Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

ΓΙΑΤΙ οι ΒΡΑΖΙΛΙΑΝΟΙ ψηφίζουν ΜΠΟΛΣΟΝΑΡΟΥ;

 

Γιώργος Χ. Παπασωτηρίου

 
Στην Βραζιλία ο ακροδεξιός υποψήφιος Φλάβιο Μπολσονάρου νίκησε τον τωρινό αριστερό πρόεδρο Λουίζ Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, συγκεντρώνοντας το 47% των ψήφων (56,1 εκ.) έναντι 45,1% (53,8 εκ.) του δεύτερου. Η τελική αναμέτρηση θα γίνει στις 25 Οκτωβρίου με τον Μπολσονάρου να έχει τις περισσότερες πιθανότητες να επικρατήσει καθώς αναμένεται να ενισχυθεί από τη μετακίνηση ψήφων από τους άλλους δεξιούς υποψηφίους των εκλογών: τον Ρονάλντο Καϊάδο (2,1%), και τον Ρενάν Σάντος(2,2%).
Η κατάληψη της εξουσίας από την ακροδεξιά θα ολοκληρώσει την διεθνή στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ για τη Λατινική Αμερική που βασίζεται στο δόγμα «Πρώτα η Αμερική» (America First) και στην αναβίωση μιας πιο επιθετικής μορφής του Δόγματος Μονρό (σύμφωνα με το οποίο το Δυτικό Ημισφαίριο αποτελεί αποκλειστική σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ) που έγινε Donro(από το Ντόναλντ). Οι βασικοί άξονες της στρατηγικής της Ουάσινγκτον περιλαμβάνουν: Πολιτική και οικονομική στήριξη σε δεξιές και ακροδεξιές κυβερνήσεις της περιοχής (όπως του Μιλέι και του Μπουκέλε) καθώς και ενίσχυση ακδροδεξιών υποψηφίων όπως ο Μπολσονάρου. Αλλαγή κακατεύθυνσης της στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας (κόβοντας πόρους από άλλες περιοχές όπως η Ευρώπη) προς σύμμαχα κράτη της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (όπως ο Παναμάς, το Περού, ο Ισημερινός και η Κολομβία).
Τον Μάρτιο του 2026 ανακοινώθηκε η δημιουργία της πολυμερούς συμμαχίας «Ασπίδα της Αμερικής» (με τη συμμετοχή των ΗΠΑ και (ακρο)δεξιών λατινοαμερικανικών κυβερνήσεων) με στόχο την κοινή δράση, την επιβολή κυρώσεων στις «ναρκοτρομοκρατικές» οργανώσεις και τη στρατιωτική επιτήρηση. Επίσης, επιβολή οικονομικής ασφυξίας με ναυτικούς και αεροπορικούς αποκλεισμούς καθώς και την άμεση αμφισβήτηση της νομιμότητας της ηγεσίας σε χώρες που έχουν αριστερές κυβερνήσεις. Βασικός στόχος της Ουάσινγκτον είναι η ανάχεση της κινεζικής επιρροής και διείσδυσης στην «πίσω αυλή» των ΗΠΑ καθώς και η εκμετάλλευση των ορυκτών των χωρών της περιοχής από τα αμερικανικά συμφέροντα (πετρέλαιο της Βενεζουέλας, σπάνιες γαίες της Βραζιλίας κ.ά.).
Αλλά αυτά ανήκουν στις στρατηγικές κινήσεις των πλανητικών αυτοκρατορικών δυνάμεων, το μέγα θέμα και ερώτημα για μας είναι: Γιατί οι άνθρωποι και μάλιστα οι αδύνατοι, δηλαδή οι “από κάτω” ψηφίζουν Ακροδεξιά;
Έχουμε γράψει πολλές φορές για το ζήτημα αυτό. Αλλά μια απάντηση-ανάλυση από την πλευρά της Βραζιλίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εξηγεί κατά ένα μέρος τα εκλογικά αποτελέσματα υπέρ της ακροδεξιάς. Πρόκειται για τις θέσεις του Βραζιλιάνου πολιτικού φιλοσόφου Ροντρίγκο Νούνες, συγγραφέα του βιβλίου «Ούτε Κάθετο ούτε Οριζόντιο: Μια Θεωρία της Πολιτικής Οργάνωσης»*.
Σύμφωνα με τον Νούνες από το Brexit και τον Τραμπ, η αριστερά έχει κάνει δύο βασικές προσεγγίσεις στο φαινόμενο της ακροδεξιάς: Η πρώτη παρουσιάζει την ακροδεξιά σαν μια εξέγερση των ελίτ χωρίς πραγματική λαϊκή βάση, και η δεύτερη σαν μια εξέγερση της εργατικής τάξης που προδόθηκε από τον φιλελεύθερο ελιτισμό και μετακινήθηκε από την αριστερά στην ακροδεξιά.
“Καμία από αυτές τις αφηγήσεις δεν με πείθει” λέει ο Νούνες σε συνέντευξή του στο περιοδικό Equator. “Αντίθετα, πιστεύω ότι η σύγχρονη ακροδεξιά είναι ένα διαταξικό φαινόμενο. Κι ένας τρόπος να την κατανοήσουμε είναι να την δούμε σαν ένα κίνημα που φέρνει κοντά μια κατώτερη τάξη που έχει πάψει να περιμένει τις υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό της εργασίας, των θεσμών και ισονομία, με μία ελίτ που δεν προσποιείται πλέον καν ότι αυτές οι υποσχέσεις προσφέρονται. Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο ομάδες, βρίσκεται ένας πιο σκληρός πυρήνας, όχι η μεγαλύτερη ομάδα στατιστικά, αλλά η πιο παθιασμένη, την οποία αποκαλώ, δανειζόμενος μια φράση από τον Όργουελ, «κατώτερη-ανώτερη-μεσαία τάξη». Πρόκειται για τους ανθρώπους που έχουν ένα καλό βιοτικό επίπεδο αλλά δεν έχουν τα περιουσιακά στοιχεία ή το κοινωνικό κεφάλαιο της πραγματικής ελίτ. Τα μέλη αυτής της ομάδας δεν στοιχειώνονται μόνο από τον φόβο της καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας (σ.σ. τον φόβο της χρεοκοπίας και της πτώσης πιο χαμηλά κοινωνικά), αλλά αισθάνονται ότι απειλούνται και από οποιαδήποτε μικρή ανοδική κινητικότητα που επιτυγχάνεται από όσους βρίσκονται από κάτω τους, όπως κατά τη διάρκεια της Ροζ Παλίρροιας στη Λατινική Αμερική (σ.σ. η άνοδος αριστερών κυβερνήσεων με προγράμματα κατά της φτώχειας) όταν οι φτωχοί έγιναν λιγότερο φτωχοί - άρχισαν να φοιτούν στο πανεπιστήμιο, να ταξιδεύουν στο εξωτερικό και ούτω καθεξής. Αυτό δημιούργησε ένα αίσθημα δυσαρέσκειας που εύκολα εργαλειοποιήθηκε. (σ.σ.: στην Ελλάδα και την Ευρώπη η εργαλειοποίηση αυτού του φόβου προσωποποιείται στους μετανάστες που παρουσιάζονται από την ακροδεξιά ως υπαρξιακή απειλή)
Η ελκυστικότητα της σύγχρονης ακροδεξιάς αλλάζει ανάλογα με την κοινωνική θέση. Η άρχουσα τάξη την βλέπει ως την πιο αρπακτική μορφή καπιταλισμού και ως την εξουδετέρωση όλων των προκλήσεων από τα κάτω. Η λαϊκή βάση έλκεται από τον λόγο περί νόμου και τάξης και την προοπτική μιας πιο απελευθερωμένης οικονομίας που θα «τους σηκώσει από την πλάτη της το κράτος», επιτρέποντάς της να είναι πιο αποτελεσματική στον ανταγωνισμό. Επίσης, για μια ομάδα που προέρχεται και από τα δύο στρατόπεδα, η ακροδεξιά συνιστά και μια επαγγελματική ευκαιρία καθώς ένα μέλος της μπορεί να βγάλει καλά χρήματα ως ακροδεξιός αγκιτάτορας.
Ο Μπολσονάρου, σαν κίνημα της ακροδεξιάς, έχει τρία δομικά πλεονεκτήματα.
Πρώτον, είναι πολύ πιο συμβατός με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, επομένως μπορεί να βασιστεί στην υποστήριξη των μεγάλων επιχειρήσεων και των συστημικών μέσων ενημέρωσης με τρόπους που η αριστερά δεν θα μπορούσε ποτέ.
Δεύτερον, αντί να αλλάξει την κοινωνία, θέλει να διατηρήσει τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων, ίσως και να εντείνει τις διαφορές, γεγονός που καθιστά την οικοδόμηση συνασπισμών πολύ πιο εύκολη. Κάθε εταίρος έχει τη δική του σφαίρα - οι γαιοκτήμονες τη γη τους, η χρηματοπιστωτική ολιγαρχία τους οικονομικούς της μοχλούς - και εφόσον ικανοποιούνται τα συμφέροντα όλων, όλοι μαζί μπορούν να συνεργαστούν. Αυτοί δεν διαφωνούν για την ιεράρχηση των αναγκών ή για στρατηγικές διαφορές, όπως συμβαίνει στην αριστερά.
Το τρίτο πλεονέκτημα πηγάζει από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα οποία δομούν τη δημόσια σφαίρα ως μια αγορά στην οποία οι άνθρωποι ανταγωνίζονται ατομικά για likes και κοινοποιήσεις, τα οποία αποτελούν δείγματα αναγνώρισης και προσοχής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τόσο την υπερ-εξατομίκευση της πολιτικής όσο και την προνομιακή θέση της διαδικτυακής συμμετοχής έναντι της οργάνωσης εκτός διαδικτύου. Η θέση αυτή διαμορφώνει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένο το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ακροδεξιάς σαν ένα είδος πυραμίδας του οποίου τα δομικά στοιχεία είναι οι «πολιτικοί ινφλουένσερ» - άτομα που, από την εξέχουσα θέση τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στα παραδοσιακά μέσα, παράγουν περιεχόμενο που ταυτόχρονα συγκεντρώνει την προσοχή, καθώς και κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο.
Μέσα από μια συνεχή ροή περιεχομένου που τραβάει την προσοχή, η ακροδεξιά διατηρεί τη βάση της συνεχώς απασχολημένη, αλλά και ατομικοποιημένη, στερημένη από κανάλια για μη ψηφιακή συμμετοχή. Ως εκ τούτου, μπορούν να κινητοποιηθούν και να απενεργοποιηθούν λίγο πολύ κατά βούληση. Είναι ενδεικτικό ότι ο Μπολσονάρου δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να χτίσει ένα πραγματικό δικό του κόμμα - ούτε ο Φάρατζ ούτε ο Τραμπ. Θεωρούν τη δομή του κόμματος όχι στόχο καθαυτό, αλλά μόνο ένα μέσο για μια πολιτική που πραγματικά ασκείται αλλού. (σ.σ. παραδόξως σ’ αυτή την λογική κινείται και ο Αλ. Τσίπρας για την ΕΛ.ΑΣ.).
"Όταν η πολιτική αποικίζεται από την οικονομία της προσοχής, τότε ο δημόσιος λόγος μετατρέπεται σε μια συνεχώς μεταβαλλόμενη θάλασσα οργής. Σήμερα, αυτό, αύριο, εκείνο." λέει ο Νούνες Είναι μια κατάσταση πραγμάτων εντελώς αντίθετη με την χειραφετητική πολιτική, η οποία βασίζεται στην ενίσχυση της ικανότητας των ανθρώπων να λαμβάνουν αποφάσεις για τη συλλογική τους μοίρα και να συμμετέχουν σε διαρκείς προσπάθειες για την αλλαγή του status quo. Ο Τραμπ μας κρατά απασχολημένους με τίτλους και αναρτήσεις αργά το βράδυ, ενώ το πραγματικό έργο της καταστροφής συνεχίζεται στο παρασκήνιο.” (το ίδιο κάνει και ο Κυρ. Μητσοτάκης με τα δικά του τρολ)
Σε ιδεολογικό επίπεδο, τι αντιπροσωπεύει ο Μπολσονάρου και σε τι διαφέρει από την παραδοσιακή δεξιά;
Στο ερώτημα αυτό ο Νούνες απαντά ως εξής: “Παρερμηνεύουμε την ακροδεξιά εκλαμβάνοντας τον λόγο της κατά γράμμα. Είναι λάθος να πιστεύουμε τον Τραμπ, τον Μπολσονάρου κ.ά. όταν μιλούν για ένα βήμα πίσω από την «παγκοσμιοποίηση», για επιστροφή σε ένα φορντικό όνειρο βιομηχανικών θέσεων εργασίας, για την επιστροφή του χρόνου στη σεξουαλική επανάσταση και για την επαναϊεροποίηση της πυρηνικής οικογένειας και των παραδοσιακών έμφυλων ρόλων. Αυτές οι ιδέες έχουν μια προφανή ψυχολογική απήχηση σε ορισμένους ψηφοφόρους, αλλά δεν επιβεβαιώνονται από τις ενέργειες της σύγχρονης ακροδεξιάς. Αντίθετα, είναι ένα κίνημα που τροφοδοτείται από την κοινωνική αποσύνθεση που προκαλείται από δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού και επιταχύνει αυτή τη διαδικασία προς έναν ορισμένο ορίζοντα όπου το κράτος παραιτείται από την ολοένα και μεγαλύτερη ευθύνη για τη διαμεσολάβηση στις κοινωνικές συγκρούσεις και αντ' αυτού κατοχυρώνει τον κανόνα της ωμής βίας...”
...Το μοντέλο αυτό αρέσει στους ισχυρούς, αλλά γιατί το ψηφίζουν και οι πιο αδύναμοι;
“Λόγω των ψυχολογικών αντισταθμισμάτων που περιλαμβάνονται στο πακέτο” λέει ο Νούνες. Η υπόσχεση είναι: «ακόμα κι αν παραμένετε υπό άγρια εκμετάλλευση στη δουλειά σας, ακόμα κι αν οι προσδοκίες σας για τη ζωή συρρικνώνονται καθημερινά, θα διασφαλίσουμε ότι υπάρχει τουλάχιστον μία σφαίρα της ζωής στην οποία η δύναμή σας είναι ελεύθερη. Στο σπίτι, μπορείτε να ξεσπάσετε στη γυναίκα σας ή στα παιδιά σας, κανείς δεν θα παρέμβει και κανείς δεν μπορεί να σας πει να μην κάνετε αστεία για τους μαύρους ή τους ομοφυλόφιλους»
Ποια θα μπορούσε να είναι μια ριζοσπαστική απάντηση στη σύγχρονη ακροδεξιά;
Ο Νούνες απαντά: "Επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με ένα παράδοξο από τη θεωρία της πληροφορίας: για να γίνει δεκτό ένα σήμα ως πληροφορία, πρέπει να είναι αρκετά διαφορετικό από τον θόρυβο του περιβάλλοντος, αλλά όχι τόσο διαφορετικό ώστε να μην καταγράφεται καθόλου ως σήμα. Όταν εφαρμόζουμε αυτήν την ιδέα στην πολιτική, συνειδητοποιούμε ότι ο ριζοσπαστισμός δεν είναι η πιστότητα σε μια αρχή στην πιο αγνή, αφηρημένη μορφή της. Eίναι μάλλον μια απόκλιση από τον κανόνα που εξακολουθεί να είναι ευανάγνωστη.
Βρίσκεις μια τακτική που σε απομακρύνει όσο το δυνατόν περισσότερο από την υπάρχουσα κατάσταση – αλλά μπορεί να ενσωματωθεί σε αυτήν: μια τακτική που εμπνέει την εμπιστοσύνη των ανθρώπων, που τους πείθει να συμμετάσχουν, που παράγει πραγματικό αποτέλεσμα.
Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι όλα τα πράγματα που πραγματικά πρέπει να γίνουν φαίνονται εξαιρετικά ριζοσπαστικά. Πάρτε για παράδειγμα τη συγκέντρωση εξουσίας. Ζούμε σε έναν κόσμο όπου ένας επιχειρηματίας μπορεί να απενεργοποιήσει μέρος του στρατού μιας χώρας, όπως έκανε ο Ίλον Μασκ όταν έκοψε την κάλυψη του Starlink από τις ουκρανικές δυνάμεις στη μέση της αντεπίθεσής τους το 2022 - κάτι που θα ήταν μια πλεκτάνη James Bond τη δεκαετία του 1970. Η λογική απάντηση είναι να περάσει η κυβερνητική πολιτική που εμποδίζει τους ιδιώτες να ασκούν τέτοια εξουσία. Αλλά αν προτείνετε μια τέτοια πολιτική σήμερα, θα κατηγορηθείτε ότι ζητάτε απαλλοτρίωση ή ότι παραβιάζετε τα ατομικά δικαιώματα. Έχουμε προχωρήσει τόσο πολύ προς τη μία κατεύθυνση που μπορείς να επέμβεις μόνο τραβώντας πολύ δυνατά προς την άλλη.
Εδώ μπορούμε να μάθουμε κάτι από την άκρα δεξιά. Λέγονται πράγματα σήμερα - για παράδειγμα, ότι πολίτες με λάθος χρώμα δέρματος πρέπει να απελαύνονται - που ήταν αδιανόητα πριν από λίγο καιρό. Από το 2016 το αδιανόητο δεν έχει σταματήσει να συμβαίνει και το ανεκδιήγητο έχει γίνει κοινή λογική. Η άκρα δεξιά έχει επιβάλει τα όρια του δυνατού προς την κατεύθυνση αυτού που πιστεύει ότι πραγματικά πρέπει να γίνει.
Ίσως τίποτα από αυτά που πραγματικά χρειάζεται να κάνουμε δεν είναι εφικτό σήμερα - αλλά δεν θα μπορέσουμε να το κάνουμε ούτε αύριο, εκτός αν αρχίσουμε να χτίζουμε τις συνθήκες τώρα. Πρέπει να χτίσουμε μια κοινωνική βάση για τους στόχους μας. Δεν μπορούμε μόνο να παρέχουμε ορθολογικά επιχειρήματα και αξιόπιστη πολιτική. Πρέπει να ενσταλάξουμε μια επιθυμία, ριζωμένη στην καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων, για έναν άλλο, καλύτερο κόσμο. Οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται όχι μόνο ότι θα ζούσαν καλύτερα σε έναν αναδιαμορφωμένο κόσμο, αλλά ότι αρχίζουν να ζουν καλύτερα συμμετέχοντας στο κίνημα για να το πετύχουν.”
Από τώρα...(Γ. Χ. Παπ)

