώρα η «πράσινη ανάπτυξη». Η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι, αν συνεχίσουμε έτσι και όλη η γη γίνει «πράσινη», με τον τρόπο που καταναλώνουμε, έτσι και αλλιώς, θα πρέπει να μετοικήσουμε σε άλλον πλανήτη. Ο καπιταλισμός δημιουργεί συνεχώς νέες ανάγκες οι οποίες χωρίς διαρκή ανάπτυξη δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Αν προσθέσουμε και τις ακόρεστες ανάγκες της τεχνητής νοημοσύνης σε γη, νερό και ρεύμα για τη λειτουργία των κέντρων δεδομένων (11.000 Data Centers μέχρι τώρα σε όλο τον πλανήτη, εκ των οποίων 19 στην Ελλάδα), η κατάσταση γίνεται δυστοπική. Ήδη η ΕΕ, για να καλύψει τις διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες για ενέργεια, έχει εντάξει την πυρηνική ενέργεια στις «πράσινες» επενδύσεις. Ο Σερζ Λατούς λέει ότι η ανθρωπότητα είναι ένα πλοίο που οδεύει προς τα βράχια και η «πράσινη» ανάπτυξη επιβραδύνει απλώς την πρόσκρουση. Η αποανάπτυξη προτείνει να αλλάξει ρότα… Είμαστε κριτικοί προς την «πράσινη» ανάπτυξη, θεωρούμε ότι είναι ένα ακόμα ιδεολόγημα του καπιταλισμού. Η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει ότι για την «πράσινη» ανάπτυξη θα χρειαστούμε μέχρι το 2050 ραγδαία αύξηση των εξορύξεων των ορυκτών μετάλλων αλουμινίου, χαλκού, μολύβδου, νικελίου και χάλυβα, εντατικοποίηση στην εκμετάλλευση σπάνιων γαιών (ίνδιο, μολυβδαίνιο, νεοδύμιο) και ειδικότερα για τα υλικά αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας (κοβάλτιο, λίθιο, μαγγάνιο, νικέλιο) αύξηση της ζήτησης έως 1000%. Μια μπαταρία ηλεκτρικού αυτοκινήτου που ζυγίζει γύρω στα 500 κιλά περιέχει 12 κιλά λίθιο, 30 κιλά νικέλιο, 20 κιλά μαγγάνιο, 15 κιλά κοβάλτιο, 100 κιλά χαλκό, 200 γραμμάρια αλουμινίου. Μόνο για μία μπαταρία αυτοκινήτου απαιτείται επεξεργασία 10 τόνων αλατιού για την παραγωγή λιθίου, 15 τόνων μεταλλεύματος για την παραγωγή κοβαλτίου, 2 τόνων μεταλλεύματος για την παραγωγή νικελίου και 12 τόνων μεταλλεύματος χαλκού. Συνολικά, χρειάζονται 200 τόνοι ορυκτού εδάφους για μια ηλεκτρική μπαταρία αυτοκινήτου. Το διακύβευμα για την «πράσινη» μετάβαση είναι οι σπάνιες γαίες, απαραίτητες για την κατασκευή φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών και μπαταριών αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας. Έτσι ερμηνεύεται ο ανταγωνισμός των πλούσιων χωρών για τις σπάνιες γαίες στην Ουκρανία, στη Βολιβία, στο Κογκό, στη Σερβία και αλλού. Στη χώρα μας, σχεδιάζεται στη Χίο η εξόρυξη του αντιμονίου, μιας ακόμη σπάνιας γαίας, παρά τις αντιδράσεις της τοπικής κοινωνίας.

Μια άλλη μορφή καταστροφής τόπων στο όνομα της «πράσινης» ανάπτυξης είναι τα βιοκαύσιμα. Το βιοντίζελ στην Ευρώπη προέρχεται μέχρι και 25% από φοινικέλαιο και άλλα ελαιοδοτικά φυτά, όπως η ελαιοκράμβη. Αμέτρητα στρέμματα τροπικών δασών έπρεπε να δώσουν τη θέση τους στις φυτείες φοινικέλαιου, ειδικά στην Ινδονησία και τη Μαλαισία. Αυτό καταστρέφει τη βάση διαβίωσης πολλών ζωικών και φυτικών ειδών και οδηγεί σε τεράστιες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου. Στα βενζινάδικα οι Ευρωπαίοι οδηγοί βάζουν συχνά φοινικέλαιο χωρίς να το γνωρίζουν. Το φοινικέλαιο περιέχεται σχεδόν σε κάθε δεύτερο προϊόν στα σούπερ μάρκετ και είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε την καθημερινότητά μας χωρίς αυτό. Αλλά σχεδόν κανείς δεν ξέρει ότι μεγάλο μέρος των εισαγωγών φοινικέλαιου στην Ευρώπη καταλήγει στο ντεπόζιτο των αυτοκινήτων. Ο λόγος για αυτό είναι η απαίτηση της ΕΕ να μειωθούν οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου από τα καύσιμα. Το ντίζελ υποτίθεται ότι γίνεται πιο φιλικό προς το περιβάλλον, αν μέρος του συνίσταται από φυτικά έλαια. Ένα τεράστιο λάθος! Γιατί η πρόσμειξη φοινικέλαιου στο καύσιμο βλάπτει το περιβάλλον, το κλίμα και τον άνθρωπο. Το βιοντίζελ, μέσω των φυτειών φοινικέλαιου που προέρχονται από τη μετατροπή δασικών περιοχών σε καλλιέργειες παράγει επίσης τεράστιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που βλάπτουν όχι μόνο το κλίμα αλλά και την υγεία μας. Με την αποψίλωση των τροπικών δασών όλο και περισσότερα είδη, όπως οι ουρακουτάγκοι, οι ασιατικοί ελέφαντες και οι ρινόκεροι, χάνουν το ζωτικό τους χώρο. Ειδικά στην Ινδονησία, η κατάσταση γίνεται όλο και πιο απειλητική: οι φυτείες φοινικέλαιου έχουν καταλάβει συνολικά 14 εκατομμύρια εκτάρια! Αυτό αντιστοιχεί σχεδόν στη μισή έκταση της Γερμανίας! Και οι φυτείες αυξάνονται συνεχώς.

Και ενώ ο φόβος για μια παγκόσμια επισιτιστική κρίση αυξάνεται, έχουν δεσμευτεί για τη δημιουργία φωτοβολταϊκών πάρκων 339.010 στρέμματα παραγωγικής γης στη Θεσσαλία σε περιοχές όπως στη Σκοπιά Φαρσάλων, στον Τύρναβο, στην Ελασσόνα, στα Αντιχάσια και αλλού. Ακολουθεί η Δυτική Μακεδονία με 250.417 στρέμματα, η Στερεά Ελλάδα με 235.325 στρέμματα, η Κεντρική Μακεδονία με 176.593 στρέμματα, η Ανατολική Μακεδονία-Θράκη με 101.597 στρέμματα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στις υπόλοιπες περιφέρειες της χώρας. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά στη χώρα μας, οι τοπικές κοινωνίες (κοινότητες, δήμοι, περιφέρειες) έχουν μόνο συμβουλευτικό ρόλο για την τοποθέτηση φωτοβολταϊκών, ανεμογεννητριών και υδροηλεκτρικών φραγμάτων. Για παράδειγμα, η πρόταση της ΑΔΜΗΕ για παραγωγή ρεύματος από «πράσινες» πηγές ενέργειας στην Κρήτη είναι δεκαπλάσια από τις ανάγκες του νησιού σε ρεύμα στην κορύφωση της ζήτησης τον Δεκαπενταύγουστο. Η πρότασή μας είναι οι τοπικές κοινωνίες να αποφασίζουν οι ίδιες για τις ανάγκες τους σε ενέργεια, καθώς και για τη μορφή ενέργειας που θα χρησιμοποιήσουν. Αυτό βέβαια προϋποθέτει να γίνει αίτημα των κοινοτήτων αγώνα, θέτοντας με αυτό τον τρόπο πολιτειακό ζήτημα για αυτοκυβέρνηση με κύτταρο τους δήμους και τις κοινότητες.

Αντί επιλόγου…

Ο φιλόσοφος και οραματιστής Αντρέ Γκορζ είχε προβλέψει σε ένα κείμενο του, ήδη από το 1974, την ανάκτηση των οικολογικών κινημάτων από τη βιομηχανία και τους χρηματιστηριακούς κύκλους, δηλαδή από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Είναι καλύτερα, λοιπόν, από εδώ και στο εξής να μην κρυβόμαστε. Ο αγώνας για οικολογική στροφή δεν αποτελεί αυτοσκοπό, μονάχα ένα ενδιάμεσο στάδιο. Η οικολογική στροφή μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες στον καπιταλισμό. Να τον αναγκάσει να αλλάξει. Είναι σίγουρο ότι θα αντισταθεί, θα κάνει χρήση βίας και «πονηρούς χειρισμούς». Θα υποχρεωθεί όμως να υποκύψει, διότι το οικολογικό αδιέξοδο θα είναι μη διαπραγματεύσιμο. Ο καπιταλισμός θα εντάξει στον κορμό του την οικολογική «παράμετρο», όπως έχει ήδη ενσωματώσει τόσες άλλες. Για τον λόγο αυτό πρέπει ευθύς εξαρχής να αναρωτηθούμε με ειλικρίνεια: τι θέλουμε πραγματικά; Έναν καπιταλισμό που θα προσαρμοστεί σε δεσμεύσεις οικολογικού χαρακτήρα ή μια οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική επανάσταση που θα καταργήσει τις δεσμευτικές αρχές του καπιταλισμού, θέτοντας σε νέες βάσεις τη σχέση του ατόμου με την κοινότητά του, το περιβάλλον και την ίδια τη φύση; Μεταρρύθμιση ή ρήξη;


Ο Γιάννης Μπίλλας είναι εκπαιδευτικός-βιοκαλλιεργητής και ζει στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Έχει γράψει μαζί με τον Γιώργο Κολέμπα τα βιβλία
Ο Ανθρωπολογικός Τύπος της Αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης» (Οι Εκδόσεις τωνΣυναδέλφων)
και
Για την Κοινότητα των Κοινοτήτων – Με το πρόταγμα της αυτονομίας, της αποανάπτυξης, του κοινοτισμού και της άμεσης δημοκρατίας (Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων).

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Η χώρα που ανατινάζει τους εκσκαφείς της

 Του Μιχάλη Χαιρετάκη

Ο λιγνίτης, η Μπίτολα, οι μεσάζοντες και η πολιτική απορία μιας δημοκρατίας που φέρεται στη δική της υποδομή σαν στρατός αποχώρησης.
Του Μιχάλη Χαιρετάκη
Στη Μαυροπηγή Κοζάνης, στις 18 Ιουνίου 2026, δεν έπεσαν απλώς τρεις παλιοί καδοφόροι εκσκαφείς. Έπεσε ένα κομμάτι της βιομηχανικής μνήμης της χώρας. Η ΔΕΗ προχώρησε σε ελεγχόμενη έκρηξη τριών γιγαντιαίων εκσκαφέων στο ορυχείο Μαυροπηγής, με την επίσημη αιτιολογία ότι πρόκειται για παλαιό εξοπλισμό που δεν χρησιμοποιείται πλέον.
Η επίσημη φράση ακούγεται αθώα: απόσυρση παλαιού εξοπλισμού. Οι λέξεις όμως δεν αλλάζουν την εικόνα. Δεν μιλάμε για αποθήκευση. Δεν μιλάμε για συντήρηση. Δεν μιλάμε για πώληση. Δεν μιλάμε για αποσυναρμολόγηση με αποτίμηση ανταλλακτικών. Μιλάμε για ανατίναξη.
Όταν ένα κράτος, ή μια εταιρεία με ιστορικό δημόσιο ρόλο, ανατινάζει παραγωγική υποδομή, ο πολίτης έχει δικαίωμα να ρωτήσει: ποια μελέτη απέδειξε ότι η καταστροφή ήταν καλύτερη από τη διατήρηση; Ποιος αποτίμησε την αξία των μηχανών; Ποιος αποτίμησε τα ανταλλακτικά; Ποιος αποτίμησε τη στρατηγική εφεδρεία; Ποιος αποφάσισε ότι η χώρα δεν θα χρειαστεί ποτέ ξανά δυνατότητα εξόρυξης, έστω σε ώρα κρίσης;
Το ερώτημα δεν είναι αν ο λιγνίτης είναι καθαρός. Δεν είναι. Το ερώτημα δεν είναι αν η ενεργειακή μετάβαση είναι αναγκαία. Είναι. Το ερώτημα είναι αν η μετάβαση πρέπει να γίνεται με τρόπο που μοιάζει λιγότερο με εθνικό σχέδιο και περισσότερο με τελετουργική κατεδάφιση.
Η Γερμανία κερδίζει χρόνο, η Ελλάδα πατάει το κουμπί για τα εκρηκτικά
Η Γερμανία, η βιομηχανική μηχανή της Ευρώπης, έχει νομοθετήσει έξοδο από τον άνθρακα το αργότερο έως το 2038. Δεν το κάνει μέσα σε μια νύχτα. Δεν το κάνει χωρίς σχέδιο. Δεν το κάνει χωρίς χρήμα. Δεν το κάνει χωρίς κοινωνική διαχείριση. Η ίδια η γερμανική κυβέρνηση έχει προβλέψει έως και σαράντα δισεκατομμύρια ευρώ για τις ανθρακικές περιοχές μέχρι το 2038, ώστε η μετάβαση να μη σημάνει κοινωνική κατάρρευση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επιπλέον εγκρίνει αποζημίωση έως 1,75 δισεκατομμυρίων ευρώ προς τη γερμανική LEAG, στο πλαίσιο της εξόδου από τον άνθρακα έως το 2038, με ποσά που αφορούν κοινωνικά κόστη, αποκατάσταση περιοχών και απώλειες κερδών.
Αυτό σημαίνει σοβαρό κράτος. Σημαίνει ότι η Γερμανία μπορεί να θέλει την πράσινη μετάβαση, αλλά δεν πετάει τη δική της βιομηχανική βάση στα σκουπίδια χωρίς λογαριασμό. Παίρνει χρόνο, κρατάει περιθώρια, διαπραγματεύεται, αποζημιώνει, στηρίζει περιοχές, προστατεύει εργαζόμενους.
Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει επισήμως στο ΕΣΕΚ πλήρη απολιγνιτοποίηση έως το 2028, ενώ η ΔΕΗ μιλά πλέον για τέλος του λιγνίτη μέχρι το τέλος του 2026 και μετατροπή της Πτολεμαΐδας V σε μονάδα φυσικού αερίου. Η διαφορά είναι καθαρή: η Γερμανία αποχωρεί από τον άνθρακα συντεταγμένα σαν βιομηχανικό κράτος. Η Ελλάδα αποχωρεί σαν χώρα που βιάζεται να αποδείξει την υπακοή της.
Το παραμύθι της αυτάρκειας μόνο με ήλιο και αέρα
Πρέπει να ειπωθεί απλά, χωρίς τεχνικά στολίδια: δεν υπάρχει αξιόπιστο ηλεκτρικό σύστημα μόνο με φωτοβολταϊκά και ανεμογεννήτριες, εκτός αν διαθέτεις τεράστιες υποδομές ευελιξίας. Δηλαδή δίκτυα, αποθήκευση, υδροηλεκτρικά, μπαταρίες, αντλησιοταμίευση, εφεδρικές μονάδες, διασυνδέσεις, διαχείριση ζήτησης και μηχανισμούς σταθερότητας.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας το αναφέρει καθαρά: η μεταβλητότητα της ηλιακής και αιολικής παραγωγής απαιτεί ευελιξία σε όλο το σύστημα, με ευέλικτες μονάδες παραγωγής, ενισχυμένα δίκτυα, αυξημένη αποθήκευση και ανταπόκριση της ζήτησης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται επίσης ότι τα ηλεκτρικά δίκτυα της Ευρώπης χρειάζονται τεράστιες επενδύσεις, της τάξης των 584 δισεκατομμυρίων ευρώ έως το 2030, καθώς το 40% των δικτύων διανομής είναι άνω των σαράντα ετών και η κατανάλωση ηλεκτρισμού αναμένεται να αυξηθεί.
Άρα το επιχείρημα ότι ο ήλιος και ο αέρας είναι δωρεάν είναι μισή αλήθεια. Ο ήλιος είναι δωρεάν. Ο αέρας είναι δωρεάν. Το σύστημα που τους μετατρέπει σε αξιόπιστο ρεύμα δεν είναι. Οι μπαταρίες δεν είναι. Τα δίκτυα δεν είναι. Οι διασυνδέσεις δεν είναι. Οι εφεδρείες δεν είναι. Στο τέλος, όλα αυτά περνούν είτε στους λογαριασμούς είτε στους φόρους είτε στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις. Και ο Έλληνας πολίτης ήδη πληρώνει ακριβά: η Ελλάδα παραμένει στις ακριβότερες αγορές ρεύματος της Ευρώπης, με υψηλό λιανικό κόστος και πρόσθετο βάρος σε καταναλωτές με πράσινα τιμολόγια.
Ο λιγνίτης δεν είναι άγιος, ήταν όμως εγχώρια δυνατότητα
Εδώ χρειάζεται να πουμε τα πράγματα με ακρίβεια. Ο λιγνίτης δεν είναι φθηνός , όπως ήταν παλιά, καθώς το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα τον έχει κάνει ακριβότερο στην ηλεκτροπαραγωγή. Το ΙΕΝΕ σημειώνει ότι η λιγνιτική παραγωγή στην Ελλάδα μειώθηκε έντονα λόγω ανάπτυξης ΑΠΕ, χαμηλότερης ζήτησης και υψηλού κόστους δικαιωμάτων, ενώ το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών διατηρεί τις τιμές πάνω από πενήντα ευρώ ο τόνος από το 2021.
Αυτό όμως δεν ακυρώνει το βασικό ερώτημα. Άλλο είναι να λες ότι ο λιγνίτης είναι πλέον ακριβός μέσα στο ευρωπαϊκό σύστημα και άλλο είναι να καταστρέφεις τη δυνατότητα εξόρυξης σαν να μην έχει καμία αξία. Η ενεργειακή ασφάλεια δεν μετριέται μόνο με την τιμή μιας ημέρας. Μετριέται με εφεδρείες, με γεωπολιτικό κίνδυνο, με εισαγωγές, με αέριο, με κρίσεις, με πολέμους, με διακοπές εφοδιασμού.
Και εδώ αρχίζει το παράδοξο: ενώ η Ελλάδα κλείνει τον λιγνίτη στο εσωτερικό, ελληνικός λιγνίτης συνεχίζει να εξάγεται στη Βόρεια Μακεδονία, κυρίως προς τη Μπίτολα.
Το γαϊτανάκι της Μπίτολα
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Energypress και στοιχεία της Eurostat, από το 2022 έως το 2025 η Ελλάδα εξήγαγε στη Βόρεια Μακεδονία περίπου 2,96 εκατομμύρια τόνους λιγνίτη, με συνολικά έσοδα για τις εταιρείες της τάξης των 91,7 εκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή περίπου 31 ευρώ ανά τόνο. Ο ελληνικός λιγνίτης κάλυψε έως το τέλος του 2025 το 16,9% της συνολικής ποσότητας καυσίμου που χρησιμοποιήθηκε στον λιγνιτικό σταθμό της Μπίτολα.
Στην περίπτωση της Αχλάδας, έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος που διαβιβάστηκε στη Βουλή ανέφερε ότι το 2023 πωλήθηκαν με προορισμό τη Μπίτολα 768.827,11 τόνοι λιγνίτη, σε τιμή 28 έως 30 ευρώ ανά τόνο. Η ίδια αναφορά σημείωνε ότι η σύμβαση της Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας Α.Ε. δεν έθετε περιορισμούς στη διάθεση ή πώληση του λιγνίτη στο εξωτερικό.
Εδώ μπαίνει το απλό ερώτημα. Αν ο ελληνικός λιγνίτης είναι τόσο παρωχημένος ώστε να κλείνουμε μονάδες και να ανατινάζουμε εκσκαφείς, γιατί είναι αρκετά χρήσιμος ώστε να καίγεται στη Μπίτολα; Και αν η Μπίτολα χρειαζόταν ελληνικό λιγνίτη, γιατί δεν υπήρξε μια απευθείας, διαφανής, κρατικά ελεγχόμενη διαδρομή και έπρεπε να αναλάβουν αυτό το έργο μεσάζοντες;
Το ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί δεν πούλησε η ΔΕΗ. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο επίσημος πωλητής ήταν ιδιωτική ή μισθώτρια εταιρεία ορυχείου, όπως τα Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας. Το πραγματικό ερώτημα είναι ευρύτερο: γιατί η ελληνική πλευρά, το ελληνικό κράτος, η ΔΕΗ, οι αρμόδιες αρχές και οι θεσμοί δεν διαμόρφωσαν ένα καθαρό, δημόσιο, απευθείας πλαίσιο διάθεσης;
Γιατί δηλαδή η διαδρομή δεν ήταν ελληνική πλευρά προς την κρατική ESM και τον σταθμό της Μπίτολα, αλλά ελληνικό ορυχείο, δικαιώματα, ενδιάμεσοι έμποροι, εταιρείες ειδικού σκοπού, μεταπωλήσεις, συμβάσεις, παραρτήματα και τελικά παράδοση στην ESM. Αυτό είναι το γαϊτανάκι.
Η έρευνα του IRL και το μοτίβο των ενδιάμεσων
Το ερευνητικό μέσο IRL στη Βόρεια Μακεδονία, μετά από δικαστικές προσπάθειες για πρόσβαση σε έγγραφα, ανέφερε ότι από το 2022 η κρατική ενεργειακή εταιρεία της χώρας υπέγραψε συμβάσεις με έντεκα εταιρείες για περίπου 4,6 εκατομμύρια τόνους άνθρακα, με συνολική συμφωνημένη δαπάνη 283 εκατομμυρίων ευρώ.
Το IRL περιγράφει ένα δίκτυο εταιρειών, ενδιάμεσων σχημάτων και διαμεσολαβήσεων μέσα από το οποίο, σύμφωνα με την έρευνα, η ενεργειακή κρίση φέρεται να μετατράπηκε σε ευκαιρία κερδοφορίας για συγκεκριμένους επιχειρηματικούς κύκλους.
Στην περίπτωση της Αχλάδας, το IRL αναφέρει ότι μία εταιρεία είχε σύμβαση με την εταιρεία εκμετάλλευσης του ορυχείου, από όπου προήλθε η ποσότητα. Το ίδιο ρεπορτάζ αναφέρει ότι από την Αχλάδα πουλήθηκαν στη Βόρεια Μακεδονία 768.827 τόνοι σε τιμή 28 έως 30 ευρώ ανά τόνο. Παράλληλα, καταγράφεται ότι το κόστος αγοράς ανέβηκε από 30 ευρώ ανά τόνο το 2023 σε 35 ευρώ ανά τόνο το επόμενο έτος, με επιπλέον περίπου 10 ευρώ ανά τόνο για μεταφορικά και λοιπά κόστη.
Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με την έρευνα του IRL, η τιμή που έφτανε τελικά στην κρατική ενεργειακή εταιρεία της Βόρειας Μακεδονίας φέρεται να ήταν κοντά στα 70 ευρώ ανά τόνο.
Στο ίδιο ρεπορτάζ καταγράφεται και άλλη εταιρεία, η οποία φέρεται να είχε ρόλο εμπορικού αντιπροσώπου, με αμοιβή 47 ευρώ ανά τόνο σύμφωνα με έγγραφο που επικαλείται το IRL. Δεν το παραθέτουμε ως δικαστική κρίση. Το παραθέτουμε ως δημοσιογραφικό εύρημα που απαιτεί απάντηση.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η περίπτωση εταιρείας που, σύμφωνα με το IRL, ιδρύθηκε στις 20 Ιουνίου 2023, δηλαδή μόλις δύο μήνες πριν από μεγάλο διαγωνισμό της κρατικής ενεργειακής εταιρείας για αγορά λιγνίτη. Τον Οκτώβριο του 2023 πήρε σύμβαση 10 εκατομμυρίων ευρώ για λιγνίτη από το Προσήλιο, ενώ με παράρτημα τον Φεβρουάριο του 2024 η συνολική αξία έφτασε τα 11 εκατομμύρια ευρώ.
Η πραγματοποιηθείσα τιμή, πάντοτε σύμφωνα με την ίδια έρευνα, έφτασε τα 88,5 ευρώ ανά τόνο, την υψηλότερη που κατέγραψε το ρεπορτάζ για αυτή την πρώτη ύλη.
Δεν χρειάζεται να καταλογιστεί ευθύνη σε πρόσωπα. Η ίδια η διαδρομή φωνάζει.
Το IRL αναφέρει ότι η συγκεκριμένη εταιρεία αγόραζε τον λιγνίτη από εταιρεία τρίτης χώρας, η οποία είχε αποκλειστικά δικαιώματα προμήθειας από το Προσήλιο. Στη διαδρομή εμφανίζεται και άλλη ενδιάμεση εταιρεία, η οποία φέρεται να αγόρασε ποσότητα από την εταιρεία με τα αποκλειστικά δικαιώματα και να τη μεταπώλησε στην εταιρεία που τελικά συμβλήθηκε με την κρατική ενεργειακή εταιρεία της Βόρειας Μακεδονίας.
Το ερώτημα είναι αμείλικτο: γιατί ελληνικός λιγνίτης από το Προσήλιο χρειαζόταν εταιρεία τρίτης χώρας, ενδιάμεση εταιρεία, νεοσύστατη εταιρεία στη Βόρεια Μακεδονία και κρατικό αγοραστή, αντί για μια καθαρή απευθείας συμφωνία;
Αν υπήρχε τεχνικός λόγος, να δημοσιευθεί. Αν υπήρχε εμπορικός λόγος, να εξηγηθεί. Αν υπήρχε νομικός λόγος, να παρουσιαστεί. Αν υπήρχε ζήτημα ποιότητας, μεταφοράς, εγγυήσεων, πιστώσεων ή ασφάλισης, να κατατεθούν τα έγγραφα.
Αν δεν υπάρχει τίποτε από όλα αυτά, τότε δεν μιλάμε για απλό εμπόριο. Μιλάμε για ομίχλη διαμεσολάβησης πάνω σε δημόσια ενεργειακή ύλη.
Η Αχλάδα και το ελληνικό σκέλος της υπόθεσης
Το Reporters United έχει γράψει ότι το χωριό, ενώ το ορυχείο είχε αδειοδοτηθεί για να τροφοδοτεί ελληνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής, είδε τον λιγνίτη να εξάγεται πλέον στη Βόρεια Μακεδονία μετά το κλείσιμο του σταθμού.
Σε δεύτερο ρεπορτάζ, το Reporters United αναφέρει ότι εντόπισε εταιρεία που ανήκει κατά 100% σε μεγάλο ελληνικό επιχειρηματικό όμιλο. Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας για το 2024 η δραστηριότητά της αφορά τη μίσθωση εκτάσεων προς εξόρυξη λιγνίτη και την παροχή συμβουλευτικών και διαχειριστικών υπηρεσιών προς την εταιρεία εκμετάλλευσης του ορυχείου της Αχλάδας.
Στο ίδιο ρεπορτάζ καταγράφονται και δηλώσεις στελέχους του ομίλου προς κατοίκους της Αχλάδας, σύμφωνα με τις οποίες ο όμιλος χρηματοδοτεί την εταιρεία εκμετάλλευσης του ορυχείου επειδή αγοράζει λιγνίτη από αυτήν.
Δεν αποδίδεται εδώ ποινική πρόθεση. Το ερώτημα είναι πολιτικό και θεσμικό.
Όταν μια περιοχή αδειοδοτείται με επίκληση δημοσίου συμφέροντος για να τροφοδοτεί ελληνική ηλεκτροπαραγωγή, πώς μετατρέπεται τελικά σε πηγή εξαγωγικού λιγνίτη προς γειτονικό σταθμό;
Ποιος το αποφάσισε; Με ποια κριτήρια; Με ποια τεκμηρίωση; Και ποιος έκρινε ότι αυτό υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον καλύτερα από την ελληνική ενεργειακή ασφάλεια;
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος πούλησε, ποιος αγόρασε και ποιος μεσολάβησε. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν δημόσια ενεργειακή ύλη, αδειοδοτημένη με όρους δημοσίου συμφέροντος, μετατράπηκε σε πεδίο ιδιωτικής διαμεσολάβησης, εξαγωγικού εμπορίου και αδιαφανούς υπεραξίας.
Και αυτό δεν μπορεί να μείνει χωρίς απάντηση.
Η πολιτική αντίφαση
Εδώ βρίσκεται το κέντρο του ζητήματος. Η χώρα λέει στον πολίτη ότι ο λιγνίτης τελείωσε. Λέει στη Δυτική Μακεδονία ότι η εποχή της τελείωσε. Λέει στους εργαζόμενους να αλλάξουν ζωή. Λέει στους καταναλωτές να πληρώσουν τη μετάβαση. Λέει στις αγορές να επενδύσουν σε ΑΠΕ, αέριο, μπαταρίες και δίκτυα. Και την ίδια ώρα, ελληνικός λιγνίτης περνά τα σύνορα και καίγεται στη Μπίτολα.
Δεν μιλάμε επομένως για καθαρή ενεργειακή πολιτική. Μιλάμε για πολιτική διπλής όψης. Στο εσωτερικό, ο λιγνίτης παρουσιάζεται ως νεκρό παρελθόν. Στο εξωτερικό, γίνεται εμπορεύσιμο καύσιμο. Στη Δυτική Μακεδονία, ανατινάζονται εκσκαφείς. Στη Μπίτολα, ελληνικός λιγνίτης τροφοδοτεί μονάδες. Στον Έλληνα πολίτη, πουλιέται η αφήγηση της πράσινης μετάβασης. Στην αγορά, ανοίγουν νέες διαδρομές κέρδους. Αυτό δεν είναι ενεργειακή στρατηγική. Είναι πολιτική σχιζοφρένεια.
Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν
Δεν χρειάζονται κραυγές. Χρειάζονται έγγραφα.
Ποια τεχνικοοικονομική μελέτη αποφάσισε ότι οι εκσκαφείς της Μαυροπηγής έπρεπε να ανατιναχθούν και όχι να παροπλιστούν, να πωληθούν, να αποσυναρμολογηθούν ή να κρατηθούν ως εφεδρεία; Ποιος αποτίμησε την αξία τους ως εξοπλισμό, ως ανταλλακτικά και ως στρατηγική δυνατότητα;
Ποιος ενέκρινε τις εξαγωγές ελληνικού λιγνίτη στη Βόρεια Μακεδονία και γιατί δεν υπήρξε απευθείας δημόσια συμφωνία με την ESM και τον σταθμό της Μπίτολα; Ποιοι ήταν όλοι οι ενδιάμεσοι στην αλυσίδα της Αχλάδας προς τη Μπίτολα και του Προσηλίου προς τη Μπίτολα; Ποιος είχε τα δικαιώματα εξόρυξης, ποιος τα δικαιώματα διάθεσης, ποιος τα δικαιώματα μεταπώλησης;
Ποια ήταν η τιμή εξόρυξης, η τιμή πρώτης πώλησης, η τιμή μεταπώλησης και η τελική τιμή προς την ESM; Ποια προστιθέμενη αξία προσέφερε κάθε κρίκος της αλυσίδας; Πόσο κόστισε στον τελικό καταναλωτή της Βόρειας Μακεδονίας αυτό το γαϊτανάκι;
Και κυρίως: τι έχασε η Ελλάδα από την απώλεια μιας εγχώριας εφεδρικής δυνατότητας, την ώρα που το νέο σύστημα χρειάζεται φυσικό αέριο, εισαγωγές, μπαταρίες και δίκτυα δισεκατομμυρίων;
Η εικόνα που μένει
Οι υποδομές ανατινάζονται συνήθως από στρατούς κατοχής όταν φεύγουν. Ανατινάζουν γέφυρες, εργοστάσια, αποθήκες, δρόμους, μηχανές, για να μη μείνει τίποτε χρήσιμο πίσω. Γι’ αυτό η εικόνα της Μαυροπηγής σοκάρει. Όχι επειδή οι τρεις εκσκαφείς ήταν αιώνιοι. Όχι επειδή ο λιγνίτης είναι το μέλλον. Αλλά επειδή μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση και ένας ιστορικός ενεργειακός οργανισμός οφείλουν να λειτουργούν με λογοδοσία, όχι με εικόνες τελετουργικής καταστροφής.
Μια δημοκρατία δεν ανατινάζει τη βιομηχανική της μνήμη χωρίς να εξηγήσει. Δεν καταστρέφει δυνατότητες χωρίς να παρουσιάσει μελέτη. Δεν κλείνει εφεδρείες χωρίς να δείξει το σχέδιο αντικατάστασης. Δεν λέει στον λαό να πληρώσει τη μετάβαση ενώ ο λιγνίτης της χώρας ταξιδεύει σε γειτονικό σταθμό μέσα από αλυσίδες εταιρειών, συμβάσεων και μεταπωλήσεων.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να πάμε σε καθαρότερη ενέργεια. Πρέπει. Το ερώτημα είναι άλλο. Γιατί η Ελλάδα δεν μεταβαίνει σαν σοβαρό κράτος, αλλά κατεδαφίζει σαν να βιάζεται να σβήσει τα ίχνη μιας εποχής; Γιατί ο ελληνικός λιγνίτης είναι αρκετά κακός για να μην καίγεται εδώ, αλλά αρκετά καλός για να πουλιέται στη Μπίτολα; Γιατί η διαδρομή του δεν ήταν απλή, δημόσια και διαφανής; Και γιατί μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση επιτρέπει εικόνες που θυμίζουν όχι εθνικό σχεδιασμό, αλλά αποχώρηση δύναμης που δεν θέλει να αφήσει τίποτε όρθιο πίσω της;
Αυτό δεν είναι απλώς ενεργειακή πολιτική. Είναι τεστ δημοκρατικής λογοδοσίας. Και μέχρι να απαντηθούν τα ερωτήματα, η ανατίναξη της Μαυροπηγής θα μένει εκεί. Όχι ως τέλος εποχής, αλλά ως εικόνα μιας χώρας που δεν εξήγησε ποτέ γιατί έπρεπε πρώτα να καταστρέψει αυτό που μετά προσποιήθηκε ότι δεν είχε πια αξία.
Πηγές και τεκμηρίωση
1. Ρεπορτάζ για την ελεγχόμενη ανατίναξη τριών καδοφόρων εκσκαφέων στο ορυχείο Μαυροπηγής Κοζάνης από τη ΔΕΗ και την επίσημη αιτιολογία περί απόσυρσης παλαιού εξοπλισμού (ελληνικός Τύπος, Ιούνιος 2026).
2. Επίσημη θέση ΔΕΗ και Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ): πλήρης απολιγνιτοποίηση έως το 2028.
3. Επίσημη σελίδα της ΔΕΗ για αποκατάσταση εδαφών, κατεδαφίσεις και αποσυναρμολόγηση εξοπλισμού στο πλαίσιο της απολιγνιτοποίησης.
4. Επίσημη σελίδα της γερμανικής κυβέρνησης (bundesregierung.de) για τον νόμο εξόδου από τον άνθρακα έως το 2038.
5. Στοιχεία για το πακέτο στήριξης ύψους έως 40 δισεκατομμυρίων ευρώ προς τις γερμανικές ανθρακικές περιοχές (ομοσπονδιακή ενημέρωση και ευρωπαϊκές αναφορές).
6. Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Reuters: έγκριση κρατικής ενίσχυσης έως 1,75 δισεκατομμυρίων ευρώ προς τη γερμανική LEAG για την έξοδο από τον άνθρακα.
7. Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA), έκθεση για την ενσωμάτωση ηλιακής και αιολικής παραγωγής: ανάγκη ευελιξίας, αποθήκευσης, ευέλικτων μονάδων και ανταπόκρισης ζήτησης.
8. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, European Grids Package: ανάγκη επενδύσεων περίπου 584 δισεκατομμυρίων ευρώ στα ευρωπαϊκά δίκτυα έως το 2030 και διαπίστωση ότι το 40% των δικτύων διανομής είναι άνω των σαράντα ετών.
9. The Green Tank: εκθέσεις και δελτία για το κόστος ρεύματος στην Ελλάδα και τις εξαγωγές ελληνικού λιγνίτη στη Βόρεια Μακεδονία (συνολικά 2,96 εκατομμύρια τόνοι την περίοδο 2022 έως 2026).
10. Energypress: δημοσιεύματα για τις εξαγωγές ελληνικού λιγνίτη στη Βόρεια Μακεδονία, την προέλευση από Αχλάδα και Προσήλιο, τον προορισμό προς τη Μπίτολα και τη συμμετοχή του ελληνικού λιγνίτη στο καύσιμο της μονάδας.
11. Energypress και απαντητικό έγγραφο του Υπουργείου Περιβάλλοντος προς τη Βουλή: 768.827,11 τόνοι λιγνίτη από την Αχλάδα προς τη Μπίτολα το 2023, σε τιμή 28 έως 30 ευρώ ανά τόνο.
12. eΜακεδονία: αναπαραγωγή της απάντησης του ΥΠΕΝ για την Αχλάδα, με επιβεβαίωση της ποσότητας και της τιμής.
13. IRL (Investigative Reporting Lab North Macedonia): έρευνα για τις συμβάσεις της κρατικής ESM, τη μονάδα της Μπίτολα και τους ενδιάμεσους κρίκους. Βασική πηγή για τις εταιρείες Nikopoulos DOOEL Bitola, Enerika, τη σερβική εταιρεία με αποκλειστικά δικαιώματα από το Προσήλιο, τη Zobek Mining και τη Gomasidra, καθώς και για τις εμπορικές διαδρομές και τιμές. Χρησιμοποιείται με τη ρητή διατύπωση «σύμφωνα με την έρευνα του IRL».
14. Reporters United: ρεπορτάζ για το χωριό Αχλάδα, την αρχική αδειοδότηση του ορυχείου για τροφοδοσία του ΑΗΣ Μελίτη, τις εξαγωγές προς τη Μπίτολα μετά το κλείσιμο του σταθμού και τον εντοπισμό της ΕΛΙΦ Α.Ε. (100% θυγατρική του ομίλου Metlen) ως μισθώτριας εκτάσεων και παρόχου υπηρεσιών προς τη Λιγνιτωρυχεία Αχλάδας Α.Ε.
15. Global Energy Monitor: τεχνικό και ενεργειακό προφίλ του λιγνιτικού σταθμού της Μπίτολα, με εγκατεστημένη ισχύ τουλάχιστον 699 MW.
16. ΙΕΝΕ (Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης), έκθεση για τον ελληνικό ενεργειακό τομέα: μείωση λιγνιτικής παραγωγής, επίδραση του κόστους δικαιωμάτων εκπομπών CO2 και τιμές άνω των πενήντα ευρώ ο τόνος στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών από το 2021.
17. Energypress (ευρωπαϊκή έκδοση): δημοσιεύματα για την Πτολεμαΐδα V, την οικονομική βιωσιμότητα της μετατροπής σε φυσικό αέριο και τις συνέπειες στον εθνικό ενεργειακό σχεδιασμό.
18. Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD): πληροφορίες για το φωτοβολταϊκό έργο Bitola 3, ως ένδειξη μετάβασης πρώην λιγνιτικών περιοχών σε νέες χρήσεις και επενδύσεις στη Βόρεια Μακεδονία.
Σημείωση: όπου το κείμενο αναφέρεται σε επιμέρους εταιρείες ή σε συγκεκριμένες εμπορικές διαδρομές , τα ονόματα αφαιρέθηκαν αν και υπάρχουν σε δημόσιες πηγές ενω οι ισχυρισμοί αποδίδονται ρητά στις πηγές που τους κατέγραψαν, ιδίως στο IRL και στο Reporters United. Δεν αποδίδεται ποινική ευθύνη σε κανένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Ζητείται διαφάνεια στη διαδρομή και τεκμηρίωση από τους αρμόδιους θεσμούς.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

''Αριστερή συμπόρευση'' για την ανατίναξη των λιγνιτικών εκσκαφέων

 

Μόνο η εργατική και λαϊκή πάλη μπορούν να προστατέψουν τις δημόσιες υποδομές

 

ü  Ανατίναξαν χθες λιγνιτικούς εκσκαφείς αξίας δεκάδων εκατομμυρίων στο Ορυχείο Μαυροπηγής

ü  Προχωρούν ακάθεκτοι στην ανατίναξη του ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου όταν το 2023 επενδύθηκαν πάνω από 100 εκατομμύρια ευρώ στην αναβάθμιση της 5ης μονάδας

 

Η κυβέρνηση του Μητσοτάκη και της νέας Δημοκρατίας προκλητικά και ανερυθρίαστα καταστρέφει τις ενεργειακές υποδομές της Χώρας για να στηρίξει ξένα οικονομικά συμφέροντα και τους ντόπιους ιδιωτικούς ενεργειακούς ομίλους.

Ø  Ενώ κατέρρευσαν όλα τα επιχειρήματα Κυβέρνησης και οικονομικών συμφερόντων περί: «πράσινης μετάβασης», «μειωμένων τιμών ρεύματος λόγω ΑΠΕ», «ενεργειακής αυτάρκειας», «ενεργειακής ασφάλειας» «ασύμφορου οικονομικά λιγνίτη» κ.α

Ø  Ενώ η πρωτοφανής ενεργειακή και οικονομική κρίση που πυροδότησε η ιμπεριαλιστική επίθεση στο Ιράν ανάγκασε τις κυβερνήσεις όλου του Πλανήτη να αξιοποιήσουν τους δικούς τους ενεργειακούς πόρους.

Ø  Ενώ ο ΑΔΜΗΕ προειδοποίησε την Κυβέρνηση για προβλήματα ενεργειακής ασφάλειας και ευστάθειας των δικτύων λόγω της εξόδου των λιγνιτικών μονάδων και πρότεινε να παραμείνει ενεργή η 5η μονάδα της Πτολεμαΐδας.

 

Καταστρέφουν τις λιγνιτικές υποδομές για να στηρίξουν ιδιωτικά και ξένα συμφέροντα

 

Η κυβέρνηση του Μητσοτάκη δέσμια ξένων κυρίως αλλά και ντόπιων συμφερόντων δεν θέλει να κρατήσει  ούτε ως εφεδρεία τις λιγνιτικές υποδομές και υλοποιεί το σχέδιο ολικής καταστροφής όλων των λιγνιτικών εγκαταστάσεων για  να μην μπορούν να επαναλειτουργήσουν «με καμία κυβέρνηση...».

