https://www.youtube.com/watch?v=T5r4TctOlL8
antanaklaseis
Τετάρτη 6 Μαΐου 2026
Πέμπτη 24 Ιουλίου 2025
Η «φούσκα» των ΑΠΕ σκάει! Ποιος θα πληρώσει τα «σπασμένα»; (Στέφανος Πράσσος*) [1ο μέρος]
Ήταν πολλοί, κυρίως γνώστες του ηλεκτρικού συστήματος της Χώρας μας, που είχαν προειδοποιήσει, εδώ και χρόνια, ότι η ανεξέλεγκτη, απεριόριστη,
τερατώδη εγκατάσταση ΑΠΕ (κυρίως αιολικά, φωτοβολταϊκά και μικρά υδροηλεκτρικά) δημιουργούν μια τεράστια «φούσκα» που κάποια στιγμή θα «σπάσει» όπως κάποια στιγμή σπάνε όλες οι φούσκες.
Γιατί είναι φούσκα;
Επειδή έχουν εγκατασταθεί πάρα πολλές μεταβλητές ΑΠΕ (αιολικά, Φωτοβολταϊκά) και η κατανάλωση στη Χώρα μας είναι πολύ χαμηλή, δημιουργούνται συνθήκες μερικού και γενικού «μπλακ άουτ» ιδιαίτερα τις ώρες που υπάρχει μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ. Επειδή οι ΑΠΕ είναι ασταθείς και στοχαστικές για να λειτουργήσει με ασφάλεια το ηλεκτρικό δίκτυο χρειάζεται ταυτόχρονα να υπάρχουν σταθερές μονάδες βάσης (μονάδες ορυκτών καυσίμων ή μεγάλα υδροηλεκτρικά) που θα εξισορροπούν το δίκτυο και θα δίνουν πραγματικό ρεύμα όταν οι ΑΠΕ «στερεύουν» λόγω καιρικών συνθηκών. Όμως όταν οι ΑΠΕ «καταλαμβάνουν» όλο το δίκτυο δεν μένει χώρος για τις σταθερές μονάδες και το «ηλεκτρικό σύστημα» κινδυνεύει με κατάρρευση. [1]
Για να αντιμετωπίσουν αυτό το τεράστιο πρόβλημα αποφάσισαν να κάνουν μεγάλες περικοπές στην παραγωγή ρεύματος των ΑΠΕ. Μέσα στο 2023 η Κυβέρνηση αποφάσισε να κάνει οριζόντιες περικοπές της τάξης του 5% αλλά σύντομα κατάλαβε ότι αυτό είναι ανεπαρκές και με πρόσφατο νόμο δίνει το δικαίωμα στους διαχειριστές των δικτύων να κάνουν όσες περικοπές χρειαστούν για να μην καταρρεύσει το «σύστημα». Οι διαχειριστές υπολογίζουν ότι αυτές οι περικοπές θα ξεπεράσουν το 50% ίσως και το 70% της παραγωγής των ΑΠΕ!
Η «φούσκα» με αριθμούς
Ο ενεργειακός σχεδιασμός, ΕΣΕΚ (Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα) που προέβλεπε εκτός των άλλων πόση ισχύ ΑΠΕ θα έπρεπε να εγκατασταθεί στη Χώρα από το 2020 έως το 2030 αναθεωρήθηκε τρεις φορές με υπερδιπλασιασμό κάθε φορά των εγκαταστάσεων ΑΠΕ. Το πρώτο ΕΣΕΚ 2020-2030 κατατέθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, το 2019 και προέβλεπε εγκατάσταση 7 GW ΑΠΕ μέχρι το 2030. Η Κυβέρνηση της ΝΔ το 2021 το ανέβασε σε 15 GW και προσφάτως το πήγε στα 23,5 GW υπολογίζοντας (κάτι που δεν είναι καν ορατό) ότι το 2030 θα έχει διπλασιάσει τα δίκτυα. Όμως και αυτά τα νούμερα έχουν ήδη ξεπεραστεί.
Σήμερα συνδεδεμένα είναι 14 GW ΑΠΕ, μαζί με όσα έχουν πάρει όρους σύνδεσης στα δίκτυα αθροίζονται 28 GW έργων ΑΠΕ. Επιπλέον 42 GW ολοκληρωμένα ή ημιτελή περιμένουν να συνδεθούν. Όλα αυτά, μαζί με τα φωτοβολταϊκά στη στέγη και τον προγραμματισμό για υπεράκτια αιολικά, αθροίζουν νούμερο άνω των 70 GW, ξεπερνώντας τους εθνικούς στόχους ακόμη και του 2050! Αντί όμως να βάλουν ένα φρένο στη σχιζοφρένεια αυτή προσθέτουν κι άλλα. Έτσι τον Μάη του 2024 αδειοδοτήθηκαν 0,6 GW και τον Ιούνη άλλα 1,5 GW! [2]
Και όλα αυτά σε μια χώρα που ο μέσος όρος κατανάλωσης ρεύματος κινείται μεταξύ 3,5 και 5 GW και στην αιχμή του έφτασε φέτος στην περίοδο του καύσωνα τα 9,5 GW!
Πολλοί, μεταξύ αυτών και ο Κ. Μητσοτάκης υποστηρίζουν πως το πρόβλημα θα λυθεί με την αποθήκευση, νέα δίκτυα και εξαγωγές ενέργειας. ΛΑΘΟΣ τεράστιο!!! Η αποθήκευση είναι τεχνολογικά στα σπάργανα, μπορεί να μεταθέσει το πρόβλημα για ελάχιστες ώρες μέσα στο 24ωρο. Οι εξαγωγές μας είναι ελάχιστες και μόνο για τις ώρες που οι τιμές είναι μηδενικές ή αρνητικές και τον περισσότερο χρόνο κάνουμε εισαγωγές που ξεπερνάν και το 20% της συνολικής κατανάλωσης. Ούτε τα δίκτυα, στα οποία υπολογίζουν να «επενδύσουν» πάνω από 30 δις ευρώ μπορούν να λύσουν κάποιο πρόβλημα. Η μεγάλη αγορά της Γερμανίας που δήθεν θα μπορούσε να απορροφήσει τη δική μας παραγωγή από ΑΠΕ έχει η ίδια υπερπληθώρα ΑΠΕ και το ρεύμα τους για να το «ξεφορτωθεί» το δίνει τζάμπα και πολλές φορές πληρώνει και από πάνω.
Δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις. Η εξίσωση που πρέπει να λυθεί, όπως υποστηρίζουν όλοι οι ειδικοί, είναι η παραγωγή σε σχέση με την κατανάλωση ρεύματος. Επειδή η κατανάλωση δεν προβλέπεται να ανεβεί πρέπει να ακυρωθούν αμέσως όλα τα νέα έργα ΑΠΕ ακόμα κι αυτά που βρίσκονται στο αρχικό στάδιο κατασκευής.
Επειδή εμείς που τα λέγαμε αυτά εδώ και χρόνια, έχουμε χαρακτηριστεί από τα μεγάλα συμφέροντα και τα «εξαπτέρυγά» τους ως «ψεκασμένοι», «τεχνοφοβικοί», «πράκτορες των Ορυκτών καυσίμων» και άλλα φαιδρά ας διαβάσουμε πλέον τι λένε «αυτοί». Οι «σοβαροί» άνθρωποι των ενεργειακών ομίλων, «της αγοράς», οι σπουδαίοι «ενεργειακοί αναλυτές» και οι διαχειριστές των δικτύων.
Ανδρέας Πετροπουλέας: Διευθυντής Διαχείρισης Ενέργειας της Elpedison και Πρόεδρος της Επιτροπής Ηλεκτρισμού του ΙΕΝΕ: Μίλησε για «κανιβαλισμό της αγοράς από την υπέρμετρη παραγωγή ΑΠΕ» και τόνισε ότι «η αγορά οδηγείται στα βράχια»….. «Η μόνη ρεαλιστική λύση σε αυτή τη φάση είναι το πάγωμα όλων των αδειοδοτημένων έργων ΑΠΕ, και όχι απλώς η παύση έκδοσης νέων αδειών.».. «Οι ΑΠΕ προκαλούν ένα γιγάντιο πλεόνασμα Ενέργειας που δεν δύναται να αποθηκευτεί ούτε να εξαχθεί αφού και οι γειτονικές χώρες έχουν αντίστοιχα ενεργειακά πλεονάσματα κυρίως λόγω των Φωτοβολταϊκών» [3]
Στέλιος Λουμάκης, πρόεδρος του Συνδέσμου Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (ΣΠΕΦ): Αποτρεπτικά προς τους μικρούς παραγωγούς να εγκαταστήσουν νέα φωτοβολταϊκά τοποθετήθηκε ο Στέλιος Λουμάκης, στο πάνελ του Balkan Energy Forum, κάνοντας λόγο για «πλήρη κανιβαλισμό του κλάδου». «Επομένως όποιος σήμερα έχει όρους σύνδεσης και θέλει να κατασκευάσει Φωτοβολταϊκό, ακόμα και με αποθήκευση, θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι το «κούρεμα» στην παραγωγή του θα φτάσει έως και 50%. Μάλιστα σε ένα χρόνο που θα έχουν αλλάξει τα δεδομένα, θα ανέβει στο 70%», τόνισε σχετικά. «Αν μπορώ να δώσω μια συμβουλή, είναι να μην κάνει κανένας νέο Φωτοβολταϊκό, ακόμα και αν έχει πάρει όρους σύνδεσης». [4]
Ο Ιωάννης Μάργαρης αντιπρόεδρος του ΑΔΜΗΕ «κρούει τον κώδωνα του κινδύνου» ενός ολικού Blackout από την υψηλή διείσδυση των μεταβλητών ΑΠΕ που αφορά την ηλιακή και αιολική ενέργεια. «Αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει κορεσμός των δικτύων και η υψηλή διείσδυση των ΑΠΕ δεν αφήνει ηλεκτρικό χώρο για τις σταθερές πηγές ενέργειας που είναι απαραίτητες στην ευστάθεια του Ηλεκτρικού συστήματος.» [5]
Γιάννης Καμπούρης, επικεφαλής του Τμήματος Διεθνών Σχέσεων του ΑΔΜΗΕ: «Μόνο με περικοπές στην παραγωγή των ΑΠΕ μπορούμε να έχουμε περισσότερες μονάδες στο δίκτυο» [6]
Αντώνης Κοντολέων, πρόεδρος της ΕΒΙΚΕΝ (Ένωση Βιομηχανικών καταναλωτών Ενέργειας): «Αδιέξοδη η ανάπτυξη των ΑΠΕ χωρίς αύξηση της ζήτησης»… «Δεν είναι το πρόβλημα στα δίκτυα αλλά στην αλόγιστη αύξηση της Ανανεώσιμης Ενέργειας» και πρόσθεσε «αν είχαμε άπειρα δίκτυα και άπειρες ΑΠΕ τι θα τα κάναμε; Που είναι η ζήτηση για να απορροφήσει τις ΑΠΕ;».. «Οι ΑΠΕ και κυρίως τα Φωτοβολταϊκά έχουν φθάσει στα όριά τους» [7]