Η οικονομια των μπαταριων

 Απο Αποστολος Ευθυμιαδης

 

Αὐτό δεν εἶναι τίποτα ἐνώπιον τῶν μεγάλων ἐπιδοτήσεων αἱ ὁποῖαι ἀναμένονται ὀσονούπω προς τας ἐταιρείας ἀποθηκεύσεως ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας με χημικές μπαταρίες ἵνα τεχνηέντως ἐμφανίσουσι χαμηλό τίμημα κιλοβατώρας, φορτώνοντας στον κρατικό προϋπολογισμό μεγάλο μέρος τοῦς τιμήματος αὐτῶν, το ὁποῖον οὔκ ἄν καλυφθήσεται ὑπό τῆς διαβοητου "ἀγορᾶς" με ἀμιγῶς ἰδιωτικοοικονομικά κριτήρια!!!
Λοιπόν ἔχουμε και λέμε:
Το τίμημα ἑνός συσσωρευτοῦ εἶναι τῆς τάξεως τῶν 250 € ἀνά ἀποθηκευομένη κιλοβατώρα και περί τα 100 € ἀνά kW ἰσχύος, εἴτε ἀποθηκεύσεως εἴτε ἀποδόσεως τῆς ἀποθηκευμένης ἐνέργειας. Π.χ. ἕνας συσσωρευτῆς ἰσχύος ἑνός Μεγαβάτ, με ἀποθηκευτική ἱκανότητα 4 ὡρῶν στοιχίζει : 1.000 kW x 100 €/kW + 1.000 kW x 4h x 250 = 100.000 + 1.000.000 = 1,1 ἐκατ. εὐρώ.
Ἐάν ὁ συσσωρευτής οὗτος φορτίζεται και ἐκφορτίζεται πλήρως περί τας 200 ἠμέρας ἑτησίως κατά τας περιόδους ὑπερπαραγωγῆς ἈΠΕ, τότε ἑτησίως συνεισφέρει περί τας
250 x 4 x 200 ἡμέρας/ἕτος x 70% = 140.000 kWh, ὅπου το 70% ἀναπαριστᾶ τας ἀπωλείας ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας κατά την φόρτισιν/ἐκφόρτισιν τῶν συσσωρευτῶν.
Ἐάν το τοκοχρεωλύσιο ληφθῇ ἴσο με 14% (για ἕνα δάνειο δεκαετίας με ἐπιτόκιο 7%) τότε το τίμημα τῆς συνεισφερομένης κιλοβατώρας ἀνέρχεται σε : 1.100.000x14%/140.000 = 1,15 εὐρώ ἀνά κιλοβατώρα!!! Συνεπῶς οἱ "ἐπανδυταί" ἔχουσι χρεία ἐπιδοτήσεων ἄνω τοῦ 60%.
Συμπερασματικῶς, τα προγραμματιζόμενα 5000 ἔως 7000 MW συσσωρευτῶν ἔως το 20230, με τέσσερις ὤρας ἀποθηκεύσεως ἰσοδυναμοῦν με κόστος 5 ἕως 7 δισ. εὐρώ και ἐπιδοτήσεις 3 ἔως 4 δισ.!!!
Δηλαδή οἱ συσσωρευταί ἰσοδυναμοῦν με ἐθνική καταστροφή, την ὁποία μάλιστα θέλουν να χρεώσουσι εἰς τους καταναλωτάς και ὄχι εἰς τους παραγωγούς μΑΠΕΣ αἱ ὁποία εἶναι και ἀπολύτως ὑπεύθυναι δια την ἀναγκαιότητα εἰσαγωγῆς συσσωρευτῶν, συμφώνως προς τον Εὐρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΕ) 2019/943·

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2026

Η πολιτική του ορίου: Ιατρική αυθεντία, βιοπολιτική και η νεο-ευγονική φαντασίωση του υγιούς σώματος

 Λάζαρος Τεντόμας

 

