Λάζαρος Τεντόμας
Ο δημόσιος λόγος που αναπτύσσεται, δύο ημέρες μετά τον θάνατο του Γιώργου Μαζωνάκη, φαίνεται να μετακινείται σταδιακά από το γεγονός του θανάτου προς κάτι πολύ ευρύτερο: προς μια δημόσια διαπραγμάτευση των ορίων της ιατρικής γνώσης, της θεραπευτικής πρακτικής και, κυρίως, της ίδιας της εξουσίας να ορίζει τι συνιστά έγκυρη γνώση για το σώμα.
Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν είναι απλώς ότι εμφανίζονται, όπως είναι αναμενόμενο, γιατροί και άλλοι ειδικοί για να εξηγήσουν τι μπορεί και τι δεν μπορεί να κάνει η σύγχρονη ιατρική. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται αυτή η εξήγηση. Η επιστημονική αυθεντία δεν περιορίζεται πάντοτε στην υπεράσπιση της τεκμηριωμένης θεραπευτικής πρακτικής. Συχνά επεκτείνεται στην οριοθέτηση του πεδίου του νομιμοποιημένου λόγου για το σώμα: εδώ βρίσκεται η ιατρική γνώση, εδώ η θεραπεία, εδώ η πρόληψη, εδώ η «επιστήμη»• έξω από αυτά τα όρια αρχίζει, συλλήβδην, η πλάνη, η αφέλεια, η επικινδυνότητα ή ακόμη και η παρανομία.
Ασφαλώς, η διάκριση ανάμεσα σε θεραπευτικές πρακτικές που διαθέτουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση και σε πρακτικές των οποίων η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί είναι απολύτως αναγκαία. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σχετικοποιηθεί η αξία της βιοϊατρικής γνώσης, ούτε να εξισωθούν επιστημολογικά διαφορετικές πρακτικές. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, είναι άλλο: τι συμβαίνει όταν η αναγκαία κριτική της μη τεκμηριωμένης θεραπευτικής πρακτικής μετατρέπεται σε συνολική διεκδίκηση κυριαρχίας πάνω στο τι επιτρέπεται να θεωρείται γνώση, τι επιτρέπεται να θεωρείται θεραπεία και, τελικά, τι επιτρέπεται να θεωρείται ένα «ορθό» σώμα;
Εδώ ακριβώς αρχίζει το πραγματικό πολιτικό και ανθρωπολογικό πρόβλημα.
Η σύγχρονη ιατρική δεν είναι μόνο ένα σύνολο γνώσεων, τεχνικών, φαρμάκων, διαγνωστικών εργαλείων και θεραπευτικών πρωτοκόλλων. Είναι ταυτόχρονα ένας από τους σημαντικότερους μηχανισμούς μέσω των οποίων οι κοινωνίες μας μαθαίνουν να αντιλαμβάνονται το σώμα, την υγεία, την ασθένεια, τον κίνδυνο, τη γήρανση, την αναπηρία, την ευαλωτότητα και, τελικά, τον ίδιο τον εαυτό.
Το σώμα του σύγχρονου υποκειμένου δεν είναι απλώς ένα σώμα που ενδέχεται να αρρωστήσει. Είναι ένα σώμα που πρέπει διαρκώς να παρακολουθείται, να μετράται, να αξιολογείται, να βελτιώνεται και να προλαμβάνεται. Η υγεία δεν αποτελεί πλέον μόνο μια κατάσταση απουσίας ασθένειας. Μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε ένα διαρκές σχέδιο αυτοδιαχείρισης.
Δεν αρκεί να είσαι υγιής. Πρέπει να αποδεικνύεις ότι είσαι υγιής.
Και ακόμη περισσότερο: πρέπει να συμπεριφέρεσαι ως κάποιος που βρίσκεται διαρκώς σε διαδικασία παραγωγής υγείας.
Εξετάσεις, βιοδείκτες, απεικονίσεις, προληπτικά πρωτόκολλα, διατροφικά προγράμματα, εφαρμογές παρακολούθησης, δείκτες φυσικής κατάστασης, γενετικές αναλύσεις, προγράμματα ευεξίας, πρωτόκολλα αντιγήρανσης και ένα τεράστιο πληροφοριακό σύμπαν γύρω από το «σωστό» σώμα δημιουργούν μια νέα σχέση με την ασθένεια. Η ασθένεια δεν χρειάζεται πλέον να έχει εμφανιστεί για να οργανώσει τη συμπεριφορά μας. Αρκεί η πιθανότητά της.