ΙΕΝΕ (Ινστιτούτο Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης): «Η σχεδόν απότομη αλλαγή από την κατανάλωση εγχώριων ορυκτών καυσίμων σε άλλες εισαγόμενες πηγές ενέργειας προκαλεί κρίσιμα ζητήματα ενεργειακής ασφάλειας». «Επιπλέον οι ολοένα και μεγαλύτεροι στόχοι για ανάπτυξη ΑΠΕ έχουν φέρει το δίκτυο στα όρια του ενώ η αποθήκευση ενέργειας (…) ίσως δημιουργήσει μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που θα έχει ήδη λύσει».[8]
Συνεχίζεται… (επειδή το θέμα είναι μεγάλο στο επόμενο: Ποιος θα πληρώσει τα σπασμένα και γιατί επιμένουν ακόμα στην «πράσινη φούσκα» οι «επενδυτές»)
Κοζάνη21/6/2024
Στέφανος Πράσσος*
Πρώην Περιφερειακός Σύμβουλος, Επικεφαλής της «Αριστερής Συμπόρευσης για την Ανατροπή στη Δυτική Μακεδονία»
ΠΗΓΕΣ
[1] Η Αποκάλυψη του Αντιπροέδρου του ΑΔΜΗΕ και η Μάχη για την Αποφυγή Ολικού Blackout
[2] Φουντώνει ο κίνδυνος «φούσκας» στην πράσινη μετάβαση • B2Green
[3] Πετροπουλέας: Ο Έλληνας Καταναλωτής Επιδοτεί τις Ενεργειακές Εξαγωγές
[4] Λουμάκης: Πλήρης κανιβαλισμός στα μικρά φωτοβολταϊκά - Προτροπή να μην κατασκευαστεί κανένα νέο έργο
[5] Η Αποκάλυψη του Αντιπροέδρου του ΑΔΜΗΕ και η Μάχη για την Αποφυγή Ολικού Blackout
[6] Καμπούρης (ΑΔΜΗΕ): Μόνο με περικοπές στην παραγωγή των ΑΠΕ μπορούμε να έχουμε περισσότερες μονάδες στο δίκτυο
[7] Η ΕΒΙΚΕΝ Εκπέμπει ΣΟΣ για το Μέλλον της Βιομηχανίας- Δεν Νοείται Αύξηση των ΑΠΕ Χωρίς Επαρκή Ζήτηση
[8] Ανακοίνωση - Ημερίδα ΙΕΝΕ: ΑΠΕ και Ενεργειακή Αποδοτικότητα
Τετάρτη 30 Απριλίου 2025
ΙΣΠΑΝΙΑ blackout
Σάββατο 29 Μαρτίου 2025
Να απαιτήσουμε να ξαναλειτουργήσουν όλες οι λιγνιτικές μονάδες που πληρούν τα περιβαλλοντικά κριτήρια
ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ προς το Περιφερειακό Συμβούλιο Δυτικής Μακεδονίας
Ø Ενώνουμε τις δυνάμεις μας με τους πολιτικούς, συνδικαλιστικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς φορείς της Περιοχής μας και απαιτούμε επαναλειτουργία των Λιγνιτικών Σταθμών και των Ορυχείων προσθέτοντας το δικό μας πολιτικό πλαίσιο.
Ø Αιτούμαστε να συνεδριάσει εκτάκτως το Π.Σ, πριν την έλευση του Πρωθυπουργού, με τη συμμετοχή όλων των φορέων και του λαού της Περιοχής μας με στόχο την συνδιαμόρφωση κοινού αιτήματος που θα επιδοθεί στον πρωθυπουργό και στα πολιτικά κόμματα.
Στη Δυτική Μακεδονία εδώ και πέντε χρόνια συντελείται μια πρωτοφανής και πολύπλευρη καταστροφή της οικονομίας, του Περιβάλλοντος και του Κοινωνικού ιστού. Περίπου ένας στους τρεις οικονομικά ενεργούς κατοίκους και πιο μαζικά οι νέοι, εγκαταλείπουν την Περιοχή προς εύρεση εργασίας. Οι υποσχέσεις για «εμβληματικά βιομηχανικά έργα» που θα αντικαθιστούσαν τις χαμένες από την απολιγνιτοποίηση- αποβιομηχάνιση θέσεις εργασίας παρέμειναν υποσχέσεις. Αντί για ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα έχουμε από-ανάπτυξη και συνεχή εγκατάλειψη των παραγωγικών μονάδων κτηνοτροφίας και γεωργίας, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους παραγωγής, της μείωσης των τιμών πώλησης των προϊόντων αλλά και αλλαγή χρήσης γης.
Θέσεις εργασίας υπήρξαν μόνο στην κατασκευή έργων ΑΠΕ αλλά είναι πρόσκαιρες και κακοπληρωμένες. Αντίθετα η εγκατάσταση τεράστιων και ανεξέλεγκτων έργων ΑΠΕ, εκτός από τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της, συντελεί στην περαιτέρω μείωση του πρωτογενούς τομέα και απαξίωσης του τουρισμού στην Περιοχή.
Εκτός των παραπάνω, υπήρξαν και οι λεγόμενες παράπλευρες απώλειες, όπως οι μετεγκαταστάσεις, η εκμηδένιση του Τοπικού Πόρου, οι τηλεθερμάνσεις κ.α. Η «Συμφωνία για τις τηλεθερμάνσεις», που έγινε μέσω εκβιασμών Κυβέρνησης και ΔΕΗ προς την Τοπική Αυτοδιοίκηση και τους κατοίκους, καταργεί τον κοινωνικό τους χαρακτήρα, απαλλάσσει τη ΔΕΗ από την υποχρέωση ανταποδοτικότητας και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία και στον αφανισμό τους.