Ο δημόσιος λόγος που αναπτύσσεται, δύο ημέρες μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, φαίνεται να μετακινείται σταδιακά από το γεγονός του θανάτου προς κάτι πολύ ευρύτερο: προς μια δημόσια διαπραγμάτευση των ορίων της ιατρικής γνώσης, της θεραπευτικής πρακτικής και, κυρίως, της ίδιας της εξουσίας να ορίζει τι συνιστά έγκυρη γνώση για το σώμα.
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν είναι απλώς ότι εμφανίζονται, όπως είναι αναμενόμενο, γιατροί και άλλοι ειδικοί για να εξηγήσουν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει η σύγχρονη ιατρική. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται αυτή η εξήγηση. Η επιστημονική αυθεντία δεν περιορίζεται πάντοτε στην υπεράσπιση της τεκμηριωμένης θεραπευτικής πρακτικής. Συχνά επεκτείνεται στην οριοθέτηση του πεδίου του νομιμοποιημένου λόγου για το σώμα: εδώ βρίσκεται η ιατρική γνώση, εδώ η θεραπεία, εδώ η πρόληψη, εδώ η «επιστήμη»• έξω από αυτά τα όρια αρχίζει, συλλήβδην, η πλάνη, η αφέλεια, η επικινδυνότητα ή ακόμη και η παρανομία.
Ασφαλώς, η διάκριση ανάμεσα σε θεραπευτικές πρακτικές που διαθέτουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και σε πρακτικές των οποίων η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί είναι απολύτως αναγκαία. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σχετικοποιηθεί η αξία της βιοϊατρικής γνώσης, ούτε να εξισωθούν επιστημολογικά διαφορετικές πρακτικές. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι άλλο: τι συμβαίνει όταν η αναγκαία κριτική της μη τεκμηριωμένης θεραπευτικής πρακτικής μετατρέπεται σε συνολική διεκδίκηση κυριαρχίας πάνω στο τι επιτρέπεται να θεωρείται γνώση, τι επιτρέπεται να θεωρείται θεραπεία και, τελικά, τι επιτρέπεται να θεωρείται ένα «ορθό» σώμα;
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πολιτικό και ανθρωπολογικό πρόβλημα.
Η σύγχρονη ιατρική δεν είναι μόνο ένα σύνολο γνώσεων, τεχνικών, φαρμάκων, διαγνωστικών εργαλείων και θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Είναι ταυτόχρονα ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι κοινωνίες μας μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται το σώμα, την υγεία, την ασθένεια, τον κίνδυνο, τη γήρανση, την αναπηρία, την ευαλωτότητα και, τελικά, τον ίδιο τον εαυτό.
Το σώμα του σύγχρονου υποκειμένου δεν είναι απλώς ένα σώμα που ενδέχεται να αρρωστήσει. Είναι ένα σώμα που πρέπει διαρκώς να παρακολουθείται, να μετράται, να αξιολογείται, να βελτιώνεται και να προλαμβάνεται. Η υγεία δεν αποτελεί πλέον μόνο μια κατάσταση απουσίας ασθένειας. Μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε ένα διαρκές σχέδιο αυτοδιαχείρισης.
Δεν αρκεί να είσαι υγιής. Πρέπει να αποδεικνύεις ότι είσαι υγιής.
Και ακόμη περισσότερο: πρέπει να συμπεριφέρεσαι ως κάποιος που βρίσκεται διαρκώς σε διαδικασία παραγωγής υγείας.
Εξετάσεις, βιοδείκτες, απεικονίσεις, προληπτικά πρωτόκολλα, διατροφικά προγράμματα, εφαρμογές παρακολούθησης, δείκτες φυσικής κατάστασης, γενετικές αναλύσεις, προγράμματα ευεξίας, πρωτόκολλα αντιγήρανσης και ένα τεράστιο πληροφοριακό σύμπαν γύρω από το «σωστό» σώμα δημιουργούν μια νέα σχέση με την ασθένεια. Η ασθένεια δεν χρειάζεται πλέον να έχει εμφανιστεί για να οργανώσει τη συμπεριφορά μας. Αρκεί η πιθανότητά της.
Το σύγχρονο υποκείμενο καλείται να ζει μέσα σε ένα καθεστώς δυνητικού κινδύνου.
Δεν είσαι ακόμη ασθενής, αλλά μπορεί να γίνεις. Δεν έχεις ακόμη κάποιο πρόβλημα, αλλά μπορεί να το αναπτύξεις. Δεν έχεις ακόμη εμφανή σημεία γήρανσης, αλλά μπορείς να τα προλάβεις. Δεν έχεις ακόμη απώλεια λειτουργικότητας, αλλά μπορείς να την καθυστερήσεις. Δεν υπάρχει ακόμη νόσος, υπάρχει όμως ένας δείκτης, ένας παράγοντας κινδύνου, μια πιθανότητα, μια απόκλιση από το στατιστικά επιθυμητό.
Έτσι η πρόληψη αποκτά μια παράδοξη διπλή λειτουργία: από τη μία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της σύγχρονης δημόσιας υγείας• από την άλλη, όταν αποσυνδέεται από συγκεκριμένες ενδείξεις και μετατρέπεται σε αδιάκοπη επιτήρηση του σώματος, μπορεί να παράγει ένα υποκείμενο που αισθάνεται διαρκώς ανεπαρκές απέναντι σε αυτό που θα μπορούσε να είναι.
Η βιοϊατρική γνώση δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα του σώματος. Συμμετέχει και στη συγκρότησή της.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά απουσιάζει από τον δημόσιο διάλογο.
Γιατί, όταν οι ειδικοί εμφανίζονται για να μας πουν τι είναι «ιατρικά ορθό», σπάνια ερωτάται ποιο ιστορικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό σύστημα κατέστησε αναγκαία τη σημερινή εμμονή με τη διαρκή υγειονομική αυτοπαρακολούθηση. Σπάνια τίθεται το ερώτημα ποιος παράγει την ανάγκη για «αντιγήρανση». Ποιος ορίζει ότι η γήρανση είναι ένα πρόβλημα προς επίλυση; Ποιος μετατρέπει τη φυσιολογική φθορά του σώματος σε θεραπευτικό έλλειμμα; Ποιος καθορίζει πότε μια σωματική διαφορά είναι μια απολύτως θεμιτή παραλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης και πότε μετατρέπεται σε «δυσλειτουργία» που απαιτεί διόρθωση;
Και κυρίως: ποιος κερδίζει από τη διαρκή παραγωγή αυτών των αναγκών;
Εδώ η έννοια της ιατρικοποίησης γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Η ιατρικοποίηση δεν σημαίνει ότι «οι γιατροί τα κάνουν όλα». Σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερες περιοχές της ανθρώπινης ζωής αποκτούν ιατρικό λεξιλόγιο, ιατρικούς δείκτες και ιατρικές λύσεις. Η γήρανση, η θλίψη, η κόπωση, η σωματική διαφορετικότητα, η σεξουαλικότητα, η αναπηρία, η εμφάνιση, η φυσική φθορά, ακόμη και η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή, μπορούν να μετακινηθούν από το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας στο πεδίο της διαχείρισης ενός «προβλήματος».
Και κάπου εδώ εμφανίζεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας.
Η ίδια κοινωνία που καταγγέλλει τις «εναλλακτικές» αγορές υγείας ως εμπορευματοποιημένες, ανορθολογικές ή επικίνδυνες έχει ταυτόχρονα οικοδομήσει μια τεράστια αγορά γύρω από την ευεξία, την πρόληψη, τη βελτιστοποίηση και την αντιγήρανση. Η βιομηχανία της υγείας δεν βρίσκεται μόνο στα νοσοκομεία. Βρίσκεται στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, στις κλινικές ευεξίας, στα προγράμματα longevity, στα συμπληρώματα, στα πρωτόκολλα «βιολογικής ηλικίας», στις αισθητικές παρεμβάσεις, στις εφαρμογές αυτοπαρακολούθησης, στη διατροφική βιομηχανία, στις υπηρεσίες γενετικού ελέγχου και σε μια ολοένα διευρυνόμενη οικονομία που υπόσχεται στον άνθρωπο κάτι περισσότερο από την υγεία: υπόσχεται τη διαρκή βελτιστοποίηση του εαυτού.
Το σώμα γίνεται project.
Και το project δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου καθεστώτος υγείας: δεν απαιτεί απλώς υπακοή. Απαιτεί ενεργό συμμετοχή του ίδιου του υποκειμένου στη διακυβέρνηση του εαυτού του. Το άτομο παρακολουθεί τον εαυτό του, μετρά τον εαυτό του, αξιολογεί τον εαυτό του, συγκρίνει τον εαυτό του και τελικά πειθαρχεί τον εαυτό του.
Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να βρίσκεται απέναντί μας.
Έχει εγκατασταθεί μέσα μας ως αυτοπαρακολούθηση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο γιατρός είναι ο «κακός» και ο ασθενής το αθώο θύμα. Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν υπερβολικά απλοϊκή και θα έχανε ακριβώς το σημείο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο δίκτυο σχέσεων μέσα στο οποίο γιατροί, ασθενείς, ασφαλιστικές εταιρείες, φαρμακευτικές επιχειρήσεις, ιδιωτικές δομές υγείας, μέσα ενημέρωσης, πλατφόρμες, διαφημιστικοί μηχανισμοί και οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν, με διαφορετικές βέβαια δυνατότητες και διαφορετικό βαθμό ισχύος, στην παραγωγή αυτού που σήμερα ονομάζουμε «υγεία».
Η εξουσία, άλλωστε, δεν λειτουργεί μόνο απαγορεύοντας. Λειτουργεί παραγωγικά: παράγει κατηγορίες, κανονικότητες, επιθυμίες, ταυτότητες, φόβους, προσδοκίες και τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι μαθαίνουν να μιλούν για τον εαυτό τους.
Και η σύγχρονη ιατρική γλώσσα έχει αποκτήσει τεράστια δύναμη ακριβώς επειδή δεν λέει μόνο «τι έχεις». Μας μαθαίνει να σκεφτόμαστε ποιοι είμαστε.
Εδώ η συζήτηση για την αναπηρία προσφέρει μια ιδιαίτερα κρίσιμη διόρθωση. Η αναπηρική και crip σκέψη έχει δείξει ότι δεν είναι αυτονόητο πως κάθε απόκλιση από το πρότυπο του λειτουργικού, παραγωγικού, αυτόνομου και διαρκώς βελτιούμενου σώματος αποτελεί ατομικό πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί. Η ίδια η ιδέα του «φυσιολογικού» σώματος είναι ιστορικά και κοινωνικά οργανωμένη.
Υπάρχουν σώματα που η κοινωνία σχεδιάστηκε να θεωρεί αυτονόητα και σώματα που η ίδια κοινωνία αντιμετωπίζει ως ελλείψεις.
Υπάρχουν σώματα που θεωρούνται «κανονικά» επειδή ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παραγωγικότητας, της αυτονομίας, της νεότητας, της ταχύτητας και της αισθητικής ομοιομορφίας. Και υπάρχουν σώματα που εμφανίζονται ως προβληματικά επειδή δεν ανταποκρίνονται σε αυτές τις απαιτήσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι πάντοτε «πώς θα διορθώσουμε το σώμα;».
Μερικές φορές πρέπει να είναι:
«Γιατί θεωρούμε ότι αυτό το σώμα χρειάζεται διόρθωση;»
Αυτή η ερώτηση δεν αρνείται τον πόνο, τη νόσο ή την ανάγκη θεραπείας. Αντιθέτως, μας επιτρέπει να τα αντιμετωπίσουμε χωρίς να μετατρέπουμε κάθε μορφή σωματικής διαφοράς σε αποτυχία.
Και εδώ επιστρέφουμε στο ζήτημα της αντιγήρανσης.
Η γήρανση αποτελεί ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα της μετάβασης από την ιατρική αντιμετώπιση της νόσου στη διαχείριση της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Όταν η γήρανση αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πρόβλημα, τότε ο χρόνος μετατρέπεται σε παθολογία. Το σώμα που γερνά δεν είναι πλέον απλώς ένα σώμα που μεταβάλλεται• γίνεται ένα σώμα που «χάνει», «φθείρεται», «υποβαθμίζεται» και επομένως οφείλει να υποβληθεί σε διαδικασίες αποκατάστασης, ενίσχυσης ή αναβάθμισης.
Έτσι δημιουργείται ένας ιδιότυπος νεο-ευγονικός ορίζοντας — όχι με την ιστορική έννοια της κρατικής επιβολής της αναπαραγωγικής «καταλληλότητας», αλλά ως μια πολύ πιο διάχυτη και καθημερινή επιδίωξη παραγωγής του επιθυμητού σώματος: νεότερου, λειτουργικότερου, παραγωγικότερου, αισθητικά αποδεκτότερου, βιολογικά «βελτιστοποιημένου».
Η διαφορά είναι ότι σήμερα η επιβολή δεν χρειάζεται να έρθει από το κράτος.
Μπορεί να έρθει ως επιθυμία.
Ως προσωπική επιλογή.
Ως επένδυση στον εαυτό.
Ως «φροντίδα».
Ως «wellness».
Ως φόβος ότι, αν δεν κάνεις ό,τι μπορείς σήμερα, αύριο θα είναι αργά.
Αυτό ακριβώς κάνει τον σύγχρονο βιοϊατρικό λόγο τόσο ισχυρό: η πειθαρχία εμφανίζεται ως ελευθερία επιλογής.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο θάνατος ενός δημόσιου προσώπου μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος κοινωνικού καθρέφτη. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τις συγκεκριμένες ιατρικές συνθήκες ενός θανάτου — ούτε είναι επιστημονικά ή ηθικά θεμιτό να τις ανακατασκευάζουμε από τηλεοπτικά πάνελ, αποσπασματικές δηλώσεις ή αναρτήσεις. Ακριβώς το αντίθετο: η ανάγκη να αντισταθούμε στην εύκολη παραγωγή αιτιών και ενοχών αποτελεί μέρος της ίδιας της επιστημονικής υπευθυνότητας.
Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε είναι τι κάνουμε κοινωνικά με τον θάνατο.
Πώς, σχεδόν αμέσως, αναζητούμε τον ειδικό που θα μας εξηγήσει τι πήγε λάθος.
Πώς αναζητούμε το «λάθος» πρωτόκολλο, τη λανθασμένη επιλογή, την παραπλάνηση, τη θεραπευτική απόκλιση, τον «ειδικό» που δεν ήταν αρκετά ειδικός.
Πώς η αβεβαιότητα του θανάτου γίνεται ανυπόφορη και πρέπει να μετατραπεί σε αφήγημα ελέγχου.
Γιατί αν υπάρχει ένα λάθος, τότε υπάρχει και ένας μηχανισμός που μπορούμε να διορθώσουμε.
Κι αν μπορούμε να τον διορθώσουμε, τότε ίσως μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο θάνατος μπορεί να αποτραπεί.
Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα πολιτισμικά παράδοξα της σύγχρονης βιοϊατρικής κοινωνίας: ενώ η ιατρική έχει διευρύνει θεαματικά τις δυνατότητές της, η κοινωνική προσδοκία απέναντί της έχει γίνει συχνά σχεδόν απεριόριστη. Η ιατρική καλείται να εξαλείψει τον πόνο, να καθυστερήσει τη γήρανση, να προβλέψει τον κίνδυνο, να ανιχνεύσει την ασθένεια πριν εμφανιστεί, να βελτιστοποιήσει τη λειτουργία, να παρατείνει τη ζωή και, εμμέσως, να εγγυηθεί ότι το σώμα δεν θα μας προδώσει.
Όταν αυτή η υπόσχεση αποτυγχάνει, αναζητείται ο ένοχος.
Όμως το όριο της ιατρικής δεν είναι απαραίτητα αποτυχία της ιατρικής.
Υπάρχουν όρια που δεν αποτελούν τεχνικές ελλείψεις αλλά ανθρωπολογικές και βιολογικές συνθήκες της ύπαρξης.
Και υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο «η ιατρική μπορεί να θεραπεύσει αυτό» και στο «η ιατρική οφείλει να μπορεί να θεραπεύσει τα πάντα».
Το δεύτερο δεν είναι επιστημονική θέση. Είναι πολιτισμική προσδοκία.
Ακριβώς γι' αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη, όχι μικρότερη, κριτική σκέψη απέναντι στην ιατρική αυθεντία.
Όχι για να υπονομεύσουμε την επιστήμη.
Αλλά για να την προστατεύσουμε από τη μετατροπή της σε καθεστώς αδιαμφισβήτητης κοινωνικής εξουσίας.
Η επιστημονική γνώση δεν χρειάζεται να εμφανίζεται ως παντογνωσία για να είναι ισχυρή. Αντίθετα, η πραγματική επιστημονική αυθεντία περιλαμβάνει την ικανότητα να διατυπώνει τα όρια της γνώσης της, να αναγνωρίζει την αβεβαιότητα, να διαχωρίζει την πιθανότητα από τη βεβαιότητα και την τεκμηριωμένη θεραπεία από την εμπορική υπόσχεση.
Η ίδια κριτική πρέπει να εφαρμοστεί και στις λεγόμενες εναλλακτικές θεραπευτικές πρακτικές. Το γεγονός ότι η βιοϊατρική αποτελεί πεδίο εξουσίας δεν σημαίνει ότι κάθε θεραπευτική πρακτική εκτός της βιοϊατρικής είναι εξ ορισμού αξιόπιστη. Η κριτική στην ιατρικοποίηση δεν μπορεί να καταλήξει σε έναν νέο ανορθολογισμό όπου όλες οι μορφές γνώσης θεωρούνται ισοδύναμες.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντικαταστήσουμε έναν δογματισμό με έναν άλλο.
Είναι να αποσυνδέσουμε την επιστημονική τεκμηρίωση από την αξίωση κοινωνικής κυριαρχίας.
Να μπορούμε να πούμε ταυτόχρονα δύο πράγματα που σήμερα παρουσιάζονται συχνά ως αντιφατικά:
ότι η σύγχρονη ιατρική είναι ανεκτίμητη,
και ότι η ιατρική κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία και η κριτική θεωρία έχουν κάθε λόγο να εξετάζουν τις σχέσεις εξουσίας μέσα στις οποίες παράγεται, διακινείται και εφαρμόζεται η ιατρική γνώση.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποια θεραπεία είναι επιστημονικά έγκυρη.
Το πρόβλημα είναι επίσης ποιος αποφασίζει ποια ζωή αξίζει να θεωρείται «φυσιολογική», ποιο σώμα θεωρείται επιθυμητό, ποια μορφή γήρανσης είναι αποδεκτή, ποια αναπηρία αντιμετωπίζεται ως κοινωνική διαφορά και ποια ως ατομική αποτυχία, ποιο επίπεδο κινδύνου θεωρείται ανεκτό και ποιο μετατρέπεται σε αντικείμενο παρέμβασης.
Η σύγχρονη ανθρωπολογία της υγείας έχει ακριβώς αυτή τη δύναμη: μας υπενθυμίζει ότι η ασθένεια δεν είναι μόνο βιολογικό γεγονός. Είναι επίσης εμπειρία, κοινωνική κατηγορία, οικονομική συνθήκη, πολιτισμική ερμηνεία και πεδίο θεσμικής διαπραγμάτευσης.
Το σώμα δεν υπάρχει έξω από την κοινωνία.
Και η κοινωνία δεν υπάρχει έξω από τα σώματα.
Γι' αυτό και ο δημόσιος διάλογος που παρακολουθούμε αυτές τις ημέρες αξίζει να γίνει πιο απαιτητικός. Όχι πιο θορυβώδης, όχι πιο τιμωρητικός, όχι περισσότερο πολωμένος ανάμεσα στους «επιστήμονες» και στους «αμφισβητίες» της επιστήμης.
Πιο απαιτητικός.
Να ρωτήσει όχι μόνο τι έκανε ή δεν έκανε η ιατρική.
Αλλά και τι της ζητάμε να κάνει.
Να ρωτήσει ποιος κατασκευάζει την ανάγκη για αδιάκοπη πρόληψη.
Ποιος εμπορευματοποιεί τον φόβο της ασθένειας.
Ποιος μετατρέπει τη γήρανση σε εχθρό.
Ποιος μετατρέπει τη σωματική διαφορά σε έλλειμμα.
Ποιος δημιουργεί την προσδοκία ενός σώματος που δεν θα γερνά, δεν θα πονά, δεν θα εξαρτάται από άλλους, δεν θα περιορίζεται και τελικά δεν θα πεθαίνει.
Και κυρίως, να ρωτήσει τι είδους άνθρωπο παράγει αυτή η αδιάκοπη απαίτηση για βιολογική τελειότητα.
Γιατί ίσως το πιο ενδιαφέρον φαινόμενο δεν είναι ότι η ιατρική εισέρχεται ολοένα βαθύτερα στη ζωή μας.
Είναι ότι έχουμε αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή μας μέσα από τις κατηγορίες της.
Έχουμε μάθει να φοβόμαστε πριν αρρωστήσουμε.
Να θεραπευόμαστε πριν νοσήσουμε.
Να διορθωνόμαστε πριν αποτύχουμε.
Να γυμναζόμαστε για να μη γερνάμε.
Να εξεταζόμαστε για να βρούμε αυτό που ακόμη δεν έχουμε.
Να μετράμε το σώμα μας για να επιβεβαιώσουμε ότι παραμένει «φυσιολογικό».
Και, τελικά, να αισθανόμαστε υπεύθυνοι ακόμη και για εκείνα τα πράγματα που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.
Ίσως, λοιπόν, η πιο ουσιαστική κριτική που μπορούμε να ασκήσουμε σήμερα δεν είναι εναντίον της ιατρικής.
Είναι εναντίον της φαντασίωσης ότι η ιατρική μπορεί να μας απαλλάξει από την ανθρώπινη συνθήκη.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική συζήτηση που πρέπει να ανοίξει.
Όχι πάνω από το σώμα του νεκρού, αλλά γύρω από την κοινωνία που, ακόμη και μπροστά στον θάνατο, δυσκολεύεται να αποδεχθεί την αβεβαιότητα, την ευαλωτότητα, τη φθορά και το όριο.
Μια κοινωνία που έχει οικοδομήσει ολόκληρη οικονομία γύρω από την υπόσχεση ότι κάθε όριο μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα προς επίλυση.
Αυτός είναι ο βαθύτερος κίνδυνος της σύγχρονης ιατρικοποίησης.
Όχι ότι μας θεραπεύει υπερβολικά.
Αλλά ότι μπορεί να μας πείσει πως κάθε τι που δεν μπορεί να θεραπευτεί είναι, από μόνο του, μια αποτυχία που πρέπει οπωσδήποτε να διορθωθεί.
Και τότε η «υγεία» παύει να είναι απλώς δικαίωμα.
Μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση.
Το υγιές σώμα γίνεται καλό σώμα.
Το λειτουργικό σώμα γίνεται άξιο σώμα.
Το νεανικό σώμα γίνεται επιθυμητό σώμα.
Το αυτόνομο σώμα γίνεται υπεύθυνο σώμα.
Και κάθε σώμα που αποκλίνει από αυτό το πρότυπο καλείται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να απολογηθεί.
Εκεί ακριβώς χρειάζεται η κριτική.
Όχι για να αρνηθούμε τη γνώση.
Αλλά για να υπερασπιστούμε το δικαίωμα του ανθρώπου να υπάρχει πέρα από την απαίτηση να είναι διαρκώς διορθωμένος, μετρημένος, προληπτικά θεραπευμένος και βιολογικά βελτιστοποιημένος.
Γιατί μια κοινωνία που δεν μπορεί να ανεχθεί την ευαλωτότητα δεν γίνεται κατ' ανάγκην υγιέστερη.
Γίνεται απλώς πιο αμείλικτη απέναντι σε ό,τι θεωρεί ευάλωτο.
Και ίσως αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει να μείνει ανοιχτό, όταν σβήσουν οι τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και αποσυρθούν οι ειδικοί από τα παράθυρα:
τι είδους ζωή προσπαθούμε τελικά να προστατεύσουμε όταν προσπαθούμε να εξαλείψουμε από αυτήν κάθε ίχνος ασθένειας, γήρανσης, εξάρτησης, αναπηρίας, αβεβαιότητας και ορίου;
Γιατί, αν η απάντηση είναι ένα σώμα απαλλαγμένο από κάθε ευαλωτότητα, τότε δεν μιλάμε πλέον μόνο για ιατρική.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