Το σύγχρονο υποκείμενο καλείται να ζει μέσα σε ένα καθεστώς δυνητικού κινδύνου.
Δεν είσαι ακόμη ασθενής, αλλά μπορεί να γίνεις. Δεν έχεις ακόμη κάποιο πρόβλημα, αλλά μπορεί να το αναπτύξεις. Δεν έχεις ακόμη εμφανή σημεία γήρανσης, αλλά μπορείς να τα προλάβεις. Δεν έχεις ακόμη απώλεια λειτουργικότητας, αλλά μπορείς να την καθυστερήσεις. Δεν υπάρχει ακόμη νόσος, υπάρχει όμως ένας δείκτης, ένας παράγοντας κινδύνου, μια πιθανότητα, μια απόκλιση από το στατιστικά επιθυμητό.
Έτσι η πρόληψη αποκτά μια παράδοξη διπλή λειτουργία: από τη μία αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες κατακτήσεις της σύγχρονης δημόσιας υγείας• από την άλλη, όταν αποσυνδέεται από συγκεκριμένες ενδείξεις και μετατρέπεται σε αδιάκοπη επιτήρηση του σώματος, μπορεί να παράγει ένα υποκείμενο που αισθάνεται διαρκώς ανεπαρκές απέναντι σε αυτό που θα μπορούσε να είναι.
Η βιοϊατρική γνώση δεν περιγράφει απλώς την πραγματικότητα του σώματος. Συμμετέχει και στη συγκρότησή της.
Αυτό είναι το σημείο που συχνά απουσιάζει από τον δημόσιο διάλογο.
Γιατί, όταν οι ειδικοί εμφανίζονται για να μας πουν τι είναι «ιατρικά ορθό», σπάνια ερωτάται ποιο ιστορικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό σύστημα κατέστησε αναγκαία τη σημερινή εμμονή με τη διαρκή υγειονομική αυτοπαρακολούθηση. Σπάνια τίθεται το ερώτημα ποιος παράγει την ανάγκη για «αντιγήρανση». Ποιος ορίζει ότι η γήρανση είναι ένα πρόβλημα προς επίλυση; Ποιος μετατρέπει τη φυσιολογική φθορά του σώματος σε θεραπευτικό έλλειμμα; Ποιος καθορίζει πότε μια σωματική διαφορά είναι μια απολύτως θεμιτή παραλλαγή της ανθρώπινης ύπαρξης και πότε μετατρέπεται σε «δυσλειτουργία» που απαιτεί διόρθωση;
Και κυρίως: ποιος κερδίζει από τη διαρκή παραγωγή αυτών των αναγκών;
Εδώ η έννοια της ιατρικοποίησης γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη. Η ιατρικοποίηση δεν σημαίνει ότι «οι γιατροί τα κάνουν όλα». Σημαίνει ότι ολοένα και περισσότερες περιοχές της ανθρώπινης ζωής αποκτούν ιατρικό λεξιλόγιο, ιατρικούς δείκτες και ιατρικές λύσεις. Η γήρανση, η θλίψη, η κόπωση, η σωματική διαφορετικότητα, η σεξουαλικότητα, η αναπηρία, η εμφάνιση, η φυσική φθορά, ακόμη και η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή, μπορούν να μετακινηθούν από το πεδίο της ανθρώπινης εμπειρίας στο πεδίο της διαχείρισης ενός «προβλήματος».
Και κάπου εδώ εμφανίζεται μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της εποχής μας.
Η ίδια κοινωνία που καταγγέλλει τις «εναλλακτικές» αγορές υγείας ως εμπορευματοποιημένες, ανορθολογικές ή επικίνδυνες έχει ταυτόχρονα οικοδομήσει μια τεράστια αγορά γύρω από την ευεξία, την πρόληψη, τη βελτιστοποίηση και την αντιγήρανση. Η βιομηχανία της υγείας δεν βρίσκεται μόνο στα νοσοκομεία. Βρίσκεται στα ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα, στις κλινικές ευεξίας, στα προγράμματα longevity, στα συμπληρώματα, στα πρωτόκολλα «βιολογικής ηλικίας», στις αισθητικές παρεμβάσεις, στις εφαρμογές αυτοπαρακολούθησης, στη διατροφική βιομηχανία, στις υπηρεσίες γενετικού ελέγχου και σε μια ολοένα διευρυνόμενη οικονομία που υπόσχεται στον άνθρωπο κάτι περισσότερο από την υγεία: υπόσχεται τη διαρκή βελτιστοποίηση του εαυτού.