Οι εξελίξεις αυτές είχαν προβλεφθεί εξ` αρχής από πολιτικούς και επιστημονικούς φορείς της Περιοχής και όχι μόνο. Ημερίδες, επιστημονικές μελέτες και τεκμηριωμένες τοποθετήσεις από το 2019 ακόμα προειδοποιούσαν για τα δεινά που αναμένονται στην Περιοχή και στη Χώρα από τον «ξαφνικό θάνατο» της λιγνιτικής παραγωγής.
Ακόμα και στελέχη της κομισιόν έγκαιρα μας προειδοποίησαν ότι «η απολιγνιτοποίηση χρειάζεται μεγάλο βάθος χρόνου διαφορετικά οι επιπτώσεις θα είναι οδυνηρές». Η Παγκόσμια τράπεζα σε ειδική μελέτη που έκανε για το θέμα αυτό και παρουσιάστηκε το 2020 στο Περιφερειακό Συμβούλιο έθεσε ορόσημο απολιγνιτοποίησης το 2038. Υπενθυμίζουμε ότι οι ΜΠΕ της ΔΕΗ προέβλεπαν το 2040 και το 2042 για το τελικό κλείσιμο και την πρώτη αποκατάσταση των λιγνιτωρυχείων. Ο χρόνος αυτός ήταν εντός των ορίων του προγράμματος απανθρακοποίησης της ΕΕ (2050) και δεν υπήρχε κανένας σοβαρός λόγος να αλλάξει.
Πλέον γίνεται κοινά αποδεκτό ότι η πολιτική της απολιγνιτοποίησης απέτυχε παταγωδώς σε όλα τα επίπεδα. Φτωχοποίησε μια ολόκληρη περιοχή, η λεγόμενη «Μετάβαση» δεν έγινε προς τις ΑΠΕ αλλά από τον λιγνίτη στο Φυσικό Αέριο και το LNG, κυρίως το Αμερικάνικο. Η τιμή του ρεύματος τριπλασιάστηκε, η ενεργειακή εξάρτηση αυξήθηκε κατά 12% και αγγίζει πλέον το 90% και, παρότι επενδύθηκαν στο Ηλεκτρικό σύστημα (ΑΠΕ και Φυσικό Αέριο) πάνω από 100 δις ευρώ, η Ελλάδα ζει μια πρωτοφανή ενεργειακή ανασφάλεια. Προφανώς για τα παραπάνω δεν ευθύνεται μόνο η απολιγνιτοποίηση αλλά και η Πολιτική της Κυβέρνησης και της ΕΕ που το μόνο τους μέλημα είναι να χρηματοδοτούν μια χούφτα Επιχειρηματικούς Ενεργειακούς Ομίλους από το υστέρημα του λαού που πλήττεται, εκτός των άλλων, και από ενεργειακή φτώχεια. Η Κερκόπορτα της λεηλασίας άνοιξε με τη λεγόμενη «Απελευθέρωση Ηλεκτρικής Ενέργειας» που δήθεν θα έφερνε φθηνότερες τιμές ρεύματος μέσω ανταγωνισμού, χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, προστασία του Περιβάλλοντος. Τα αποτελέσματά της τα ζούμε πλέον στο πετσί μας.
Αναγκαιότητα για την Περιοχή και τη Χώρα η επαναλειτουργία των λιγνιτικών μονάδων.
Πλέον όλα τα στοιχεία και οι τρέχουσες εξελίξεις στην Ηλεκτρική Ενέργεια συνηγορούν στην αναγκαιότητα για επάνοδο του λιγνίτη ως του μοναδικού εθνικού καυσίμου που μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά:
1. Στη μείωση της Ενεργειακής εξάρτησης.
2. Στη μείωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου (7 δις σε αγορά φυσικού αερίου πλήρωσε η Χώρα μας μόνο το 2022)
3. Στην ενεργειακή ασφάλεια της Χώρας.
4. Στη μείωση των τιμών Ηλεκτρικής Ενέργειας.
5. Στην ανάσχεση της πολύπλευρης καταστροφής της Δυτικής Μακεδονίας.
6. Στην ακύρωση μόνιμης καταστροφής Φυσικών και ενεργειακών πόρων.
7. Στη δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας.
8. Στην επανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα της Περιοχής.
9. Να δώσει δουλειά σε χιλιάδες μικρούς ιδιοκτήτες φορτηγών και σκαπτικών που έχουν κηρύξει πτώχευση και η περιουσία τους έχει εκμηδενιστεί.
10. Η επαναλειτουργία ΑΗΣ και Ορυχείων θα δώσει την δυνατότητα υλοποίησης των αρχικών ΜΠΕ με αποκατάσταση των εδαφών που έχουν εξορυχτεί και παραμένουν «τεράστιες ανοιχτές πληγές» στο σώμα της Δυτικής Μακεδονίας.
Για την αναγκαιότητα επαναλειτουργίας της λιγνιτικής παραγωγής συνηγορούν πλέον και:
ü Οι διεθνείς εξελίξεις στο Ενεργειακό αφού πολλές χώρες επιστρέφουν πλέον στα ορυκτά καύσιμα αλλά και οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες ακυρώνουν τα προγράμματα εγκατάστασης ΑΠΕ λόγω υπερπαραγωγής, περικοπών και μηδενικών τιμών του ρεύματος των ΑΠΕ
ü Η μέχρι σήμερα εμπειρία απέδειξε και στους πιο δύσπιστους ότι με τα σημερινά τεχνικά μέσα δεν μπορεί να υπάρξει 100% μετάβαση στις ΑΠΕ και τα ορυκτά καύσιμα θα είναι για πολλά ακόμα χρόνια απαραίτητα στο ηλεκτρικό σύστημα.
ü Από το 2019 μέχρι σήμερα πολλές φορές η Κυβέρνηση ήρθε στη έσχατη ανάγκη, λόγω έλλειψης Η/Ε, να δώσει εντολές επαναλειτουργίας των μονάδων αλλά και διπλασιασμό της λιγνιτικής παραγωγής.