ΑΥΞΗΣΗ ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑΣ Φ/Β

 

 
ι συμβαίνει από την ανάπτυξη mega φωτοβολταϊκών σταθμών ή την υπερσυγκέντρωση μονάδων σε μία συγκεκριμένη περιοχή από την τοπική επιρροή φωτοβολταϊκών πλαισίων στο μικροκλίμα της περιοχής
Το αποτέλεσμα είναι ότι η περιοχή του φωτοβολταϊκού σταθμού είναι περίπου 20 βαθμούς υψηλότερη από την θερμοκρασία στις επιφάνειες στο πέριξ περιβάλλον.
- περίπου 45 βαθμοί σε σύγκριση με 23 έως 25 βαθμούς στους αγρούς.
Μπροστά του σταθμού η περιοχή είναι ακόμη πιο θερμή λόγω εκπομπής και αντανάκλασης, όπως φαίνεται στην παρακάτω φωτογραφία από κάμερες θερμικής απεικόνισης!!
Όλοι το ξέρουν αυτό, δεν χρειάζεται καν να το σκεφτείς για ένα δευτερόλεπτο.
Η κάλυψη μεγάλων χώρων με υλικά με μελανές επιφάνειες μόνο ζέστη μπορεί να προκαλέσει!!
Πραγματικά πολύ τρομακτικό σε ποια κατάσταση λειτουργεί η ανθρώπινη σκέψη σήμερα!
 
Αποστολος Ευθυμιαδης
 
Ἡ προσπίπτουσα μικροκυματική ἡλιακή ἀκτινοβολία,
- ἀντί ἀπορροφήσεως αὐτῆς ὑπό τῆς χλωρίδος, ὁμοῦ μετά τοῦ διοξειδίου τοῦ ἄνθρακος τῆς ἀτμοσφαίρας και παραγωγῆς βιομάζης, με μικρή μόνο ἀντανάκλασιν κατά 15% με 20% αὐτῆς εἰς την ἀτμόσφαιραν,
- ἐπιστρέφει εἰς την ἀτμόσφαιραν κατά το 85% περίπου ὑπό διττήν μορφήν: κατά το ἥμισυ περίπου ὠς θερμότητα τοῦ ἀέρος και κατά το λοιπό ἥμιση ὡς μεγαλοκυματική θερμική ἀκτινοβολία, ἀφοῦ μόλις το 15% περίπου τῆς ἀρχικῶς προσπιπτούσης ἀκτινοβολίας μετατρέπεται εἰς ἠλεκτρικήν ἐνέργειαν!!!
Ἀμφότεροι μηχανισμοί ἀπελευθερώσεως θερμότητος εἰς το περιβάλλον, συμβάλλουν εὐθέως εἰς την δραματικήν αὔξησιν τῆς θερμοκρασίας τοῦ παρακειμένου περιβάλλοντος
ἀλλά και το χείριστον πάντων, εἰς την δραματικήν μείωσιν τῶν βροχοπτώσεων, αἱ θερμανθεῖσες γάρ ὑπό τῶν φωτοβολταϊκῶν ἀέριες μάζες ἀνέρχονται λόγῳ θερμικῆς ἀνώσεως εἰς τα ὑψηλοτερα στρώματα τῆς ἀτμοσφαίρας καὶ ἀποτρέπουσι τοιουτοτρόπως τον σχηματισμόν νεφῶν.
Ὠς ἀποτέλεσμα αὐτοῦ ἔστι ἡ δραματική μείωσις τῶν βροχοπτώσεων εἰς πάσαν την Εὐρωπαΐκήν Ἥπειρον με ἀντίστοιχον ξήρανσιν ποταμῶν και λιμνῶν, ἐν συνδυασμόν μάλιστα τῶν αὐξημένων ὑδροδοτικῶν ἀπαιτήσεων λόγω τῆς διαδόσεως τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης και τῶν κέντρων δεδομένων, ἔχουν προκαλέσει τεραστίαν και πραγματικήν κλιματική ἀλλαγήν, ἐπιφέροντας συνάμα τεράστιον πλῆγμα εἰς την ὑδατικήν οἰκονομίαν τῆς Εὐρώπης ἀλλά και τῆς Δύσεως ἐν συνόλῳ!!!
 


Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Γιατί καίγεται και θα καίγεται η Ευρώπη;

 Οι φωτιές που βλέπουμε σήμερα είναι, σε μεγάλο βαθμό, το αποτέλεσμα μιας Ευρώπης που έπαψε να κατοικεί την ύπαιθρό της.

lifo team 

 Οι εικόνες επαναλαμβάνονται κάθε καλοκαίρι με τέτοια συχνότητα ώστε κινδυνεύουμε να τις θεωρήσουμε φυσιολογικές. Δάση που μετατρέπονται μέσα σε λίγες ώρες σε κάρβουνο, χωριά που εκκενώνονται βιαστικά, άνθρωποι που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κρατώντας μια βαλίτσα και τα κατοικίδιά τους, πυροσβέστες που μάχονται επί ημέρες απένhttps://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQαντι σε μέτωπα τα οποία εξαπλώνονται εν ριπή οφθαλμού. Από την Ισπανία και την Πορτογαλία μέχρι τη Γαλλία, την Ελλάδα και τη Σουηδία, η Ευρώπη ζει πλέον σχεδόν κάθε καλοκαίρι κάτω από την ίδια σκιά: τη σκιά των λεγόμενων «μεγαπυρκαγιών», πυρκαγιών τόσο εκτεταμένων και τόσο βίαιων ώστε ακόμη και οι πιο έμπειρες δυνάμεις δασοπυρόσβεσης δυσκολεύονται να τις αντιμετωπίσουν.

 

Η συνηθισμένη εξήγηση είναι γνωστή και, ως έναν βαθμό, σωστή. Η κλιματική αλλαγή ανεβάζει τη θερμοκρασία, παρατείνει τις περιόδους ξηρασίας, δημιουργεί ακραία κύματα καύσωνα και ευνοεί ισχυρούς ανέμους. Όλα αυτά συνθέτουν ιδανικές συνθήκες για την εξάπλωση μιας φωτιάς. Αν όμως αυτό είναι όλο, οι επιστήμονες δεν θα συνέχιζαν να αναζητούν απαντήσεις.

Γιατί ενώ ο πλανήτης θερμαίνεται παντού, οι πιο ακραίες πυρκαγιές εμφανίζονται κυρίως σε ορισμένες περιοχές;

Γιατί χώρες που διαθέτουν από τα καλύτερα οργανωμένα συστήματα πυροπροστασίας στον κόσμο βλέπουν χρόνο με τον χρόνο τα δάση τους να καταστρέφονται σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα; 

 

Και γιατί η Μεσόγειος μοιάζει να έχει μετατραπεί στο επίκεντρο αυτής της νέας πραγματικότητας;

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι γιατί άρχισε να αλλάζει το κλίμα. Είναι γιατί έπαψε να λειτουργεί εκείνο το τοπίο που επί αιώνες απορροφούσε τους κραδασμούς του. Και η απάντηση, όπως θα δούμε, βρίσκεται πολύ λιγότερο στα δάση απ' όσο στις κοινωνίες που τα εγκατέλειψαν.

 Στην Ισπανία μέσα στη φετινή χρονιά έχουν ήδη καεί περισσότερα από 2.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης, έκταση υπερδιπλάσια από τον ιστορικό μέσο όρο της χώρας. Στη Γαλλία, μια γιγαντιαία πυρκαγιά δυτικά του Μπορντό —τέσσερις φορές μεγαλύτερη σε έκταση από το Παρίσι— προκάλεσε τη μεγαλύτερη ειρηνική εκκένωση πληθυσμού στην ιστορία της χώρας, αναγκάζοντας περίπου 220.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Στη ΒρετΟι φωτιές που βλέπουμε σήμερα είναι, σε μεγάλο βαθμό, το αποτέλεσμα μιας Ευρώπης που έπαψε να κατοικεί την ύπαιθρό της.ανία, οι πυροσβέστες δίνουν μάχη με τη φωτιά στο Τίντγουιστλ Μουρ, μία από τις μεγαλύτερες που έχουν καταγραφεί ποτέ στη χώρα, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα νέες εστίες εμφανίζονται από τη Σουηδία μέχρι την Κρήτη, καθώς ένα ακόμη παρατεταμένο κύμα καύσωνα σαρώνει την ευρωπαϊκή ήπειρο. Για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, η αίσθηση ότι «καίγεται ολόκληρη η Ευρώπη» δεν αποτελεί δημοσιογραφική υπερβολή· περιγράφει μια πραγματικότητα που επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε καλοκαίρι.

 

Μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό εικόνων, είναι εύκολο να παρασυρθεί κανείς από την αίσθηση ότι παρακολουθεί την αρχή ενός κόσμου που καταρρέει. Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εντύπωση. Βίντεο με άλογα που τρέχουν μέσα σε αποπνικτικό καπνό, drone που καταγράφουν ολόκληρες πλαγιές μεταμορφωμένες σε μαύρες εκτάσεις στάχτης, σπίτια που καταρρέουν μέσα στις φλόγες και ουρανοί βαμμένοι σε ένα αφύσικο πορτοκαλί δημιουργούν μια σχεδόν αποκαλυπτική εικονογραφία. Δεν είναι σπάνιο οι αναρτήσεις αυτές να συνοδεύονται από δραματικές μουσικές και τη λέξη Apocalypse. Όσο περισσότερο τις παρακολουθεί κανείς, τόσο ευκολότερα γεννιέται η εντύπωση ότι η καταστροφή είναι αναπόφευκτη και ότι δεν απομένει παρά να μετράμε τις απώλειες.

Κι όμως, ίσως αυτό να είναι το πρώτο λάθος που πρέπει να αποφύγουμε.

 

Το αποκαλυπτικό αφήγημα είναι ελκυστικό γιατί προσφέρει μια απλή εξήγηση: ο κόσμος τελειώνει, άρα δεν υπάρχει τίποτε να καταλάβουμε πέρα από το μέγεθος της καταστροφής. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο απαιτητική. Ανάμεσα στην αφελή αισιοδοξία ότι «όλα θα πάνε καλά» και στη βεβαιότητα ότι «όλα χάθηκαν», υπάρχει ένας τρίτος δρόμος: η προσπάθεια να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει.

Αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια όσους μελετούν τις μεγάλες πυρκαγιές. Γιατί οι φωτιές αποκτούν σήμερα τέτοια ένταση; Γιατί περιοχές που έκαιγαν επί αιώνες χωρίς να γνωρίζουν αυτές τις βιβλικές καταστροφές μετατρέπονται πλέον σε τοπία που θυμίζουν εμπόλεμη ζώνη;  

Η πιο εύκολη απάντηση είναι η κλιματική αλλαγή. Και ασφαλώς αποτελεί μέρος της εξήγησης. Δεν είναι όμως η μοναδική. Αν ήταν, θα βλέπαμε παντού την ίδια εικόνα, αφού η υπερθέρμανση του πλανήτη δεν σταματά στα σύνορα της Μεσογείου. 

 Η κατάσταση οφείλεται σε ένα κοκτέιλ παραγόντων. Στην εξίσωση μπαίνουν οι ακραίες θερμοκρασίες, αλλά και κάτι που ακούγεται εκ πρώτης όψεως αντιφατικό: οι ασυνήθιστα βροχεροί μήνες που προηγήθηκαν. Οι βροχές γέννησαν άφθονη βλάστηση σε περιοχές που ήδη αντιμετώπιζαν πρόβλημα υπερβολικής ανάπτυξης θάμνων και χόρτων. Όταν ακολούθησαν οι παρατεταμένοι καύσωνες, αυτή η βλάστηση ξεράθηκε και μετατράπηκε σε τεράστιο απόθεμα καύσιμης ύλης. Βάλτε όλα αυτά τα συστατικά μέσα σε ένα σέικερ, και το αποτέλεσμα είναι πυρκαγιές που ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητες https://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQακόμη και των καλύτερα οργανωμένων πυροσβεστικών δυνάμεων.

 Όταν ξεσπά μια πυρκαγιά, οι κάτοικοι περιμένουν τα ελικόπτερα, τα πυροσβεστικά οχήματα και τα αεροσκάφη να δώσουν τη λύση. Όμως η πραγματική μάχη έχει χαθεί πολύ νωρίτερα, όταν τα χωράφια έμειναν ακαλλιέργητα, τα κοπάδια εξαφανίστηκαν, οι θάμνοι σκέπασαν τα παλιά μονοπάτια και τα χωριά άρχισαν να ερημώνουν.

 Μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ερμηνεία ξεκινά από ένα παράδοξο. Γιατί χώρες που διαθέτουν πλούτο, τεχνολογία, δορυφορικά συστήματα παρακολούθησης, εναέρια μέσα και άρτια εκπαιδευμένα σώματα δασοπυρόσβεσης πλήττονται τόσο σκληρά; Η κλιματική αλλαγή εξηγεί ένα μέρος του προβλήματος, επειδή η καύση ορυκτών καυσίμων μεταβάλλει το κλίμα και δημιουργεί ολοένα συχνότερα ακραίες συνθήκες ευνοϊκές για τις πυρκαγιές. Όμως αυτό δεν αρκεί. Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί οι ίδιες αυτές συνθήκες παράγουν τόσο διαφορετικά αποτελέσματα από τόπο σε τόπο. Η  απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ιστορία του ευρωπαϊκού τοπίου.

 

ια χιλιάδες χρόνια, η Μεσόγειος δεν ήταν ένας τόπος όπου οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποκλείσουν τη φωτιά από τη φύση. Έμαθαν να ζουν μαζί της. Οι αγρότες έκαιγαν ελεγχόμενα χωράφια και βοσκοτόπια, καθάριζαν τη χαμηλή βλάστηση, άνοιγαν ξέφωτα, διατηρούσαν μικρές καλλιέργειες ανάμεσα στα δάση και δημιουργούσαν ένα πολύπλοκο μωσαϊκό από αμπέλια, ελαιώνες, οπωρώνες, βοσκότοπους και δασικές συστάδες. Η φωτιά υπήρχε πάντοτε· εκείνο που άλλαζε ήταν η δυνατότητά της να ταξιδεύει ανεμπόδιστα. Σε ένα τόσο κατακερματισμένο τοπίο, οι φυσικές και ανθρώπινες ασυνέχειες λειτουργούσαν σαν διαρκείς αντιπυρικές ζώνες.

Στην πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι γιατί άρχισε να αλλάζει το κλίμα. Είναι γιατί έπαψε να λειτουργεί εκείνο το τοπίο που επί αιώνες απορροφούσε τους κραδασμούς του. Και η απάντηση, όπως θα δούμε, βρίσκεται πολύ λιγότερο στα δάση απ' όσο στις κοινωνίες που τα εγκατέλειψαν.

Για να καταλάβουμε τις σημερινές πυρκαγιές, δεν αρκεί να κοιτάξουμε το θερμόμετρο· πρέπει να κοιτάξουμε και την ύπαιθρο.

 Αρκεί να συγκρίνει κανείς τη σημερινή ευρωπαϊκή ύπαιθρο με εκείνη που υπήρχε πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια. Το τοπίο έχει αλλάξει ριζικά. Η γεωργία εκβιομηχανίστηκε, οι μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις εγκαταλείφθηκαν, τα κοπάδια μειώθηκαν, οι αγροτικοί πληθυσμοί μετακινήθηκαν στις πόλεις και ένα τεράστιο τμήμα της υπαίθρου έπαψε να αποτελεί χώρο καθημερινής εργασίας. Αυτό που για χιλιετίες ήταν ένα σύνθετο μωσαϊκό καλλιεργειών, βοσκοτόπων, θαμνώνων και μικρών δασών μετατράπηκε σταδιακά σε πολύ μεγαλύτερες και ομοιογενείς εκτάσεις βλάστησης. Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς αισθητική. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κινείται η φωτιά.

 

Οι εικόνες που κυκλοφορούν κάθε καλοκαίρι στα κοινωνικά δίκτυα δείχνουν συχνά ατελείωτες πλαγιές με καμένους κορμούς δέντρων, στοιχισμένους με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια. Ο μέσος θεατής έχει την εντύπωση ότι πρόκειται για αρχέγονα δάση που αφανίστηκαν. Στην πραγματικότητα, πολλές από αυτές τις εκτάσεις είναι βιομηχανικές φυτείες. Σειρές από πεύκα ή ευκαλύπτους, φυτεμένα σε ίσες αποστάσεις, με σκοπό την παραγωγή ξυλείας ή χαρτοπολτού. Όταν η φωτιά εισέλθει σε ένα τέτοιο περιβάλλον, βρίσκει μπροστά της ένα σχεδόν ιδανικό καύσιμο: ομοιόμορφη βλάστηση, συνεχές φυτικό φορτίο και ελάχιστες φυσικές ασυνέχειες που θα μπορούσαν να ανακόψουν την πορεία της.

Η αντίφαση είναι προφανής. Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη φυτεύει περισσότερα δέντρα από ποτέ. Η δενδροφύτευση παρουσιάζεται δικαίως ως βασικό εργαλείο για την απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Από το 1990 έως το 2015 οι δασικές εκτάσεις της ηπείρου αυξήθηκαν κατά περίπου 90.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα — σχεδόν όσο η συνολική έκταση της Πορτογαλίας. 

 

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευθεί να φυτέψει τρία δισεκατομμύρια νέα δέντρα έως το 2030. Πρόκειται για έναν φιλόδοξο περιβαλλοντικό στόχο. Όμως, όπως επιμένουν οι ειδικοί, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ο αριθμός των δέντρων αλλά το είδος τους, η διάταξή τους στο τοπίο και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστούν στο μέλλον. Ένα δάσος δεν είναι απλώς μια συλλογή κορμών. Είναι ένα οικοσύστημα. Και ένα οικοσύστημα μπορεί να είναι ανθεκτικό ή εξαιρετικά εύφλεκτο.

Η περίπτωση της Ισπανίας είναι χαρακτηριστική. Από τη δεκαετία του 1940 δημιουργήθηκαν περίπου 40.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα νέων δασών, συχνά σε περιοχές όπου ιστορικά δεν υπήρχε συνεχής δασική κάλυψη. Οι φυτεύσεις βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε είδη όπως το πεύκο και ο ευκάλυπτος, τα οποία αναπτύσσονται γρήγορα και έχουν σημαντική οικονομική αξία, αλλά παρουσιάζουν και υψηλή ευφλεκτότητα. Η επιλογή τους δεν ήταν παράλογη για την εποχή της. Σήμερα όμως, μέσα σε ένα θερμότερο και ξηρότερο κλίμα, οι ίδιες αυτές επιλογές αποκτούν εντελώς διαφορεhttps://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQτικές συνέπειες.

 

Ωστόσο, ούτε οι μονοκαλλιέργειες βρίσκονται στον πυρήνα του προβλήματος. Εκείνο που φαίνεται να απασχολεί περισσότερο όλους τους επιστήμονες είναι ένα άλλο φαινόμενο, λιγότερο θεαματικό αλλά ίσως πολύ πιο καθοριστικό: η εγκατάλειψη της υπαίθρου. Όσο περισσότεhttps://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQρο μελετούν τις μεγάλες πυρκαγιές, τόσο περισσότερο καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι δημογραφικό, κοινωνικό και οικονομικό. Οι φωτιές που βλέπουμε σήμερα είναι, σε μεγάλο βαθμό, το αποτέλεσμα μιας Ευρώπης που έπαψε να κατοικεί την ύπαιθρό της.

Και εδώ εμφανίζεται η ίσως πιο απρόσμενη διάσταση της υπόθεσης. Οι ειδικοί που μελετούν τις πυρκαγιές μιλούν όλο και λιγότερο για τα δάση και όλο και περισσότερο για τους ανθρώπους που λείπουν από αυτά.

 

Οι οικογένειες εγκαταλείπουν τα δάση για τις πόλεις. Κι εδώ κρύβεται μια από τις βαθύτερες κοινωνικές μεταβολές της μεταπολεμικής Ευρώπης. Σε διάστημα λίγων δεκαετιών, εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την ύπαιθρο. Η γεωργία έπαψε να αποτελεί ελκυστική προοπτική για τις νεότερες γενιές, οι μικρές εκμεταλλεύσεις δεν μπορούσαν πλέον να ανταγωνιστούν τη βιομηχανική παραγωγή και ολόκληρες ορεινές περιοχές έχασαν σταδιακά τον πληθυσμό τους. Αυτό που κάποτε ήταν ζωντανός χώρος εργασίας και κατοίκησης μετατράπηκε σε έναν τόπο που επισκεπτόμαστε τα Σαββατοκύριακα ή στις διακοπές.

Εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε ένα μωσαϊκό διαφορετικών χρήσεων γης, σχηματίζεται πλέον μια τεράστια ενιαία μάζα εύφλεκτης βλάστησης.

 Οι εικόνες επαναλαμβάνονται κάθε καλοκαίρι με τέτοια συχνότητα ώστε κινδυνεύουμε να τις θεωρήσουμε φυσιολογικές. Δάση που μετατρέπονται μέσα σε λίγες ώρες σε κάρβουνο, χωριά που εκκενώνονται βιαστικά, άνθρωποι που εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κρατώντας μια βαλίτσα και τα κατοικίδιά τους, πυροσβέστες που μάχονται επί ημέρες απέναντι σε μέτωπα τα οποία εξαπλώνονται εν ριπή οφθαλμού. Από την Ισπανία και την Πορτογαλία μέχρι τη Γαλλία, την Ελλάδα και τη Σουηδία, η Ευρώπη ζει πλέον σχεδόν κάθε καλοκαίρι κάτω από την ίδια σκιά: τη σκιά των λεγόμενων «μεγαπυρκαγιών», πυρκαγιών τόσο εκτεταμένων και τόσο βίαιων ώστε ακόμη και οι πιο έμπειρες δυνάμεις δασοπυρόσβεσης δυσκολεύονται να τις αντιμετωπίσουν.

Η συνηθισμένη εξήγηση είναι γνωστή και, ως έναν βαθμό, σωστή. Η κλιματική αλλαγή ανεβάζει τη θερμοκρασία, παρατείνει τις περιόδους ξηρασίας, δημιουργεί ακραία κύματα καύσωνα και ευνοεί ισχυρούς ανέμους. Όλα αυτά συνθέτουν ιδανικές συνθήκες για την εξάπλωση μιας φωτιάς. Αν όμως αυτό είναι όλο, οι επιστήμονες δεν θα συνέχιζαν να αναζητούν απαντήσεις.

Γιατί ενώ ο πλανήτης θερμαίνεται παντού, οι πιο ακραίες πυρκαγιές εμφανίζονται κυρίως σε ορισμένες περιοχές;

Γιατί χώρες που διαθέτουν από τα καλύτερα οργανωμένα συστήματα πυροπροστασίας στον κόσμο βλέπουν χρόνο με τον χρόνο τα δάση τους να καταστρέφονται σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα;

Και γιατί η Μεσόγειος μοιάζει να έχειhttps://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQ μετατραπεί στο επίκεντρο αυτής της νέας πραγματικότητας;

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι γιατί άρχισε να αλλάζει το κλίμα. Είναι γιατί έπαψε να λειτουργεί εκείνο το τοπίο που επί αιώνες απορροφούσε τους κραδασμούς του. Και η απάντηση, όπως θα δούμε, βρίσκεται πολύ λιγότερο στα δάση απ' όσο στις κοινωνίες που τα εγκατέλειψαν.

Στην Ισπανία μέσα στη φετινή χρονιά έχουν ήδη καεί περισσότερα από 2.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης, έκταση υπερδιπλάσια από τον ιστορικό μέσο όρο της χώρας. Στη Γαλλία, μια γιγαντιαία πυρκαγιά δυτικά του Μπορντό —τέσσερις φορές μεγαλύτερη σε έκταση από το Παρίσι— προκάλεσε τη μεγαλύτερη ειρηνική εκκένωση πληθυσμού στην ιστορία της χώρhttps://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQας, αναγκάζοντας περίπου 220.000 ανθρώπους να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Στη Βρετανία, οι πυροσβέστες δίνουν μάχη με τη φωτιά στο Τίντγουιστλ Μουρ, μία από τις μεγαλύτερες που έχουν καταγραφεί ποτέ στη χώρα, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα νέες εστίες εμφανίζονται από τη Σουηδία μέχρι την Κρήτη, καθώς ένα ακόμη παρατεταμένο κύμα καύσωνα σαρώνει την ευρωπαϊκή ήπεhttps://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQιρο. Για πρώτη φορά μετά από πολλές δεκαετίες, η αίσθηση ότι «καίγεται ολόκληρη η Ευρώπη» δεν αποτελεί δημοσιογραφική υπερβολή· περιγράφει μια πραγματικότητα που επαναλαμβάνεται σχεδόν κάθε καλοκαίρι.

Μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό εικόνων, είναι εύκολο να παρασυρθεί κανείς από την αίσθηση ότι παρακολουθεί την αρχή ενός κόσμου που καταρρέει. Τα κοινωνικά δίκτυα ενισχύουν αυτή την εντύπωση. Βίντεο με άλογα που τρέχουν μέσα σε αποπνικτικό καπνό, drone που καταγράφουν ολόκληρες πλαγιές μεταμορφωμένες σε μαύρες εκτάσεις στάχτης, σπίτια που καταρρέουν μέσα στις φλόγες και ουρανοί βαμμένοι σε ένα αφύσικο πορτοκαλί δημιουργούν μια σχεδόν αποκαλυπτική εικονογραφία. Δεν είναι σπάνιο οι αναρτήσεις αυτές να συνοδεύονται από δραματικές μουσικές και τη λέξη Apocalypse. Όσο περισσότερο τις παρακολουθεί κανείς, τόσο ευκολότερα γεννιέται η εντύπωση ότι η καταστροφή είναι αναπόφευκτη και ότι δεν απομένει παρά να μετράμε τις απώλειες.

Κι όμως, ίσως αυτό να είναι το πρώτο λάθος που πρέπει να αποφύγουμε.

Το αποκαλυπτικό αφήγημα είναι ελκυστικό γιατί προσφέρει μια απλή εξήγηση: ο κόσμος τελειώνει, άρα δεν υπάρχει τίποτε να καταλάβουμε πέρα από το μέγεθος της καταστροφής. Όμως η πραγματικότητα είναι πιο απαιτητική. Ανάμεσα στην αφελή αισιοδοξία ότι «όλα θα πάνε καλά» και στη βεβαιότητα ότι «όλα χάθηκαν», υπάρχει ένας τρίτος δρόμος: η προσπάθεια να καταλάβουμε τι ακριβώς συμβαίνει.

Αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια όσους μελετούν τις μεγάλες πυρκαγιές. Γιατί οι φωτιές αποκτούν σήμερα τέτοια ένταση; Γιατί περιοχές που έκαιγαν επί αιώνες χωρίς να γνωρίζουν αυτές τις βιβλικές καταστροφές μετατρέπονται πλέον σε τοπία που θυμίζουν εμπόλεμη ζώνη; Η πιο εύκολη απάντηση είναι η κλιματική αλλαγή. Και ασφαλώς αποτελεί μέρος της εξήγησης. Δεν είναι όμως η μοναδική. Αν ήταν, θα βλέπαμε παντού την ίδια εικόνα, αφού η υπερθέρμανση του πλανήτη δεν σταματά στα σύνορα της Μεσογείου.

Η κατάσταση οφείλεται σε ένα κοκτέιλ παραγόντων. Στην εξίσωση μπαίνουν οι ακραίες θερμοκρασίες, αλλά και κάτι που ακούγεται εκ πρώτης όψεως αντιφατικό: οι ασυνήθιστα βροχεροί μήνες που προηγήθηκαν. Οι βροχές γέννησαν άφθονη βλάστηση σε περιοχές που ήδη αντιμετώπιζαν πρόβλημα υπερβολικής ανάπτυξης θάμνων και χόρτων. Όταν ακολούθησαν οι https://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQπαρατεταμένοι καύσωνες, αυτή η βλάστηση ξεράθηκε και μετατράπηκε σε τεράστιο απόθεμα καύσιμης ύλης. Βάλτε όλα αυτά τα συστατικά μέσα σε ένα σέικερ, και το αποτέλεσμα είναι πυρκαγιές που ξεπερνούν κατά πολύ τις δυνατότητες ακόμη και των καλύτερα οργανωμένων πυροσβεστικών δυνάμεων.

Όταν ξεσπά μια πυρκαγιά, οι κάτοικοιhttps://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQ περιμένουν τα ελικόπτερα, τα πυροσβεστικά οχήματα και τα αεροσκάφη να δώσουν τη λύση. Όμως η πραγματική μάχη έχει χαθεί πολύ νωρίτερα, όταν τα χωράφια έμειναν ακαλλιέργητα, τα κοπάδια εξαφανίστηκαν, οι θάμνοι σκέπασαν τα παλιά μονοπάτια και τα χωριά άρχισαν να ερημώνουν.

https://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQΜια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ερμηνεία ξεκινά από ένα παράδοξο. Γιατί χώρες που διαθέτουν πλούτο, τεχνολογία, δορυφορικά συστήματα παρακολούθησης, εναέρια μέσα και άρτια εκπαιδευμένα σώματα δασοπυρόσβεσης πλήττονται τόσο σκληρά; Η κλιματική αλλαγή εξηγεί ένα μέρος του προβλήματος, επειδή η καύση ορυκτών καυσίμων μεταβάλλει το κλίμα και δημιουργεί ολοένα συχνότερα ακραίες συνθήκες ευνοϊκές για τις πυρκαγιές. Όμως αυτό δεν αρκεί. Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί οι ίδιες αυτές συνθήκες παράγοhttps://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQυν τόσο διαφορετικά αποτελέσματα από τόπο σε τόπο. Η  απάντηση βρίσκεται στην ίδια την ιστορία του ευρωπαϊκού τοπίου.

Για χιλιάδες χρόνια, η Μεσόγειος δεν ήταν ένας τόπος όπου οι άνθρωποι προσπαθούσαν να αποκλείσουν τη φωτιά από τη φύση. Έμαθαν να ζουν μαζί της. Οι αγρότες έκαιγαν ελεγχόμενα χωράφια και βοσκοτόπια, καθάριζαν τη χαμηλή βλάστηση, άνοιγαν ξέφωτα, διατηρούσαν μικρές καλλιέργειες ανάμεσα στα δάση και δημιουργούσαν ένα πολύπλοκο μωσαϊκό από αμπέλια, ελαιώνες, οπωρώνες, βοσκότοπους και δασικές συστάδες. Η φωτιά υπήρχε πάντοτε· εκείνο που άλλαζε ήταν η δυνατότητά της να ταξιδεύει ανεμπόδιστα. Σε ένα τόσο κατακερματισμένο τοπίο, οι φυσικές και ανθρώπινες ασυνέχειες λειτουργούσαν σαν διαρκείς αντιπυρικές ζώνες.

Στην πραγματικότητα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι γιατί άρχισε να αλλάζει το κλίμα. Είναι γιατί έπαψε να λειτουργεί εκείνο το τοπίο που επί αιώνες απορροφούσε τους κραδασμούς του. Και η απάντηση, όπως θα δούμε, βρίσκεται πολύ λιγότερο στα δάση απ' όσο στις κοινωνίες που τα εγκατέλειψαν.

Για να καταλάβουμε τις σημερινές πυρκαγιές, δεν αρκεί να κοιτάξουμε το θερμόμετρο· πρέπει να κοιτάξουμε και την ύπαιθρο.

Αρκεί να συγκρίνει κανείς τη σημερινή ευρωπαϊκή ύπαιθρο με εκείνη που υπήρχε πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια. Το τοπίο έχει αλλάξει ριζικά. Η γεωργία εκβιομηχανίστηκε, οι μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις εγκαταλείφθηκαν, τα κοπάδια μειώθηκαν, οι αγροτικοί πληθυσμοί μετακινήθηκαν στις πόλεις και ένα τεράστιο τμήμα της υπαίθρου έπαψε να αποτελεί χώρο καθημερινής εργασίας. Αυτό που για χιλιετίες ήταν ένα σύνθετο μωσαϊκό καλλιεργειών, βοσκοτόπων, θαμνώνων και μικρών δασών μετατράπηκε σταδιακά σε πολύ μεγαλύτερες και ομοιογενείς εκτάσεις βλάστησης. Η αλλαγή αυτή δεν είναι απλώς αισθητική. Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κινείται η φωτιά.

Οι εικόνες που κυκλοφορούν κάθε καλοκαίρι στα κοινωνικά δίκτυα δείχνουν συχνά ατελείωτες πλαγιές με καμένους κορμούς δέντρων, στοιχισμένους με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια. Ο μέσος θεατής έχει την εντύπωση ότι πρόκειται για αρχέγονα δάση που αφανίστηκαν. Στην πραγματικότητα, πολλές από αυτές τις εκτάσεις είναι βιομηχανικές φυτείες. Σειρές από πεύκα ή ευκαλύπτους, φυτεμένα σε ίσες αποστάσεις, με σκοπό την παραγωγή ξυλείας ή χαρτοπολτού. Όταν η φωτιά εισέλθει σε ένα τέτοιο περιβάλλον, βρίσκει μπροστά της ένα σχεδόν ιδανικό καύσιμο: ομοιόμορφη βλάστηση, συνεχές φυτικό φορτίο και ελάχιστες φυσικές ασυνέχειες που θα μπορούσαν να ανακόψουν την πορεία της.

Η αντίφαση είναι προφανής. Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη φυτεύει περισσότερα δέντρα από ποτέ. Η δενδροφύτευση παρουσιάζεται δικαίως ως βασικό εργαλείο για την απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Από το 1990 έως το 2015 οι δασικές εκτάσεις της ηπείρου αυξήθηκαν κατά περίπου 90.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα — σχεδόν όσο η συνολική έκταση της Πορτογαλίας. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεσμευθεί να φυτέψει τρία δισεκατομμύρια νέα δέντρα έως το 2030. Πρόκειται για έναν φιλόδοξο περιβαλλοντικό στόχο. Όμως, όπως επιμένουν οι ειδικοί, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι ο αριθμός των δέντρων αλλά το είδος τους, η διάταξή τους στο τοπίο και, κυρίως, ο τρόπος με τον οποίο θα διαχειριστούν στο μέλλον. Ένα δάσος δεν είναι απλώς μια συλλογή κορμών. Είναι ένα οικοσύστημα. Και ένα οικοσύστημα μπορεί να είναι ανθεκτικό ή εξαιρετικά εύφλεκτο.

Η περίπτωση της Ισπανίας είναι χαρακτηριστική. Από τη δεκαετία του 1940 δημιουργήθηκαν περίπου 40.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα νέων δασών, συχνά σε περιοχές όπου ιστορικά δεν υπήρχε συνεχής δασική κάλυψη. Οι φυτεύσεις βασίστηκαν σε μεγάλο βαθμό σε είδη όπως το πεύκο και ο ευκάλυπτος, τα οποία αναπτύσσονται γρήγορα και έχουν σημαντική οικονομική αξία, αλλά παρουσιάζουν και υψηλή ευφλεκτότητα. Η επιλογή τους δεν ήταν παράλογη για την εποχή της. Σήμερα όμως, μέσα σε ένα θερμότερο και ξηρότερο κλίμα, οι ίδιες αυτές επιλογές αποκτούν εντελώς διαφορετικές συνέπειες.

Ωστόσο, ούτε οι μονοκαλλιέργειες βρίσκονται στον πυρήνα του προβλήματος. Εκείνο που φαίνεται να απασχολεί περισσότερο όλους τους επιστήμονες είναι ένα άλλο φαινόμενο, λιγότερο θεαματικό αλλά ίσως πολύ πιο καθοριστικό: η εγκατάλειψη της υπαίθρου. Όσο περισσότερο μελετούν τις μεγάλες πυρκαγιές, τόσο περισσότερο καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο οικολογικό. Είναι δημογραφικό, κοινωνικό και οικονομικό. Οι φωτιές που βλέπουμε σήμερα είναι, σε μεγάλο βαθμό, το αποτέλεσμα μιας Ευρώπης που έπαψε να κατοικεί την ύπαιθρό της.

Και εδώ εμφανίζεται η ίσως πιο απρόσμενη διάσταση της υπόθεσης. Οι ειδικοί που μελετούν τις πυρκαγιές μιλούν όλο και λιγότερο για τα δάση και όλο και περισσότερο για τους ανθρώπους που λείπουν από αυτά.

Οι οικογένειες εγκαταλείπουν τα δάση για τις πόλεις. Κι εδώ κρύβεται μια από τις βαθύτερες κοινωνικές μεταβολές της μεταπολεμικής Ευρώπης. Σε διάστημα λίγων δεκαετιών, εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν την ύπαιθρο. Η γεωργία έπαψε να αποτελεί ελκυστική προοπτική για τις νεότερες γενιές, οι μικρές εκμεταλλεύσεις δεν μπορούσαν πλέον να ανταγωνιστούν τη βιομηχανική παραγωγή και ολόκληρες ορεινές περιοχές έχασαν σταδιακά τον πληθυσμό τους. Αυτό που κάποτε ήταν ζωντανός χώρος εργασίας και κατοίκησης μετατράπηκε σε έναν τόπο που επισκεπτόμαστε τα Σαββατοκύριακα ή στις διακοπές.

Εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε ένα μωσαϊκό διαφορετικών χρήσεων γης, σχηματίζεται πλέον μια τεράστια ενιαία μάζα εύφλεκτης βλάστησης.

Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Μόνο από τη δεκαετία του 1990 μέχρι σήμερα, σχεδόν τριακόσια εκατομμύρια στρέμματα αγροτικής γης έχουν εγκαταλειφθεί στην Ευρώπη. Η τάση είναι εντονότερη στις μεσογειακές χώρες, αλλά εμφανίζεται επίσης στη Σκανδιναβία και στις βαλτικές περιοχές. Δεν πρόκειται για μια απλή δημογραφική μεταβολή. Όταν ένα χωράφι παύει να καλλιεργείται, δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε υγιές δάσος. Πρώτα το καταλαμβάνουν τα αγριόχορτα, έπειτα οι θάμνοι, στη συνέχεια τα νεαρά δέντρα. Χρόνο με τον χρόνο η βλάστηση πυκνώνει, η καύσιμη ύλη συσσωρεύεται και το τοπίο αποκτά μια σχεδόν αδιάκοπη συνέχεια. Εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε ένα μωσαϊκό διαφορετικών χρήσεων γης, σχηματίζεται πλέον μια τεράστια ενιαία μάζα εύφλεκτης βλάστησης.

Αυτή ακριβώς η συσσώρευση καύσιμης ύλης είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα η Μεσόγειος. Το «φορτίο καυσίμου», όπως το αποκαλούν οι ειδικοί, έχει αυξηθεί δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες και ο βασικός λόγος είναι η εγκατάλειψη της υπαίθρου. Το ανησυχητικό είναι ότι πρόκειται για μια διαδικασία που δεν αντιστρέφεται εύκολα.

Δεν αρκεί να καθαρίσει κανείς μια περιοχή μία φορά· απαιτείται συνεχής διαχείριση, ακριβώς όπως συνέβαινε επί αιώνες, όταν η ανθρώπινη δραστηριότητα ήταν καθημερινό στοιχείο του τοπίου.

Οι προβλέψεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Η κλιματική αλλαγή και η παγκοσμιοποίηση εκτιμάται ότι θα επιταχύνουν ακόμη περισσότερο την εγκατάλειψη της αγροτικής γης, καθώς η παραδοσιακή γεωργία θα γίνεται ολοένα δυσκολότερη και λιγότερο βιώσιμη οικονομικά. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εμφανίζεται και μια ακόμη συζήτηση που διχάζει τους επιστήμονες: η «επαναγρίευση» , το περίφημο rewilding. Η ιδέα είναι ελκυστική. Να επιτρέψουμε στη φύση να επανέλθει στην αρχική της κατάσταση περιορίζοντας στο ελάχιστο την ανθρώπινη παρέμβαση. Σε πολλές περιπτώσεις η προσέγγιση αυτή έχει αποδώσει εντυπωσιακά αποτελέσματα. Στο ζήτημα των πυρκαγιών, όμως, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα.

Ξεχνάμε ότι πολλά από τα ευρωπαϊκά οικοσυστήματα που σήμερα θεωρούμε «φυσικά» διαμορφώθηκαν στην πραγματικότητα μέσα από χιλιετίες ανθρώπινης παρουσίας. Βοσκοί, αγρότες, δασοκόμοι και κτηνοτρόφοι δεν κατέστρεψαν αυτά τα τοπία· συνέβαλαν στη διαμόρφωσή τους. Αν λοιπόν αποσυρθεί ξαφνικά ο άνθρωπος από ένα περιβάλλον που επί αιώνες λειτουργούσε με τη δική του παρουσία, δεν είναι βέβαιο ότι το αποτέλεσμα θα είναι η αποκατάσταση μιας χαμένης ισορροπίας. Μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο: ένα τοπίο πολύ πιο πυκνό, πιο ομοιογενές και, τελικά, πιο εύφλεκτο. Γι' αυτό αρκετοί ερευνητές επισημαίνουν ότι, από την άποψη της συμπεριφοράς της φωτιάς, η επαναγρίευση και η εγκατάλειψη της γης συχνά οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα.

Ακόμη και στις προστατευόμενες περιοχές της Ευρώπης, το ζήτημα γίνεται ολοένα πιο ορατό. Στην Ιρλανδία, περισσότερο από το μισό της έκτασης που επλήγη από πυρκαγιές την τελευταία δεκαετία συνέπιπτε με περιοχές του δικτύου Natura 2000. Το γεγονός αυτό δεν σημαίνει ότι η προστασία της φύσης προκαλεί φωτιές· δείχνει όμως ότι η απλή απουσία ανθρώπινης διαχείρισης δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει ανθεκτικά οικοσυστήματα. Η φωτιά υπενθυμίζει, με τον πιο βίαιο τρόπο, ότι η σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και στη φύση είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο μας επιτρέπουν τα εύκολα συνθήματα.

Απέναντι σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες εξακολουθούν να επενδύουν κυρίως στην καταστολή και πολύ λιγότερο στην πρόληψη. Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η  χώρα δαπανά περίπου 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ τον χρόνο για τη διαχείριση των δασικών πυρκαγιών. Σχεδόν το 78% αυτών των χρημάτων κατευθύνεται στις επιχειρήσεις κατάσβεσης και μόλις το 22% σε δράσεις πρόληψης. Η αναλογία αυτή δεν αποτυπώνει απλώς έναν κρατικό προϋπολογισμό· αποτυπώνει έναν ολόκληρο τρόπο σκέψης. Περιμένουμε να ξεσπάσει η φωτιά και ύστερα κινητοποιούμε κάθε διαθέσιμο μέσο για να την αντιμετωπίσουμε.Ελάχιστα επενδύουμε στο να μη δημιουργηθούν ποτέ οι συνθήκες που θα την καταστήσουν ανεξέλεγκτη.

 

Αυτή η λογική έχει και μια λιγότερο ορατή συνέπεια. Όσο περισσότερο η πυροπροστασία μετατρέπεται σε αποκλειστική υπόθεση του κράτους, τόσο περισσότερο αποσύρονται οι ίδιες οι τοπικές κοινωνίες από την ευθύνη διαχείρισης του τόπου τους. Όταν ξεσπά μια πυρκαγιά, οι κάτοικοι περιμένουν τα ελικόπτερα, τα πυροσβεστικά οχήματα και τα αεροσκάφη να δώσουν τη λύση. Όμως η πραγματική μάχη έχει χαθεί πολύ νωρίτερα, όταν τα χωράφια έμειναν ακαλλιέργητα, τα κοπάδια εξαφανίστηκαν, οι θάμνοι σκέπασαν τα παλιά μονοπάτια και τα χωριά άρχισαν να ερημώνουν.

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρης της συζήτησης είναι ότι επιστήμονες διαφορετικών ειδικοτήτων —δασολόγοι, ιστορικοί, εδαφολόγοι, πυροσβέστες, ειδικοί στη διαχείριση φυσικών οικοσυστημάτων— καταλήγουν σχεδόν όλοι στην ίδια διαπίστωση. Η αντιμετώπιση των μεγαπυρκαγιών δεν μπορεί να βασιστεί

αποκλειστικά σε περισσότερα Canadair, περισσότερους πυροσβέστες ή πιο εξελιγμένους δορυφόρους. Χρειάζεται μια διαφορετική σχέση με το τοπίο. Αυτό σημαίνει ενίσχυση της υπαίθρου, στήριξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, ενεργή δασοπονία, ελεγχόμενες καύσεις όπου επιτρέπονται και, πάνω απ' όλα, την επιστροφή της ανθρώπινης παρουσίας σε περιοχές που σήμερα εγκαταλείπονται. Η φύση, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, σε μεγάλο μέρος της Μεσογείου δεν διατηρήθηκε επί αιώνες παρά επειδή υπήρχαν άνθρωποι που τη φρόντιζαν καθημερινά.

Οι μεγάλες φωτιές δεν μας προειδοποιούν μόνο ότι το κλίμα αλλάζει. Μας υπενθυμίζουν ότι αλλάξαμε κι εμείς. Ότι μέσα σε μία ή δύο γενιές εγκαταλείψαμε έναν τρόπο κατοίκησης της υπαίθρου που είχε διαμορφωθεί επί χιλιετίες και πιστέψαμε πως η φύση θα

Οι μεγάλες φωτιές δεν μας προειδοποιούν μόνο ότι το κλίμα αλλάζει. Μας υπενθυμίζουν ότι αλλάξαμε κι εμείς. Ότι μέσα σε μία ή δύο γενιές εγκαταλείψαμε έναν τρόπο κατοίκησης της υπαίθρου που είχε διαμορφωθεί επί χιλιετίες και πιστέψαμε πως η φύση θα μπορούσε να λειτουργήσει χωρίς τη διαρκή, προσεκτική ανθρώπινη παρουσία. Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες οι πυρκαγιές φαίνεται να υποδεικνύουν το αντίθετο: στη Μεσόγειο, τουλάχιστον, το ζητούμενο δεν είναι μια φύση χωρίς ανθρώπους, αλλά μια φύση με ανθρώπους που ξέρουν πώς να ζουν μέσα της.

Με ορισμένα στατιστικά και επιστημονικά στοιχεία από το New Yorke

 https://www.lifo.gr/stiles/ti-diavazoume-simera/analysi-giati-kaigetai-kai-tha-kaigetai-i-eyropi?utm_source=Feedelio&utm_medium=social&utm_campaign=facebook&fbclid=IwY2xjawTf5hJleHRuA2FlbQIxMABicmlkETBYOFlLcUd3ZHZ6U0g3UFZSc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHskH3YyG8vcLpbjUxW-1qxvyxaAbI-Z4zvfJsV-jvOFJRf0LL2vKwN9tF2YZ_aem_oN8MqLVzbIxe_fYGlH-SMQ

 

 

 

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Γιατί καίγονται τα ΚΔΑΥ;

 

Από το 2019 έχουν καεί 38 τέτοια κέντρα.
Απο Anna Anagnostopoulou
• Στις 6 Ιουλίου 2019, στις 4.30 το πρωί, ξέσπασε πυρκαγιά στο εργοστάσιο ανακύκλωσης στο Λασίθι της Κρήτης.
• Στις 30 Αυγούστου 2019, τη νύχτα, ξέσπασε μεγάλη φωτιά σε αποθήκη ανακύκλωσης υλικών στην Πρέβεζα.
• Στις 14 Οκτωβρίου 2019, τα ξημερώματα, ξεσπά πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης μετάλλων στη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα στην παλιά Εθνική Οδό Θεσσαλονίκης- Κιλκίς.
• Στις 17 Δεκεμβρίου 2019 ξεσπά φωτιά, λίγο μετά τα μεσάνυχτα, σε εργοστάσιο ανακύκλωσης μπαταριών στη ΒΙΠΕ Πατρών.
• Στις 14 Ιανουαρίου 2020, στις 4 τα ξημερώματα ξεσπά πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης, στο 128ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Κορίνθου – Πατρών, στην περιοχή Μπολάτι Κορινθίας.
• Στις 17 Μαρτίου 2020, στις 2 τα ξημερώματα, ξέσπασε φωτιά από άγνωστη αιτία σε μονάδα ανακύκλωσης που βρίσκεται στο δρόμο Λάρισας-Καρδίτσας.
• Στις 8 Απριλίου 2020, το βράδυ, ξεσπά πυρκαγιά σε μονάδα ανακύκλωσης μετάλλων στην οδό Ιωνίας 105 στο Μενίδι, φωτιά που ξεκίνησε από το ημιυπόγεια της διώροφης επιχείρησης.
• Στις 11 Μαϊου 2020, το απόγευμα, φωτιά καταστρέφει πλαστικά και ελαστικά αυτοκινήτων σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στην Αυλίδα του Δήμου Χαλκίδας.
• Στις 14 Μαϊου 2020, πυρκαγιά ξεσπά το απόγευμα, σε εργοστάσιο ανακύκλωσης πλαστικών και χαρτικών ειδών, στην περιοχή της Νέας Ζωής Ασπροπύργου.
• Στις 19 Μαΐου 2020, πυρκαγιά ξεσπά τα ξημερώματα στις 5.30 σε εργοστάσιο ανακύκλωσης που βρίσκεται στη Μάνδρα Αττικής.
• Στις 15 Αυγούστου 2020 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Μεταμόρφωση.
• Στις 21 Αυγούστου 2020 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Θεσσαλονίκη.
• Στις 4 Σεπτεμβρίου 2020 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοτάξιο ανακύκλωσης στη θέση Νησί Τεμένης Αιγίου.
• Στις 21 Μαρτίου 2021, εκδηλώθηκε μεγάλη πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στο Σχηματάρι Βοιωτίας.
• Στις 23 Αυγούστου 2022, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Μάνδρα.
• Στις Μαΐου 2023, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στον Ασπρόπυργο
• Στις 2 Ιουλίου 2023 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Μάνδρα Αττικής.
• Στις 16 Ιουλίου 2023, σημειώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης χαρτιού και πλαστικών στη βιομηχανική περιοχή του Γερίου, σύμφωνα με το ΕΤΕΚ
• Στις 05 Αυγούστου 2023 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη περιοχή Λάκκα Κάτσαρη στον Ασπρόπυργο.
• Στις 9 Ιουνίου 2024 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης της ΔΕΔΙΣΑ στο Ακρωτήριο Χανίων
• Στις 14 Αυγούστου 2024 εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στο Ομορφοχώρι Κιλελέρ
• Στις 2 Οκτωβρίου 2024, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Σινδο Θεσσαλονίκης
• Στις 30 Οκτωβρίου 2024, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στο Μαρκόπουλο
• Στις 5 Νοεμβρίου 2024, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Α’ Βιομηχανική Περιοχή Βόλου
• Στις 25 Νοεμβρίου 2024, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης μετάλλων στο Κορωπί
• Στις 1 Μαρτίου 2025, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη ΒΙΠΕ Ηρακλείου
• Στις 15 Μαρτίου 2025, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης χαρτιού στη Ριτσώνα Αττικής
• Στις 11 Απριλίου 2025, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης πλαστικών στο Γομοστό Αχαΐας
• Στις 4 Μαίου 2025, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης μπαταριών στη Μάνδρα Αττικής
• Στις 2 Ιουνίου 2025, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στο Σοφό Ασπρόπυργου
• Στις 24 Ιουνίου 2025, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης συσκευασιών στο Άσπρο Κιλκίς
• Στις 6 Ιουλίου 2025 πυρκαγιά σε χώρο αποθήκευσης ανακυκλώσιμων στη Δυτική Αττικη
• Στις 11 Ιουλίου 2025 πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Σίνδο
• Στις 12 Ιουλίου 2025 πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Ριτσώνα
• Στις 13 Ιουλίου 2025 πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Αλεξανδρούπολη
• Στις 21 Ιουλίου 2025 πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Μόρια Λέσβου.
• Στις 21 Απριλίου 2026 πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στη Νεοχωρούδα.
• Στις 04 Ιουνίου 2026 πυρκαγιά σε εργοστάσιο ανακύκλωσης στον οικισμό Φιλοθέης Θεσσαλονίκης.
Τι έχουν τα έρμα και τα καίνε; Ρητορική ερώτηση. Η μεγάλη κομπίνα. Μέρος του αφηγήματος του πράσινου καπιταλισμού και της νεοφιλελεύθερης ατομικής ευθύνης.
Σε λίγο θα καίνε και τα κέντρα δεδομένων.

-----Dimitris Lenis
Μια ακόμα μεγάλη πυρκαγιά σε κέντρο διαλογής ανακύκλωσης (ΚΔΑΥ) στην Λάρισα. Η κυβέρνηση, όπως πάντα, αποδείχτηκε πολύ αποτελεσματική στην αντιμετώπιση του (α)φυσικού αυτού φαινομένου: έστειλε προειδοποιήσεις με τηλεφωνο-βουβουζέλα (112) στους κατοίκους να μείνουν σπίτια τους και να κλείσουν πόρτες και παράθυρα, κόβοντάς τους τη χολή -- η φωτιά είναι γεμάτη τοξικά, διοξίνες, μέταλα και PAHs κυρίως. Κατά τα άλλα οι πυροσβεστικές δυνάμεις απλώς περιόρισαν το φαινόμενο μέχρι να καούν όλα τα εύφλεκτα.
Γιατί τόσες πολλές φωτιές σε τέτοια εργοστάσια;
Πού να ξέρω;
Αλλά στην Ελλάδα ζούμε, ο νους μου πάει πρώτα στο κακό. Πχ εμπρησμός για να καλυφθούν παρατυπίες, ή να ξεφορτωθούν «εμπόρευμα» που είναι αδύνατο να το διαθέσουν με νόμιμους τρόπους κλπ.
Όμως, οι φωτιές αυτές είναι φαινόμενο που ταλαιπωρεί όλες τις χώρες που διαθέτουν αυτό το είδος οικονομικής (παρα)δραστηριότητας που λέγεται «ανακύκλωση», κυκλική οικονομία κλπες feelgood μπούρδες. Μερικοί λόγοι:
-- Μπαταρίες λιθίου. Σε αυτά τα μέρη συσσωρεύονται (κακώς) συσκευές με μπαταρίες λιθίου, όπως τηλέφωνα, άτιμοι ατμιστές, λάπτοπ κα μικροσυσκευές (οι οποίες κανονικά ανακυκλώνονται διαφορετικά, αλλά πολύς κόσμος τις πετάει σε μπλε κάδους). Αν μια μπαταρία λιθίου πιεστεί και τρυπήσει έχουμε θερμική διαρροή και ανάφλεξη -- στα εργοστάσια αυτά οι πρέσες είναι συνηθισμένο εργαλείο για την μείωση του όγκου. Η φωτιά λιθίου είναι πρακτικά αδύνατο να κατασβεστεί, απλώς περιμένουμε να σβήσει λόγω εξάντλησης της καύσιμης ύλης. Οι Βρετανικές αρχές λένε ότι γύρω στις μισές πυρκαγιές σε εργοστάσια ανακύκλωσης οφείλονται σε τέτοιες μπαταρίες.
-- Αυτανάφλεξη οργανικών. Κανένας κάδος δεν είναι καθαρός, οι περισσότεροι είναι μολυσμένοι με οικιακά απορρίμματα. Στο κέντρο των τεράστιων σωρών από απορρίμματα που συγκεντρώνονται στο εργοστάσιο, έχουμε τις ιδανικές συνθήκες για ζύμωση και αυτανάφλεξη. Σημαντικός παράγοντας είναι και τα δοχεία με εύφλεκτα υπολείμματα (πχ εντομοκτόνα, λακ, χρώματα κλπ).
-- Τεράστιο Φορτίο Καύσιμης Ύλης: Τα εργοστάσια αυτά είναι γεμάτα από τα πιο εύφλεκτα υλικά που υπάρχουν: συμπιεσμένο πλαστικό, χαρτά και νάιλον. Μόλις δημιουργηθεί ένας μικρός σπινθήρας (ακόμα και από μια στατική εκκένωση ή τριβή των μηχανημάτων), η φωτιά επεκτείνεται αμέσως.
Υπάρχει μια παγκόσμια «επιδημία» από τέτοιες πυρκαγιές, οι οποίες φυσικά είναι τεράστια καταστροφή για το περιβάλλον και απειλή για την υγεία όσων άτυχων βρίσκονται στο πέρασμα του τοξικού νέφους. Οι ασφαλιστικές εταιρίες αρνούνται πλέον να ασφαλίσουν τα ΚΔΑΥ αν δεν έχουν πανάκριβο εξοπλισμό (θερμικές κάμερες, ειδικά πυροσβεστικά συστήματα κλπ) κάτι που αυξάνει το κόστος, άρα και το κίνητρο για εμπρησμό.
Και βέβαια το πρόβλημα είναι ότι τα εργοστάσια αυτά δεν μπορούν από τη φύση τους να έχουν υψηλή κερδοφορία σε μεγάλη κλίμακα -- αφού ασχολούνται με »νεκρή εργασία», η πρώτη τους ύλη είναι κεφάλαιο που έχει κλείσει τον κύκλο του και μόνο με επιδοτήσεις (ή με παρανομίες -- τα σκουπίδια είναι παραδοσιακά χώρος της μαφίας) μπορεί να έχει σοβαρά κέρδη.
Η ίδια η ιδέα της μαζικής, κεντρικοποιημένης ανακύκλωσης είναι προβληματική. Σκοπός της είναι να διατηρήσει την παράλογη κατανάλωση που προσφέρει ο καπιταλισμός χωρίς τα προβλήματά του. Ομως, ο βιομηχανικός καπιταλισμός δεν θα ήταν κερδοφόρος αν δεν ήταν σπάταλος, αν δεν είχε το ελεύθερο να ρυπαίνει, να δημιουργεί απόβλητα και σκουπίδια. Αν οι βιομηχανίες ήταν υπεύθυνες για τα απόβλητά τους και για την ανακύκλωση των προϊόντων τους, η τιμή θα ήταν τετοια που κανείς δεν θα μπορούσε να αγοράσει.
Η ανακύκλωση δεν μπορεί να λύσει αυτό το πρόβλημα, απλώς είτε να το αμβλύνει λίγο, ή να το μεταθέσει (πχ εξάγοντας τα σκουπίδια σε άλλες χώρες που απλώς θα τα θάψουν), ή να το κρύψει για λίγο κάτω από το χαλί. Όταν τα σκουπίδια κάτω από το χαλί γίνουν πολλά, τότε ...αυταναφλέγονται.
Η ειρωνεία είναι ότι η Ελλάδα έχει φάει άπειρα πρόστιμα για τις ανοιχτές χωματερές και τις φωτιές σε αυτές. Από τη στιγμή που οι χωματερές ιδιωτικοποιήθηκαν και ονομάστηκαν ΚΔΑΥ τα πρόστιμα σταμάτησαν. Οι φωτιές όμως όχι.