Το σώμα γίνεται project.
Και το project δεν ολοκληρώνεται ποτέ.
Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου καθεστώτος υγείας: δεν απαιτεί απλώς υπακοή. Απαιτεί ενεργό συμμετοχή του ίδιου του υποκειμένου στη διακυβέρνηση του εαυτού του. Το άτομο παρακολουθεί τον εαυτό του, μετρά τον εαυτό του, αξιολογεί τον εαυτό του, συγκρίνει τον εαυτό του και τελικά πειθαρχεί τον εαυτό του.
Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να βρίσκεται απέναντί μας.
Έχει εγκατασταθεί μέσα μας ως αυτοπαρακολούθηση.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο γιατρός είναι ο «κακός» και ο ασθενής το αθώο θύμα. Μια τέτοια ανάγνωση θα ήταν υπερβολικά απλοϊκή και θα έχανε ακριβώς το σημείο. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο δίκτυο σχέσεων μέσα στο οποίο γιατροί, ασθενείς, ασφαλιστικές εταιρείες, φαρμακευτικές επιχειρήσεις, ιδιωτικές δομές υγείας, μέσα ενημέρωσης, πλατφόρμες, διαφημιστικοί μηχανισμοί και οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν, με διαφορετικές βέβαια δυνατότητες και διαφορετικό βαθμό ισχύος, στην παραγωγή αυτού που σήμερα ονομάζουμε «υγεία».
Η εξουσία, άλλωστε, δεν λειτουργεί μόνο απαγορεύοντας. Λειτουργεί παραγωγικά: παράγει κατηγορίες, κανονικότητες, επιθυμίες, ταυτότητες, φόβους, προσδοκίες και τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι μαθαίνουν να μιλούν για τον εαυτό τους.
Και η σύγχρονη ιατρική γλώσσα έχει αποκτήσει τεράστια δύναμη ακριβώς επειδή δεν λέει μόνο «τι έχεις». Μας μαθαίνει να σκεφτόμαστε ποιοι είμαστε.
Εδώ η συζήτηση για την αναπηρία προσφέρει μια ιδιαίτερα κρίσιμη διόρθωση. Η αναπηρική και crip σκέψη έχει δείξει ότι δεν είναι αυτονόητο πως κάθε απόκλιση από το πρότυπο του λειτουργικού, παραγωγικού, αυτόνομου και διαρκώς βελτιούμενου σώματος αποτελεί ατομικό πρόβλημα που πρέπει να διορθωθεί. Η ίδια η ιδέα του «φυσιολογικού» σώματος είναι ιστορικά και κοινωνικά οργανωμένη.
Υπάρχουν σώματα που η κοινωνία σχεδιάστηκε να θεωρεί αυτονόητα και σώματα που η ίδια κοινωνία αντιμετωπίζει ως ελλείψεις.
Υπάρχουν σώματα που θεωρούνται «κανονικά» επειδή ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της παραγωγικότητας, της αυτονομίας, της νεότητας, της ταχύτητας και της αισθητικής ομοιομορφίας. Και υπάρχουν σώματα που εμφανίζονται ως προβληματικά επειδή δεν ανταποκρίνονται σε αυτές τις απαιτήσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι πάντοτε «πώς θα διορθώσουμε το σώμα;».
Μερικές φορές πρέπει να είναι:
«Γιατί θεωρούμε ότι αυτό το σώμα χρειάζεται διόρθωση;»
Αυτή η ερώτηση δεν αρνείται τον πόνο, τη νόσο ή την ανάγκη θεραπείας. Αντιθέτως, μας επιτρέπει να τα αντιμετωπίσουμε χωρίς να μετατρέπουμε κάθε μορφή σωματικής διαφοράς σε αποτυχία.
Και εδώ επιστρέφουμε στο ζήτημα της αντιγήρανσης.
Η γήρανση αποτελεί ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα της μετάβασης από την ιατρική αντιμετώπιση της νόσου στη διαχείριση της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης. Όταν η γήρανση αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως πρόβλημα, τότε ο χρόνος μετατρέπεται σε παθολογία. Το σώμα που γερνά δεν είναι πλέον απλώς ένα σώμα που μεταβάλλεται• γίνεται ένα σώμα που «χάνει», «φθείρεται», «υποβαθμίζεται» και επομένως οφείλει να υποβληθεί σε διαδικασίες αποκατάστασης, ενίσχυσης ή αναβάθμισης.