Κοζάνη 28 /3/2025
«Αριστερή Συμπόρευση για την ΑΝΑΤΡΟΠΗ στη Δυτική Μακεδονία»
Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025
ΜΠΑΤΑΡΙΕΣ: ΤΟ ΝΕΟ ΕΛΝΤΟΡΑΝΤΟ ΤΩΝ ΚΡΑΤΙΚΟΔΙΑΙΤΩΝ ΔΗΘΕΝ ΕΠΕΝΔΥΤΩΝ.
του Αποστολου Ευθυμιαδη
Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2025
Η άλωση της χώρας μέσα από την «ενεργειακή μετάβαση»
Βάννα Σφακιανάκη
Η πολιτική «Ελλάδα – Ενεργειακός Κόμβος», η εφαρμογή της «ενεργειακής μετάβασης» στη χώρα μας, αναδιαρθρώνει βίαια το παραγωγικό πρότυπο της χώρας. Με την άλωση της υπαίθρου από ενεργειακά έργα, με τις διασυνδέσεις, τους αγωγούς και τις εξορύξεις, διακυβεύονται οι πολυτιμότεροι από τους πόρους, η γη και η θάλασσα.
1. Η αρπαγή της γης
Το 2012 Ολλανδοί καθηγητές οικονομικών και ενέργειας πρότειναν για τις χώρες που πλήττονταν περισσότερο από την κρίση χρέους, τη μείωση του χρέους τους κατά 30% μέσω παραχωρήσεων για έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Σύμφωνα με το σχέδιό τους θα ήταν δυνατή μια μείωση του χρέους κατά 30%, αν η Ιρλανδία προσέφερε λιγότερο από 1%, η Πορτογαλία περίπου 1% και η Ελλάδα περίπου 2% της συνολικής επιφάνειάς της ως παραχώρηση για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας. Η Οικονομική και Νομισματική Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησε τότε, να εξεταστεί σοβαρά αυτό το σχέδιο, ενώ η πρόταση είχε τύχει θετικών αντιδράσεων από Φιλελεύθερους Δημοκράτες, Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους ευρωβουλευτές.[1]
Η δημοσιοποίηση της πρότασης έκανε πολύ μεγάλη αίσθηση στη χώρα μας, δημιουργώντας συνειρμούς για Ειδικές Οικονομικές Ζώνες σε καθεστώς νέο-αποικιοκρατίας. Ωστόσο, ελάχιστοι γνώριζαν τότε ότι στην Ελλάδα, ήδη από το 2008, είχε εγκριθεί Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο που προέβλεπε διαθέσιμη γη για εγκατάσταση αιολικών σταθμών ίσο με το 4% - 8% κάθε Δήμου, ενώ για τους φωτοβολταϊκούς σταθμούς δεν προβλέπεται κανένα όριο. Στη συνέχεια εξελίχθηκε η επέλαση εγχώριων και μη, ιδιωτικών αλλά και κρατικών εταιρειών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς όμως μέχρι σήμερα και παρά την πληθώρα των έργων που έχουν υλοποιηθεί, να έχουν καλυφθεί τέτοια ποσοστά παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις όπως στην πολύπαθη Εύβοια. Τα ποσοστά αυτά είναι τεράστια. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Γερμανία, μια χώρα που μαζί με τη Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο οδήγησαν ιστορικά την ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας, προβλέπεται η διάθεση του 2% της γης για εγκατάσταση αιολικών σταθμών.[2]
Όπως γράφει ο Κωστής Χατζημιχάλης «Η σημερινή υφαρπαγή γης σε παγκόσμια κλίμακα νομιμοποιείται με τη βοήθεια καταστροφικών διηγήσεων, προβλέψεων και απειλών για ελλείψεις πόρων, όπως η τροφή και η ενέργεια, οι οποίες θα προκύψουν από την κλιματική αλλαγή και για κινδύνους από φυσικές καταστροφές, ακόμα και από τρομοκρατικές επιθέσεις. Η ανασφάλεια και ο φόβος που διασπείρουν περιλαμβάνουν και τις επιπτώσεις από τις χρεοκοπίες κάθε είδους και τις συνέπειες από το δημόσιο χρέος.».[3]
Στη χώρα μας, που ασκεί πρωταθλητισμό στην υλοποίηση της ευρωπαϊκής πολιτικής επιδεικνύοντας «αυξημένο βαθμό φιλοδοξίας σε σχέση με τους κεντρικούς ευρωπαϊκούς στόχους», οι εφαρμογές είναι ακόμα πιο βίαιες απ’ ότι στην Ευρώπη. Οι κυβερνήσεις μας με διάφορα νομοθετήματα προαγωγής της ενεργειακής μετάβασης με όρους εμπορευματοποίησης της ενέργειας, με κατάλληλες οικονομικές ρυθμίσεις, φορολογικά μέτρα και κίνητρα και με καθορισμό «κατάλληλων χωροταξικών ρυθμίσεων», έδωσαν γη και ύδωρ στα κάθε είδους ενεργειακά έργα, δάση, βουνά, νησιά, αγροτική γη και θάλασσα.[4]
Η Ελλάδα εμφανίζεται σήμερα ως η νέα ηγέτιδα της ηλιακής ενέργειας στην Ευρώπη καθώς το 2023, είχε το υψηλότερο μερίδιο ηλιακής ενέργειας στο μείγμα της ηλεκτροπαραγωγής σε ποσοστό 19%, ακολουθούμενη από την Ουγγαρία (18%) και την Ισπανία (17%).[5]Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η χώρα μας αποτελεί ταυτόχρονα και το τραγικότερο υπόδειγμα χώρας με τη μεγαλύτερη κατάληψη αγροτικής γης αλλά και άλλων περιοχών όπου θα έπρεπε να προστατεύεται το περιβάλλον.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Καθημερινής (2020): «Μια νέα μάχη έχει ξεσπάσει στον Θεσσαλικό Κάμπο με αντικείμενο τις αγροτικές ιδιοκτησίες και πρωταγωνιστές μεγάλες ξένες και εγχώριες εταιρείες από τον κλάδο των ΑΠΕ, συμβούλους, μεσίτες, «πειρατές», «κατασκόπους» και… σεΐχηδες. Έπειτα από 100 και πλέον χρόνια από την ιστορική μάχη του Κιλελέρ και την απόφαση για διανομή του κλήρου των γαιοκτημόνων, οι διάσπαρτες αγροτικές ιδιοκτησίες του Θεσσαλικού Κάμπου επανενώνονται για να φιλοξενήσουν φωτοβολταϊκά πάρκα, η εγκατάσταση των οποίων προϋποθέτει εκτάσεις χιλιάδων στρεμμάτων.».[6]Στη Βαλαώρα, το μεγαλύτερο κτηνοτροφικό χωριό της Ευρυτανίας και στη Λειβαδιά (2020)[7] στην Κοζάνη και στις Σέρρες, στην Ελασσόνα και στο Αγρίνιο(2022)[8]και πιο πρόσφατα στο Νευροκόπι και στη Δράμα (2024)[9] οι αντιδράσεις παραγωγικών φορέων είναι έντονες. Στη Λάρισα ξεκίνησε εισαγγελική έρευνα για τα φωτοβολταϊκά που ξεφυτρώνουν συνεχώς σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις του Θεσσαλικού κάμπου.
Και όσο κι αν φαίνεται παράξενο, κατά τηνPublicIssueπου ανάρτησε μια πολύ ενδιαφέρουσα σύνοψη δεδομένων με τίτλο «Η γνώμη για τις Ιδιωτικοποιήσεις στις έρευνες της PublicIssue, 1998-2022», ανατρέπεται η επικρατούσα άποψη ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας επικροτεί τις ιδιωτικοποιήσεις των βασικών κοινωνικών αγαθών και συγκεκριμένα της ηλεκτρικής ενέργειας, των τηλεπικοινωνιών και του νερού. Τα 2/3 των Ελλήνων πολιτών (66%) πιστεύουν ότι η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ δεν ωφέλησε αλλά αντιθέτως έβλαψε τους καταναλωτές. Το ίδιο πιστεύει το 42% των πολιτών για την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ και η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, το 74%, δηλαδή 3 στους 4 πολίτες, διαφωνεί με το ενδεχόμενο ιδιωτικοποίησης των εταιρειών ύδρευσης.[10]
2. Η ενεργειακή μετάβαση ως καπιταλιστική αναδιάρθρωση
Μπορεί σήμερα να παρουσιάζεται ότι η κλιματική αλλαγή έχει ανάγκη τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, αλλά το ιστορικό της πολιτικής της Ευρώπης για ευρεία χρήση τους αποδεικνύει ότι ήταν τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας που είχαν την ανάγκη να εργαλειοποιηθεί η κλιματική αλλαγή. Αυτό προκύπτει από την Πράσινη Βίβλο της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, «Προς μια Ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του εφοδιασμού» (2000), όπου καταγράφεται ότι το πρόβλημα αύξησης των διεθνών τιμών του πετρελαίου που προκαλούσε η αύξηση της ζήτησης στις αναπτυσσόμενες χώρες, θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί «εφόσον καταβληθούν προσπάθειες σε διεθνές επίπεδο για την προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την ενεργειακή αποτελεσματικότητα, για παράδειγμα στο πλαίσιο της καταπολέμησης της αλλαγής του κλίματος.».[11]
Η ενεργειακή μετάβαση ξεκίνησε σε μια συγκυρία όπου η Ευρώπη, ο δεύτερος καταναλωτής παγκόσμια και πρώτος εισαγωγέας ενεργειακών προϊόντων με εγκατεστημένη ισχύ μονάδων 600 GW το 2000, βρισκόταν μπροστά σε μια συγκυρία αντικατάστασης σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας ισχύος περίπου 300 GWπου είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής τους, αλλά και εγκατάστασης νέων σταθμών ισχύος 200-300 GW για την κάλυψη της αύξησης της κατανάλωσης, την εικοσαετία 2000-2020. Επέλεξαν τότε το φυσικό αέριο -αν και γνώριζαν ότι αποτελούσε κίνδυνο για «μια νέα εξάρτηση»- και τα έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και βέβαια, την «απελευθέρωση» της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, για να ελέγξουν την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης. Η εξάρτηση αυτή το 2000 ήταν 50% και υπήρχε φόβος ότι, χωρίς κατάλληλα μέτρα, σε 20 με 30 χρόνια το ποσοστό θα ανέβαινε σε 70%. Μετά από είκοσι χρόνια μεταρρυθμίσεων, από επίσημη έκθεση της Κομισιόν προκύπτει ότι το 2018 η Ευρώπη αντιμετώπιζε εντονότερο πρόβλημα ενεργειακής εξάρτησης σε σχέση με το 2000, ύψους 58,2% και αυτό οφείλονταν στην εισαγωγή ορυκτών καυσίμων και φυσικού αερίου![12]
Όπως γράφει ο Β. Πανουσόπουλος[13]«Οι αναλυτές του ενεργειακού κλάδου, παραβλέπουν το γεγονός ότι η ενεργειακή μετάβαση αποτελεί μια μορφή οικονομικής μετάβασης. Έτσι, οι αναλυτές αδυνατούν να κατανοήσουν τα αίτια των οικονομικών προβλημάτων που προκαλούνται στην πορεία της ενεργειακής μετάβασης δηλαδή, την αύξηση των τιμών ενέργειας, το έλλειμμα παραγωγής, τη χαμηλή παραγωγικότητα, τις κερδοσκοπικές επιδιώξεις πολλών «επενδυτών» και τις πολιτικοοικονομικές συγκρούσεις των αντίθετων οργανωμένων συμφερόντων. Όμως, τα προβλήματα της ενεργειακής μετάβασης μπορούν εύκολα να ερμηνευθούν από τη θεωρία και την εμπειρία της οικονομικής μετάβασης. … Η μεγάλη χρονική διάρκεια της ενεργειακής μετάβασης (2020 – 2050) πιθανόν να προκαλέσει σημαντικά προβλήματα στις εθνικές οικονομίες. Δεν έχει υπάρξει ιστορικό προηγούμενο να επιδιωχθεί οικονομική μετάβαση με τόση μεγάλη χρονική διάρκεια και, με την υλοποίηση μετρήσιμων ανά περιόδους μεταβατικών στόχων. Αυτό και μόνο γραφειοκρατικοποιεί την όλη διαδικασία και θέτει σε κίνδυνο όχι μόνο την πορεία της ενεργειακής μετάβασης αλλά και την οικονομική ανάπτυξη των κρατών.Σε αυτό το πλαίσιο, η τρέχουσα ενεργειακή κρίση θα πρέπει να ερμηνευθεί ως το αποτέλεσμα της ενεργειακής μετάβασης. Δυστυχώς, για το σύνολο των αναλυτών του κλάδου της ενέργειας, δεν είναι η ενεργειακή μετάβαση αλλά είναι ο πόλεμος στην Ουκρανία και η συμπεριφορά της Ρωσίας, οι βασικοί παράγοντες της τρέχουσας ενεργειακής κρίσης.».[14]
Κατά τους Γρ. Στεργιούλη και Σπ. Μιχαλακάκη:[15]«Όπως και κάθε μεγάλη δομική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση έχει κινδύνους:
Α. Ο πρώτος κίνδυνος είναι η ενεργειακή μετάβαση να ωφελήσει λίγους και να δημιουργήσει ένα νέο καθεστώς ενεργειακής φτώχειας. Και το κόστος να το πληρώσουν οι πολλοί.
Β. Ο δεύτερος κίνδυνος είναι η ενεργειακή μετάβαση να κάνει την Ελλάδα και πάλι έναν απλό καταναλωτή εισαγόμενης τεχνογνωσίας και τεχνολογίας και η προστιθέμενη αξία στη χώρα να είναι σχεδόν μηδενική.
Γ. Ο τρίτος κίνδυνος είναι ο ρυθμός της μετάβασης να είναι τέτοιος που θα καταστρέψει τις υπάρχουσες ενεργειακές υποδομές πολύ πριν να είναι έτοιμες οι καινούργιες που θα τις αντικαταστήσουν, με καταστροφικά οικονομικά και κοινωνικά αποτελέσματα (μια γεύση των οποίων παίρνουμε αυτή την εποχή).».[16]
Είναι πολύ εντυπωσιακό ότι προσεγγίσεις όπως αυτές παραπάνω, που θυμίζουν επισημάνσεις επιστημόνων για την ανασυγκρότηση μετά από τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, δεν γίνονται σήμερα από κανένα πολιτικό κόμμα, αλλά μόνο από στελέχη του κλάδου της ενέργειας.
3. Ο ρόλος της χώρας μας
Εδώ και πολλά χρόνια, στη χώρα μας δεν παράγεται πολιτική αλλά μόνο τεχνοκρατικές διαχειριστικές δράσεις σε στενούς κύκλους «ειδικών» που, επικαλούμενοι την επιστήμη και την τεχνολογία, αποκλείουν σταδιακά όλους αυτούς που παραδοσιακά συμμετείχαν αλλά και λογοδοτούσαν. Οι επεξεργασίες αυτές εναρμονίζονται με τους σχεδιασμούς της Δύσης, όπως αυτοί προκύπτουν από τον εκάστοτε συσχετισμό συμφερόντων ισχυρών κρατών και μονοπωλιακών ομίλων και λόμπι.
Αναρωτιέται κανείς σε τι έχουν ωφελήσει οι επενδύσεις μισού αιώνα –με την ευρεία έννοια και όχι μόνο την οικονομική- σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα και σε ανθρώπινο δυναμικό, όταν δεν παράγονται όχι μόνο ριζοσπαστικές προτάσεις που να συνάδουν με την ταυτότητα της χώρας μας, αλλά ούτε καν καταλληλότερες και συμφερότερες προτάσεις στα πλαίσια της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες που προκύπτουν από την ταυτότητα αυτή.[17]
Ελέω νεοφιλελευθερισμού «Κατά τον ορισμό του νόμου 4001/2011 μακροπρόθεσμος ενεργειακός προγραμματισμός είναι «ο προγραμματισμός των επενδυτικών αναγκών όσον αφορά το δυναμικό παραγωγής, μεταφοράς και διανομής σε μακροπρόθεσμη βάση, προκειμένου να καλύπτεται η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα και να εξασφαλίζεται ο εφοδιασμός των πελατών». Ο ορισμός αυτός δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι ο προγραμματισμός δεν συνδέεται με τις κοινωνικές αλλά με τις επενδυτικές ανάγκες, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ο εφοδιασμός πελατών και όχι πολιτών!».[18]
Κατά τον Στ. Λουμάκη, πρόεδρο του Συνδέσμου Παραγωγών Ενέργειας με Φωτοβολταϊκά (ΣΠΕΦ) η παραγωγή ενέργειας από Φωτοβολταϊκούς Σταθμούς αποτελεί πλέον μια «φούσκα». Δηλώνει ότι έχουμε ξεπεράσει κάθε όριο κατανάλωσης και τώρα οι πράσινες μεγαβατώρες είτε δεν αποζημιώνοντα λόγω μηδενικών χονδρεμπορικών τιμών είτε περικόπτονται σε καθημερινή βάση όταν έχει έντονη ηλιοφάνεια, λόγω ανεπαρκούς ζήτησης για ρεύμα. Αν μάλιστα υλοποιηθούν και όσα έργα έχουν λάβει όρους σύνδεσης, προβλέπει μαζικές πτωχεύσεις παραγωγών, πλην των καθετοποιημένων, δηλαδή όσων απολαμβάνουν πρόσβαση στη λιανική, οπότε έχουν την δυνατότητα για πρόσθετα έσοδα.».[19]
Το υπουργείο και το ενεργειακό λόμπι επαναλαμβάνουν μονότονα ότι μόνο ένα μικρό μέρος των έργων θα υλοποιηθεί. Όμως ακόμα κι αν έτσι τελικά γίνει, τα πολύγωνα των ενεργειακών έργων, για τα οποία απαιτούνται τεράστιες εκτάσεις γης, κρατούν αιχμάλωτους τους τόπους, δεσμεύουν τη γη και οδηγούν σε εγκατάλειψη παραγωγικών δραστηριοτήτων με συνέπεια την απώλεια θέσεων εργασίας που τα ενεργειακά έργα δεν αναπληρώνουν ούτε στο ελάχιστο. Πρόκειται για την πιο εκτεταμένη τροποποίηση χρήσεων γης που έχει γίνει ποτέ στη χώρα.