Τα ερωτήματα που μπαίνουν είναι αμείλικτα:

1.      Αφού κάνατε την «πράσινη μετάβαση» γιατί εγκαινιάζετε συνεχώς νέες μονάδες παραγωγής ρεύματος με φυσικό αέριο; Γιατί κάθε 1 MW (μεγαβάτ) εγκατεστημένης ισχύος λιγνιτικής παραγωγής που έκλεισε αντικαταστάθηκε με 2 MW μονάδων φυσικού αερίου, που αν υλοποιηθεί ο προγραμματισμός σας θα φτάσει τα 3 MW; Γιατί προετοιμάζετε την κοινή γνώμη για κατασκευή πυρηνικών αντιδραστήρων παραγωγής ρεύματος αγνοώντας τις ολέθριες συνέπειες; Γιατί προγραμματίζετε παραγωγή ενέργειας από καύση σκουπιδιών που παράγουν  καρκινογόνες διοξίνες και φουράνια; Γιατί γεμίζετε κάμπους, βουνά και κατοικημένες περιοχές με μπαταρίες λιθίου βάζοντας σε τεράστιο κίνδυνο την υγεία των κατοίκων και του περιβάλλοντος;

2.      Γιατί, ενώ η εγκατεστημένη ισχύς των μεταβλητών ΑΠΕ καλύπτει 10 φορές τη συνολική κατανάλωση ενέργειας της Χώρας και καθημερινά πετιούνται στα σκουπίδια χιλιάδες «πράσινες» μεγαβατώρες, εσείς συνεχίζετε την αδειοδότησε και νέων έργων βιομηχανικών ΑΠΕ; Γιατί ψηφίσατε νόμο που καταργεί ακόμα και την προσχηματική υποχρέωση των εταιρειών να καταθέτουν Περιβαλλοντικές Μελέτες δίνοντας στις εταιρείες ΑΠΕ το δικαίωμα να εγκαθιστούν όσες θέλουν και όπου θέλουν τερατώδεις μηχανές καταστροφής του περιβάλλοντος και της υγείας των κατοίκων χωρίς καν να έχουν δικαίωμα επιλογής ή διαφωνίας; 

3.      Πως θα εγγυηθείτε την ενεργειακή ασφάλεια της Χώρας όταν οι σταθερές μονάδες βάσης λειτουργούν μόνο με εισαγόμενο φυσικό αέριο το οποίο μεταφέρεται μέσω του Τουρκικού TurkStream, ή LNG που μεταφέρεται με καράβια μέσω του Ατλαντικού; Τι θα κάνετε αν ο Ερντογάν ή ο οποιοσδήποτε σουλτάνος κλείσει τη στρόφιγγα ή ανατινάξει τους αγωγούς; Πως θα λύσετε το πρόβλημα εισαγωγών LNG από τις ΗΠΑ κι αλλού όταν η εντεινόμενη γεωπολιτική αστάθεια δεν θα επιτρέψει την ασφαλή διέλευση τω πλοίων μεταφοράς LNG;

4.      Με ποιο δικαίωμα καταστρέφετε τις υποδομές των ΑΗΣ και των Ορυχείων που φτιάχτηκαν με δημόσιο χρήμα βγαλμένο με τον ιδρώτα και το αίμα του Ελληνικού λαού; Ποιος σας δίνει το δικαίωμα να βάλετε τον ελληνικό λαό να πληρώσει ακόμα μισό δις ευρώ για να μετατρέψετε την 5η μονάδα της Πτολεμαΐδας σε μονάδα φυσικού αερίου όταν πληρώθηκε με 1,5 δις από τον Ελληνικό λαό και δεν δούλεψε ούτε ένα χρόνο; Με ποιο δικαίωμα ανατινάζετε καταστρέφεται εκσκαφείς που είναι μέσα παραγωγής εντάσεως κεφαλαίου και πληρώθηκαν 50 εκ. ευρώ ο καθένας; Δεν πρέπει να πάνε κάποιοι στον εισαγγελέα για τη διαπλοκή που γίνεται στην δήθεν ανακύκλωση του βοηθητικού εξοπλισμού των ορυχείων και των ΑΗΣ αγοράζοντας με το κιλό ολοκαίνουργα μηχανήματα που τα μεταπουλούν ως χρήσιμα; Γιατί δεν τα χαρίζετε τουλάχιστον στην τοπική αυτοδιοίκηση για να παράγουν έργο;

5.      Γιατί, ενώ φτιάξατε τη ΔΕΗ, σε μια νύχτα, τον μεγαλύτερο τσιφλικά των Βαλκανίων, κάτοχο 250.000 στρεμμάτων, όση έκταση έχει η Μάλτα, όλα τα προγραμματισμένα έργα της γίνονται στις αυλές των ΑΗΣ; Προφανώς για να μην μπορέσουν να ξαναλειτουργήσουν ποτέ ακόμα και σε έκτακτες συνθήκες;   

Προφανώς τα ερωτήματα είναι πολλά αλλά είναι ρητορικά. Δεν περιμένουμε απάντηση από μια Κυβέρνηση που Βάζει μπροστά στο Εθνικό συμφέρον τα συμφέροντα ξένων χωρών και απέναντι στο λαϊκό συμφέρον το συμφέρον του πολυεθνικού, πολυκλαδικού κεφαλαίου. Αντί να στηρίξει το μόνο εθνικό καύσιμο που έχει, τον λιγνίτη, στήνει χορούς και πανηγύρια που η χώρα θα μετατραπεί σε ενεργειακό διακομιστικό κόμβο (hub) προωθώντας το αμερικάνικο LNG στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Ταυτόχρονα υποθηκεύει την ενεργειακή ασφάλεια και  εντείνει την ενεργειακή εξάρτηση που ξεπέρασε το 80% - μοναδικό προνόμιο σε όλη την Ευρώπη.

Είναι καιρός τα κόμματα της αντιπολίτευσης κυρίως ΠΑΣΟΚ/ΣΥΡΙΖΑ και οι παραφυάδες τους να καταθέσουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την ενέργεια και όχι απλά να ανεβάζουν λεκτικά τους αντιπολιτευτικούς τόνους. Αν έχουν τη διάθεση να συγκρουστούν με το πολυεθνικό Κεφάλαιο, την ΕΕ και τις ΗΠΑ ας το δείξουν έμπρακτα.

Καλούμε το λαό της Δυτικής Μακεδονίας και ολόκληρης της Χώρας να απαιτήσουμε με δυναμικές κινητοποιήσεις:

Ø  Την επαναλειτουργία όλων των σύγχρονων λιγνιτικών μονάδων (5η Πτολεμαΐδας 5η, 5η Άγίου Δημητρίου και ΑΗΣ Μελίτης) που τηρούν τους περιβαλλοντικούς όρους και να μείνουν για εφεδρεία οι υπόλοιπες τέσσερις μονάδες του Αγίου Δημητρίου αφού συντηρηθούν κανονικά.

Ø  Η ΔΕΗ να σταματήσει τις καταστροφικές της επενδύσεις, να αποκαταστήσει τα εδάφη των πρώην Ορυχείων και να επιστρέψει τα κτήματα στους κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας, στους νόμιμους δικαιούχους.

Ø  Αποκλειστικά Δημόσιο, Ενιαίο και καθετοποιημένο φορέα Ηλεκτρικής Ενέργειας, με νέους όρους, υπό εργατικό και Λαϊκό- Κοινωνικό έλεγχο.   

Η ΑΡ.ΣΥ ΑΝΑΤΡΟΠΗ στη Δυτική Μακεδονία, έγκαιρα και έγκυρα εντόπισε και περιέγραψε τους λόγους της Απολιγνιτοποίησης και περιέγραψε με λεπτομέρειες μάλιστα τις επιπτώσεις αυτής της πολιτικής.

Καλούμε όλο το λαό και τους φορείς της Δυτικής Μακεδονίας να προστατέψουμε τις υποδομές που φτιάχτηκαν με τα δικά μας λεφτά και όχι του Στάσση και του Μητσοτάκη

 

Κοζάνη 19/6/2026

«Αριστερή Συμπόρευση για την ΑΝΑΤΡΟΠΗ στη Δυτική Μακεδονία»

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ''WOKE''

 Εισαγωγή Δ. Τσίρκας

Ούτε ψωμί, ούτε νερό στις Μωβίτισσες
Ο αποκλεισμός του Μωβ από το Αντιρατσιστικό φεστιβάλ είναι μια ακόμη εκδήλωση της κουλτούρας της ακύρωσης ή του woke, όπως λέγεται τελευταία.
Ο λόγος που αυτή η ακύρωση προκάλεσε τέτοια αντίδραση είναι γιατί έπληξε μια ομάδα που μέχρι πρόσφατα θεωρούταν ότι ανήκει στο ίδιο στρατόπεδο - και σε μεγάλο βαθμό ανήκει.
Για αυτό δεν θα μάθει κανείς πολλά πράγματα εστιάζοντας στα πώς και τα γιατί της συγκεκριμένης ακύρωσης. Είναι απλώς η τελευταία «φαινομενολογία» του woke.
Πιο ενδιαφέρον έχει να σταθεί κανείς στο ιστορικό, την κοινωνιολογία και τις πρακτικές του εν λόγω ρεύματος, όπως κάνει ο συγγραφέας Πωλ Γκράχαμ στο παρακάτω άρθρο που μεταφράσαμε, λίγο συμπτυγμένο.
Στο κείμενο, παρά τις αδυναμίες του, θα αναγνωρίσετε πολλά από τα μοτίβα, ρόλους και «θεσιακότητες» των πρωταγωνιστών της κόντρας γύρω από το Μωβ. Είναι λίγο μεγάλο – 101 λέξεις – αλλά αξίζει.
Οι απαρχές του woke
Η λέξη “prig” δεν χρησιμοποιείται πολύ συχνά σήμερα, αλλά αν αναζητήσει κανείς τον ορισμό της, θα του φανεί γνώριμη:
Ένα αυτάρεσκα ηθικολογικό άτομο, που συμπεριφέρεται σαν να είναι ανώτερο από τους άλλους.
Αυτή η σημασία της λέξης εμφανίστηκε τον 18ο αιώνα, και η ηλικία της δείχνει ότι, παρότι το woke είναι ένα σχετικά πρόσφατο φαινόμενο, αποτελεί εκδοχή ενός πολύ παλαιότερου.
Υπάρχει ένας ορισμένος τύπος ανθρώπου που έλκεται από μια ρηχή, αυστηρή μορφή ηθικής καθαρότητας, την οποία επιδεικνύει επιτιθέμενος σε όποιον παραβιάζει τους κανόνες. Κάθε κοινωνία έχει τέτοιους ανθρώπους.
Αυτό που αλλάζει είναι οι κανόνες που επιβάλλουν. Στη βικτωριανή Αγγλία ήταν η χριστιανική αρετή. Στη σταλινική Ρωσία ήταν ο ορθόδοξος μαρξισμός-λενινισμός. Για τους woke, είναι η κοινωνική δικαιοσύνη.
Επομένως, αν θέλει κανείς να κατανοήσει το woke, το ερώτημα που πρέπει να θέσει δεν είναι γιατί οι άνθρωποι συμπεριφέρονται έτσι. Κάθε κοινωνία έχει αυτάρεσκους ηθικολόγους. Το ερώτημα είναι γιατί οι δικοί μας ηθικολόγοι είναι ηθικολόγοι γύρω από αυτές τις ιδέες, αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή. Και για να απαντήσουμε σε αυτό, πρέπει να ρωτήσουμε πότε και πού ξεκίνησε το woke.
Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι: τη δεκαετία του 1980. Το woke είναι ένα δεύτερο, πιο επιθετικό κύμα πολιτικής ορθότητας, το οποίο ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1980, υποχώρησε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και στη συνέχεια επέστρεψε με εκδικητική ένταση στις αρχές της δεκαετίας του 2010, φτάνοντας τελικά στο αποκορύφωμά του μετά τις ταραχές του 2020.
Τι ήταν ακριβώς η πολιτική ορθότητα; Συχνά μου ζητούν να ορίσω τόσο αυτόν τον όρο όσο και το woke άνθρωποι που θεωρούν ότι πρόκειται για κενές ετικέτες. Θα το κάνω λοιπόν. Και οι δύο έχουν τον ίδιο ορισμό:
Μια επιθετικά επιδεικτική εστίαση στην κοινωνική δικαιοσύνη.
Με άλλα λόγια, είναι άνθρωποι που γίνονται αυτάρεσκοι ηθικολόγοι στο όνομα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Και αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα — η επιδεκτικότητα, όχι η κοινωνική δικαιοσύνη.
Ο ρατσισμός, για παράδειγμα, είναι ένα πραγματικό πρόβλημα. Όχι πρόβλημα στην κλίμακα που πιστεύουν οι woke, αλλά πάντως πραγματικό πρόβλημα. Δεν νομίζω ότι οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος θα το αρνιόταν.
Το πρόβλημα με την πολιτική ορθότητα δεν ήταν ότι εστίαζε στις περιθωριοποιημένες ομάδες, αλλά ο ρηχός και επιθετικός τρόπος με τον οποίο το έκανε. Αντί οι πολιτικώς ορθοί να βγουν στον κόσμο και να βοηθήσουν ήσυχα τα μέλη των περιθωριοποιημένων ομάδων, επικεντρώθηκαν στο να βάζουν ανθρώπους σε μπελάδες επειδή χρησιμοποιούσαν τις λάθος λέξεις για να μιλήσουν γι’ αυτές.
Όσο για το πού ξεκίνησε η πολιτική ορθότητα, αν το σκεφτεί κανείς, πιθανότατα γνωρίζει ήδη την απάντηση. Ξεκίνησε έξω από τα πανεπιστήμια και εξαπλώθηκε σε αυτά από κάποια εξωτερική πηγή;
Προφανώς όχι· ήταν πάντοτε πιο ακραία μέσα στα πανεπιστήμια. Και πού μέσα στα πανεπιστήμια ξεκίνησε; Στα μαθηματικά, στις θετικές επιστήμες ή στη μηχανική, και από εκεί εξαπλώθηκε στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες; Όχι· προφανώς ξεκίνησε από τις ανθρωπιστικές και τις κοινωνικές επιστήμες.
Γιατί εκεί; Και γιατί τότε; Τι συνέβη στις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες τη δεκαετία του 1980;
Μια επιτυχημένη θεωρία για την προέλευση της πολιτικής ορθότητας πρέπει να μπορεί να εξηγήσει γιατί αυτό δεν συνέβη νωρίτερα. Γιατί δεν συνέβη, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια των κινημάτων διαμαρτυρίας της δεκαετίας του 1960; Αυτά ασχολούνταν σε μεγάλο βαθμό με τα ίδια ζητήματα. [1]
Ο λόγος για τον οποίο οι φοιτητικές διαμαρτυρίες της δεκαετίας του 1960 δεν οδήγησαν στην πολιτική ορθότητα ήταν ακριβώς αυτός: ήταν φοιτητικά κινήματα. Δεν είχαν πραγματική εξουσία. Οι φοιτητές μπορεί να μιλούσαν πολύ για τη γυναικεία απελευθέρωση και τη μαύρη δύναμη, αλλά δεν διδάσκονταν αυτά στα μαθήματά τους. Όχι ακόμη.
Στις αρχές όμως της δεκαετίας του 1970, οι φοιτητές διαδηλωτές της δεκαετίας του 1960 άρχισαν να ολοκληρώνουν τις διδακτορικές τους διατριβές και να προσλαμβάνονται ως καθηγητές. Στην αρχή δεν ήταν ούτε ισχυροί ούτε πολλοί. Καθώς όμως όλο και περισσότεροι από τους συνομηλίκους τους ενώνονταν μαζί τους και η προηγούμενη γενιά καθηγητών άρχιζε να συνταξιοδοτείται, έγιναν σταδιακά και τα δύο.
Ο λόγος για τον οποίο η πολιτική ορθότητα ξεκίνησε από τις ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες ήταν ότι αυτά τα πεδία άφηναν μεγαλύτερο περιθώριο για την εισαγωγή της πολιτικής.
Ένας ριζοσπάστης της δεκαετίας του 1960 που έβρισκε δουλειά ως καθηγητής φυσικής μπορούσε ακόμη να πηγαίνει σε διαδηλώσεις, αλλά οι πολιτικές του πεποιθήσεις δεν θα επηρέαζαν τη δουλειά του. Αντίθετα, η έρευνα στην κοινωνιολογία και στη σύγχρονη λογοτεχνία μπορεί να πολιτικοποιηθεί όσο θέλει κανείς.
Είδα την πολιτική ορθότητα να αναδύεται. Όταν ξεκίνησα το πανεπιστήμιο το 1982, δεν ήταν ακόμη κάτι υπαρκτό. Δεν ήταν ακόμη υπαρκτό όταν ξεκίνησα το μεταπτυχιακό μου το 1986. Το 1988 όμως ήταν σίγουρα εκεί, και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 φαινόταν να διαπερνά όλη τη ζωή στην πανεπιστημιούπολη.
Τι συνέβη; Πώς η διαμαρτυρία έγινε τιμωρία; Γιατί τα τέλη της δεκαετίας του 1980 ήταν το σημείο στο οποίο οι διαμαρτυρίες εναντίον του ανδρικού σωβινισμού - όπως λεγόταν τότε - μετατράπηκαν σε επίσημες καταγγελίες προς τις πανεπιστημιακές αρχές περί σεξισμού;
Με απλά λόγια, οι ριζοσπάστες της δεκαετίας του 1960 απέκτησαν μονιμότητα. Έγιναν το Κατεστημένο εναντίον του οποίου είχαν διαμαρτυρηθεί δύο δεκαετίες νωρίτερα. Τώρα βρίσκονταν σε θέση όχι απλώς να εκφράζουν τις ιδέες τους, αλλά να τις επιβάλλουν.
Ένα νέο σύνολο ηθικών κανόνων προς επιβολή ήταν συναρπαστική είδηση για έναν ορισμένο τύπο φοιτητή. Αυτό που το έκανε ιδιαίτερα συναρπαστικό ήταν ότι τους επιτρεπόταν να επιτίθενται σε καθηγητές.
Θυμάμαι ότι είχα προσέξει τότε αυτή την πλευρά της πολιτικής ορθότητας. Δεν ήταν απλώς ένα αυθόρμητο φοιτητικό κίνημα βάσης. Ήταν μέλη του διδακτικού προσωπικού που ενθάρρυναν φοιτητές να επιτίθενται σε άλλα μέλη του διδακτικού προσωπικού.
Από αυτή την άποψη έμοιαζε με την Πολιτιστική Επανάσταση. Ούτε εκείνη ήταν κίνημα βάσης· ήταν ο Μάο που εξαπέλυσε τη νεότερη γενιά εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων.
Και πράγματι, όταν ο Roderick MacFarquhar άρχισε να διδάσκει ένα μάθημα για την Πολιτιστική Επανάσταση στο Χάρβαρντ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πολλοί το εξέλαβαν ως σχόλιο για τα τρέχοντα γεγονότα. Δεν ξέρω αν πράγματι ήταν, αλλά οι άνθρωποι το πίστευαν, και αυτό σημαίνει ότι οι ομοιότητες ήταν εμφανείς.
Οι φοιτητές παίζουν ρόλους. Είναι στη φύση τους. Συνήθως αυτό είναι ακίνδυνο. Αλλά το να παίζει κανείς τον ρόλο του ηθικού αστυνόμου αποδείχθηκε δηλητηριώδης συνδυασμός. Το αποτέλεσμα ήταν ένα είδος ηθικού σαβουάρ βιβρ, επιφανειακό αλλά πολύ περίπλοκο.
Φανταστείτε να πρέπει να εξηγήσετε σε έναν καλοπροαίρετο επισκέπτη από άλλον πλανήτη γιατί η φράση «άνθρωποι με χρώμα» (people of color) θεωρείται ιδιαίτερα φωτισμένη, ενώ η φράση «έγχρωμοι άνθρωποι» (colored people) σημαίνει την απόλυσή σου.
Και γιατί ακριβώς δεν πρέπει σήμερα να χρησιμοποιεί κανείς τη λέξη «νέγρος», παρότι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τη χρησιμοποιούσε συνεχώς στις ομιλίες του. Δεν υπάρχουν υποκείμενες αρχές. Θα έπρεπε απλώς να του δώσει κανείς έναν μακρύ κατάλογο κανόνων για να αποστηθίσει. [2]
Ο κίνδυνος αυτών των κανόνων δεν ήταν μόνο ότι δημιουργούσαν νάρκες για τους ανυποψίαστους, αλλά ότι η πολυπλοκότητά τους τους καθιστούσε αποτελεσματικό υποκατάστατο της αρετής.
Όποτε μια κοινωνία συγκροτείται γύρω από έννοιες αίρεσης και ορθοδοξίας, η ορθοδοξία γίνεται υποκατάστατο της αρετής. Μπορεί να είσαι ο χειρότερος άνθρωπος στον κόσμο, αλλά όσο είσαι ορθόδοξος είσαι καλύτερος από όλους όσοι δεν είναι. Αυτό κάνει την ορθοδοξία πολύ ελκυστική για τους κακούς ανθρώπους.
Για να λειτουργήσει όμως ως υποκατάστατο της αρετής, η ορθοδοξία πρέπει να είναι δύσκολη. Αν το μόνο που χρειάζεται να κάνει κανείς για να είναι ορθόδοξος είναι να φορά ένα συγκεκριμένο ρούχο ή να αποφεύγει να λέει μια συγκεκριμένη λέξη, τότε όλοι ξέρουν να το κάνουν, και ο μόνος τρόπος να φαίνεσαι πιο ενάρετος από τους άλλους είναι να είσαι πράγματι ενάρετος.
Οι ρηχοί, περίπλοκοι και συχνά μεταβαλλόμενοι κανόνες της πολιτικής ορθότητας την έκαναν το τέλειο υποκατάστατο της πραγματικής αρετής. Και το αποτέλεσμα ήταν ένας κόσμος στον οποίο καλοί άνθρωποι που δεν ήταν ενημερωμένοι για τις τρέχουσες ηθικές μόδες καταστρέφονταν από ανθρώπους των οποίων ο χαρακτήρας θα σε έκανε να ανατριχιάσεις αν μπορούσες να τον δεις.
Ένας σημαντικός παράγοντας που συνέβαλε στην άνοδο της πολιτικής ορθότητας ήταν η έλλειψη άλλων πραγμάτων γύρω από τα οποία θα μπορούσε κανείς να είναι ηθικά καθαρός. Οι προηγούμενες γενιές αυτών των ηθικολόγων ήταν ηθικολόγοι κυρίως γύρω από τη θρησκεία και το σεξ.
Αλλά ανάμεσα στην πολιτισμική ελίτ αυτά ήταν οριστικά ξεπερασμένα ήδη από τη δεκαετία του 1980· αν ήσουν θρησκευόμενος ή παρθένος, αυτό ήταν κάτι που συνήθως έκρυβες αντί να το προβάλλεις. Έτσι, το είδος των ανθρώπων που απολαμβάνει να επιβάλλει την ηθική είχε μείνει πεινασμένο από πράγματα που μπορούσε να επιβάλει. Ένα νέο σύνολο κανόνων ήταν ακριβώς αυτό που περίμεναν.
Περιέργως, η ανεκτική πλευρά της Αριστεράς της δεκαετίας του 1960 βοήθησε να δημιουργηθούν οι συνθήκες μέσα στις οποίες επικράτησε η μισαλλόδοξη πλευρά. Οι χαλαροί κοινωνικοί κανόνες που υποστήριζε η παλιά, άνετη χίπικη Αριστερά έγιναν οι κυρίαρχοι, τουλάχιστον μεταξύ των ελίτ, και αυτό δεν άφησε τίποτα στους εκ φύσεως μισαλλόδοξους για να είναι μισαλλόδοξοι.
Ένας ακόμη πιθανός παράγοντας ήταν η πτώση της σοβιετικής αυτοκρατορίας. Ο μαρξισμός ήταν δημοφιλές σημείο εστίασης της ηθικής καθαρότητας στην Αριστερά πριν εμφανιστεί η πολιτική ορθότητα ως ανταγωνιστής, αλλά τα φιλοδημοκρατικά κινήματα στις χώρες του Ανατολικού Μπλοκ τού αφαίρεσαν μεγάλο μέρος της λάμψης του. Ιδίως η πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989. Δεν μπορούσες να είσαι με το μέρος της Στάζι.
Κάτι που είχα παρατηρήσει τότε για την πρώτη φάση της πολιτικής ορθότητας ήταν ότι ήταν πιο δημοφιλής στις γυναίκες παρά στους άνδρες. Εκείνη την εποχή υπήρχε μια μεγάλη αντίδραση εναντίον της σεξουαλικής παρενόχλησης· στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ήταν το σημείο στο οποίο ο ορισμός της σεξουαλικής παρενόχλησης διευρύνθηκε από τις ρητές σεξουαλικές προτάσεις στη δημιουργία ενός «εχθρικού περιβάλλοντος».
Μέσα στα πανεπιστήμια, η κλασική μορφή της κατηγορίας ήταν μια φοιτήτρια να λέει ότι ένας καθηγητής την έκανε να «νιώσει άβολα». Αλλά η ασάφεια αυτής της κατηγορίας επέτρεψε στην ακτίνα της απαγορευμένης συμπεριφοράς να επεκταθεί ώστε να περιλάβει και τη συζήτηση ετερόδοξων ιδεών. Και αυτές κάνουν τους ανθρώπους να νιώθουν άβολα.
Ήταν σεξιστικό να υποστηρίξει κανείς ότι η υπόθεση του Δαρβίνου περί μεγαλύτερης διακύμανσης στους άνδρες μπορεί να εξηγεί ορισμένες διαφορές στις ανθρώπινες επιδόσεις;
Αρκετά σεξιστικό ώστε να οδηγηθεί ο Larry Summers στην απομάκρυνσή του από την προεδρία του Χάρβαρντ, προφανώς. Μία γυναίκα που άκουσε την ομιλία στην οποία ανέφερε αυτή την ιδέα είπε ότι την έκανε να νιώσει «σωματικά άρρωστη» και ότι αναγκάστηκε να φύγει στη μέση.
Aν το κριτήριο ενός εχθρικού περιβάλλοντος είναι το πώς κάνει τους ανθρώπους να νιώθουν, αυτό σίγουρα μοιάζει να είναι ένα τέτοιο περιβάλλον. Κι όμως, φαίνεται εύλογο ότι η μεγαλύτερη διακύμανση στους άνδρες εξηγεί μέρος της διαφοροποίησης στις ανθρώπινες επιδόσεις.
Άρα τι πρέπει να υπερισχύει, η άνεση ή η αλήθεια; Αν η αλήθεια πρέπει να υπερισχύει κάπου, σίγουρα αυτό πρέπει να συμβαίνει στα πανεπιστήμια· αυτό υποτίθεται ότι είναι η ειδικότητά τους. Αλλά για δεκαετίες, αρχής γενομένης από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, οι πολιτικώς ορθοί προσπαθούσαν να προσποιηθούν ότι αυτή η σύγκρουση δεν υπήρχε.
Η πολιτική ορθότητα φάνηκε να εξαντλείται στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990. Ένας λόγος, ίσως ο κύριος, ήταν ότι κυριολεκτικά έγινε ανέκδοτο. Πρόσφερε πλούσιο υλικό στους κωμικούς, οι οποίοι άσκησαν πάνω της τη συνήθη απολυμαντική τους δράση.
Το χιούμορ είναι ένα από τα πιο ισχυρά όπλα εναντίον κάθε είδους αυτάρεσκης ηθικολογίας, επειδή οι ηθικολόγοι, όντας χωρίς χιούμορ, δεν μπορούν να απαντήσουν με τον ίδιο τρόπο. Το χιούμορ ήταν αυτό που νίκησε τη βικτωριανή σεμνοτυφία, και μέχρι το 2000 έμοιαζε να έχει κάνει το ίδιο και στην πολιτική ορθότητα.
Δυστυχώς αυτό ήταν ψευδαίσθηση. Μέσα στα πανεπιστήμια, οι στάχτες της πολιτικής ορθότητας εξακολουθούσαν να καίνε έντονα. Άλλωστε, οι δυνάμεις που τη δημιούργησαν ήταν ακόμη εκεί. Οι καθηγητές που την ξεκίνησαν γίνονταν τώρα κοσμήτορες και επικεφαλής τμημάτων. Και πέρα από τα δικά τους τμήματα υπήρχε πλέον και μια σειρά νέων τμημάτων ρητά επικεντρωμένων στην κοινωνική δικαιοσύνη.
Οι φοιτητές εξακολουθούσαν να διψούν για πράγματα γύρω από τα οποία θα μπορούσαν να είναι ηθικά καθαροί. Και είχε σημειωθεί έκρηξη στον αριθμό των πανεπιστημιακών διοικητικών στελεχών, πολλά από τα οποία είχαν ως αντικείμενο εργασίας την επιβολή διαφόρων μορφών πολιτικής ορθότητας.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, οι στάχτες της πολιτικής ορθότητας ξαναπήραν φωτιά. Υπήρχαν αρκετές διαφορές ανάμεσα σε αυτή τη νέα φάση και την αρχική. Ήταν πιο μολυσματική. Εξαπλώθηκε περισσότερο στον πραγματικό κόσμο, αν και εξακολουθούσε να καίει εντονότερα μέσα στα πανεπιστήμια. Και ασχολούνταν με μια ευρύτερη ποικιλία αμαρτημάτων.
Στην πρώτη φάση της πολιτικής ορθότητας υπήρχαν στην πραγματικότητα μόνο τρία πράγματα για τα οποία κατηγορούνταν οι άνθρωποι: σεξισμός, ρατσισμός και ομοφοβία —η οποία εκείνη την εποχή ήταν ένας νεολογισμός που είχε επινοηθεί για αυτόν τον σκοπό. Αλλά από τότε έως το 2010 πολλοί άνθρωποι είχαν αφιερώσει πολύ χρόνο στην επινόηση νέων ειδών -ισμών και -φοβιών και στο να δουν ποια από αυτά θα μπορούσαν να καθιερωθούν.
Η δεύτερη φάση ήταν, με πολλαπλές έννοιες, μια μεταστατική πολιτική ορθότητα. Γιατί συνέβη όταν συνέβη; Η δική μου υπόθεση είναι ότι οφειλόταν στην άνοδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ιδιαίτερα του Tumblr και του Twitter, επειδή ένα από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δεύτερου κύματος της πολιτικής ορθότητας ήταν ο όχλος της ακύρωσης: ένας όχλος οργισμένων ανθρώπων που ενώνονταν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να οδηγήσουν κάποιον στον κοινωνικό αποκλεισμό ή στην απόλυση.
Πράγματι, αυτό το δεύτερο κύμα πολιτικής ορθότητας αρχικά ονομαζόταν «κουλτούρα ακύρωσης»· δεν άρχισε να ονομάζεται «woke» παρά μόνο τη δεκαετία του 2020.
Μια πλευρά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης που εξέπληξε σχεδόν τους πάντες στην αρχή ήταν η δημοφιλία της αγανάκτησης. Οι χρήστες έμοιαζαν να απολαμβάνουν να αγανακτούν. Τώρα έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ αυτή την ιδέα, ώστε τη θεωρούμε δεδομένη, αλλά στην πραγματικότητα είναι αρκετά παράξενη.
Η αγανάκτηση δεν είναι ευχάριστο συναίσθημα. Δεν θα περίμενε κανείς ότι οι άνθρωποι θα την επιδίωκαν. Κι όμως την επιδιώκουν. Και πάνω απ’ όλα θέλουν να τη μοιραστούν. Έτυχε να διαχειρίζομαι ένα φόρουμ από το 2007 έως το 2014, οπότε μπορώ πράγματι να ποσοτικοποιήσω πόσο πολύ θέλουν να τη μοιράζονται: οι χρήστες μας είχαν περίπου τριπλάσια πιθανότητα να ψηφίσουν θετικά κάτι αν τους προκαλούσε αγανάκτηση.
Αυτή η κλίση προς την αγανάκτηση δεν οφειλόταν στο woke. Είναι εγγενές γνώρισμα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ή τουλάχιστον αυτής της γενιάς τους. Αλλά έκανε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον ιδανικό μηχανισμό για να τροφοδοτούν τις φλόγες του woke.
Δεν ήταν όμως μόνο τα δημόσια κοινωνικά δίκτυα που τροφοδότησαν την άνοδο του woke. Κρίσιμες ήταν και οι εφαρμογές ομαδικής συνομιλίας, ιδιαίτερα στο τελικό στάδιο, την ακύρωση. Φανταστείτε μια ομάδα εργαζομένων που προσπαθεί να οδηγήσει κάποιον στην απόλυση και πρέπει να το κάνει χρησιμοποιώντας μόνο email. Θα ήταν δύσκολο να οργανωθεί ένας όχλος. Από τη στιγμή όμως που υπάρχει ομαδική συνομιλία, οι όχλοι σχηματίζονται εύκολα.
Ένας ακόμη παράγοντας που συνέβαλε σε αυτό το δεύτερο κύμα πολιτικής ορθότητας ήταν η δραματική αύξηση της πόλωσης στον Τύπο. Στην εποχή της έντυπης δημοσιογραφίας, οι εφημερίδες ήταν υποχρεωμένες να είναι, ή τουλάχιστον να φαίνονται, πολιτικά ουδέτερες.
Τα πολυκαταστήματα που διαφήμιζαν στους New York Times ήθελαν να προσεγγίσουν όλους στην περιοχή, και φιλελεύθερους και συντηρητικούς, οπότε οι Times έπρεπε να απευθύνονται και στους δύο. Αλλά οι Times δεν έβλεπαν αυτή την ουδετερότητα ως κάτι που τους επιβαλλόταν. Την αγκάλιαζαν ως καθήκον τους ως εφημερίδα αναφοράς — ως μία από τις μεγάλες εφημερίδες που φιλοδοξούσαν να αποτελούν χρονικά της εποχής τους, καταγράφοντας κάθε σημαντική ιστορία από ουδέτερη οπτική γωνία.
Όταν μεγάλωνα, οι εφημερίδες αναφοράς έμοιαζαν άχρονες, σχεδόν ιερές θεσμικές οντότητες. Εφημερίδες όπως οι New York Times και η Washington Post είχαν τεράστιο κύρος, εν μέρει επειδή οι άλλες πηγές ειδήσεων ήταν περιορισμένες, αλλά και επειδή πράγματι κατέβαλλαν κάποια προσπάθεια να είναι ουδέτερες.
Δυστυχώς αποδείχθηκε ότι η εφημερίδα αναφοράς ήταν κυρίως προϊόν των περιορισμών που επέβαλλε η έντυπη μορφή. Όταν η αγορά σου καθοριζόταν από τη γεωγραφία, έπρεπε να είσαι ουδέτερος. Η διαδικτυακή δημοσίευση όμως επέτρεψε —στην πραγματικότητα πιθανότατα ανάγκασε— τις εφημερίδες να στραφούν από αγορές ορισμένες γεωγραφικά σε αγορές ορισμένες ιδεολογικά.
Οι περισσότερες από όσες παρέμειναν σε λειτουργία κινήθηκαν προς την κατεύθυνση προς την οποία ήδη έτειναν: προς τα αριστερά. Στις 11 Οκτωβρίου 2020, οι New York Times ανακοίνωσαν ότι «η εφημερίδα βρίσκεται εν μέσω μιας εξέλιξης από τη σκονισμένη εφημερίδα αναφοράς σε μια ζουμερή συλλογή μεγάλων αφηγήσεων».
Στο μεταξύ, δημοσιογράφοι αντίστοιχου είδους είχαν αναδυθεί για να υπηρετήσουν και τη Δεξιά. Έτσι η δημοσιογραφία, που στην προηγούμενη εποχή ήταν μία από τις μεγάλες δυνάμεις σύγκλισης, έγινε τώρα μία από τις μεγάλες δυνάμεις πόλωσης.
Η άνοδος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και η αυξανόμενη πόλωση της δημοσιογραφίας ενίσχυσαν η μία την άλλη. Στην πραγματικότητα αναδύθηκε ένα νέο είδος δημοσιογραφίας που περιλάμβανε έναν βρόχο μέσω των κοινωνικών δικτύων. Κάποιος έλεγε κάτι αμφιλεγόμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μέσα σε λίγες ώρες αυτό γινόταν είδηση.
Οι αγανακτισμένοι αναγνώστες αναρτούσαν στη συνέχεια συνδέσμους προς την είδηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προκαλώντας περαιτέρω διαδικτυακές αντιπαραθέσεις. Ήταν η φθηνότερη δυνατή πηγή κλικ. Δεν χρειαζόταν να διατηρείς γραφεία ανταποκριτών στο εξωτερικό ή να πληρώνεις για έρευνες διάρκειας ενός μήνα.
Το μόνο που έπρεπε να κάνεις ήταν να παρακολουθείς το Twitter για αμφιλεγόμενες δηλώσεις και να τις αναδημοσιεύεις στον ιστότοπό σου, με μερικά επιπλέον σχόλια για να φουντώσεις ακόμη περισσότερο τους αναγνώστες.
Για τον Τύπο υπήρχαν χρήματα στο woke. Αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Αυτή ήταν μία από τις μεγαλύτερες διαφορές ανάμεσα στα δύο κύματα πολιτικής ορθότητας: το πρώτο κινήθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου από ερασιτέχνες, ενώ το δεύτερο συχνά κινήθηκε από επαγγελματίες. Για ορισμένους, αυτό ήταν ολόκληρη η δουλειά τους.
Μέχρι το 2010 είχε αναδυθεί μια νέα τάξη διοικητικών στελεχών, των οποίων η δουλειά ήταν ουσιαστικά να επιβάλλουν το woke.
Έπαιζαν έναν ρόλο παρόμοιο με εκείνον των πολιτικών κομισάριων που προσαρτούνταν σε στρατιωτικούς και βιομηχανικούς οργανισμούς στην ΕΣΣΔ: δεν βρίσκονταν άμεσα μέσα στη ροή της εργασίας του οργανισμού, αλλά παρακολουθούσαν από το πλάι για να διασφαλίσουν ότι δεν θα συνέβαινε τίποτα ανάρμοστο κατά την εκτέλεσή της.
Αυτά τα νέα διοικητικά στελέχη συχνά μπορούσαν να αναγνωριστούν από τη λέξη «συμπερίληψη» στους τίτλους τους. Μέσα στους θεσμούς, αυτός ήταν ο προτιμώμενος ευφημισμός για το woke· ένας νέος κατάλογος απαγορευμένων λέξεων, για παράδειγμα, συνήθως θα ονομαζόταν «οδηγός συμπεριληπτικής γλώσσας».
Αυτή η νέα τάξη γραφειοκρατών προωθούσε μια woke ατζέντα σαν να εξαρτιόταν από αυτό η δουλειά της, επειδή πράγματι εξαρτιόταν. Αν προσλάβεις ανθρώπους για να παρακολουθούν έναν συγκεκριμένο τύπο προβλήματος, θα τον βρουν, γιατί διαφορετικά δεν υπάρχει δικαιολογία για την ύπαρξή τους.
Αλλά αυτοί οι γραφειοκράτες αντιπροσώπευαν και έναν δεύτερο, πιθανώς ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο. Πολλοί εμπλέκονταν στις προσλήψεις και, όταν ήταν δυνατόν, προσπαθούσαν να διασφαλίσουν ότι οι εργοδότες τους θα προσλάμβαναν μόνο ανθρώπους που συμμερίζονταν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις.
Οι πιο κραυγαλέες περιπτώσεις ήταν οι νέες «δηλώσεις DEI» (διαφορετικότητα, ισότητα, συμπερίληψη) που ορισμένα πανεπιστήμια άρχισαν να απαιτούν από υποψηφίους για θέσεις διδασκόντων, ως απόδειξη της δέσμευσής τους στο woke.
Κάποια πανεπιστήμια χρησιμοποιούσαν αυτές τις δηλώσεις ως αρχικό φίλτρο και εξέταζαν μόνο υποψηφίους που είχαν αρκετά υψηλή βαθμολογία σε αυτές. Δεν προσλαμβάνεις έτσι τον Αϊνστάιν· φανταστείτε τι παίρνεις αντ’ αυτού.
Ένας ακόμη παράγοντας στην άνοδο του woke ήταν το κίνημα Black Lives Matter, το οποίο ξεκίνησε το 2013, όταν ένας λευκός άνδρας αθωώθηκε αφού είχε σκοτώσει έναν μαύρο έφηβο στη Φλόριντα. Αλλά αυτό δεν εκκίνησε το woke· αυτό βρισκόταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη το 2013.
Το ίδιο ισχύει και για το κίνημα Me Too, το οποίο απογειώθηκε το 2017 μετά τα πρώτα δημοσιεύματα για το ιστορικό βιασμών γυναικών από τον Harvey Weinstein. Επιτάχυνε το woke, αλλά δεν έπαιξε τον ίδιο ρόλο στην εκκίνησή του που είχε παίξει η εκδοχή της δεκαετίας του 1980 στην εκκίνηση της πολιτικής ορθότητας.
Η εκλογή του Donald Trump το 2016 επιτάχυνε επίσης το woke, ιδίως στον Τύπο, όπου η αγανάκτηση σήμαινε πλέον επισκεψιμότητα. Ο Trump απέφερε πολλά χρήματα στους New York Times: οι τίτλοι κατά τη διάρκεια της πρώτης του διακυβέρνησης ανέφεραν το όνομά του περίπου τέσσερις φορές συχνότερα από ό,τι εκείνο προηγούμενων προέδρων.
Το 2020 είδαμε τον μεγαλύτερο επιταχυντή απ’ όλους, μετά τον πνιγμό ενός μαύρου από έναν λευκό αστυνομικό σε βίντεο. Σε αυτό το σημείο, η μεταφορική φωτιά έγινε κυριολεκτική, καθώς ξέσπασαν βίαιες διαμαρτυρίες σε όλη την Αμερική. Αλλά εκ των υστέρων αποδείχθηκε ότι αυτή ήταν η κορύφωση του woke, ή κάτι πολύ κοντά σε αυτήν. Με βάση κάθε μέτρο που έχω δει, το woke κορυφώθηκε το 2020 ή το 2021.
Το woke περιγράφεται μερικές φορές ως ιός του νου. Αυτό που το κάνει ιογενές είναι ότι ορίζει νέους τύπους ανάρμοστης συμπεριφοράς. Οι περισσότεροι άνθρωποι φοβούνται το ανάρμοστο· ποτέ δεν είναι απολύτως σίγουροι ποιοι είναι οι κοινωνικοί κανόνες ή ποιους από αυτούς μπορεί να παραβιάζουν. Ιδίως όταν οι κανόνες αλλάζουν γρήγορα.
Και επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι ήδη ανησυχούν μήπως παραβιάζουν κανόνες που δεν γνωρίζουν, αν τους πεις ότι παραβιάζουν έναν κανόνα, η αυθόρμητη αντίδρασή τους είναι να σε πιστέψουν. Ιδίως αν τους το πουν πολλοί άνθρωποι. Αυτό, με τη σειρά του, είναι συνταγή για εκθετική ανάπτυξη.
Οι ζηλωτές επινοούν κάποια νέα μορφή ανάρμοστης συμπεριφοράς που πρέπει να αποφεύγεται. Οι πρώτοι που την υιοθετούν είναι άλλοι ζηλωτές, πρόθυμοι για νέους τρόπους να επιδείξουν την αρετή τους. Αν αυτοί είναι αρκετοί, την αρχική ομάδα ζηλωτών ακολουθεί μια πολύ μεγαλύτερη ομάδα, παρακινούμενη από φόβο. Δεν προσπαθούν να επιδείξουν αρετή· προσπαθούν απλώς να μην μπλέξουν.
Σε αυτό το σημείο, η νέα μορφή ανάρμοστης συμπεριφοράς έχει πλέον εδραιωθεί. Επιπλέον, η επιτυχία της έχει αυξήσει τον ρυθμό μεταβολής των κοινωνικών κανόνων, που, θυμηθείτε, είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους οι άνθρωποι αγχώνονται για το ποιους κανόνες μπορεί να παραβιάζουν. Έτσι ο φαύλος κύκλος επιταχύνεται. [3]
Πώς τελειώνει ποτέ ένας τέτοιος κύκλος; Τελικά οδηγεί σε καταστροφή, και οι άνθρωποι αρχίζουν να λένε: φτάνει πια. Οι υπερβολές του 2020 έκαναν πολλούς ανθρώπους να το πουν.
Έκτοτε, το woke βρίσκεται σε σταδιακή αλλά συνεχή υποχώρηση. Διευθύνοντες σύμβουλοι εταιρειών το έχουν απορρίψει ανοιχτά. Πανεπιστήμια, με επικεφαλής το University of Chicago και το MIT, έχουν επιβεβαιώσει ρητά τη δέσμευσή τους στην ελευθερία του λόγου.
Το Twitter, που ήταν αναμφισβήτητα ο κόμβος του woke, αγοράστηκε από τον Elon Musk προκειμένου να το εξουδετερώσει, και φαίνεται ότι το πέτυχε — και όχι, παρεμπιπτόντως, λογοκρίνοντας αριστερούς χρήστες με τον τρόπο που το Twitter συνήθιζε να λογοκρίνει δεξιούς, αλλά χωρίς να λογοκρίνει κανέναν από τους δύο.
Οι καταναλωτές απέρριψαν εμφατικά μάρκες που προχώρησαν υπερβολικά προς το woke. Η Bud Light ίσως έχει υποστεί μόνιμη ζημιά από αυτό. Δεν θα ισχυριστώ ότι η δεύτερη νίκη του Trump το 2024 ήταν δημοψήφισμα για το woke· νομίζω ότι κέρδισε, όπως πάντα κερδίζουν οι προεδρικοί υποψήφιοι, επειδή ήταν πιο χαρισματικός· αλλά η αποστροφή των ψηφοφόρων προς το woke πρέπει να βοήθησε.
Τι κάνουμε λοιπόν τώρα; Το woke ήδη υποχωρεί. Προφανώς πρέπει να βοηθήσουμε αυτή την υποχώρηση. Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το κάνουμε; Και, το σημαντικότερο, πώς αποφεύγουμε ένα τρίτο ξέσπασμα; Άλλωστε, φάνηκε κάποτε να έχει πεθάνει, αλλά επέστρεψε χειρότερο από ποτέ.
Στην πραγματικότητα υπάρχει ένας ακόμη πιο φιλόδοξος στόχος: υπάρχει τρόπος να αποτρέψουμε οποιοδήποτε παρόμοιο ξέσπασμα επιθετικά επιδεικτικής ηθικολογίας στο μέλλον — όχι απλώς ένα τρίτο ξέσπασμα πολιτικής ορθότητας, αλλά το επόμενο πράγμα που θα του μοιάζει; Γιατί θα υπάρξει επόμενο πράγμα.
Οι αυτάρεσκοι ηθικολόγοι είναι τέτοιοι από τη φύση τους. Χρειάζονται κανόνες για να υπακούν και να επιβάλλουν, και τώρα που ο Δαρβίνος τους έχει στερήσει την παραδοσιακή τους πηγή κανόνων, είναι διαρκώς πεινασμένοι για νέους. Το μόνο που χρειάζονται είναι κάποιος να τους συναντήσει στα μισά του δρόμου, ορίζοντας έναν νέο τρόπο να είναι κανείς ηθικά καθαρός, και θα δούμε ξανά το ίδιο φαινόμενο.
Ας ξεκινήσουμε με το ευκολότερο πρόβλημα. Υπάρχει ένας απλός τρόπος να αντιμετωπίσουμε το woke; Νομίζω πως υπάρχει: να χρησιμοποιήσουμε τις συνήθειες που ήδη έχουμε για την αντιμετώπιση της θρησκείας.
Το woke είναι ουσιαστικά μια θρησκεία, μόνο που ο Θεός έχει αντικατασταθεί από προστατευόμενες κοινωνικές ομάδες. Και ήδη έχουμε καλά εδραιωμένες πρακτικές για την αντιμετώπιση της θρησκείας μέσα στους οργανισμούς.
Μπορείς να εκφράζεις τη δική σου θρησκευτική ταυτότητα και να εξηγείς τις πεποιθήσεις σου, αλλά δεν μπορείς να αποκαλείς τους συναδέλφους σου άπιστους αν διαφωνούν, ή να προσπαθείς να τους απαγορεύσεις να λένε πράγματα που αντιφάσκουν με τα δόγματά της, ή να επιμένεις να υιοθετήσει ο οργανισμός τη δική σου θρησκεία ως επίσημη.
Αν δεν είμαστε βέβαιοι τι πρέπει να κάνουμε απέναντι σε κάποια συγκεκριμένη εκδήλωση του woke, ας φανταστούμε ότι είχαμε να κάνουμε με κάποια άλλη θρησκεία, όπως ο χριστιανισμός. Πρέπει να έχουμε ανθρώπους μέσα στους οργανισμούς των οποίων η δουλειά είναι να επιβάλλουν τη woke ορθοδοξία; Όχι, επειδή δεν θα είχαμε ανθρώπους των οποίων η δουλειά θα ήταν να επιβάλλουν τη χριστιανική ορθοδοξία.
Πρέπει να λογοκρίνουμε συγγραφείς ή επιστήμονες των οποίων το έργο αντιφάσκει με τα woke δόγματα; Όχι, επειδή δεν θα το κάναμε αυτό σε ανθρώπους των οποίων το έργο αντιφάσκει με τις χριστιανικές διδασκαλίες. Πρέπει οι υποψήφιοι για θέσεις εργασίας να υποχρεώνονται να γράφουν δηλώσεις DEI; Φυσικά όχι· φανταστείτε έναν εργοδότη να απαιτεί απόδειξη των θρησκευτικών πεποιθήσεων κάποιου.
Πρέπει φοιτητές και εργαζόμενοι να υποχρεώνονται να συμμετέχουν σε woke συνεδρίες κατήχησης, στις οποίες πρέπει να απαντούν σε ερωτήσεις για τις πεποιθήσεις τους ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση; Όχι, επειδή δεν θα διανοούμασταν να κατηχούμε ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο γύρω από τη θρησκεία τους.
Δεν πρέπει κανείς να αισθάνεται άσχημα επειδή δεν θέλει πια να βλέπει woke ταινίες, όπως δεν θα αισθανόταν άσχημα επειδή δεν θέλει να ακούει χριστιανικό ροκ.
Με την ίδια λογική όμως δεν πρέπει να απορρίπτουμε αυτομάτως όλα όσα πιστεύουν οι woke. Δεν είμαι χριστιανός, αλλά μπορώ να δω ότι πολλές χριστιανικές αρχές είναι καλές. Θα ήταν λάθος να τις πετάξουμε όλες επειδή δεν συμμεριζόμαστε τη θρησκεία που τις υποστηρίζει. Αυτό θα ήταν το είδος του πράγματος που θα έκανε ένας θρησκευτικός ζηλωτής.
Αν έχουμε γνήσιο πλουραλισμό, πιστεύω ότι θα είμαστε ασφαλείς από μελλοντικά ξεσπάσματα woke μισαλλοδοξίας. Το ίδιο το woke δεν θα εξαφανιστεί. Για το ορατό μέλλον θα συνεχίσουν να υπάρχουν θύλακες woke ζηλωτών που θα επινοούν νέες ηθικές μόδες.
Το κλειδί είναι να μην τους επιτραπεί να αντιμετωπίζουν τις μόδες τους ως κανονιστικές. Μπορούν, αν θέλουν, να αλλάζουν κάθε λίγους μήνες τι επιτρέπεται να λένε οι ομόθρησκοί τους, αλλά δεν πρέπει να τους επιτραπεί να αλλάζουν τι επιτρέπεται να λέμε εμείς.
Το γενικότερο πρόβλημα —πώς να αποτρέψουμε παρόμοια ξεσπάσματα επιθετικά επιδεικτικής ηθικολογίας — είναι φυσικά δυσκολότερο. Εδώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ανθρώπινη φύση. Θα υπάρχουν πάντοτε αυτάρεσκοι ηθικολόγοι. Και ειδικότερα θα υπάρχουν πάντοτε ανάμεσά τους οι αστυνόμοι, οι επιθετικά συμβατικά σκεπτόμενοι. Αυτοί οι άνθρωποι είναι έτσι. Κάθε κοινωνία τους έχει. Επομένως το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους κρατάμε περιορισμένους.
Οι επιθετικά συμβατικά σκεπτόμενοι δεν βρίσκονται πάντα σε έξαλλη επίθεση. Συνήθως απλώς επιβάλλουν όποιους τυχαίους κανόνες βρίσκονται πιο κοντά τους. Γίνονται επικίνδυνοι μόνο όταν κάποια νέα ιδεολογία τους στρέψει όλους προς την ίδια κατεύθυνση ταυτόχρονα. Αυτό συνέβη κατά την Πολιτιστική Επανάσταση και, σε μικρότερο βαθμό —δόξα τω Θεώ— στα δύο κύματα πολιτικής ορθότητας που βιώσαμε.
Δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από τους επιθετικά συμβατικά σκεπτόμενους. Και δεν θα μπορούσαμε να εμποδίσουμε τους ανθρώπους να δημιουργούν νέες ιδεολογίες που τους ελκύουν, ακόμη κι αν το θέλαμε. Επομένως, αν θέλουμε να τους κρατήσουμε περιορισμένους, πρέπει να το κάνουμε ένα βήμα παρακάτω στην αλυσίδα.
Ευτυχώς, όταν οι επιθετικά συμβατικά σκεπτόμενοι περνούν στην επίθεση, κάνουν πάντοτε ένα πράγμα που τους προδίδει: ορίζουν νέες αιρέσεις για τις οποίες πρέπει να τιμωρούνται οι άνθρωποι. Άρα ο καλύτερος τρόπος να προστατευθούμε από μελλοντικά ξεσπάσματα πραγμάτων όπως το woke είναι να αποκτήσουμε ισχυρά αντισώματα απέναντι στην έννοια της αίρεσης.
Πρέπει να έχουμε συνειδητή προκατάληψη εναντίον του ορισμού νέων μορφών αίρεσης. Κάθε φορά που κάποιος προσπαθεί να απαγορεύσει να λέγεται κάτι που μέχρι τότε μπορούσαμε να λέμε, η αρχική μας υπόθεση πρέπει να είναι ότι κάνει λάθος. Μόνο η αρχική μας υπόθεση, φυσικά. Αν μπορεί να αποδείξει ότι πρέπει να σταματήσουμε να το λέμε, τότε πρέπει να σταματήσουμε. Αλλά το βάρος της απόδειξης πέφτει σε εκείνον.
Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, οι άνθρωποι που προσπαθούν να αποτρέψουν κάτι από το να ειπωθεί συνήθως θα ισχυριστούν ότι δεν επιδίδονται απλώς σε λογοκρισία, αλλά προσπαθούν να αποτρέψουν κάποια μορφή «βλάβης». Και ίσως έχουν δίκιο. Αλλά για άλλη μια φορά, το βάρος της απόδειξης πέφτει σε εκείνους. Δεν αρκεί να επικαλούνται βλάβη· πρέπει να την αποδείξουν.
Όσο οι επιθετικά συμβατικά σκεπτόμενοι συνεχίζουν να προδίδονται απαγορεύοντας αιρέσεις, θα μπορούμε πάντοτε να παρατηρούμε πότε ευθυγραμμίζονται πίσω από κάποια νέα ιδεολογία. Και αν πάντοτε αντιστεκόμαστε σε εκείνο το σημείο, με λίγη τύχη μπορούμε να τους σταματήσουμε πριν προχωρήσουν.
Ο αριθμός των αληθινών πραγμάτων που δεν μπορούμε να πούμε δεν πρέπει να αυξάνεται. Αν αυξάνεται, κάτι δεν πάει καλά.
Σημειώσεις:
[1] Γιατί οι ριζοσπάστες της δεκαετίας του 1960 εστίασαν στις αιτίες στις οποίες εστίασαν; Ένας από τους ανθρώπους που διάβασαν προσχέδια αυτού του δοκιμίου το εξήγησε τόσο καλά ώστε τον ρώτησα αν μπορούσα να τον παραθέσω:
Οι μεσοαστοί φοιτητές διαδηλωτές της Νέας Αριστεράς απέρριψαν τη σοσιαλιστική/μαρξιστική Αριστερά ως καθόλου κουλ. Ενδιαφέρονταν για πιο σέξι μορφές καταπίεσης που αποκαλύπτονταν από την πολιτισμική ανάλυση —τον Marcuse— και από την ακατάληπτη «Θεωρία».
Η εργατική πολιτική έγινε άχαρη και παλιομοδίτικη. Χρειάστηκαν μερικές γενιές για να εξελιχθεί αυτό. Η εμφανής έλλειψη ενδιαφέροντος της woke ιδεολογίας για την εργατική τάξη είναι το αποκαλυπτικό σημάδι. Όσα θραύσματα έχουν απομείνει από την παλιά Αριστερά είναι αντι-woke, ενώ στο μεταξύ η πραγματική εργατική τάξη μετακινήθηκε προς τη λαϊκιστική Δεξιά και μας έδωσε τον Trump. Ο Trump και το woke είναι ξαδέλφια.
Η μεσοαστική προέλευση του woke διευκόλυνε την πορεία του μέσα από τους θεσμούς, επειδή δεν είχε κανένα ενδιαφέρον να «καταλάβει τα μέσα παραγωγής» — πόσο παρωχημένες ακούγονται πλέον τέτοιες φράσεις.
Αυτό θα προσέκρουε γρήγορα στη σκληρή κρατική και εταιρική εξουσία. Το γεγονός ότι το woke εξέφραζε ενδιαφέρον μόνο για άλλα είδη «τάξης» —φυλή, φύλο κ.λπ.— σηματοδοτούσε συμβιβασμό με την υπάρχουσα εξουσία: δώστε μας εξουσία μέσα στο σύστημά σας και εμείς θα σας απονείμουμε τον πόρο που ελέγχουμε — την ηθική ορθότητα. Ως ιδεολογικός δούρειος ίππος για την απόκτηση ελέγχου πάνω στον λόγο και στους θεσμούς, αυτό πέτυχε εκεί όπου ένα πιο φιλόδοξο επαναστατικό πρόγραμμα δεν θα πετύχαινε.
[2] Ο χαρακτήρας μαριονετίστα και μαριονέτας της πολιτικής ορθότητας έγινε απολύτως ορατός όταν ένα αρτοποιείο κοντά στο Oberlin College κατηγορήθηκε ψευδώς για φυλετική διάκριση το 2016. Στην επακόλουθη αστική δίκη, οι δικηγόροι του αρτοποιείου παρουσίασαν ένα γραπτό μήνυμα της Meredith Raimondo, κοσμήτορος φοιτητικών υποθέσεων του Oberlin, το οποίο έλεγε: «Θα έλεγα να εξαπολύσουμε τους φοιτητές, αν δεν ήμουν πεπεισμένη ότι αυτό πρέπει να το αφήσουμε πίσω μας».
[3] Η επινόηση νέων μορφών ανάρμοστης συμπεριφοράς είναι πιο ορατή στην ταχεία εξέλιξη της woke ονοματολογίας. Αυτό είναι ιδιαίτερα ενοχλητικό για μένα ως συγγραφέα, επειδή τα νέα ονόματα είναι πάντα χειρότερα. Κάθε θρησκευτική τήρηση πρέπει να είναι άβολη και ελαφρώς παράλογη· διαφορετικά θα την έκαναν και οι αλλόθρησκοι. Έτσι, οι «σκλάβοι» γίνονται «υποδουλωμένα άτομα».
Αλλά η διαδικτυακή αναζήτηση μπορεί να μας δείξει την αιχμή της ηθικής προόδου σε πραγματικό χρόνο: αν αναζητήσει κανείς τη φράση «individuals experiencing slavery», θα βρει, τη στιγμή που γράφονται αυτά, πέντε νόμιμες προσπάθειες χρήσης της φράσης, και θα βρει ακόμη και δύο για το «individuals experiencing enslavement».

/////


απο ''Αιρετικός φεμινισμός'

Εδώ και έναν χρόνο βλέπουμε να εξελίσσεται μια συστηματική και οργανωμένη προσπάθεια περιθωριοποίησης του Το Μωβ, με κορύφωση τον αποκλεισμό του από το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ. Βασικό εργαλείο αυτής της προσπάθειας είναι η διαστρέβλωση των θεσεών του και η παραποίηση των επιχειρημάτων που διατυπώνει.
Αυτή η επίμονη προσπάθεια πολιτικού αποκλεισμού κάθε φωνής που δεν ευθυγραμμίζεται με τις θεωρίες της ταυτότητας φύλου είναι, αν μη τι άλλο, αρκετά ύποπτη. Μπορεί οι υποστηρικτές του αποκλεισμού να υποστηρίζουν ότι πρόκειται για ζήτημα αξιοπρέπειας και ασφάλειας των τρανς ατόμων, ωστόσο η εμμονή και οι μέθοδοι με τις οποίες επιχειρείται αυτός ο αποκλεισμός δύσκολα εξηγούνται μόνο από αυτή τη σκοπιά.
Το ζήτημα του φύλου δεν περιορίζεται στη διαμάχη γύρω από το πώς ορίζονται κοινωνικά το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο. Αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό πεδίο όπου συγκρούονται δύο διαφορετικοί τρόποι κατανόησης της πραγματικότητας. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η προσέγγιση που δίνει έμφαση στις υλικές κοινωνικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαμορφώνονται οι ανθρώπινες εμπειρίες. Από την άλλη, η προσέγγιση που αντιμετωπίζει την υποκειμενική εμπειρία ως βασικό κριτήριο κατανόησης της πραγματικότητας.
Όταν η συζήτηση βασίζεται σε υλικές και αντικειμενικές συνθήκες, υπάρχει ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς πάνω στο οποίο μπορούν να αξιολογηθούν τα επιχειρήματα. Όταν όμως βασίζεται στην υποκειμενική εμπειρία, που δύσκολα μπορεί να αποτελέσει κοινό σημείο αναφοράς και συχνά οδηγεί σε αντιφάσεις, η πολιτική διαφωνία μετατοπίζεται από την αντιπαράθεση επιχειρημάτων στην απονομιμοποίηση του αντιπάλου.
Έτσι, η ρητορική που επιστρατεύεται βασίζεται σε τρεις άξονες: α) τον στιγματισμό, όπου το Μωβ ταυτίζεται με ακροδεξιές και πατριαρχικές θέσεις, β) την ηθική απαξίωση, όπου η διαφωνία από πολιτική μετατρέπεται σε ηθική, και γ) την απονομιμοποίηση του διαλόγου, όπου οι κατηγορίες που του αποδίδονται δεν τεκμηριώνονται, με το επιχείρημα ότι «τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι προς συζήτηση». Δεν μας έχει εξηγήσει ακόμα κάποιος βέβαια, ποια είναι αυτά τα δικαιώματα που επιθυμεί να στερήσει το Μωβ από τις τρανς γυναίκες.
Συνεπώς, ο αποκλεισμός του Μωβ δεν παρουσιάζεται ως απάντηση σε κάποια συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη τρανσφοβική θέση. Αντίθετα, αποτελεί το αποτέλεσμα μιας διαρκούς πίεσης να αποκλειστεί από τον δημόσιο διάλογο κάθε φωνή που αμφισβητεί ή ασκεί κριτική στις κυρίαρχες αντιλήψεις γύρω από το φύλο.
Αυτό είναι σημαντικό να το έχουμε υπόψιν όταν συζητάμε ποιος διαμορφώνει τα όρια της δημόσιας συζήτησης και ποιος αποφασίζει το εύρος των ερωτήσεων που μπορούν να τεθούν. Γιατί όταν μια θέση απαξιώνεται ως ακροδεξιά ή τρανσφοβική και ταυτόχρονα ο χαρακτηρισμός αυτός προστατεύεται από κάθε κριτική, τότε δε συμμετέχεις σε διάλογο, τον οριοθετείς. Και όποιος έχει τη δύναμη να καθορίζει τι μπορεί να συζητηθεί και τι όχι, διαθέτει και το πλεονέκτημα εξουσίας στον δημόσιο λόγο.
Βρισκόμαστε στο σημείο όπου θεμελιώδεις παραδοχές του φεμινιστικού κινήματος, θέσεις που διατυπώθηκαν, αναπτύχθηκαν και υπερασπίστηκαν από γενιές φεμινιστριών, παρουσιάζονται σήμερα ως φορείς της πατριαρχίας, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια ουσιαστική εξήγηση για το πως και γιατί μεταβλήθηκε τόσο ριζικά το πολιτικό τους νόημα. Έτσι, η αναγνώριση του σώματός μας ως πεδίου και προϊόντος εκμετάλλευσης συγχέεται συστηματικά με τον ισχυρισμό ότι δεν είμαστε τίποτα περισσότερο από τη βιολογία μας, ενώ πρακτικές που ιστορικά αποτέλεσαν αντικείμενο έντονης φεμινιστικής κριτικής επανανοηματοδοτούνται ως μορφές αυτοδιάθεσης. Η πορνεία, η παρένθετη μητρότητα και η εμπορευματοποίηση του γυναικείου σώματος αντιμετωπίζονται πλέον όχι ως συστήματα εκμετάλλευσης, αλλά ως εκφράσεις ατομικής ελευθερίας, οι οποίες μάλιστα θεωρούνται υπεράνω κάθε κριτικής.
Για να καταστεί δυνατή μια τέτοια μετατόπιση, απαιτείται κάτι περισσότερο από την ύπαρξη μιας περιθωριοποιημένης ομάδας που διεκδικεί δικαιώματα. Απαιτείται ένα ισχυρό θεσμικό και πολιτισμικό πλαίσιο που νομιμοποιεί ορισμένες ερμηνείες της πραγματικότητας και απονομιμοποιεί άλλες. Το πλαίσιο αυτό δεν βρίσκεται έξω από το σύστημα, αποτελεί μέρος του. Συγκροτείται από τα πανεπιστήμια, ΜΜΕ και πολιτικούς θεσμούς, δηλαδή από τους χώρους όπου παράγονται, διαδίδονται και νομιμοποιούνται κυρίαρχα αφηγήματα.
Τα αφηγήματα που διαδόθηκαν σταδιακά στην κοινωνία μέσω της εκπαίδευσης, της δημοσιογραφίας και των social media, έχουν πλέον παγιωθεί ως στοιχεία της κοινής λογικής και καθιερωμένες αλήθειες που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Μαζί τους έχει κληρονομηθεί και ένα σύνολο έτοιμων συνθημάτων και απλουστευτικών σχημάτων σκέψης, τα οποία υποκαθιστούν την πολιτική ανάλυση και καθιστούν οποιοδήποτε ουσιαστικό διάλογο αδύνατο.
«Η τρανσφοβία δεν είναι άποψη», «οι τρανς ζωές δεν είναι προς συζήτηση», «η αναφορά στο βιολογικό φύλο συνιστά βιολογισμό», «ο τερφισμός αποτελεί εργαλείο της ακροδεξιάς» και άλλες παρόμοιες εκφράσεις που δεν έχουν καμία σχέση με τις θέσεις του Μωβ ή με το πραγματικό περιεχόμενο της συζήτησης.
Είναι τώρα περισσότερο από ποτέ εμφανές ότι τα άτομα που κάνουν καριέρα πάνω στον ΛΟΑΤΚΙ ακτιβισμό αναπαράγουν ισχυρισμούς που δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι θεωρούν αληθείς. Είναι δύσκολο να δεχθεί καμία πως πιστεύουν πραγματικά πως το Μωβ υποστήριξε ότι «οι γυναίκες είναι οι μήτρες τους» ή ότι η κριτική στην πορνεία ή στα τακούνια ως προϊόντα του ανδρικού βλέμματος, προέρχεται από μη συμπερηληπτική θέση προς τις γυναίκες.
Αυτή η διαστρέβλωση δεν είναι αθώα, αποτελεί πολιτικό εργαλείο. Δε χρειάζεται να αντικρούσεις μια θέση όταν μπορείς να την υποβιβάσεις σε καρικατούρα και να επιτεθείς σε αυτή. Μέσα στο echo chamber του αλγορίθμου η αλήθεια δεν έχει σημασία, η επανάληψη ψευδών πληροφοριών είναι πιο αποτελεσματική.
Άλλωστε, δύσκολα μπορεί κανείς να πιστέψει ότι έχουν αθώα κίνητρα τα άτομα που θεωρούν πιο επικίνδυνο το κείμενο της Βωβού από τη δράση ατόμων που εξέδιδαν μετανάστριες. Από άτομα που εξαντλούν όλη τους την ηθική ανωτερότητα πάνω σε ριζοσπαστικές φεμινίστριες, ενώ αποσιωπούν τη βία και την έλλειψη επαγγελματικών επιλογών που αντιμετωπίζουν οι τρανς στις πιάτσες επειδή αυτό δεν συνάδει με την κυρίαρχη γραμμή περί «σεξεργασίας».
Είναι πλέον ορατό ότι αυτή η αντιπαράθεση υπερβαίνει κατά πολύ το ζήτημα του φύλου και των γυναικείων δικαιωμάτων. Άλλωστε, αν ήταν αυτό το πραγματικό διακύβευμα, θα μπορούσαμε εδώ και καιρό να είχαμε συμφωνήσει ότι τόσο οι γυναίκες όσο και οι τρανς γυναίκες υφίστανται καταπίεση μέσα στο ίδιο κοινωνικό σύστημα, έστω κι αν τη βιώνουν με διαφορετικούς τρόπους και για διαφορετικούς λόγους. Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε ότι η διαφορετικότητα των βιωμάτων δεν αναιρεί την ισότητα των δικαιωμάτων. Αντίθετα, αποτελεί προϋπόθεση για να κατανοήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τις εμπειρίες, τις ανάγκες και τις μορφές καταπίεσης που αντιμετωπίζει κάθε ομάδα και να συμπορευτούμε ενάντια σε έναν κοινό εχθρό.
Όμως η συζήτηση δεν κινήθηκε ποτέ προς αυτή την κατεύθυνση. Και αυτό ακριβώς υποδηλώνει ότι η πολιτική ταυτοτήτων δεν είναι απλώς μια συζήτηση για τα τρανς ή τα γυναικεία δικαιώματα. Αποτελεί τον Δούρειο Ίππο μιας βαθύτερης ιδεολογικής μετατόπισης, όπου η εμπειρία μετατρέπεται από πολύτιμη αφετηρία για την πολιτική ανάλυση σε τελικό κριτήριο της αλήθειας. Ως εκ τούτου, η κριτική προς οποιοδήποτε σύστημα γίνεται δυσκολότερη, γιατί κάθε αμφισβήτηση μιας ιδέας μπορεί να εκληφθεί ως αμφισβήτηση της ταυτότητας του ατόμου που την εκφράζει.
Μπορεί, σε πρώτη φάση, αυτό που βλέπουμε να αφορά κυρίως τις συζητήσεις γύρω από το φύλο και την ταυτότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, οι συνέπειες είναι πολύ ευρύτερες. Διότι αν η υποκειμενική εμπειρία αρκεί για να νομιμοποιήσει μια κοινωνική πρακτική ή μια πολιτική θέση, τότε καθίσταται δυσκολότερο να ασκηθεί κριτική σε φαινόμενα που παλαιότερα αναλύονταν ως μορφές εκμετάλλευσης ή καταπίεσης.
Το βλέπουμε ήδη στη συζήτηση για τη βιομηχανία του σεξ και της παρένθετης μητρότητας, όπου η κριτική των ριζοσπαστικών φεμινιστριών αντιμετωπίζεται ως ηθικό παράπτωμα και άμεση επίθεση προς τα άτομα που ασκούν αυτές τις πρακτικές. Το βλέπουμε και στον τομέα της εργασίας, όπου η συζήτηση συχνά περιορίζεται στην ατομική συναίνεση χωρίς πλέον να εξετάζεται το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται οι επιλογές.
Εν κατακλείδι, ο αποκλεισμός του Μωβ δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό, αλλά σύμπτωμα μιας ευρύτερης πολιτικής αλλαγής. Δεν πρόκειται για μια νίκη της προόδου απέναντι στην αντίδραση, αλλά για νίκη της ηθικής καταγγελίας απέναντι στην πολιτική αντιπαράθεση, νίκη της ολοένα και μεγαλύτερης διάσπασης των κινημάτων, και εν τέλει, νίκη του νεοφιλελευθερισμού που αντικαθιστά την πολιτική διαφωνία με ηθική ενοχή και τη συλλογική διεκδίκηση με ανταγωνισμό ταυτοτήτων.