Έτσι δημιουργείται ένας ιδιότυπος νεο-ευγονικός ορίζοντας — όχι με την ιστορική έννοια της κρατικής επιβολής της αναπαραγωγικής «καταλληλότητας», αλλά ως μια πολύ πιο διάχυτη και καθημερινή επιδίωξη παραγωγής του επιθυμητού σώματος: νεότερου, λειτουργικότερου, παραγωγικότερου, αισθητικά αποδεκτότερου, βιολογικά «βελτιστοποιημένου».
Η διαφορά είναι ότι σήμερα η επιβολή δεν χρειάζεται να έρθει από το κράτος.
Μπορεί να έρθει ως επιθυμία.
Ως προσωπική επιλογή.
Ως επένδυση στον εαυτό.
Ως «φροντίδα».
Ως «wellness».
Ως φόβος ότι, αν δεν κάνεις ό,τι μπορείς σήμερα, αύριο θα είναι αργά.
Αυτό ακριβώς κάνει τον σύγχρονο βιοϊατρικό λόγο τόσο ισχυρό: η πειθαρχία εμφανίζεται ως ελευθερία επιλογής.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο θάνατος ενός δημόσιου προσώπου μπορεί να λειτουργήσει ως ένα είδος κοινωνικού καθρέφτη. Δεν χρειάζεται να γνωρίζουμε τις συγκεκριμένες ιατρικές συνθήκες ενός θανάτου — ούτε είναι επιστημονικά ή ηθικά θεμιτό να τις ανακατασκευάζουμε από τηλεοπτικά πάνελ, αποσπασματικές δηλώσεις ή αναρτήσεις. Ακριβώς το αντίθετο: η ανάγκη να αντισταθούμε στην εύκολη παραγωγή αιτιών και ενοχών αποτελεί μέρος της ίδιας της επιστημονικής υπευθυνότητας.
Αυτό που αξίζει να παρατηρήσουμε είναι τι κάνουμε κοινωνικά με τον θάνατο.
Πώς, σχεδόν αμέσως, αναζητούμε τον ειδικό που θα μας εξηγήσει τι πήγε λάθος.
Πώς αναζητούμε το «λάθος» πρωτόκολλο, τη λανθασμένη επιλογή, την παραπλάνηση, τη θεραπευτική απόκλιση, τον «ειδικό» που δεν ήταν αρκετά ειδικός.
Πώς η αβεβαιότητα του θανάτου γίνεται ανυπόφορη και πρέπει να μετατραπεί σε αφήγημα ελέγχου.
Γιατί αν υπάρχει ένα λάθος, τότε υπάρχει και ένας μηχανισμός που μπορούμε να διορθώσουμε.
Κι αν μπορούμε να τον διορθώσουμε, τότε ίσως μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο θάνατος μπορεί να αποτραπεί.
Αυτό είναι ένα από τα βαθύτερα πολιτισμικά παράδοξα της σύγχρονης βιοϊατρικής κοινωνίας: ενώ η ιατρική έχει διευρύνει θεαματικά τις δυνατότητές της, η κοινωνική προσδοκία απέναντί της έχει γίνει συχνά σχεδόν απεριόριστη. Η ιατρική καλείται να εξαλείψει τον πόνο, να καθυστερήσει τη γήρανση, να προβλέψει τον κίνδυνο, να ανιχνεύσει την ασθένεια πριν εμφανιστεί, να βελτιστοποιήσει τη λειτουργία, να παρατείνει τη ζωή και, εμμέσως, να εγγυηθεί ότι το σώμα δεν θα μας προδώσει.
Όταν αυτή η υπόσχεση αποτυγχάνει, αναζητείται ο ένοχος.
Όμως το όριο της ιατρικής δεν είναι απαραίτητα αποτυχία της ιατρικής.
Υπάρχουν όρια που δεν αποτελούν τεχνικές ελλείψεις αλλά ανθρωπολογικές και βιολογικές συνθήκες της ύπαρξης.
Και υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο «η ιατρική μπορεί να θεραπεύσει αυτό» και στο «η ιατρική οφείλει να μπορεί να θεραπεύσει τα πάντα».
Το δεύτερο δεν είναι επιστημονική θέση. Είναι πολιτισμική προσδοκία.