Ωστόσο η αυτορρύθμιση παραμένει άγνωστη λέξη στην αγορά που δεν λέει να λάβει τα σινιάλα από τις συνεχείς ώρες με μηδενικές τιμές και τις αλλεπάλληλες περικοπές. Το σύνολο των έργων που περιμένουν στην «ουρά» για να πάρουν όρους σύνδεσης φτάνει πλέον τα 43-44 GW.Συμπεριλαμβάνοντας και τα εν λειτουργία έργα ΑΠΕ (12,5 GW), προκύπτει το νούμερο των 55,5 - 56,5 GW, που είναι πάνω από τους στόχους του 2030 (23,5 GW), αλλά και του 2050, (54,4 GW).
Στους πρώτους τέσσερις μήνες του 2024, οι ποσότητες ηλεκτρικής ενέργειας που δεν εγχύθηκαν στο σύστημα, λόγω έλλειψης ζήτησης, άγγιξαν τις 228 Γιγαβατώρες, ξεπερνώντας τις περικοπές του 2023.[20]
Οι «επενδυτές» ζητούν όλο και περισσότερες διασυνδέσεις μέσα κι έξω από τη χώρα, κυνηγώντας το «όραμα» των εξαγωγών ενέργειας που όμως δε φαίνεται να επιτυγχάνεται. Σε πρόσφατο ενεργειακό Συνέδριο[21]ακούστηκε ότιέχουμε φτάσει στο σημείο να επιδοτούνται οι εξαγωγές από τους καταναλωτές. Ο Α. Πετροπουλέας, Διευθυντής Διαχείρισης Ενέργειας της Elpedison, λαμβάνοντας ως ημέρα αναφοράς την 25η Μαρτίου το μεσημέρι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι την συγκεκριμένη ημέρα όπου η χώρα μας εξήγαγε 7.700 μεγαβατώρες σε χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Ουγγαρία, ο Έλληνας καταναλωτής πλήρωσε συνολικά 1.300.000 για τις μεγαβατώρες αυτές. Και τόνισε: «…Αυτό πρέπει να σταματήσει άμεσα, πρέπει να γίνουν κινήσεις άμεσα, η κατάσταση σε λίγο θα είναι μη αναστρέψιμη. Πρέπει να συζητήσουμε ποιες είναι οι ενεργειακές ανάγκες της χώρας αυτή την στιγμή και πόσα άλλα ΑΠΕ χρειάζονται, ιδιαίτερα φωτοβολταϊκά»… Ο ίδιος ανέφερε, πως δεδομένου ότι το αποτέλεσμα των εξαγωγών είναι αρνητικό και δεν επιφέρει αξία για την χώρα, πρέπει να βρεθούν τρόποι ώστε να μην κατευθύνεται αυτή η ενέργεια στο εξωτερικό.».[22]
Όμως το πρόβλημα δεν μόνο στενά οικονομικό. Η πολιτική «Ελλάδα – Ενεργειακός Κόμβος», η εφαρμογή της «ενεργειακής μετάβασης» στη χώρα μας, αναδιαρθρώνει βίαια το παραγωγικό πρότυπο της χώρας. Με την άλωση της υπαίθρου από ενεργειακά έργα, με τις διασυνδέσεις, τους αγωγούς και τις εξορύξεις, διακυβεύονται οι πολυτιμότεροι από τους πόρους, η γη και η θάλασσα. Η «λιγότερη Ελλάδα» χτίζεται και μέσα στα σύνορα της και οι πολίτες καλούνται να συναινέσουν στη λιτότητα[23] και να «βολέψουν» τη ζωή τους στα κενά που αφήνουν οι «επενδυτικές» προτεραιότητες, ενώ οι αντιδράσεις της κοινωνίας είναι όλο και εντονότερες.
Η Βάννα Σφακιανάκη είναι αρχιτέκτονας. Το κείμενο αποτελεί εισήγηση στο συνέδριο «Το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας στην τροχιά του 21ου αιώνα», Αθήνα, 18-19 Μαΐου 2024 - Περιλαμβάνεται στα πρακτικά του συνεδρίου, εκδόσεις Α/συνέχεια, Νοέμβριος 2024
Παραπομπές: