Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Μια φιλόσοφος αποδομεί τον ΣΥΡΙΖΑ

Από Άρης Χατζηστεφάνου

Μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ ανακάτεψε πολύ Αλτουσέρ με Ζίζεκ, πρόσθεσε ισχυρές δόσεις Χέγκελ και καθόλου Μαρξ; Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της με τίτλο «Το κύμα του ΣΥΡΙΖΑ: Ανάβαση και συντριβή με την ελληνική Αριστερά» η φιλόσοφος Ελενα Σίχαν μοιράζεται μαζί μας διαφορετικές σκέψεις για τις φιλοσοφικές μεταπτώσεις και καταπτώσεις του κυβερνώντος κόμματος.
Tην ημέρα της πρώτης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, έβαλε τα κλάματα, όταν ο Αριστείδης Μπαλτάς τής έστειλε ένα e-mail που έγραφε: «Αυτή είναι η τελευταία ημέρα της παλιάς εποχής».
Τον ξανασυνάντησε σε ένα συνέδριο στην Αθήνα, λίγες ώρες μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής συνθηκολόγησης με τους δανειστές, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. «Πώς φτάσατε ώς εδώ;» τον ρώτησε στα λίγα δευτερόλεπτα που είχαν στη διάθεσή τους πριν αυτός ανέβει στο βήμα. Εκείνος απλώς σήκωσε τους ώμους.
Για την επόμενη μισή ώρα επιχειρούσε να πείσει το ακροατήριο πως αν η Ελλάδα δεν είχε δεχτεί τους όρους και έβγαινε από το ευρώ δεν θα υπήρχε… νερό στα νησιά. Δίπλα του ο Ταρίκ Αλιχρησιμοποιούσε για πρώτη φορά τις λέξεις «άνευ όρων παράδοση» (capitulation) για να περιγράψει τι είχε συμβεί.
Χιλιάδες μικρές ιστορίες σαν κι αυτήν παρουσιάζονται στο νέο βιβλίο της φιλοσόφου Ελενα Σίχαν με τίτλο «Το κύμα του ΣΥΡΙΖΑ». Πρόκειται ίσως για το πληρέστερο ημερολόγιο της κρίσης και της μετάλλαξης του κυβερνώντος κόμματος.
Αυτό που πραγματικά διαφοροποιεί όμως τη Σίχαν από δεκάδες άλλους αυτόπτες μάρτυρες αλλά και πολιτικούς και οικονομολόγους, που αναζητούν τα αίτια της μεταστροφής, είναι η ματιά της φιλοσόφου.
Οταν οι περισσότεροι επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ περιορίζουν την ανάλυσή τους στο ότι το κόμμα μετατρέπεται σε ένα νέο ΠΑΣΟΚ, αυτή επισημαίνει ότι… ο Μαρξ δίνει τη θέση του στον Χέγκελ. «Αυτό ακριβώς το πέρασμα -μου εξήγησε- πρότεινε στον Τσίπρα ο Ζίζεκ και στην ίδια γραμμή βρισκόταν και ο Κώστας Δουζίνας». Πρόκειται, όπως λέει, για μια «ρομαντική αντιμετώπιση της πολιτικής δύναμης, η οποία δεν εδράζεται στην πολιτική οικονομία και ως εκ τούτου αναπόφευκτα εκτροχιάζεται».
Διαβάζοντας το βιβλίο έχεις την αίσθηση ότι στη φιλοσοφική συνταγή του ΣΥΡΙΖΑ κάποιος απρόσεκτος μάγειρας έριξε πολύ Αλτουσέρ και Ζίζεκ. «Οι σχολές του μαρξισμού που εκπροσωπούν οι δυο τους -μου λέει- οδηγούν σε ένα σκοτεινό αδιέξοδο.
Κανένας τους δεν πατά στη ροή της εμπειρικής πραγματικότητας και δεν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα οργανικό εννοιολογικό πλαίσιο, όπως απαιτεί η φιλοσοφία –ιδιαίτερα στον μαρξισμό. Αυτές οι δύο τάσεις, αν και διαφορετικές μεταξύ τους, ήταν πολύ ισχυρές στον ΣΥΡΙΖΑ και δεν είναι άσχετες με τη συνθηκολόγηση». Η ίδια κατηγορεί τη διανόηση του κόμματος αλλά και τα στελέχη του Ιδρύματος Πουλαντζά ότι δεν έδωσαν τη μάχη για την πολιτική επιμόρφωση στην Ελλάδα και αρκούνταν να συμμετέχουν σε διεθνή συνέδρια της Αριστεράς.
Παρά το γεγονός όμως ότι αντιμετωπίζει με σχετική κατανόηση τα πρώην και νυν στελέχη του κόμματος, που πιστεύει ότι κινήθηκαν καλοπροαίρετα, γίνεται αμείλικτη απέναντι σε αυτούς που προσπαθούν, όπως λέει, «να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα». «Το “όχι” έγινε “ναι”. Το λάθος, σωστό. Το δεξιό, αριστερό. Η υποταγή, θάρρος…
Είναι άλλο να υπαινίσσεσαι ότι σου έβαλαν το όπλο στον κρόταφο και να παραδεχτείς την ήττα και άλλο να μιλάς για μεγάλη ηθική νίκη και να επιτίθεσαι σε όποιον την αμφισβητεί. Κάποιοι βίαζαν τη στοιχειώδη λογική, αδιαφορούσαν για την πραγματικότητα και αρνούνταν την ηθική ενοχή τους. Λες και δεν ήταν αρκετή η οικονομική απαλλοτρίωση που συντελούνταν σε συνδυασμό με την πολιτική συνθηκολόγηση, αυτοί πρόσθεταν στην τραγική πραγματικότητα τη δική τους ιδεολογική συσκότιση και την ηθική κατάπτωση».
Εκατοντάδες στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και όλων των κομμάτων της ελληνικής Αριστεράς θα δουν το όνομά τους στο βιβλίο της Σίχαν –και αρκετοί δεν θα χαρούν ιδιαίτερα γι’ αυτό. Χιλιάδες άλλοι θα συνειδητοποιήσουν ότι βρέθηκαν σε απόσταση λίγων μέτρων από αυτήν, σε συνέδρια, διαδηλώσεις ή ακόμη και στα καφέ των Εξαρχείων, όπου έπαιρνε τις συνεντεύξεις της.
Η Σίχαν αναγνωρίζει πόσο μεταμορφώθηκε και η ίδια από τις εξελίξεις. «Το 2015 πείστηκα πλέον για την ανάγκη του Grexit τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την έξοδο από την ευρωζώνη» μου εξηγεί, συμπληρώνοντας ότι «οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν κανένα νόημα εάν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν διατεθειμένη να εξετάσει και αυτό το ενδεχόμενο».
Η ίδια εξοργίζεται από αυτούς που χρησιμοποιούν τη λέξη «Ευρώπη», όταν στην πραγματικότητα θέλουν να αναφερθούν μόνο στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αν και σπεύδει να διευκρινίσει ότι η διάλυση της Ε.Ε. δεν πρέπει να είναι προτεραιότητα της ευρωπαϊκής Αριστεράς αυτή τη στιγμή. Για τη Σίχαν σημασία έχει η όσο το δυνατόν ταχύτερη και ειλικρινής διαχείριση της ήττας που θα επιτρέψει τη συνέχιση του αγώνα.
«Η αποτυχία μας -μου εξηγεί- γίνεται πιο τραγική γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή εξέγερση του κόσμου απέναντι στο παγκόσμιο σύστημα. Οι τεμπέληδες δημοσιογράφοι βάζουν σ’ αυτό το φαινόμενο την ταμπέλα του λαϊκισμού γιατί δεν θέλουν να το αναλύσουν.
«Αυτό που συμβαίνει όμως είναι ότι άνθρωποι που δεν είχαν εξεγερθεί ποτέ στη ζωή τους αμφισβητούν τη δομή του παγκόσμιου συστήματος. Προς το παρόν όμως το εκμεταλλεύεται η Δεξιά και όχι η Αριστερά».

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Στρατόπεδο Παύλου Μελά: μια ιστορία υφαρπαγής δημόσιας περιουσίας

Τις τελευταίες εβδομάδες με πρωτοβουλία της κυβέρνησης και τη βοήθεια της διοίκησης του Δήμου Παύλου Μελά γίνεται προσπάθεια ολοκλήρωσης της διαδικασία τελικής έγκρισης της σύμβασης διευθέτησης της χρήσης του Στρατοπέδου Παύλου Μελά που είχε δρομολογηθεί επί της προηγούμενης δημαρχίας Διαμαντή Παπαδόπουλου μετά από συμφωνία του με το ΤΕΘΑ1 (Ταμείο Εθνικής Άμυνας). Με τη σύμβαση αυτή η πολυπόθητη μετατροπή του Στρατοπέδου Παύλου Μελά σε κοινόχρηστο αστικό πάρκο υψηλού πρασίνου με πολιτιστικές λειτουργίες θάβεται κάτω από την πολεοδόμηση περίπου του 30% της έκτασης υπέρ των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και της νομοτελειακή μετατροπής του υπόλοιπου σε προαύλιο εμπορικών δραστηριοτήτων και ιδιωτικών πάρκων ψυχαγωγίας. Έχει ήδη συντελεστεί και η παραχώρηση «γωνιακού μαγαζιού» στη Μητρόπολη Νεαπόλεως-Σταυρουπόλεως για να κατασκευάσει μια ακόμα εκκλησία-τερατούργημα αυξάνοντας το τσιμέντο που καλύπτει τη Δυτική Θεσσαλονίκη.
Ας δούμε πως τα πράγματα έφτασαν ως εδώ και ποιες είναι οι προκλήσεις για την κοινωνία της Θεσσαλονίκης, απαντώντας σε μερικά κρίσιμα ερωτήματα που έχει αναδείξει η συζήτηση.

Είναι το στρατόπεδο ιδιωτική περιουσία του ΤΕΘΑ;

Ξεκάθαρα όχι, η όλη συζήτηση βασίζεται στην παραδοχή ότι αυτό ανήκει στο ΤΕΘΑ ως κάποιο είδος ιδιωτικής περιουσίας των στελεχών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Όμως ο ιδρυτικός νόμος του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (4407/28-8-1929) αναφέρει ρητά ότι η περιουσία που διαχειρίζεται το ΤΕΘΑ αποτελεί δημόσια περιουσία. Αυτό βασίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν το ένστολο κομμάτι της κοινωνίας μας, το οποίο άλλωστε συντηρούμε με το υστέρημά μας και είναι λογικό ότι όταν κάτι που τους έχει παραδοθεί για τους σκοπούς τους δεν το χρειάζονται, αυτό επιστρέφει στους πολίτες για να διατεθεί όπου υπάρχουν οι μεγαλύτερες ανάγκες. Ακόμα και αν κριθεί ότι πρέπει να εκποιηθεί, αυτό δεν μπορεί να γίνεται για να ωφεληθεί μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, αλλά το σύνολο της κοινωνίας, υπέρ της οποίας υπάρχουν οι ένοπλες δυνάμεις.
Μιλώντας ειδικότερα για το στρατόπεδο Παύλου Μελά, αυτό ήταν στρατόπεδο του Οθωμανικού Στρατού και παραδόθηκε στο Ελληνικό Κράτος το οποίο όπως ήταν φυσιολογικό το διέθεσε αμέσως στις ένοπλες δυνάμεις του. Αυτό σημαίνει ότι το ΤΕΘΑ ως όργανο του κράτους το μόνο που θα έπρεπε να κάνει είναι να επιστρέψει το στρατόπεδο στους φυσικούς του ιδιοκτήτες εδώ και χρόνια χωρίς όρους, εκτός από το να διατηρηθεί η ιστορική μνήμη, ακόμα και οι μαύρες της σελίδες, γιατί και αυτές είναι δικές μας. Οι δηλώσεις πολιτικών και υπηρεσιακών παραγόντων περί των δικαιωμάτων του προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων επί της περιουσίας που διαχειρίζονται είναι τουλάχιστον προκλητικές. Ακόμα χειρότερο, είναι ότι αυτές γίνονται από στελέχη μιας κυβέρνησης της οποίας η κύρια συνιστώσα διεκδίκησε την εξουσία με σημαία της την προάσπιση των δικαιωμάτων της κοινωνίας στη δημόσια περιουσία. Αυτή η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ακύρωσε την παράλογη λογική ιδιοποίησης της δημόσιας περιουσίας που διαχειρίζεται ο στρατός που εισήγαγε ο Ν. 2745/1999 (Νόμος Τσοχατζόπουλου), αλλά στον Ν. 4407 (Νόμος Καμμένου), εισήγαγε επιπρόσθετα ότι αν η δημόσια περιουσία που διαχειρίζεται το ΤΕΘΑ δεν διατεθεί για εμπορικούς σκοπούς, οι πολίτες (δια των ΟΤΑ) θα πληρώσουν δυσβάστακτο ενοίκιο για την περιουσία που τους ανήκει!

Ποιος και πως αποφάσισε την τύχη του Στρατοπέδου Π. Μελά;

Έχοντας τα προηγούμενα υπόψη ως ένα γενικό πολιτικό πλαίσιο που πρέπει να αντιμετωπίζεται το θέμα είναι σκόπιμο να δούμε και τα ειδικότερα στοιχεία της υπόθεσης Στρατόπεδο Παύλου Μελά. Το πρώτο και σοβαρότερο ζήτημα είναι η επιτακτική και απολύτως ανελαστική ανάγκη όλοι οι δημόσιοι ελεύθεροι χώροι εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα στα δυτικά να μετατραπούν σε κοινόχρηστους χώρους υψηλού πρασίνου. Αυτό επιτάσσει η τρομακτική έλλειψη πρασίνου που έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στην υγεία και την ποιότητα ζωής των πολιτών η οποία έχει πολλαπλώς τεκμηριωθεί επιστημονικά. Τι έχει γίνει έως σήμερα;
Το 2010 το Δημοτικό Συμβούλιο του τότε Δήμου Σταυρούπολης (Συνεδρίαση της 19 Απριλίου 2010) συμφώνησε να αποδοθεί κατά χρήση όλο το πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά στον Δήμο χωρίς ανταλλάγματα ή άλλους όρους σύμφωνα με το Νόμο 3883/2010 άρθρο 84.
Λίγο πριν τις δημοτικές εκλογές του 2014 η τότε διοίκηση του Δήμου Παύλου Μελά υπό τον κ. Δ. Παπαδόπουλο αψήφησε τον ευνοϊκό αυτό νόμο και προχώρησε σε άλλη συμφωνία με δυσμενείς όρους με βάση τον νόμο Τσοχατζόπουλου. Αυτή προέβλεπε ότι περίπου 50 από τα 330 συνολικά στρέμματα του στρατοπέδου που βρίσκονται στον έλεγχο του ΤΕΘΑ θα οικοπεδοποιηθούν. Η συμφωνία αυτή περιελάμβανε την απόδοση των 8 στρεμμάτων στην εκκλησία και μια σειρά επαχθών όρων που επιβαρύνουν τα οικονομικά του δήμου με μελέτες χωροταξικές και πολεοδομικές, τον υποχρεώνουν σε καταβολή τιμήματος στο ΤΕΘΑ, επιτρέπει στο ΤΕΘΑ να έχει λόγο στον σχεδιασμό του χώρου, προβλέπει εμπορικές δραστηριότητες και οδηγεί έμμεσα πλην σαφώς την όλη υπόθεση στα χέρια ιδιωτών. Ο σημερινός δήμαρχος κ . Δεμουρτζίδης είχε ψηφίσει λευκό κατά την έγκριση αυτής της πρότασης, ενώ στην παράταξή του μετέχουν πρόσωπα προβεβλημένα στο κίνημα κατά της οικοπεδοποίησης των στρατοπέδων, και συμμετέχουν σήμερα σε θέσεις ευθύνης στη διοίκηση του Δήμου, απεμπολώντας τις κινηματικές τους απόψεις. Αυτά είχαν ήδη ξεχαστεί όταν η σημερινή δημοτικά αρχή υποδεχόταν τον τότε πρωθυπουργό Α. Σαμαρά στις 6 Σεπτεμβρίου 2014 ο οποίος εξήγγειλε την εφαρμογή της συμφωνίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, τότε στην αντιπολίτευση, είχε καταγγείλει τη συμφωνία, όπως και το σύνολο των μεθοδεύσεων. Αναλαμβάνοντας την κυβέρνηση, παρά τις προσπάθειες πολλών τότε βουλευτών του συνέχισε την ίδια πολιτική. Υιοθέτησε τον Νόμο Καμμένου ενώ ο Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Άμυνας και πρώην γραμματέας του κόμματος κ. Βίτσας στηρίζοντας πλήρως την πολιτική Καμμένου, δήλωσε ότι χωρίς την παραχώρηση των 50 στρεμμάτων για οικοπεδοποίηση δεν ισχύει η συμφωνία, εννοώντας τη συμφωνία ΤΕΘΑ-Παπαδόπουλου. Στα τέλη του 2016, η δημοτική αρχή του Δήμου Παύλου Μελά, επικαλούμενη τον κίνδυνο ακύρωσης της συμφωνίας αυτής και με πρόσχημα την απώλεια πόρων του ΕΣΠΑ που δεν είναι ούτε εξασφαλισμένοι, ούτε αρκετοί πιέζει για τη συμφωνία. Είναι όμως σαφές ότι η πίεση προέρχεται από την κυβέρνηση και ειδικότερα από το δίδυμο Καμμένου-Βίτσα, που διαγκωνίζονται για τα μικροπολιτικά οφέλη από τις ψήφους των στρατιωτικών. Τα δέντρα ως γνωστό δεν ψηφίζουν γι’αυτό και η εκάστοτε πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ μεθοδεύει διαχρονικά τη συναίνεση της κοινωνίας δίνοντας το ρόλο του ενδιάμεσου στην τοπική αυτοδιοίκηση και τη βοήθεια της δεξιάς του κυρίου.
Έτσι λοιπόν οργανώνεται η λήψη αποφάσεων για την τύχη αυτού του τόσο σημαντικού χώρου για την υγεία και την ποιότητα ζωής των δημοτών του Δήμου Παύλου Μελά κατ΄αρχήν και των υπολοίπων κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Πάνω σε μια υφαρπαγή περιουσίας του ελληνικού λαού, με μικροπολιτικές στοχεύσεις και για να εξυπηρετηθούν εργολάβοι και επενδυτές εμπορικών κέντρων και πολυχώρων ακριβοπληρωμένης αναψυχής. Μέσα σε γραφεία υπουργείων και μητροπολιτικών μεγάρων, χωρίς να ρωτηθεί η κοινωνία, αντίθετα με τις πολιτικές δεσμεύσεις των αιρετών.
Σήμερα έχουμε φτάσεις και σε απειλές από την πλευρά της δημοτικής αρχής ότι κινδυνεύει το στρατόπεδο αν δεν ισχύσει η συμφωνία. Απειλές που δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Ο Νόμος Καμμένου με τον οποίο απειλεί ο Δήμαρχος Π. Μελά προβλέπει αυτά που έχει ήδη αποδεχθεί, τι έχει λοιπόν να φοβηθεί; Όσο για τους πόρους του ΕΣΠΑ που επικαλείται, ούτε εξασφαλισμένοι είναι ούτε επαρκείς.

Υπάρχει λύση;

Ναι αν η δημοτική αρχή του Δήμου Παύλου Μελά απαγκιστρωθεί από τον εκβιασμό του «ρεαλισμού» και εμπιστευθεί τη δύναμη των πολιτών που νομιμοποιούν δημοκρατικά τη λήψη αποφάσεων για τέτοια σημαντικά θέματα. Αν ζητήσει μέσω δημοψηφίσματος όλοι μαζί να διεκδικήσουν το αυτονόητο, να αποδοθεί κατά κυριότητα το στρατόπεδο χωρίς κανένα τίμημα στο Δήμο για να το μετατρέψει σε έναν κοινόχρηστο δημόσιο χώρο υψηλού πρασίνου, με ανάδειξη της ιστορίας του χώρου και χρήσεις πολιτισμού. Να διεκδικήσει επίσης και την άρση της παραχώρησης στην Μητρόπολη, διατηρούμενης μόνο της εκκλησίας ως έχει. Το ΤΕΘΑ δεν είχε κανένα δικαίωμα να διαθέσει ούτε αυτά τα 8 στρέμματα, αφενός γιατί δεν του ανήκουν αφετέρου γιατί ακόμα και αν το υπόλοιπο στρατόπεδο δινόταν χωρίς όρους, η παραχώρηση αυτή θα δημιουργήσει πολεοδομικά τετελεσμένα στη διαμόρφωση του χώρου με την τσιμεντοποίηση που θα υλοποιήσει και η Μητρόπολη.
Μπροστά στην ενότητα λαού και δημοτικής αρχής και με τη στήριξη και των υπόλοιπων πολιτών της Θεσσαλονίκης το ΤΕΘΑ δεν έχει άλλο δρόμο.




Γ.Γρηγοριάδης 17/1/2017
Γ.Θεοδωρόπουλος
Π.Κακούρος

Μέλη Πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση του
Στρατοπέδου Παύλου Μελά

1 Πρόκειται για το όργανο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας που διαχειρίζεται την τα ακίνητα που έχουν παραχωρηθεί ή δωρηθεί στις ένοπλες δυνάμεις.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Οι κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης βλέπουν την οικονομική κρίση στενά σαν κρίση αναπαραγωγής της κοινωνικής τους ισχύος

Πέτρος Σταύρου

ετάφραση: Μπάτης Καπόπουλος

Δημοσιεύουμε εδώ μια συνέντευξη με τον Πέτρο Σταύρου, ο οποίος διετέλεσε από το 2013 έως το 2015 συνεργάτης της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, όσον αφορά τις πολιτικές της ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής των ευρωπαϊκων διαρθρωτικών ταμείων. Πραγματοποιημένη από τον Γιώργο Σουβλή, η συνέντευξη παρέχει μια σημαντική επισκόπηση του ευρύτερου οικονομικού και πολιτικού πλαισίου το οποίο συνετέλεσε στην αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ. Δοσμένη ακριβώς μετά τις θυελλώδεις διαπραγματεύσεις αυτής της χρονιάς  πάνω στο ελληνικό χρέος, αποτελεί και μια διερεύνηση των δυνατοτήτων ύπαρξης ενός προοδευτικού-αριστερού σχεδίου μέσα στο Ευρωπαικό πλαίσιο. Μετά την αποχώρηση του από το ΣΥΡΙΖΑ, ο Πέτρος Σταύρου είναι πλέον μέλος της ΑΡΚ, μιας μικρής συλλογικότητας-πρωτοβουλίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς. 
  • Θα ήθελες να μας παρουσιάσεις τον εαυτό σου εστιάζοντας στις εμπειρίες (ακαδημαικές και πολιτικές) οι οποίες θεωρείς ότι σε διαμόρφωσαν?
Χωρίς να θέλω να παριστάνω το σεμνό, θα προτιμούσα να μην αναφερθώ στην προσωπική μου διαδρομή στο χώρο της αριστεράς, ούτε επίσης να ξεδιπλώσω τα πιο σημαντικά πολιτικά και θεωρητικά ορόσημα τα οποία επηρέασαν την αντίληψη μου όσον αφορά τα οικονομικά και πολιτικά τεκταινόμενα. Θεωρώ ότι μια τέτοια συζήτηση θα είχε λίγα να συνεισφέρει στο δημόσιο διάλογο και στα προβλήματα που μας απασχολούν εδώ. Αντιθέτως, θα ήθελα να απαντήσω άμεσα στην ουσία της ερώτησης σου, ήτοι στρέφοντας την προσοχή σε κάποιες ιδέες οι οποίες θεωρώ ότι μπορούν να αποτελέσουν οδηγό αυτής της συνέντευξης.
Θα ήθελα να προτείνω τη μελέτη 3 κειμένων τα οποία θα μπορούσαν να μας εισάγουν στις προβληματικές της συνέντευξης. Ποιο είναι λοιπόν το βασικό αντικείμενο αυτής της συζήτησης; Θεωρώ πώς είναι οι συγκεκριμένες πτυχές του Ευρωπαϊκού καπιταλισμού, τα θεσμικά και ιστορικά του χαρακτηριστικά σε σχέση με την οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 στις δυτικές οικονομίες, και η υλική έκφραση αυτής της συσχέτισης με τις «αιματηρές» πολιτικές λιτότητας οι οποίες εφαρμόζονται στην ελληνική οικονομία εδώ και έξι συναπτά έτη. Οπότε συνιστώ μια ενδελεχή επισκόπηση και μελέτη πάνω σε συγκεκριμένα θέματα τα οποία έχουν σχέση με αυτό τα ζήτηματα. Πρώτα και κύρια, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ποια είναι την έννοια του χρήματος, πως παράγεται και πως μπορούμε να καθορίσουμε την ποσότητα του. Στις δυτικές μας οικονομίες δεν είναι απλά μια νομισματική αντανάκλαση, ακόμα και αν μιλάμε για νομισματικούς πολέμους ανάμεσα στους παγκόσμιους καπιταλιστικούς πόλους. Θα πρέπει επομένως να διαβάσουμε, ξανά και ξανά, το πρώτο μέρος του πρώτου τόμου Του Κεφαλαίου του Καρλ Μάρξ, από το σημείο που αφορά το εμπόρευμα έως το σημείο της μετατροπής του χρήματος σε κεφάλαιο. Μετά θα πρότεινα να επικεντρωθούμε  στον τρόπο σκέψης του Minsky, ο οποίος αποτυπώνεται στο βιβλίο του με τον τίτλο «Μπορεί να ξανασυμβεί «Αυτό»?» (CanIt” Happen Again?), όπου εκθέτει το ισχυρό θεσμικό υπόβαθρο των δυτικών οικονομιών επισημαίνοντας την πιθανότητα της ύπαρξης μιας νέας οικονομικής κρίσης, μεγέθους ανάλογου με αυτό της Κρίσης του 1929. Και τέλος, το πόνημα του Φουκώ «Η γέννηση της βιοπολιτικής» (The Birth of Biopolitics) είναι η πιο εμβριθής και κατανοητή ανάλυση της φιλοσοφίας της οργάνωσης των ορντοφιλελεύθερων (ordoliberal) επιχειρημάτων και των μερκαντιλιστικών εμπορικών πολιτικών· των φιλοσοφικών και οργανωτικών αρχών οι οποίες βρίσκονται πίσω από τη λογική των ευρωπαϊκών θεσμών όπως η ΕΚΤ, την κανονιστική εμμονή της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την ανταγωνιστικότητα και τη λειτουργία της ευρωπαϊκής – ενωσιακής γραφειοκρατίας. Αυτά τα τρία πονήματα προσφέρουν μια μεθοδολογία προσέγγισης της σύγχρονης ευρωπαϊκής εκδοχής του χρηματιστικού Καπιταλισμού.
  • Υπάρχει μια κυρίαρχη συζήτηση της οποίας το αφήγημα είναι ότι η Ελληνική οικονομική κρίση η οποία ξεκίνησε το 2010 είναι μια «ιδιάζουσα περίπτωση» και η οποία προτάσσει ότι οι βασικές αιτίες του ξεσπάσματος της έχουν να κάνουν με την ιδιαίτερη δομή του Ελληνικού πελατειακού κράτους. Ποια είναι η δική σου αντίληψη όσον αφορά τα δομικά θεμέλια και την φύση αυτής της κρίσης? Ήταν απλώς μια αποτυχία του Ελληνικού κράτους να καταπιαστεί αποτελεσματικά με την παγκόσμια κρίση?
Η κρίση αυτή είναι συστημική επειδή αφορά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής συνολικά και κατά την γνώμη μου αυτό σημαίνει ότι ιστορικά το κεφάλαιο έχει φτάσει τα όρια της ανάπτυξης του, επομένως έχει ένα σοβαρό πρόβλημα αναπαραγωγής. Αποκαλούμε διεθνή κρίση ή κρίση του εγχώριου καπιταλισμού διάφορες εκδηλώσεις αυτής της γενικής κρίσης της αναπαραγωγής, ανάλογα με την κλίμακα με την οποία αυτή η κρίση επιδρά. Θα δώσω ένα απλό παράδειγμα της κρίσης αναπαραγωγής στις ευρωπαικές της διαστάσεις. Για να επιτύχουμε μια αύξηση του Ευρωπαικού ΑΕΠ της τάξης του 1 ευρώ θα χρειαστούμε 18,5 ευρώ ενός προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα). Αυτή η αναλογία είναι τρομακτική και πλήρως αποκαλυπτική του πραγματικού προβλήματος. Τη στιγμή που η ΕΚΤ μονίμως διευρύνει τους ισολογισμούς της, η μεγέθυνση παραμένει αμελητέα. Αυτό το γεγονός παρόλα αυτά δεν οδήγησε στην πρόνοια των ευρωπαικών κρατών μελών στο να λάβουν οποιαδήποτε μετρά για ένα γενικευμένο πρόγραμμα δημοσιονομικής επέκτασης. Αντιθέτως πιστεύουν ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι περιοριστική και μόνο ορισμένες πτυχές των νομισματικών πολιτικών πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να πριμοδοτήσουν τον ιδιωτικό τομέα (για τη διάσωση των εμπορικών τραπεζών και μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων).
Φαίνεται ότι η ευρωπαϊκή κυρίαρχη τάξη βλέπει την οικονομική κρίση μονάχα σαν κρίση αναπαραγωγής της δικής της κοινωνικής ισχύς σαν μια Par excellence κυρίαρχη τάξη. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν δείχνει τόσο πολύ ενδιαφέρον στην κατανάλωση ή στο επίπεδο της ενεργου ζήτησης αλλά σε μία μονομερή αναδιανεμητική πολιτική όσον αφορά τα δικά της συμφέροντα, κάτι το οποίο θα έπρεπε βασικά να αναδειχθεί από τους αντιπάλους της (σε ένα πολιτικό και ταξικό επίπεδο), αλλά δυστυχώς δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο μέχρι τώρα. Θα έλεγα ότι οι δημοφιλείς – κυρίαρχες οικονομικές θεωρίες του συρμού είναι ένα υποσύνολο μιας γενικής θεωρίας της αναδιανομής. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, όταν μιλάμε για οικονομικές πολιτικές, να κατανοούμε ποιος επιλέγει αυτές τις συγκεκριμένες πολιτικές και σε τελευταία ανάλυση για ποιο λόγο.
Στην Ελλάδα, ο μύθος του προστατευτικού – πελατειακού κράτους έρχεται να εξηγήσει, με έναν πολιτικά προκατειλημμένο τρόπο, τις κυρίαρχες αιτίες για την καταστροφική κρίση των δημοσιονομικών οικονομικών η οποία ξέσπασε στην χώρα μετά το 2008. Και πρόκειται για μύθο όχι επειδή δεν υπάρχουν προστατευτικοί ή αναποτελεσματικοί κρατικοί θεσμοί, αλλά επειδή η αντίληψη αυτή θεωρεί την αστική τάξη σαν την φυσική κυρίαρχη συνιστώσα της κοινωνίας, και την αποτυχία των οικονομικών πολιτικών να αποδίδεται μονομερώς στη διαπερατότητα του Κράτους από τις λαϊκές μάζες.
Όμως αυτή η μυθοπλασία δεν συνάδει με τις πραγματικές ιστορικές περιστάσεις. Η Ελληνική οικονομία για περισσότερο από το μισό του 20ου αιώνα, επικαθορίστηκε από τις αποτυχημένες προσπάθειες των αστικών τάξεων να την εγκσυγχρονίσουν με έναν αυταρχικό τρόπο και να επιτύχουν το πλασάρισμα της στις μεσαίες θέσεις του διεθνή καταμερισμού εργασίας. Τα «αποτυχημένα κράτη» (“failed states”) είναι εκείνα τα κράτη των οποίων οι καπιταλιστικές οικονομίες προσπαθούν να αποφύγουν τις δυσκολίες του διεθνούς ανταγωνισμού μέσω μιας πολιτικής βασισμένης σε μη εμπορικούς τομείς με υψηλές αποδόσεις, άφθονη χρηματοδότηση και αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο. Η ελληνική οικονομία, εν προκειμένω, εμπίπτει σε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά αυτής της καπιταλιστικής, βραχυπρόθεσμου ορίζοντα (shorterminism) ανάπτυξης, όπως η επικέντρωση σε μη εμπορικούς τομείς, οι προστατευμένα υψηλές αποδόσεις κεφαλαίου, οι υπερτιμολογήσεις δημόσιων έργων, η πλήρης αβλεψία όλων των αρνητικών εξωτερικοτήτων (διαφθορά, περιβαλλοντική επιβάρυνση κλπ.), οι εξωφρενικές φοροαπαλλαγές κλπ. Εντούτοις όλα αυτά είναι -είτε προσχεδιασμένα είτε εκουσίως παραγόμενα- αποτελέσματα ταξικών επιλογών των εσωτερικών κυρίαρχων δυνάμεων της πλουτοκρατίας. Το πελατειακό – πατερναλιστικό κράτος είναι πρώτα και κύρια το αποτέλεσμα της ειδικής θέσης που η ελληνική οικονομία απέκτησε στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και της επιβεβλημένα βίαιης μεταλλαγής του πολιτικού συστήματος, από την παραδοσιακή μορφή των ιστορικών παρατάξεων – κοινωνικών μπλοκ (αριστερά – δεξιά), οι οποίες έχουν ανταγωνιστικές – αποκλίνουσες σχέσεις, στη μορφή του συγκλίνοντα νεοφιλελεύθερου διπολισμού των αστικών κομμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα νέο είδος νεοφιλελεύθερου κόμματος και λειτουργεί εντός του συστήματος αυτού του διπολισμού.
  • Από το 2010 η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μία κατάσταση μόνιμης ύφεσης. Ποιες είναι οι κύριες αιτίες αυτού του φαινομένου? Ποια ήταν τα βασικά λάθη, προερχόμενα εξίσου από τις διάφορες Ελληνικές κυβερνήσεις και την Ευρωπαική Ένωση, στην προσπάθεια να καταπιαστούν αποτελεσματικά με το συγκεκριμένο θέμα?
Η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται μόνο σε ύφεση αλλά και σε κατάσταση αρνητικής αναπαραγωγής, το οποίο σημαίνει ότι η παραγωγική της βάση μειώνεται διαρκώς. Οι επενδυτικές δαπάνες δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τις αποσβέσεις. Επιπλέον, πέραν των ποσοτικών μεταβολών, εξαιτίας της πολύ υψηλής και μακροχρόνιας ανεργίας,  οι εργασιακές δεξιότητες εξαφανίζονται. Κάθε νέο οικονομικό έτος βρίσκει την ελληνική οικονομία με λιγότερο φυσικό (πάγιο) κεφάλαιο, με χαμηλότερες εργασιακές δεξιότητες και με ανύπαρκτες προσδοκίες για ανάπτυξη.
Η αιτία αυτής της κατάστασης είναι φυσικά οι μνημονιακές πολιτικές οι οποίες θεσμοθετούν μια τριπλή διαδικασία απομόχλευσης. Πρώτον, ο δημόσιος τομέας απομοχλεύει την οικονομία μέσω της υψηλής φορολόγησης έτσι ώστε να καθιστά δυνατή την τρέχουσα αποπληρωμή ενός ποσοστού του χρέους. Δεύτερον, η ιδιωτική επιχειρηματικότητα απομοχλεύεται από τον τραπεζικό τομέα, λόγω ιδιωτικού χρέους. Τρίτον, το κοινωνικό κόστος αυτή της απομόχλευσης μεταβιβάζεται στους εργαζόμενους, είτε μέσω της απόλυσης τους είτε μέσω περικοπών στο μισθολογικό κόστος εντός της επιχείρησης είτε καθυστερώντας την καταβολή μισθών για αρκετούς μήνες.
Η δήθεν ριζοσπαστική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ξέρει πολύ καλά ότι το η παραμονή της στην εξουσία στο μέλλον εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την εμφάνιση κάποιων σχετικά ισχυρών αναπτυξιακών τάσεων. H επίκληση ενός κύματος ξένων άμεσων επενδύσεων, το διαρκώς καθυστερούμενο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και το μονίμως αναβαλόμενο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του χρέους έχουν κάνει τις προγραμματικές εξαγγελίες των υπεύθυνων της κυβέρνησης να θυμίζουν κάτι σαν ένα σαμανικό χορό που θέλει να προκαλέσει τη βροχή! Η αξιοπιστία αυτής της κυβέρνησης μειώνεται μέρα με τη μέρα.
Στην πραγματικότητα, η μέσο-μακροπρόθεσμη ανάπτυξη έχει ήδη κατασταλεί για τα επόμενα χρόνια εξαιτίας τριών βασικών θεσμικών παρεμβάσεων ή «διακοπτών»:
α) ενός αυτόματου «κόφτη», ο οποίος περιορίζει τη χρηματοδότηση σύμφωνα με την αποτροπή αποκλίσεων από κάθε αυστηρό στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος, β) τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 40% κάτι που σημαίνει πίεση για αύξηση της συλλεξιμότητας των παρεχόμενων δανείων και αρνητική πιστωτική μεγέθυνση για χρόνια και γ) το πάγωμα κάθε είδους αύξησης των μισθών μέχρι τα ποσοστά ανεργίας να πέσουν κάτω από το 10%. Εκτός από τον τρίτο «διακόπτη» που σχετίζεται με τα δύο πρώτα  μνημόνια (MoU) της χώρας, οι 2 πρώτοι «διακόπτες» εισήχθησαν διαμέσου εξελίξεων που προέκυψαν μετά το 3ο Μνημόνιο, που υπογράφτηκε μεταξύ της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και της Τρόικα. Η κυβέρνηση έχει υποπέσει σε έναν φαύλο κύκλο αφού δεν έχει καμία  θεωρητική ή προγραμματική επάρκεια ή πίστη στις δυνάμεις της για να έρθει αντιμέτωπη με πιθανές απειλές διακοπής της ρευστότητας από τους δανειστές. Υποσχέθηκε να εγκαθιδρύσει μία εθνική αναπτυξιακή τράπεζα, δίχως καμία επιτυχία. Δεν μπορεί να κινητοποιήσει την οικονομία με πόρους από τις χρηματοδοτήσεις της ΕΕ (επιχειρησιακά προγράμματα  ΕΣΠΑ). Όλες οι «μηχανές» της οικονομίας είναι σβηστές, όλοι οι αναπτυξιακοί θεσμοί είναι δυσλειτουργικοί και ολόκληρο το απόθεμα της δημόσιας ιδιοκτησίας βρίσκεται υπό το οργανόγραμμα ενός νέου οργανισμού, του υπερταμείου, του οποίου ο βασικός σκοπός είναι η απαξίωση και το ξεπούλημα της. Πρέπει να κατανοήσουμε  κάτι πολύ σημαντικό: η λιτότητα και τα μνημόνια, μαζί με το σφιχτό τους πλαίσιο δεν είναι μια στρατηγική  προώθησης της ανάπτυξης, ούτε καν στο πλαίσιο του αφηγήματος μιας νεοφιλελεύθερης οπτικής. Πρόκειται μάλλον για μια πολιτική ριζικής αναδιανομής του εισοδήματος και των οικονομικών πόρων υπέρ της αστικής τάξης και των συμφερόντων του ευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου.
  • Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήρθε σε αντίθεση με τις αρχικές της δεσμεύσεις ότι θα αναστρέψει το μηχανισμό της λιτότητας εφαρμόζοντας ένα μετριοπαθές πρόγραμμα σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών. Αντιθέτως αυτό που παρατηρούμε είναι η συνέχιση των ίδιων -αν όχι πιο βαριών- νεοφιλελεύθερων πολιτικών τις οποίες εφάρμοσαν τα κόμματα του μεσαίου χώρου μετά το 2010. Υπήρχαν άραγε δυνατότητες να εφαρμοστούν προοδευτικές πολιτικές παρά τους σκληρούς περιορισμούς της Ευρωζώνης? Αν ναι τι πήγε στραβά? Πιστεύεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα εναλλακτικό μονοπάτι χειρισμού των διαπραγματεύσεων μετά την εκλογή του (Ιανουάριος 2015) ή τελικά ο Τσίπρας είχε δίκιο ισχυριζόμενος ότι στη πραγματικότητα δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική και η υπογραφή του μνημονίου ήταν ένα αναπόφευκτο γεγονός?
Πρώτον, πρέπει να θυμηθούμε ποιες ήταν οι στρατηγικές κινήσεις  που σχεδιάστηκαν αρχικά από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ από το 2013, όταν ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση. Η εκπεφρασμένη στρατηγική είχε τρία σκέλη: α) ακύρωση των μνημονιακών πολιτικών θεσμικά και πολιτικά δίχως την συναίνεση των δανειστών, β) διαπραγμάτευση των όρων της δανειακής σύμβασης και γ) συγκρότηση ενός δημόσιου τραπεζικού πυλώνα έτσι ώστε να ενισχύσει την οικονομία αλλάζοντας παράλληλα το παραγωγικό μοντέλο.
Αυτό που στην πραγματικότητα έκανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήταν μόνο το 2ο σκέλος  και σε τόσο δυσμενείς  και εχθρικές συνθήκες που οδήγησαν σε χειροτέρευση της συνολικής οικονομίας σε σχέση με την περίοδο της κυβέρνησης Σαμαρά. Η αρχική στρατηγική θα είχε κάποιες προοπτικές επιτυχίας μόνο αν εφαρμόζονταν και τα σκέλη 1 και 3, σωρεύοντας έτσι ακόμα μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη έτσι ώστε να επιτευχθεί ο 2ος στόχος, μία επιθυμητή αλλαγή της δανειακής σύμβασης. Η εφαρμογή της πρώτης και της τρίτης συνθήκης απαιτούσε την άσκηση αυτόνομης πολιτικής, μονομερείς επιλογές και όχι διαπραγμάτευση με τους δανειστές.
Σε αντίθεση με τις αρχικές της δεσμεύσεις, αποδεχόμενη τις απαιτήσεις των δανειστών, η Ελληνική Κυβέρνηση απέρριψε κάθε πιθανό σενάριο μονομερούς δράσης. Οτιδήποτε θα έπρεπε να συμφωνηθεί και από τα 2 συμβαλλόμενα μέρη και επειδή αυτά τα μέρη ήταν άνισα εξαρχής και είχαν συσσωρεύσει πολύ άνιση διαπραγματευτική δύναμη, το τελικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ήταν άμεσα καθορισμένο από αυτή την αρχική ισορροπία των δυνάμεων. Οπότε ναι, ένας διαφορετικός ή εναλλακτικός χειρισμός  της διαπραγματευτικής διαδικασίας ήταν δυνατός. Εξαρχής, η ελληνική κυβέρνηση είχε την επιλογή να κυβερνήσει και όχι απλά να παίξει το ρόλο του διαπραγματευτή. Έπρεπε να ασκήσει τα καθήκοντα της σε συμφωνία με τις διακηρυγμένες της προθέσεις, χωρίς τη συμμετοχή όλου του πολιτικού προσωπικού της σε μια ατέρμονη διαδικασία διαπραγμάτευσης. Αριστερή διακυβέρνηση και όχι διαπραγματευση είναι η απάντηση στην ερώτηση για την πιθανότητα ενός διαφορετικού τρόπου χειρισμού των διαπραγματεύσεων. Αλλά οι επιπτώσεις  αυτής της μετατροπής μιας τριπλής στρατηγικής της διακυβέρνησης σε μία μονοδιάστατη διαπραγματευτική διαδικασία, είχε άλλες 2 συνέπειες οι οποίες είναι στην αρμοδιότητα του πολιτικού ιστορικού του μέλλοντος να τις μελετήσει σε βάθος. Εγώ θα επισημάνω μερικά πράγματα πάνω σε αυτό.
  1. Εξαιτίας των διαπραγματεύσεων ο κρατικός μηχανισμός αφέθηκε εντελώς αυτόνομος. Η κυβέρνηση ενστικτωδώς δεν τον εμπιστεύεται. Μα δίχως καμία παρεμβατική μεταρρύθμιση, η κυβέρνηση και ο κρατικός μηχανισμός δρούνε εν παραλλήλω σε ένα νοσηρό περιβάλλον αποσύνθεσης. Τα πρόσφατα βασανιστήρια των προσφύγων από τις αστυνομικές δυνάμεις δείχνουν πώς η κυβερνητική εξουσία, η δημόσια διοίκηση και η κατασταλτικοί μηχανισμοί ανέχονται την ύπαρξη ο ένας του άλλου. Η κυβέρνηση δεν δίνει εντολές μα ούτε όμως τιμωρεί τους μηχανισμούς αυτούς, ούτε βέβαια προχωρά σε μια προσπάθεια βαθιού εκδημοκρατισμού έτσι ώστε να αναβαθμιστούν οι  προσφερόμενες δημόσιες υπηρεσίες.
  2. H διαπραγματευτική διαδικασία διαμόρφωσε ένα νέο πολιτικό προσωπικό με διαφορετικές αξίες, παγιδευμένο σε ένα συμβολικό – μετωνυμικό σύμπαν. Πιστεύει, έτσι, ότι μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, αλλά το μόνο που κάνει είναι να παίζει με τους ίδιους τους επικοινωνιακούς κώδικες, βαφτίζοντας πράγματα τα οποία ήδη έχουν όνομα, καταπίπτοντας στην ονοματολογία και σε μια μεγάλη αδράνεια με κάθε πιθανό τρόπο. Η κυβέρνηση και το νέο πολιτικό επιτελείο έχουν μία και μόνο μέριμνα: να καλλιεργήσουν το αίσθημα ότι είναι καλύτερα με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία παρά με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Όλες της οι δεξιότητες και η φαιά της ουσία καταναλώνονται σε μία μορφή πολιτικού marketing και διαρκούς στρεψοδικίας και όχι στην πολιτική πρακτική ως τέτοια. Νέα και παλαιά μέλη του αριστερού κινήματος, με καλά βιογραφικά και αγωνιστικές περγαμηνές μετατράπηκαν σε μια ναρκισσιστική κλίκα εξαιτίας της νομής των θέσεων εξουσίας.
Ήδη από το Φλεβάρη του 2015 η κυβέρνηση ήθελε να επιτύχει έναν συμβιβασμό. Πίστευε ότι μία θεμελιώδης λογική προσέγγιση θα έχει ως αποτέλεσμα ένα μίνι μνημόνιο, ένα μνημόνιο ξεκάθαρα καλύτερο από τα προηγούμενα  δύο.  Επίσης θεωρούσε ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης όπως η Νέα Δημοκρατία ήταν υπό διάλυση  και ότι το κενό εξουσίας θα έπειθε τους δανειστές να παράσχουν υποστήριξη σε μία κυβέρνηση που θα μπορούσε να υλοποιήσει κάποιες από τις απαιτήσεις τους, δείχνοντας παράλληλα έναν βαθμό ευελιξίας.  Η κυβέρνηση δεν ακολούθησε το συγκεκριμένο μονοπάτι και δεν είναι μόνο αυτό: την ίδια στιγμή, αρνήθηκε να υλοποίησει τον ιστορικό της ρόλο που ήταν η επίτευξη μια ρωγμής – ρήξης στην ΕΕ. Με το να παραμείνει στην εξουσία μετά τη συνθηκολόγηση της, κατέστρεψε κάθε δυνατή πολιτική εκπροσώπηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης όχι μόνο στον παρόντα χρόνο αλλά και για τα επόμενα χρόνια.
  • Μπορούμε άραγε ακόμα να συνομολογήσουμε τους ισχυρισμούς του Βαρουφάκη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αλλάξει από τα μέσα? Είναι δυνατή ακόμα μία μετριοπαθής εφαρμογή κανόνων σοσιαλδημοκρατικής κοπής σε ένα διευρωπαικό επίπεδο? Ποια πρέπει να είναι η στάση της Αριστεράς απέναντι στην ΕΕ μετά την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ?
Είμαι σίγουρος ότι στις μέρες μας θα έπρεπε να μιλήσουμε για πολλές προϋποθέσεις που απαιτούνται για να υπάρξει αλλαγή: στον τρόπο λειτουργίας, στο θεσμικό πλαίσιο ή στην ίδια τη δομή της ΕΕ . Το ενδεχόμενο αλλαγής είναι μεγαλύτερο από τη διατήρηση του ευρωπαϊκού  status quo.  Υπάρχουν ωστόσο πολλές αμφιβολίες για το αν αυτές οι αλλαγές θα έχουν αριστερό, ριζοσπαστικό χαρακτήρα ή αν ακόμα έστω εμπεριέχουν ένα μικρό δείγμα προοδευτικής κατεύθυνσης.
Η ΕΕ διοικείται από μια κυνική γραφειοκρατία, δομημένη εντός ορντοφιλελεύθερων κατευθύνσεων: του δόγματος που θεωρεί ότι για να λειτουργήσουν και να  αποδώσουν οι αγορές, χρειάζονται στιβαροί διοικητικοί κανονισμοί και κυβερνητική παρέμβαση για να τις προστατέψουν από άλλες παρεμβάσεις ομάδων οργανωμένων συμφερόντων. Προφανώς, εξαιτίας αυτής της γραφειοκρατίας καμία δυναμική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί εύκολα, πόσο μάλλον μια προοπτική αριστερής ανατροπής.
Ας δούμε τώρα, πώς η πολιτική δομή της ΕΕ λειτουργεί σε επίπεδο διακυβέρνησης (πολιτική ενοποίηση δεν υπάρχει ακόμα, αλλά μια ενιαία πολιτική διακυβέρνηση είναι παρούσα στην ΕΕ). Η πολιτική διακυβέρνησης της ΕΕ βασίζεται σε ένα δόγμα βασισμένο στην ανταγωνιστικότητα, το οποίο συνιστά  ότι κάθε κράτος μέλος και κάθε περιφέρεια της ΕΕ θα πρέπει να «τα βγάλει πέρα» μόνη της, χωρίς ισχυρές οικονομικές μεταβιβάσεις από τους πλούσιες προς τις λιγότερο πλούσιες χώρες. Μέσα σε μία ανταγωνιστικά οργανωμένη οικονομία (δηλαδή μερκαντιλισμός) τα ευρωπαϊκά έθνη είναι αναγκασμένα να μειώσουν δραστικά κάθε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Ως εκ τούτου, καμία αλλαγή δεν πρόκειται να έρθει από αυτό το είδος της διαχείρισης των οικονομικών προτεραιοτήτων της ΕΕ. Οι δύο αυτές συνθήκες, μια ισχυρή γραφειοκρατία και ένας τρόπος διακυβέρνησης που βασίζεται στη λιτότητα και την ανταγωνιστικότητα, θα καταστείλει ακόμη και μετριοπαθείς σοσιαλδημοκρατικές προτάσεις για τη χαλάρωση του δημοσιονομικού ζουρλομανδύα ή άλλες ελάχιστες θεσμικές αλλαγές.
Αλλά θα μπορούσαμε πράγματι να πούμε ότι είμαστε μάρτυρες μιας στιγμής, όπου όλες αυτές οι προϋποθέσεις που προετοιμάζουν μια αλλαγή μεγάλης κλίμακας στον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ είναι παρούσες, κάτι που βιώνουμε στην ίδια την ύπαρξη εντός της ΕΕ, 2 ή 3 διαφορετικών ταχυτήτων ανάπτυξης, είτε στο οικονομικό είτε στο πολιτικό πεδίο. Με λίγα λόγια, η σημερινή δομή της ΕΕ είναι ασταθής και μη βιώσιμη: η κρίση των οικονομιών της Νότιας Ευρώπης, ιδιαίτερα της ελληνικής οικονομίας, η κρίση του προσφυγικού, η επίφοβη κατάσταση της Ιταλίας και της θέσης της χώρας αυτής στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού σχεδίου, η σχετική αυτονομία της πολιτικής στις επαρχίες του Visegrad, το Brexit και ο τρόπος που εξελίσσεται, η κατάρρευση της φερεγγυότητας του γερμανικού τραπεζικού συστήματος και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, ο ιδιόμορφος νομισματικός πόλεμος που έχει ξεσπάσει μεταξύ των ΗΠΑ και του Ευρωπαικού βορά, όλα αυτά μαζί δημιουργούν απειλές μεγάλης κλίμακας.
Αλλά υπάρχουν δύο προβλήματα με τη συσσώρευση όλων αυτών των παραγόντων και προϋποθέσεων για μεγάλες αλλαγές και ανατροπή του τρέχοντος μοντέλου ολοκλήρωσης της ΕΕ: α) κάθε είδους κρίση και σχεδόν κάθε παράγοντας αλλαγής μετατρέπεται σχεδόν αμέσως σε μια ευκαιρία για πολιτικές αναδιανομής υπέρ των κοινωνικών και πολιτικών ελίτ της Ευρώπης. Υπάρχει μια ιστορική διαδρομή, με έναν δεδομένο συσχετισμό εξουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, η οποία δεν επιτρέπει την εκμετάλλευση αυτών των κρίσεων, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα εναλλακτικό μοντέλο δίκαιης αναδιανομής και β) η μόνη πολιτική δύναμη που φαίνεται να απειλεί το μοντέλο λειτουργίας της ΕΕ, μετά την καταστροφή της αριστερής εναλλακτικής που προκλήθηκε από το νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, είναι τα ακροδεξιά κόμματα. Σε γενικές γραμμές, η Ευρωπαϊκή ακροδεξιά υπόσχεται προστασία από την παγκοσμιοποίηση, αγκιστρωμένη σε ένα  ξενοφοβικό  εθνικό λόγο και σε μια νέα μορφή ρατσισμού – αυτή του πολιτισμικού ρατσισμού.
Έτσι, η ΕΕ μπορεί να αλλάξει μέσω ενός συνδυασμού εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, αλλά η αλλαγή αυτή, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι υπερσυντηρητική. Κατά τη γνώμη μου, η ΕΕ δεν θα διαλυθεί αμέσως, αλλά θα εξελιχθεί ταχύτατα προς μια ακροδεξιά κατεύθυνση. Η Αριστερά δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα ενάντια σε  αυτή την τάση και δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα αξιόπιστο πολιτικό κόμμα ή ένα κοινωνικοπολιτικό μέτωπο στο εσωτερικό των κρατών – μελών. Η τραγωδία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι η Αριστερά δεν μπορεί να ξεφύγει από τη λογική μιας κεντροδεξιάς πολιτικής και την κατάληξη της σε μια ψευδο-αριστερά, όπως κάθε αρχηγικά δομημένο, από πάνω προς τα κάτω, πολιτικό κόμμα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παράσχει ένα αξιόπιστο σχέδιο για τη διέξοδο από την οικονομική  κρίση.
  • Αποτελεί το Grexit μία διέξοδο στις μέρες μας? Τι θα σημάνει? Θα μπορούσε η ελληνική οικονομία να επιβιώσει διαβαίνοντας αυτό το μονοπάτι?
Κατά τη γνώμη μου, έννοιες όπως το Grexit ή το Brexit θα πρέπει να αναφέρονται σε συμφωνημένες διαδικασίες εξόδου από την Ευρωζώνη ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίστοιχα. Νομίζω ότι τα επόμενα χρόνια θα δούμε πολλές εκδοχές αυτής της πολιτικής, αν η Γερμανία και ορισμένες σκανδιναβικές χώρες εκτιμήσουν ότι το  σχέδιο του κοινού νομίσματος  δεν είναι πλέον συμφέρον διότι προσφέρει περισσότερες υποχρεώσεις παρά πλεονεκτήματα. Προφανώς δεν εννοείς αυτή τη νεοφιλελεύθερη πολιτική στρατηγική όταν αναφέρεσαι στο Grexit. Υποθέτω ότι  εννοείς  μια πολιτική ρήξη με την Ευρωζώνη και το τι θα σήμαινε  μια τέτοια κατάσταση για την οικονομία της χώρας και την επιβίωση της. Κατά την άποψή μου, η έννοια του  Grexit δεν συνεπάγεται μια ριζοσπαστική - αριστερή πολιτική διέξοδο από το δημοσιονομικό ζουρλομανδύα της Ευρωζώνης, αλλά ένα διαφορετικό είδος συμβιβασμού. Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, όπου δεν υπάρχει διαπραγματευτική δύναμη και το χρέος είναι τεράστιο και συνεχώς αυξάνεται (ως ποσοστό του ΑΕΠ), το  Grexit θα ήταν απλά ένα διαφορετικό είδος σκληρού μνημονίου (MoU) με κάποια ίσως νομισματική ευελιξία.
Αλλά πιστεύω, ότι ακόμα και στο σημερινό πλαίσιο, υπάρχει ένα ρεαλιστικό ριζοσπαστικό αίτημα – πλαισιο για οικονομική αλλαγή. Μια τέτοια πολιτική που θα έχει ως στόχο να θέσει σε λειτουργία μια διαφορετικού είδους αναδιανομή κεφαλαίων και εισοδημάτων. Μια τέτοια οικονομική στρατηγική, η οποία, φυσικά, εξαρτάται και από την κυβερνητική εξουσία, θα παρέμβει με τρεις τρόπους: με μία μονομερή στάση στην εξυπηρέτηση του χρέους, με τον πολιτικό έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδας και την έξοδο από το Ευρωσύστημα, με τη  λεπτομερή και αποτελεσματική άσκηση πολιτικής των capital control για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των εισροών και εκροών του συναλλαγματικού κυκλώματος και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αν υπάρχει μια συνεπής και πειθαρχημένη δράση σε αυτούς τους τρεις τομείς, τότε μπορεί το Ευρώ να μετατραπεί σε «εθνικό» νόμισμα. Δεν χρειάζεται ένα νέο εθνικό νόμισμα. Μπορείς να πας ενάντια στην πολιτική της ΕΕ, αλλά δεν υπάρχει ανάγκη να αλλάξεις το νόμισμα σου πριν από την απόκτηση του ελέγχου των κεντρικών θεσμών του οικονομικού κυκλώματος. Με τον τρόπο αυτό το Ευρώ μπορεί να μετατραπεί σε ένα νέο νόμισμα. Δεν θα πρέπει να υπάρξει άμεση καταφυγή στην έκδοση ενός νέου νομίσματος, επειδή δεν μπορεί να ελεγχθεί η αξία του ακόμη και αν υπάρχει έλεγχος της ποσότητας του. Δυστυχώς, νομισματική κυριαρχία δεν σημαίνει απλά ο έλεγχος της ποσότητας του νομίσματος. Ένα νόμισμα χαρακτηρίζεται όχι μόνο από την ποσότητα, αλλά και από την αξία του. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να αποκτήσεις  το εκδοτικό δικαίωμα ενός νέου νομίσματος, αλλά να μην μπορείς να αγοράσεις τίποτα με αυτό. Αντιθέτως, με τον έλεγχο της ποσότητας και της ροής των πιστώσεων (η βασική μορφή του χρήματος στον καπιταλισμό είναι η πιστωτική), μπορεί να ασκηθεί μια νομισματική πολιτική παράλληλα με την ανασύσταση της παραγωγικής βάσης.
  • Πολλοί σχολιαστές πιστεύουν ότι σύγχρονες ευρωπαϊκές ελίτ -ιδιαίτερα οι γερμανική- δεν έχουν κανένα σχέδιο για το μέλλον της Ευρώπης και ενεργώντας ανεύθυνα, υπονομεύουν το έργο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως τέτοια. Πιστεύετε ότι έχουν κάποιο μακροπρόθεσμο σχέδιο στο μυαλό τους ή συμπεριφέρονται εντελώς παράλογα?
Νομίζω ότι είναι απολύτως λογικοί και έχουν κάποια συγκροτημένα σχέδια για μια Ευρώπη με πιο ευέλικτη γεωμετρία, τουλάχιστον σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Η μονεταριστική αντεπανάσταση των σκληρών πολιτικών λιτότητας απέτυχε να εκπληρώσει τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Είναι καιρός, για ορισμένα ισχυρά πολιτικά κέντρα, να δοκιμάσουν μια νέα αρχιτεκτονική των κριτηρίων του Μάαστριχτ, αν και ίσως μόνο ανάμεσα στις χώρες του πυρήνα της ΕΕ και μεταξύ των χωρών με δημοσιονομικές και οικονομικές ομοιότητες. Γύρω από τον πυρήνα αυτό υπάρχουν οι χώρες της Βαλτικής και οι ανατολικές χώρες οι οποίες απολαμβάνουν μια ειδική σχέση με το ευρώ και με τη γερμανική ηγεμονία, διατηρώντας παράλληλα μια νομισματική ευελιξία. Και το μεγάλο ερώτημα είναι για τις χώρες του Νότου. Τι σχέση θα έχουν με το ευρώ; Θα μετακυλίσουν σε μια διαφορετική κατηγορία;
Η έκρηξη του δημόσιου χρέους επιδείνωσε τα πράγματα και ενίσχυσε τις διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Η πολιτική της συνοχής έχει αλλάξει δραστικά από την επιδίωξη κοινών ευρωπαϊκών στόχων (μια κοινή ατζέντα για την καινοτομία, την ενεργειακή απόδοση, το πλαίσιο δημοσίων επενδύσεων, κλπ) και όχι οικονομικής σύγκλισης. Αυτοί οι κοινοί ευρωπαϊκοί στόχοι ωφελούν τις ήδη ανεπτυγμένες οικονομίες του Βορρά. Αυτή η τάση πάντα υπήρχε, δεδομένου ότι η Ευρωζώνη έχει βασιστεί στη λογική του απόλυτου πλεονεκτήματος, και όχι στο ρικαρδιανό συγκριτικό πλεονέκτημα. Αυτό το είδος της οικονομικής πολιτικής οδήγησε σε εξαιρετικά πολωμένες  περιφερειακές  ανισοτήτες. Αργά ή γρήγορα, η Γερμανία θα αναγκαστεί να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση που προέρχεται από τους εσωτερικούς κανόνες της Ευρωζώνης. Η μόνιμη αυτή κατάσταση επιδεινώνεται από την οικονομική κρίση. Όλο και περισσότερες χώρες δεν πληρούν τα κριτήρια της νομισματικής ολοκλήρωσης. Η πρόταση Σόιμπλε του 2015 για μια  συμφωνημένη ελληνική έξοδο ήταν ανώριμη, αλλά δεν ήταν τυχαία. Στα επόμενα χρόνια, κατά πάσα πιθανότητα θα επανακάμψει και θα αναπτυχθεί περαιτέρω περιλαμβάνοντας κι άλλες περιοχές και όχι μόνο την Ελλάδα.

  • Ποια είναι η γνώμη σου για το Brexit? Θα μπορούσε να αποτελέσει μια προοδευτική εξέλιξη?
Η επίσημη πολιτική του Κάμερον δεν προσέβλεπε σε Brexit. O στόχος του ήταν μια αλλαγή στη σχέση μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της υπόλοιπης ΕΕ: μια ειδική μεταχείριση και πληθώρα εξαιρέσεων από τους κοινούς κανόνες. Αλλά ο Κάμερον έχασε τον έλεγχο του πολιτικού παιχνιδιού εξαιτίας του ότι το δημοψήφισμα λειτούργησε σαν μέσο έκφρασης όλων των φόβων και  φιλοδοξιών του βρετανικού Λαού. Η Ευρωπαική κρίση, οι συνεχείς πολιτικές λιτότητας των ευρωπαικών κρατών, οι οποίες ωθούν την μετανάστευση του εργατικού τους δυναμικού στη Μ. Βρετανία, και το γενικό αίσθημα των Βρετανών πολιτών ότι είναι θύματα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης έδωσε ένα ισχυρό προβάδισμα στην επιλογή του Brexit. Όμως αυτή τη στιγμή στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει πολιτική φόρμουλα για μια εθνική μορφή μετριοπαθούς Κεϋνσιανισμού. Δεν υπάρχει κάποια πολιτική δύναμη που μπορεί να φέρει σε πέρας και να διαχειριστεί το Brexit στο ΗΒ και έτσι αυτό παραμένει στον «πάγο». Αν το Brexit δεν καταφέρει να αποκτήσει κάποια αριστερά η ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά εντός Βρετανίας, πώς είναι δυνατόν να οδηγήσει σε προοδευτικές ανατροπές στην υπόλοιπη ΕΕ? Η εκτίμηση μου είναι ότι το Brexit συνέβαλε στην Ευρωπαική Κρίση αποσαρθρώνοντας περαιτέρω την θέση των ευρωπαικών δομών, δίχως να παρέχει ταυτόχρονα κάποιο πρόσφορο έδαφος για μια προοδευτική κοινωνική ανασυγκρότηση. Κύρια, το Brexit πρέπει να μετουσιωθεί στο πλαίσιο μιας προοδευτικής κατεύθυνσης μέσα στο Ηνωμένο Βασίλειο για να μπορεί επηρεάσει και την υπόλοιπη ΕΕ. Η έλλειψη πολιτικού κόμματος ή μετώπου το οποίο να υποστηρίζει μια σύγχρονη πολιτική για την κοινωνική απελευθέρωση και ισότητα είναι κάτι παραπάνω από προφανής και οδηγεί σε πολλαπλά αδιέξοδα όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

  • Είναι οι ΗΠΑ ο αδιαμφισβήτητος παγκόσμιος οικονομικός ηγεμόνας ή βρίσκεται σε μία διαδικασία παρακμής, όπως ισχυρίζονται πολλοί αναλυτές?
Οι ΗΠΑ παραμένουν ο καπιταλιστικός πόλος ο οποίος παρέχει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και το βασικό μέσο συναλλαγής για πάνω από το 65% του παγκόσμιου εμπορίου. Αναμφισβήτητα, θα παραμείνει η άρχουσα οικονομική δύναμη ολόκληρου του πλανήτη. Οι άλλοι καπιταλιστικοί πόλοι συνεχίζουν να είναι οι ισχυρές παραγωγικές χώρες της Ασίας και η Μερκαντιλιστική Ευρώπη. Και που βρισκόμαστε ακριβώς σήμερα? Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες: η FED, η ΕΚΤ, η τράπεζα της Ιαπωνίας είναι στα μαχαίρια και ασκούν έναν περίεργο νομισματικό πόλεμο. Το δολάριο ανατιμάται συνεχώς, ενώ το ευρώ και το γεν τυπώνονται σε μεγάλες ποσότητες και κινούνται  προς την αντίθετη κατεύθυνση. Υπάρχουν άναρχες και επιθετικές κινήσεις των αμερικανικών αρχών κατά του γερμανικού τραπεζικού συστήματος, αλλά και ενάντια σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς. Οι ΗΠΑ αναδύθηκαν ισχυρότερες  από την παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το 2008 και η απόστασή τους από τις άλλες οικονομικές δυνάμεις αυξήθηκε. Η χρήση του δολαρίου ως συναλλαγματικός μαγνήτης για το ξένο κεφάλαιο (βασική πολιτική  των ΗΠΑ) αντισταθμίζει στρατηγικά τις πολιτικές ανταγωνιστικότητας (στις οικονομίες της ΕΕ και της Ασίας) στηριγμένες στις εξαγωγές.

Το 36ο Συνέδριο της ΑΔΕΔΥ μακριά από τα ουσιαστικά προβλήματα

Του Πέτρου Τσιβίδη*
Το πρόσφατο 36ο Συνέδριο της ΑΔΕΔΥ έγινε σε μια χρονική περίοδο στην οποία, όπως όλα δείχνουν, με την πρόσφατη απόφαση του Eurogroup, έρχονται νέα μέτρα εις βάρος των ασθενέστερων και η λιτότητα επεκτείνεται για την επίτευξη μαμούθ πλεονασμάτων 3,5%, μαζί με τις μεταρρυθμίσεις στα εργασιακά και τις περαιτέρω διευκολύνσεις στο μεγάλο κεφάλαιο.
Οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων στο Δημόσιο, μετά την έξαρση που σημείωσαν στα πρώτα χρόνια εφαρμογής των μνημονίων, περνούν μια παρατεταμένη περίοδο ύφεσης. Ύφεση που εκτός από την διάψευση των ελπίδων με την μνημονιακή στροφή της κυβέρνησης, οφείλεται και σε οργανωτικές, λειτουργικές, στόχευσης, ενσωμάτωσης στο σύστημα, κλπ, αδυναμίες του Σ.Κ. Ο κόσμος στο δημόσιο φαίνεται μπερδεμένος και προς το παρόν κυριαρχεί η απογοήτευση και η παθητικότητα με φυσικό επακόλουθο την αναζήτηση ατομικών λύσεων κλπ. Η στήριξη στο ΣΥΡΙΖΑ που υπήρχε μέχρι τις βουλευτικές εκλογές του Οκτώβρη φαίνεται να μειώνεται σημαντικά.
 Αν και οι δημόσιοι υπάλληλοι αντιδρούν με πιο αργά κοινωνικά αντανακλαστικά, λόγω μονιμότητας κλπ, φαίνεται πως και εδώ εισέρχεται ο παράγοντας της ρευστότητας και της αστάθειας με απρόσμενες εξελίξεις. Την ρευστότητα αυτή έρχονται να επιβεβαιώσουν και τα αποτελέσματα του Συνεδρίου. Αν το προηγούμενο Συνέδριο χαρακτηρίσθηκε από την απώλεια της πλειοψηφίας, για πρώτη φορά, απο τις παρατάξεις ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ, σ αυτό είχαμε την ανάδειξη της ΔΑΚΕ σε πρώτη δύναμη και την περαιτέρω συρρίκνωση της ΠΑΣΚΕ, με το ΠΑΜΕ να καταλαμβάνει την 2η θέση. Βέβαια η πρωτιά της ΔΑΚΕ δεν οφείλεται σε αύξηση των δυνάμεών της, αλλά στην υποχώρηση της ΠΑΣΚΕ η οποία έχασε σημαντικό μέρος προς τη νεα παράταξη του ΣΥΡΙΖΑ την ΑΡΚΙ. Το άλλο που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η άνοδος του ΠΑΜΕ δεν είναι τόσο μεγάλη, επειδή στο συνέδριο του 2013 απουσίαζαν οι σύνεδροί του από την ΠΟΕ -ΟΤΑ.
Η πρωτοεμφανιζόμενη ΑΡΚΙ φαίνεται να παίρνει σχετικά ικανοποιητικό ποσοστό, οχι όμως τέτοιο που να την εδραιώνει στη θέση ίσως της παλιάς ΠΑΣΚΕ. Μολονότι η παράταξη αυτή παίρνει το σύνολο του ποσοστού που χάνει η ΠΑΣΚΕ, (8,5% σε σχέση με το 2013), βρίσκεται πίσω της στα τελικά αποτελέσματα. Ο χώρος των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ αυξάνει τις δυνάμεις του και το οφείλει κυρίως στην προσχώρηση τμήματος συνδικαλιστών από ΔΗΜΑΝ. Το επίσης πρωτοεμφανιζόμενο ΜΕΤΑ – θα μπορούσε και καλύτερα – φαίνεται να συσπειρώνει το μεγαλύτερο μέρος της πρώην ενιαίας παράταξης. Τέλος η ΔΗΜΑΝ μένει με αντιπροσώπους σχεδόν αποκλειστικά από τους ΟΤΑ και συρρικνώνεται σημαντικά.
Παράταξη
ψήφοι
% 2016
% 2013
% 2010
ΔΑΚΕ
136
21,48
22,1
28,2
ΠΑΜΕ
112
17,69
13,2
11,5
ΠΑΣΚΕ- ΔΗΣΥΠ
106
16,75
25,1
44,9
ΑΡΚΙ (ΣΥΡΙΖΑ-ΣΥΝΕΡΓ.)
96
15,17
16,5*
10,0*
ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ (ΕΞΩΚ. ΑΡΙΣΤ.-ΣΥΝΕΡΓ)
70
11,06
9,8
5,1
ΜΕΤΑ (ΑΠΟΧΩΡ. ΣΥΡΙΖΑ – ΣΥΝΕΡΓ.)
57
9,0
16,5*
10,0*
ΔΗΜΑΝ (ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ)
40
6,3
9,1
 
Α.Α.Α (ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΠΑΣΚΕ)
13
2,0
  
ΕΡΓΑΣ
3
0,47
1,0
 
* ΑΡΚΙ & ΜΕΤΑ ήταν ενιαία παραταξη το 2010 -13
Να ειπωθεί ότι ψήφισαν 65 περίπου λιγότεροι σύνεδροι σε σχέση με το 2013, που αντιστοιχεί σε συρρίκνωση κατά 25.000 εργαζόμενους (αυτά τα αποτελέσματα αφορούν εκλογές που έγιναν στα σωματεία μέχρι και 2 χρόνια πριν). Συνολικά εκπροσωπήθηκαν 240.000 υπάλληλοι.
Μελανές στιγμές του συνεδρίου, η ενέργεια της ΔΗΜΑΝ (Μπαλασόπουλος), που χρησιμοποιώντας την ΠΟΕ ΟΤΑ, κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα στα δικαστήρια ενάντια σε 9 ομοσπονδίες με οικονομικές εκκρεμότητες, που είχαν ωστόσο ρυθμιστεί με απόφαση του συνεδρίου και η απόπειρα λαθροχειρίας στη διάρκεια της ψηφοφορίας, όταν μέλος της ΔΑΚΕ που δεν ήταν σύνεδρος, επιχείρησε να ψηφίσει με το διαβατήριο άλλου μέλους, στη θέση του, έγινε όμως αντιληπτός κλήθηκε και η αστυνομία η οποία τον συνέλαβε. Παλιές παθογένειες του Σ.Κ. που δείχνουν ενσωμάτωση σε μηχανισμούς του κράτους, συντεχνιακή – ιδιοκτησιακή λογική που λόγω της κρίσης ενισχύονται, ενώ αντίθετα το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι η αυτορρύθμιση η αυτονομία και η ανεξαρτησία των διαδικασιών στη βάση συλλογικών και δημοκρατικά παρμένων αποφάσεων.
Δυο σημαντικά γεγονότα του συνεδρίου: Το πρώτο η αποτυχία να περάσει η αλλαγή καταστατικού για εγγραφή συμβασιούχων, η οποία απαιτούσε αυξημένη πλειοψηφία 75% και κατάφερε να συγκεντρώσει το 70%. Είναι απαράδεκτη η στάση των παρατάξεων ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ να αρνούνται την εγγραφή συμβασιούχων. Καταρχήν το Δημόσιο είναι ένας χώρος, σε αρκετούς κλάδους, γερασμένος ηλικιακά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, και επίσης ό,τι βαίνει διαρκώς μειούμενος αριθμητικά, λόγω των πολιτικών συρρίκνωσης και μαζικής συνταξιοδοτικής φυγής. Επίσης με την μνημονιακή απαγόρευση προσλήψεων των τελευταίων ετών και την πρόσληψη συμβασιούχων κάθε είδους, έχουμε σαν αποτέλεσμα να εργάζονται στο δημόσιο σήμερα εναλλασσόμενα έως και 100.000 συμβασιούχοι.
Οι εργαζόμενοι αυτοί προσφέρουν κανονικά υπηρεσίες, αρκετοί είναι νέοι ηλικιακά, και προέρχονται από την απύθμενη δεξαμενή της ανεργίας. Είναι δηλαδή εν δυνάμει αυτοί που θα αναζωογονήσουν συνδικαλιστικά τον χώρο και επιπλέον είναι αυτοί που αντικειμενικά μπορούν να προστατέψουν τον δημόσιο χαρακτήρα των υπηρεσιών, μια που ακόμη και αυτή η επισφαλής και άσχημα αμειβόμενη εργασία που τους προσφέρεται, εξαρτάται από την ύπαρξη αυτών των υπηρεσιών. Οι εργαζόμενοι αυτοί όχι μόνο πρέπει να εκπροσωπούνται, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους πρέπει να παραμένουν γραμμένοι στο συνδικάτο μέχρι να βρουν κάπου αλλού δουλειά. Είναι και αυτός ένας τρόπος προστασίας των ανέργων και κινηματικής τους ένταξης. Το δεύτερο είναι η αποτυχία συνεννόησης μεταξύ ΜΕΤΑ και ΠΑΡΕΜΒΆΣΕΩΝ για συγκρότηση κοινού ψηφοδελτίου.
Η πρόταση αυτή του ΜΕΤΑ, που σωστά προέβλεψε την κατάληψη της πρώτης θέσης, ή και ακόμη πιο διευρυμένα ποσοστά με την δυναμική που θα γεννούσε, συνάντησε την άρνηση μέρους των ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ. Η αδυναμία αυτή, συνεννόησης, ανάμεσα σε δυνάμεις με κοντινές απόψεις, σε στιγμές που οχι μόνο η εργασία και τα κοινά αγαθά βάλλονται μέχρι εξαφάνισης, αλλά και η ίδια η δημοκρατία και τα δικαιώματα συρρικνώνονται σε ανησυχητικό βαθμό, δημιουργεί επιπλέον απογοήτευση σε όλο εκείνο τον κόσμο που παρά τις δυσκολίες των καιρών αγωνιά και εξακολουθεί να αντιστέκεται. Χάθηκε έτσι μια ευκαιρία, έστω σε επίπεδο συνεδρίου, που θα μπορούσε να λειτουργήσει προωθητικά και ελπιδοφόρα.
Πάντως η δημιουργία ενός ενιαίου ριζοσπαστικού συνδικαλιστικού χώρου, απαλλαγμένου από σεχταρισμούς και αυταπάτες του παρελθόντος, που θα πατάει σε σωστή εκτίμηση των συνθηκών, θα λειτουργεί δημοκρατικά, θα συσπειρώνει υγιείς δυνάμεις και θα αγωνίζεται για την επανάκτηση και διεύρυνση κατακτήσεων αλλά και την προστασία των κοινωνικών αγαθών, είναι αναγκαία περισσότερο από ποτέ. Ένας συλλογικός χώρος που θα αποτελεί και τον φορέα υποδοχής δυνάμεων που θα αποχωρούν από αλλού για να μη οδηγούνται στην παθητικοποίηση και αποστράτευση ή ακόμα στη συντήρηση και τον ατομισμό.