Ακριβώς γι' αυτό χρειάζεται μεγαλύτερη, όχι μικρότερη, κριτική σκέψη απέναντι στην ιατρική αυθεντία.
Όχι για να υπονομεύσουμε την επιστήμη.
Αλλά για να την προστατεύσουμε από τη μετατροπή της σε καθεστώς αδιαμφισβήτητης κοινωνικής εξουσίας.
Η επιστημονική γνώση δεν χρειάζεται να εμφανίζεται ως παντογνωσία για να είναι ισχυρή. Αντίθετα, η πραγματική επιστημονική αυθεντία περιλαμβάνει την ικανότητα να διατυπώνει τα όρια της γνώσης της, να αναγνωρίζει την αβεβαιότητα, να διαχωρίζει την πιθανότητα από τη βεβαιότητα και την τεκμηριωμένη θεραπεία από την εμπορική υπόσχεση.
Η ίδια κριτική πρέπει να εφαρμοστεί και στις λεγόμενες εναλλακτικές θεραπευτικές πρακτικές. Το γεγονός ότι η βιοϊατρική αποτελεί πεδίο εξουσίας δεν σημαίνει ότι κάθε θεραπευτική πρακτική εκτός της βιοϊατρικής είναι εξ ορισμού αξιόπιστη. Η κριτική στην ιατρικοποίηση δεν μπορεί να καταλήξει σε έναν νέο ανορθολογισμό όπου όλες οι μορφές γνώσης θεωρούνται ισοδύναμες.
Το ζητούμενο δεν είναι να αντικαταστήσουμε έναν δογματισμό με έναν άλλο.
Είναι να αποσυνδέσουμε την επιστημονική τεκμηρίωση από την αξίωση κοινωνικής κυριαρχίας.
Να μπορούμε να πούμε ταυτόχρονα δύο πράγματα που σήμερα παρουσιάζονται συχνά ως αντιφατικά:
ότι η σύγχρονη ιατρική είναι ανεκτίμητη,
και ότι η ιατρική κοινωνιολογία, η ανθρωπολογία και η κριτική θεωρία έχουν κάθε λόγο να εξετάζουν τις σχέσεις εξουσίας μέσα στις οποίες παράγεται, διακινείται και εφαρμόζεται η ιατρική γνώση.
Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς ποια θεραπεία είναι επιστημονικά έγκυρη.
Το πρόβλημα είναι επίσης ποιος αποφασίζει ποια ζωή αξίζει να θεωρείται «φυσιολογική», ποιο σώμα θεωρείται επιθυμητό, ποια μορφή γήρανσης είναι αποδεκτή, ποια αναπηρία αντιμετωπίζεται ως κοινωνική διαφορά και ποια ως ατομική αποτυχία, ποιο επίπεδο κινδύνου θεωρείται ανεκτό και ποιο μετατρέπεται σε αντικείμενο παρέμβασης.
Η σύγχρονη ανθρωπολογία της υγείας έχει ακριβώς αυτή τη δύναμη: μας υπενθυμίζει ότι η ασθένεια δεν είναι μόνο βιολογικό γεγονός. Είναι επίσης εμπειρία, κοινωνική κατηγορία, οικονομική συνθήκη, πολιτισμική ερμηνεία και πεδίο θεσμικής διαπραγμάτευσης.
Το σώμα δεν υπάρχει έξω από την κοινωνία.
Και η κοινωνία δεν υπάρχει έξω από τα σώματα.
Γι' αυτό και ο δημόσιος διάλογος που παρακολουθούμε αυτές τις ημέρες αξίζει να γίνει πιο απαιτητικός. Όχι πιο θορυβώδης, όχι πιο τιμωρητικός, όχι περισσότερο πολωμένος ανάμεσα στους «επιστήμονες» και στους «αμφισβητίες» της επιστήμης.
Πιο απαιτητικός.
Να ρωτήσει όχι μόνο τι έκανε ή δεν έκανε η ιατρική.
Αλλά και τι της ζητάμε να κάνει.
Να ρωτήσει ποιος κατασκευάζει την ανάγκη για αδιάκοπη πρόληψη.
Ποιος εμπορευματοποιεί τον φόβο της ασθένειας.
Ποιος μετατρέπει τη γήρανση σε εχθρό.
Ποιος μετατρέπει τη σωματική διαφορά σε έλλειμμα.
Ποιος δημιουργεί την προσδοκία ενός σώματος που δεν θα γερνά, δεν θα πονά, δεν θα εξαρτάται από άλλους, δεν θα περιορίζεται και τελικά δεν θα πεθαίνει.
Και κυρίως, να ρωτήσει τι είδους άνθρωπο παράγει αυτή η αδιάκοπη απαίτηση για βιολογική τελειότητα.
Γιατί ίσως το πιο ενδιαφέρον φαινόμενο δεν είναι ότι η ιατρική εισέρχεται ολοένα βαθύτερα στη ζωή μας.
Είναι ότι έχουμε αρχίσει να αντιλαμβανόμαστε τη ζωή μας μέσα από τις κατηγορίες της.
Έχουμε μάθει να φοβόμαστε πριν αρρωστήσουμε.
Να θεραπευόμαστε πριν νοσήσουμε.
Να διορθωνόμαστε πριν αποτύχουμε.
Να γυμναζόμαστε για να μη γερνάμε.
Να εξεταζόμαστε για να βρούμε αυτό που ακόμη δεν έχουμε.
Να μετράμε το σώμα μας για να επιβεβαιώσουμε ότι παραμένει «φυσιολογικό».
Και, τελικά, να αισθανόμαστε υπεύθυνοι ακόμη και για εκείνα τα πράγματα που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να ελέγξει πλήρως.
Ίσως, λοιπόν, η πιο ουσιαστική κριτική που μπορούμε να ασκήσουμε σήμερα δεν είναι εναντίον της ιατρικής.
Είναι εναντίον της φαντασίωσης ότι η ιατρική μπορεί να μας απαλλάξει από την ανθρώπινη συνθήκη.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πραγματική συζήτηση που πρέπει να ανοίξει.
Όχι πάνω από το σώμα του νεκρού, αλλά γύρω από την κοινωνία που, ακόμη και μπροστά στον θάνατο, δυσκολεύεται να αποδεχθεί την αβεβαιότητα, την ευαλωτότητα, τη φθορά και το όριο.
Μια κοινωνία που έχει οικοδομήσει ολόκληρη οικονομία γύρω από την υπόσχεση ότι κάθε όριο μπορεί να μετατραπεί σε πρόβλημα προς επίλυση.
Αυτός είναι ο βαθύτερος κίνδυνος της σύγχρονης ιατρικοποίησης.
Όχι ότι μας θεραπεύει υπερβολικά.
Αλλά ότι μπορεί να μας πείσει πως κάθε τι που δεν μπορεί να θεραπευτεί είναι, από μόνο του, μια αποτυχία που πρέπει οπωσδήποτε να διορθωθεί.
Και τότε η «υγεία» παύει να είναι απλώς δικαίωμα.
Μετατρέπεται σε ηθική υποχρέωση.
Το υγιές σώμα γίνεται καλό σώμα.
Το λειτουργικό σώμα γίνεται άξιο σώμα.
Το νεανικό σώμα γίνεται επιθυμητό σώμα.
Το αυτόνομο σώμα γίνεται υπεύθυνο σώμα.
Και κάθε σώμα που αποκλίνει από αυτό το πρότυπο καλείται, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να απολογηθεί.
Εκεί ακριβώς χρειάζεται η κριτική.
Όχι για να αρνηθούμε τη γνώση.
Αλλά για να υπερασπιστούμε το δικαίωμα του ανθρώπου να υπάρχει πέρα από την απαίτηση να είναι διαρκώς διορθωμένος, μετρημένος, προληπτικά θεραπευμένος και βιολογικά βελτιστοποιημένος.
Γιατί μια κοινωνία που δεν μπορεί να ανεχθεί την ευαλωτότητα δεν γίνεται κατ' ανάγκην υγιέστερη.
Γίνεται απλώς πιο αμείλικτη απέναντι σε ό,τι θεωρεί ευάλωτο.
Και ίσως αυτό είναι το ερώτημα που αξίζει να μείνει ανοιχτό, όταν σβήσουν οι τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και αποσυρθούν οι ειδικοί από τα παράθυρα:
τι είδους ζωή προσπαθούμε τελικά να προστατεύσουμε όταν προσπαθούμε να εξαλείψουμε από αυτήν κάθε ίχνος ασθένειας, γήρανσης, εξάρτησης, αναπηρίας, αβεβαιότητας και ορίου;
Γιατί, αν η απάντηση είναι ένα σώμα απαλλαγμένο από κάθε ευαλωτότητα, τότε δεν μιλάμε πλέον μόνο για ιατρική.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου