Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

''Κοινά'', μια σύντομη εισαγωγή

Αναρτούμε πιο κάτω το video του 1ου μέρους της εκδήλωσης παρουσίασης του βιβλίου του David Bollier ''Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή'' που έγινε στις 10 Φεβρουαρίου 2017 στη Θεσσαλονίκη στο Cafe Manifesto, στην οποία μίλησαν οι Σοφία Αδάμ, Ανδρέας Καρίτζης και Αλέξανδρος Κιουπκιολής.
https://vimeo.com/204842020

και εδώ το δευτερο βιντεάκι

https://vimeo.com/205103012

του Αντρεα Καρίτζη

Τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες προσέγγισης των κοινών. Το βιβλίο του Bollier παρέχει μια σύντομη και απλή εισαγωγή στην έννοια των κοινών όπως αυτη αναδύεται σε ποικίλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όπως είναι φυσικό αναπτύσσεται μια έντονη συζήτηση διεθνώς για το ποια οπτική γωνία – έμφαση σε μια ορισμένη πτυχή των κοινών – είναι πιο δυναμική για την αναβαθμίση των κινημάτων αντίστασης, λιγότερο ή περισσότερο ενωματώσιμη, κατάλληλη για την προώθηση ενός εναλλακτικού και ανταγωνιστικού παραδείγματος κοκ.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έννοια των κοινών ακολουθεί/παράγεται σε ένα βαθμό από την εξέλιξη των σύγχρονων μορφών οργάνωσης της εκμετάλλευσης και τεχνοβιοπολιτικής διακυβέρνησης. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές αναπτύσσεται στο εσωτερικό του αγωνιζόμενου τμήματος των κοινωνιών μια δυσπιστία και καχυποψία. Αντιθέτως, στα δικά μου μάτια, η συμβατότητα αυτών των στοιχείων με τα μοτίβα εξέλιξης και τη δυναμική των σχέσεων εκμετάλλευσης και καθυπόταξης τα καθιστούν σχετικά με την περίοδο και συνεπώς νευραλγικής σημασίας για την επιχειρησιακή αναβάθμιση των δυνάμεων της χειραφέτησης. Υπό αυτή την έννοια τα κοινά φαίνονται καλύτερα προσαρμοσμένα σε μια περίοδο μετασχηματισμού του κράτους (λόγω της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης) και των αλλαγών στην οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής. 
Τα κοινά ως απάντηση στον αυταρχισμό των κρατικών συστημάτων
Η έννοια των κοινών αναπτύσσει μια παράλληλη, ομότροπη αλλά ποιοτικά ανταγωνιστική αφήγηση σε αυτή των ελίτ που επιχειρούν να τιθασεύσουν προς όφελός τους τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις πάσης φύσεως καινοτομίες στην οργάνωση, το σχεδιασμό και τη διοίκηση, που βασίζονται στην επέκταση κατανεμημένων συστημάτων πληροφορίας, γνώσης και παραγωγής. Επιπρόσθετα, επιχειρεί να ανανεώσει, να εμπλουτίσει και να διευρύνει την έννοια του «δημόσιου» –αναβαθμίζοντας τη δημοκρατική συμμετοχή και κοινοτική συμπερίληψη και ανανεώνοντας το περιεχόμενο εννοιών όπως «κοινωνικός έλεγχος»– σε μια ανταγωνιστική, αλλά ομότροπη αφήγηση με την «απελευθέρωση» κρατικών λειτουργιών προς την «κοινωνία των πολιτών» και την αγορά. Η στροφή σε μια διευρυμένη αντίληψη της έννοιας του «δημοσίου» που υπερβαίνει την έννοια του «κρατικού» (χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα υποτίμηση της σημασίας του κράτους στην πολιτική στρατηγική) και η συνακόλουθη έμφαση στη δημιουργία «κυττάρων» κοινών και ενός δικτύου σχετικών θεσμίσεων και κόμβων διασύνδεσης συμβαδίζει με την τρέχουσα αποδιάρθρωση των κρατικών και άλλων συστημικών θεσμών. Αυτή η στροφή θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια απάντηση από τη μεριά των πολιτών στον αυξανόμενο αυταρχισμό των σύγχρονων κρατικών συστημάτων και στον πολυδιάστατο αποκλεισμό των ανθρώπων από δικαιώματα τα οποία μέχρι πρότινος το κράτος μπορούσε να εγγυηθεί.
Με άλλα λόγια, η εν λόγω στροφή μπορεί να ανανεώσει την πολιτική φαντασία και μεθοδολογία οργάνωσης και κινητοποίησης, υπερβαίνοντας την αμηχανία των δυνάμεων της χειραφέτησης, που έχουν προσκολληθεί σε εργαλεία και μεθόδους γύρω από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία (εκλογές, κινήματα πίεσης και αντίστασης κ.ο.κ.), τα οποία οι ελίτ έχουν καταστήσει παρωχημένα, μεταφέροντας το κέντρο βάρος λήψης αποφάσεων σε θεσμούς που βρίσκονται εκτός της εμβέλειας της θεσμοποιημένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (η οποία βαθμιαία μετατρέπεται σε ένα παρωχημένο και αδιάφορο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα τελετουργικό). Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι μια τροποποίηση στην πολιτική μεθοδολογία που δίνει έμφαση στην οργάνωση στο κοινωνικό πεδίο (την οποία η έννοια των κοινών σηματοδοτεί σε ένα βαθμό) δεν οδηγεί μονοσήμαντα στην απόρριψη της σημασίας της παραδοσιακής πολιτικής πρακτικής ή της σημασίας των κρατικών θεσμών στον κοινωνικό και πολιτικό ανταγωνισμό. Αντιθέτως, κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω τροποποίηση είναι αναγκαίος όρος ώστε να αποκτήσουν οι πολίτες και οι δυνάμεις της χειραφέτησης την ισχύ να αντεπεξέλθουν στη σημερινή επίθεση και να αποκτήσει η παραδοσιακή πολιτική πρακτική την ουσιαστική της λειτουργία αρθρωμένη οργανικά με μια πραγματική –και όχι φαντασιακή– συσσώρευση λαϊκής ισχύος.     
Η πολιτική συμμετοχή ως συλλογική δραστηριότητα
Επιπρόσθετα, η έμφαση στη δημιουργία ανταγωνιστικών παραγωγικών συστημάτων βασισμένων στα κοινά μπορεί να μας παράσχει ιδέες και εργαλεία για την απαιτούμενη τροποποίηση της παραδοσιακής πολιτικής νοοτροπίας, μεθοδολογίας και οργανωσιακής κουλτούρας. Συνδυάζοντας με διαφορετικό τρόπο τη συμμετοχή με την αντιπροσώπευση, μπορούμε να υπερβούμε το παραδοσιακό και μη λειτουργικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο συνδυασμός της έννοιας των κοινών με την έννοια της πραγματικής δημοκρατίας μπορεί να τροποποιήσει το καθεστώς της πολιτικής συμμετοχής, αναβαθμίζοντας τη διάσταση της ενεργητικής και αυτόνομης ατομικής συμμετοχής σε συλλογικές διαδικασίες. Η πολιτική συμμετοχή διευρύνεται από ενικές στιγμές σε ψηφοφορίες και διαδηλώσεις σε μια πολύ πιο ουσιαστική συλλογική δραστηριότητα για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού με όρους συναπόφασης, συνδιαχείρισης και συνευθύνης.
 Η σχετικότητα της έννοιας των κοινών με την περίοδο που διανύουμε –και άρα η χρησιμότητά της στην προσαρμογή και αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των δυνάμεων της χειραφέτησης– μπορεί να εντοπιστεί και στο επίπεδο της ερμηνείας του κύκλου αγώνων στην τρέχουσα περίοδο. Ο νεοφιλελευθερισμός παρουσιάζεται ως µια µορφή συσσώρευσης µέσω της αρπαγής, του αποκλεισµού, του εκτοπισµού και της καταστροφής των κοινών. Οι αγώνες εναντίον του παίρνουν τη µορφή της υπεράσπισης των κοινών, εναντιώνονται στις νέες «περιφράξεις», στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στις τεχνικές εξατοµίκευσης και στη διάλυση του κοινωνικού ιστού. 
Ανταγωνιστική παραγωγή υποκειμένων κόντρα στην επιχειρηματική κουλτούρα
Η έννοια των κοινών και ο νεοφιλελευθερισμός θα μπορούσαν να ιδωθούν ως ανταγωνιστικοί αλλά ομότροποι τρόποι παραγωγής και αναπαραγωγής υποκειµένων και διαχείρισης των κοινωνικών σχέσεων. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δύο λογικές παραγωγής υποκειµένων που σχετίζονται µε τη διαχείριση των δηµιουργικών δυνάµεων του ατόµου: τη συνεργασία και το διάλογο εντός της κοινότητας, την ανάπτυξη της ατοµικής ευθύνης, την ελεύθερη έκφραση, την εµβάθυνση της αυτοαξιοποίησης, την αναγνώριση του άλλου. Με άλλα λόγια η έννοια των κοινών δίνει έμφαση στην κοινοτική αυτοοργάνωση και τη συλλογική αυτοδιαχείριση σε έναν ανταγωνισμό με τη σύγχρονη επιχειρηματική κουλτούρα για την ηγεμονία ως προς τη σημασιοδότηση των ενσωματωμένων στους ανθρώπους δεξιοτήτων και ικανοτήτων. Αυτή η διάσταση είναι πολύ μεγάλης ιδεολογικής σημασίας για τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού συσχετισμού δύναμης ικανού να στηρίξει μια πολιτική στρατηγική χειραφέτησης και αποκατάστασης της δημοκρατίας. 
Η διάνοιξη ενός χώρου θεσμοποίησης της συλλογικής ύπαρξης μέσω της έννοιας των κοινών, η οποία υπερβαίνει και αναπλαισιώνει την υφιστάμενη διάκριση κράτος/αγορά, μπορεί να συμβάλει στο ξεκλείδωμα της φαντασίας σε ζητήματα ζωτικής σημασίας. Ζητήματα που άπτονται νέων τρόπων διακυβέρνησης στη μικρο- και μακρο-κλίμακα και τη λειτουργική συνάρθρωση «κυττάρων» μιας άλλης λογικής στο τοπικό, περιφερειακό και διαπεριφερειακό επίπεδο. Με την επεξεργασία και δημιουργική ανάπτυξη σύγχρονων μορφών και μεθόδων συνεργασίας που αναδύονται σε ποικίλα κατανεμημένα δίκτυα μπορεί να είμαστε σε θέση διαμορφώσουμε νέους καλύτερους τρόπους επιτέλεσης ποικίλων λειτουργιών ώστε να αμφισβητήσουμε την πρωτοκαθεδρία της σύγχρονης γραφειοκρατικής οργάνωσης στο πεδίο της αποτελεσματικότητας. Βεβαίως, δεν αναφερόμαστε σε μια «απλή» επινόηση μιας διαφορετικής κουλτούρας διακυβέρνησης, αλλά σε κάτι πολύ ευρύτερο: στη δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης συνάρθρωσης της παραγωγής, της διακυβέρνησης και της πολυπρόσωπης συμμετοχής σε νέου είδους θεσμούς και τρόπους διεύθυνσης/συντονισμού σε μεγα-κλίμακα. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς: χωρίς να αντιμετωπίσουμε με αποτελεσματικότητα και με βάση τη λογική της δημοκρατίας, της αποκέντρωσης, της αυτονομίας και της συνεργασίας, ζητήματα της μεγα-κλίμακας που σχετίζονται με τη διαχείριση μεγάλων πληθυσμών, σύνθετων κοινωνικών συνόλων και εκτεταμένων περιοχών, τότε δεν πρόκειται να είμαστε σε θέση να περιορίσουμε την ισχύ των ελίτ, να αναχαιτίσουμε τη σημερινή πορεία παρακμής και να αντιμετωπίσουμε τις πρωτόγνωρες προκλήσεις για τις κοινωνίες μας και την ανθρωπότητα στο σύνολό της. 

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΒΡΩΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Μερικές ιστορίες πρέπει να τις πεις από την αρχή. Έτσι παρότι το ηλεκτρονικό μέσο δεν προφέρεται για μακροσκελείς αναλύσεις, επιλέξαμε εν γνώσει της δυσκολίας, το εναρκτήριο αφιέρωμα στο θέμα να περιλαμβάνει αρκετές πληροφορίες. Ωστόσο το θέμα δεν εξαντλείται και δεν τελειώνει σήμερα. Έπονται συνέχειες.

Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 80

Η διαχείριση των αστικών στερών αποβλήτων στην Ελλάδα, ξεκίνησε ουσιαστικά στα μέσα τις δεκαετίας του 80’, όταν η ανάγκη εναρμόνισης της Ελληνικής νομοθεσίας με την Ευρωπαϊκή αλλά και τα χρήματα από τα πρώτα προγράμματα σύγκλισης και συνοχής της τότε ΕΟΚ, οδήγησαν στην κατασκευή πολλών και σύγχρονων για την εποχή περιβαλλοντικών έργων. Έως τότε, η διάθεση των αστικών απορριμμάτων, κυρίως λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας και λιγότερο οικονομικών πόρων, γινόταν σε ανεξέλεγκτους χώρους διάθεσης απορριμμάτων (Χ.Α.Δ.Α).
Το πέρασμα από τις παράνομες και ανεξέλεγκτες χωματερές, στους χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α), αποτέλεσε την κύρια δραστηριότητα αναβάθμισης του τομέα διαχείρισης των αστικών στερεών αποβλήτων εκείνη την εποχή. Έως τα τέλη τις δεκαετίας του 90’,σε αρκετούς Νομούς της χώρας καθώς και σε μεγάλες πόλεις, είχαν κατασκευαστεί και λειτουργούσαν Χ.Υ.Τ.Α.
Παράλληλα με την κατασκευή των Χ.Υ.ΤΑ, σημαντικές προσπάθειες πραγματοποιούνται στον τομέα της οργάνωσης των συστημάτων αποκομιδής των Δήμων.  Μια νέα αγορά και ένα νέο λόμπυ σχετικό με την κατασκευή και διαχείριση Χ.Υ.Τ.Α είχε δημιουργηθεί, με ένα κύκλο εργασιών που βοήθησε σημαντικά στην ισχυροποίηση πολύ γνωστών κατασκευαστικών εταιρειών. Εμβληματικό έργο αποτέλεσε η κατασκευή του Χ.Υ.Τ.Α  Άνω Λιοσίων στην Αττική με στόχο το κλείσιμο της χωματερής που λειτουργούσε από την δεκαετία του 60’ στον ίδιο χώρο.
Ωστόσο αυτή η πρώτη προσπάθεια γρήγορα έφτασε στα όρια της, αφενός λόγω της τροποποίησης των Ευρωπαϊκών κανονισμών και προδιαγραφών που έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στην ανακύκλωση και την ανάκτηση χρήσιμων υλικών από τα απορρίμματα και αφετέρου γιατί η λειτουργία των Χ.Υ.Τ.Α εμφάνιζε στην πράξη μεγάλα προβλήματα: η ρύπανση διέρρεε στο έδαφος, το νερό και τον αέρα και οι χώροι γέμιζαν πάρα πολύ γρήγορα λόγω της αύξησης των σκουπιδιών.
Ταυτόχρονα διαπιστωνόταν η ανάγκη για χωριστή διαχείριση των επικίνδυνων βιομηχανικών αποβλήτων,  που ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να ανακατεύονται με τα αστικά και να καταλήγουν στις χωματερές, ενώ μεγάλο μέρος τους αποθηκεύεται ή απορρίπτεται σε παράνομους χώρους, τροφοδοτώντας ένα μεγάλο μαύρο κύκλο εργασιών που φθάνει μέχρι και τη βάση των υπηρεσιών καθαριότητας.
Αλλά ας γυρίσουμε πάλι πίσω. Στα τέλη της δεκαετίας του 90’ ο τομέας της ανακύκλωσης στην Ελλάδα βρισκόταν σε εμβρυακή κατάσταση με διάσπαρτες τοπικές δημοτικές δράσεις, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα και με πλήρη απουσία της Πολιτείας. Εως το 2005 κατασκευάζονται τα πρώτα κέντρα διαλογής και ανακύκλωσης υλικών (Κ.Δ.Α.Υ) και οι πρώτες μονάδες μηχανικής ανακύκλωσης (Μ.Ε.Α).
Παράλληλα η ανακύκλωση αποκτά ιδιωτικό πρόσημο : πατώντας επάνω στην ευρωπαϊκή οδηγία για την «ευθύνη του παραγωγού» οργανώνονται τα πρώτα Συστήματα Συλλογικής Εναλλακτικής Διαχείρισης Συσκευασιών (Σ.Σ.Ε.Δ) που στην πραγματικότητα διασφαλίζουν νέα κέρδη. Κυριότερο από αυτά είναι η εταιρεία Ελληνική Εταιρεία Αξιοποίησης-Ανακύκλωσης ΑΕ (Ε.Ε.Α.Α) -οι γνωστοί μπλε κάδοι – στην μετοχική σύνθεση της οποίας συμμετέχουν βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις που, είτε διαθέτουν συσκευασμένα προϊόντα στην ελληνική αγορά, είτε κατασκευάζουν διάφορες συσκευασίες και κατά 35% η Κεντρική ‘Ένωση Δήμων Ελλάδος.  Αναπτύσσονται και άλλα αμιγώς ιδιωτικά συστήματα για διάφορα είδη μερικά από τα οποία δεν κάνουν τίποτε απολύτως όπως η Ανταποδοτική Ανακύκλωση.  Το κόστος της ανακύκλωσης χρεώνεται στην τιμή κάθε προϊόντος, αλλάη ανακύκλωση καρκινοβατεί εδώ και πάνω από μια δεκαετία, γεμίζοντας τις τσέπες όλων όσων νέμονται την είσπραξη από τους καταναλωτές.
Η εισαγωγή της ανάκτησης υλικών και διαχείρισης συσκευασιών στην διαχείριση των αστικών στερεών αποβλήτων δημιούργησε μια ακόμη σημαντική αγορά, ένα ακόμη πιο ισχυρό λόμπυ με κύριο χαρακτηριστικό την δυναμική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα όχι πλέον μόνο  στην κατασκευή έργων και υποδομών αλλά και την λειτουργία και οικονομική εκμετάλλευση σημαντικών τμημάτων της όλης διαδικασίας. Ο Εθνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης, αδυνατεί παντελώς να ελέγξει το απαράδεκτο και αδιαφανές σύστημα ενώ γνωστές ΜΚΟ και «ειδικοί» αναλαμβάνουν να το ξελασπώσουν στα μάτια του κόσμου.
Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος των υφιστάμενων Χ.Υ.Τ.Α, λόγω αστοχιών στον σχεδιασμό τους αλλά και της αύξησης της παραγωγής σύμμεικτων απορριμμάτων, έφτασαν γρήγορα στα όρια λειτουργίας τους, με αποτέλεσμα να απαιτείται η επέκταση τους, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των παλιών ανεξέλεγκτων χωματερών όχι μόνο δεν είχαν αποκατασταθεί αλλά συνέχιζαν την λειτουργία τους. Με την απειλή των προστίμων από την Ε.Ε., αρχίζει στις αρχές του 21ου αιώνα, η καταγραφή των ανεξέλεγκτων χώρων και στη συνέχεια το υποχρεωτικό τους κλείσιμο, που ακόμη και σήμερα πασχίζει να ολοκληρωθεί.
Η περίπτωση της Αττικής

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της διαχείρισης των αστικών στερών αποβλήτων στην Αττική. Παρ’ όλες τις συνεχόμενες εξαγγελίες προγραμμάτων και έργων που αφορούσαν κυρίως την αποφόρτιση της περιοχής των Λιοσίων και των όμορων δήμων, από την ολέθρια συνύπαρξη με τη μοναδική εγκατάσταση διάθεσης απορριμμάτων όλης της Αττικής, τίποτα δεν έχει συμβεί έως σήμερα.
Ο ΧΥΤΑ Άνω Λιοσίων, που αντικατέστησε την παλιά χωματερή, γρήγορα έφτασε τα όρια του και μέσα σε μια δεκαετία, επεκτάθηκε μια φορά και μετά αντικαταστάθηκε από ένα νέο ΧΥΤΑ, αυτό της Φυλής, σε χώρο όμορο με την παλιά εγκατάσταση.
Ο ΧΥΤΑ Φυλής μετατρέπεται στην συνέχεια σε μια «ολοκληρωμένη» εγκατάσταση διαχείρισης αποβλήτων (ΟΕΔΑ), αποτελούμενη από τον ΧΥΤΑ  (που συνεχίζει να επεκτείνεται για να καλύψει τις όλο και αυξανόμενες ποσότητες απορριμμάτων), το Εργοστάσιο Μηχανικής Ανακύκλωσης – Κομποστοποίησης (ΕΜΑΚ), τον αποτεφρωτήρα Επικίνδυνων Ιατρικών Αποβλήτων και μια από τις μεγαλύτερες μονάδες συμπαραγωγής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας από το βιοαέριο που παράγεται από τα αστικά απορρίμματα του Χ.Υ.Τ.Α στην Ευρώπη.
Η διατήρηση όλων αυτών των εγκαταστάσεων στην περιοχή, προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων, οι οποίες κλιμακώνονται το 2006 με την εξαγγελία της κατασκευής μιας ακόμη επέκτασης του ΧΥΤΑ Φυλής, που χαρακτηρίζεται μάλιστα και ως προσωρινή έως ότου ολοκληρωθεί η προγραμματισμένη από την αρχική μελέτη του χώρου επέκταση. Η επέκταση κατασκευάζεται το 2008, αλλά οι αντιδράσεις των κατοίκων έχουν αποκαλύψει πλέον με το πιο καθαρό τρόπο το αδιέξοδο της κατάστασης.
Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει η ιδιωτική πρωτοβουλία, οι γνωστές κατασκευαστικές εταιρείες οι οποίες με την σύμφωνη γνώμη της τότε κυβέρνησης Καραμανλή εκμεταλλεύονται την αδυναμία εφαρμογής του τότε υφιστάμενου περιφερειακού σχεδιασμού για την διαχείριση απορριμμάτων (ΠΕΣΔΑ), για να προωθήσουν ένα νέο επιχειρηματικό εργαλείο, την σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Ο ΠΕΣΔΑ του 2003, προέβλεπε την δημιουργία δύο νέων ΟΕΔΑ (ΜΕΑ και ΧΥΤΥ), έναν στην ΒΑ Αττική, στη θέση Γραμματικό και ένα δεύτερο στην Ανατολική Αττική στη θέση Κερατέα, με κύριο στόχο την αποφόρτιση των εγκαταστάσεων της Φυλής.
Με πρόσχημα την καθυστέρηση εφαρμογής του ΠΕΣΔΑ, την μεταβολή των ποσοτήτων των απορριμμάτων και τα νέα οικονομικά δεδομένα, προωθήθηκε η λύση αρχικά οι δύο χώροι σε Γραμματικό και Κερατέα να λειτουργήσουν ως ΧΥΤΑ και μελλοντικά ως Χώροι Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων (Χ.Υ.Τ.Υ), όταν θα ολοκληρωθούν οι αντίστοιχες μονάδες ΜΕΑ, με την χρήση του μηχανισμού των ΣΔΙΤ. Παράλληλα διατηρήθηκε ο υπάρχον σχεδιασμός λειτουργίας του ΧΥΤΑ Φυλής και προωθήθηκαν δυο νέες ΜΕΑ, μία στη Φυλή και η άλλη στα Άνω Λιόσια, σε όμορους χώρους με τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, επίσης με την μέθοδο των ΣΔΙΤ.
Η δημοπράτηση των έργων για τους νέους ΧΥΤΑ σε Γραμματικό και Κερατέα πυροδοτεί έντονες αντιδράσεις από τους κατοίκους των δύο περιοχών, που ανησυχούν ότι θα επαναληφθεί στην περιοχή τους η ανεξέλεγκτη κατάσταση που επικρατούσε όλα τα προηγούμενα χρόνια στα Άνω Λιόσια και την Φυλή.
Χωρίς καμία ουσιαστική δημόσια διαβούλευση και κάτω από την πίεση των εργοληπτικών  εταιρειών που έχουν αναλάβει την κατασκευή των έργων, η τότε κυβέρνηση Παπανδρέου κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να ξεκινήσουν τα έργα άμεσα.
Οι αντιδράσεις των κατοίκων κλιμακώνονταικαι αποκτούν χαρακτηριστικά εξέγερσης, με τους κατοίκους και των δύο περιοχών να διαδηλώνουν και να συγκρούονται για μήνες το 2011 με τα ΜΑΤ. Οι εργασίες κατασκευής των δυο ΧΥΤΑ ξεκινούν με πάρα πολλές δυσκολίες τόσο από τις αντιδράσεις των κατοίκων, όσο και τις τεχνικές αστοχίες στο σχεδιασμού των έργων που προκύπτουν κατά τις πρώτες εργασίες κατασκευής.

Παράλληλα, από την πλευρά της τότε κυβέρνησης συνεχίζεται εντατικά η προσπάθεια για την άμεση διενέργεια διαγωνισμών για τις 4 ΜΕΑ με τον μέθοδο των ΣΔΙΤ. Οι διαγωνισμοί προκηρύσσονται το 2013 και προβλέπουν σκανδαλώδη οφέληγια τους επενδυτές. Με βάση τον διαγωνισμό η λειτουργία των έργων προϋποθέτει την εγγυημένη τροφοδοσία των ΜΕΑ με απορρίμματα και την απαλλαγή των επενδυτών για κάθε μεταβολή των συνθηκών.
Τα κέρδη των επενδυτών εξασφαλίζονται σε κάθε περίπτωση, οι επενδυτές μετατρέπονται σε ρυθμιστές του συνόλου της τελικής διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, ενώ δεν εξασφαλίζεται καθόλου η ομαλή λειτουργία των μονάδων, ιδιαίτερα στην περίπτωση που υπάρχει μεταβολή των συνθηκών εις βάρος του επενδυτή. Την ίδια ώρα και εν μέσω της οικονομικής κρίσης προωθούνται μια σειρά ανάλογων έργων σε όλη την Ελλάδα.
Οι κινηματικές αντιστάσεις διαμορφώνουν εναλλακτική πρόταση
 Είναι η ώρα που σε όλη την Ελλάδα και στην Αθήνα, αρχίζει η προσπάθεια συντονισμού των τοπικών αντιστάσεωνμε την εξαίρεση της Κερατέας (της οποίας η εμβληματική αντίσταση εκφυλίστηκε σε ένα τυπικό σύνδρομο «όχι στην αυλή μου»).
Ήδη το 2011 συγκροτείται η Πρωτοβουλία Συνεννόησης για τη Διαχείριση των Απορριμμάτων της Αττικής (ΠΡΩΣΥΝΑΤ), που έμελλε να παίξει ένα καθοριστικό ρόλο στην πλατύτερη ενημέρωση για τις εξελίξεις και στη  διαμόρφωση ενός εναλλακτικού μοντέλου.
Αποκαλύπτεται με λεπτομέρειες ότι στην Ελλάδα εξελίσσεται ένα μεγαλοεργολαβικό σχέδιο, το οποίο προβλέπει φαραωνικά και πανάκριβα εργοστάσια που θα παράγουν κυρίως καύσιμη ύλη από σύμμεικτα σκουπίδια.  Η μαγική αυτή λύση έχει τεράστιο κόστος:
  • κόστος λειτουργίας και συντήρησης που θα φορτώνεται στους πολίτες μέσω των δημοτικών τελών, χωρίς λόγο αφού τα σκουπίδια δεν εξαφανίζονται άρα στη συνέχεια θα πρέπει ή να ταφούν ή να καούν (το ποσοστό ανάκτησης υλικών από αυτές τις μονάδες είναι μονοψήφιο)
  • κόστος περιβαλλοντικό, αφού απαιτούν τα σκουπίδια να παραμένουν σε σύμμεικτη μορφή αυξάνοντας την κατανάλωση πρώτων υλών και ενέργειας και διαιωνίζοντας τη ρύπανση και την υποβάθμιση.
  • κόστος δημοκρατίας, αφού απομακρύνει από την δημόσια σφαίρα και την τοπική αυτοδιοίκηση τις αποφάσεις για το θέμα των στερεών αποβλήτων
Σε δεκάδες Δήμους σε όλη τη χώρα, κατατίθενται αναλυτικά τοπικά σχέδια που υιοθετούν μια εναλλακτική πρόταση με επίκεντρο τηναποκεντρωμένη ολοκληρωμένη διαχείριση των αστικών απορριμμάτων με οικονομικά στοιχεία που εκτιμούν την εξοικονόμηση πόρων. Τα σχέδια αυτά εκπονούνται εθελοντικά με τη βοήθεια της ΠΡΩΣΥΝΑΤ και με την πρωτοβουλία ομάδων πολιτών, αυτοδιοικητικών παρατάξεων ή ακόμη και δημοτικών αρχών.
Ουσιαστικά η πρόταση αυτή αφορά μια κοινωνική διαχείριση των αστικών αποβλήτων που θα επιτυγχάνεται με μικρές ευέλικτες μονάδες σε επίπεδο δήμων, με στόχο την αποδοτικότερη και με το μικρότερο κόστος δραστική μείωση της ποσότητας των απορριμμάτων που θα καταλήγει σε ταφή, ενώ παράλληλα θα επιτυγχάνεται η ευκολότερη ανάκτηση χρήσιμων υλικών,  με άμεσα ανταποδοτικά οφέλη για την τοπική κοινωνία.
Η αποκεντρωμένη διαχείριση γίνεται κυβερνητική εξαγγελία
 Η πρόταση αυτή φαίνεται να βρίσκει σάρκα και οστά με την αλλαγή στην διοίκηση της περιφέρειας Αττικής, καθώς η νέα διοίκηση της περιφέρειας την είχε υιοθετήσει πλήρως στο πρόγραμμα της. Πράγματι, από τις πρώτες αποφάσεις της νέας περιφερειακής αρχής ήταν η ακύρωση των διαγωνισμών των 4 ΣΔΙΤ ενώ παράλληλα με επιστολή της περιφερειάρχη παρακινούνταν οι Δήμοι  για τη σύνταξη τοπικών σχεδίων αποκεντρωμένης διαχείρισης απορριμμάτων. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε και στο προσωρινό πάγωμα όλων των αντίστοιχων προσπαθειών για την κατασκευή ΜΕΑ με ΣΔΙΤ και στην υπόλοιπη Ελλάδα, σε αναμονή και της επικείμενης επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στη ρητορική του είχε ενσωματώσει τα αιτήματα των κινημάτων. Φωνές υπέρ των συγκεντρωτικών σχεδίων όπως αυτή του σημερινού αναπληρωτή περιβάλλοντος  Σ. Φάμελλου, υπήρχαν από τότε μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ έστω και αν αντιμετωπίζονταν ως ανορθογραφία.
Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, στις εκλογές του Ιανουάριου του 2015, αναπτέρωσε τις ελπίδες των κινημάτων και των πολιτών που είχαν αντισταθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια στα σχέδια των λόμπυ της διαχείρισης των αστικών στερεών αποβλήτων. Η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε ευοίωνα  την αναθεώρηση του εθνικού σχεδίου διαχείρισης των αποβλήτων (ΕΣΔΑ), με κύρια επιδίωξη την ανατροπή του μοντέλου των σύμμεικτων απορριμμάτων και της διαχείρισης τους σε συγκεντρωτικές μεγάλες εγκαταστάσεις (ΜΕΣ και ΧΥΤΑ). Το νέο εθνικό σχέδιο δίνει μεγάλη έμφαση στην κατεύθυνση της ανακύκλωσης με διαλογή στην πηγή, των μικρής κλίμακας αποκεντρωμένων εγκαταστάσεων, της εμπλοκής των δήμων και των πολιτών στην εξοικονόμηση πόρων και στην φιλική προς το περιβάλλον δημόσια διαχείριση.
Παράλληλα στο νέο αναθεωρημένο Εθνικό σχέδιο (ΕΣΔΑ) προβλέπεται η εξυγίανση και ριζική αναθεώρηση των ιδιωτικοποιημένων αδιαφανών και αναποτελεσματικών συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης ανακυκλώσιμων υλικών. Δημόσιος έλεγχος στην κατανομή των διαθέσιμων πόρωνγια την εξυπηρέτηση των στόχων του εθνικού σχεδίου και όχι για την κερδοφορία ιδιωτικών συμφερόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου διαθέσιμου πόρου αποτελεί η εισφορά ανακύκλωσης που πληρώνουν υποχρεωτικά οι καταναλωτές, αλλά διαχειρίζονται οι ίδιες οι εταιρείες που το εισπράττουν, με τα γνωστά λαμπρά αποτελέσματα.
Μετά το σύντομο ψυχαγωγικό διάλλειμα το εργολαβικό μοντέλο επανέρχεται
Ωστόσο αυτή η αρχική θετική εικόνα γρήγορα αντιστρέφεται στο δρόμο για την  υπογραφή του τρίτου μνημονίου. Πριν ακόμη εγκριθεί το νέο Εθνικό Σχέδιο (ΕΣΔΑ) και στο μέσο της περίφημης διαπραγμάτευσης, υπογράφεται στις 5 Ιουνίου του 2015 η πρώτη σύμβαση ΣΔΙΤ για διαχείριση απορριμμάτων (ΣΔΙΤ Δυτικής Μακεδονίας).
Το νέο ΕΣΔΑ τελικά εγκρίνεται παρά τις επιθέσεις,  ωστόσο η πολιτική και οι προτεραιότητες της κυβέρνησης έχουν ήδη αλλάξει κατεύθυνση.
Τα λόμπυ των απορριμμάτων αντεπιτίθενται με όχημα τις αναθεωρήσεις των περιφερειακών σχεδιασμών για την διαχείριση απορριμμάτων (ΠΕΣΔΑ) και επαναφέρουν τους σχεδιασμούς των πανάκριβων και αχρείαστων εργοστασίων σκουπιδιών με ΣΔΙΤ. Μόλις πριν λίγες εβδομάδες  εγκρίθηκε μια δεύτερη Μονάδα Επεξεργασίας Απορριμμάτων στις Σέρρες, ενώ εγκρίθηκε η χρηματοδότηση μιας ακόμη μονάδας στην Ήπειρο.
Ανάλογο έργο προωθείται και στην Πελοπόννησο, με την περιφερειακή αρχή (ο περίφημος κύριος Τατούλης που δεν είχε διστάσει να καταθέσει και αίτημα ακύρωσης του νέου ΕΣΔΑ), να κάνει τα αδύνατα δυνατά να προσπεράσει τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων,  των τοπικών κινημάτων ακόμη και των Δήμων, με τις κυβερνητικές ευλογίες.  Ας μην ξεχάσουμε και την ΚΕΔΕ, που επιδίδεται σε συστηματική απαξίωση κάθε έστω και δειλής προσπάθειας αλλαγής.  Σε όλη τη χώρα επανακάμπτουν πλησίστια τα φιλοεργολαβικά σχέδια με τα συγκεντρωτικά εργοστάσια σύμμεικτων.
Η ανακύκλωση πάλι στην αποθήκη με τα αχρείαστα
 Η εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου απαιτούσε σειρά νομοθετημάτων από τα οποία κανένα δεν έχει μέχρι τώρα ψηφιστεί.
Το νομοσχέδιο για τους Φορείς Διαχείρισης είναι εδώ και πάρα πολλούς μήνες παγωμένο, ενώ το νομοσχέδιο για την ανακύκλωση αφήνει άθικτο το κακώς κείμενο καθεστώς των ιδιωτικών ΣΣΕΔ. Και τα δύο παραπάνω νομοσχέδια παρότι δεν διορθώνουν τίποτε επί της ουσίας, συνάντησαν μεγάλες αντιδράσεις από το κύκλωμα των σκουπιδιών.
Ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης παραμένει υποστελεχωμένος και με λίγες αρμοδιότητες, ο δημόσιος φορέας συντονισμού που προέβλεπε το Εθνικό Σχέδιο παραπέμφθηκε στις καλένδες και τον έμμεσο φόρο για την ανακύκλωση θα συνεχίσουν να τον διαχειρίζονται ιδιωτικά ΣΣΕΔ.
Το αλαλούμ των χρηματοδοτήσεων και το ΕΣΠΑ των μεγαλοεργολάβων
Με το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων να έχει περιοριστεί δραματικά, η σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης των απαιτούμενων υποδομών απομένει να είναι το νέο ΕΣΠΑ, το οποίο διαθέτει ελάχιστους πόρους για τη διαχείριση των αποβλήτων (757 εκ. ευρώ, μέσα από το πρόγραμμα για «τις υποδομές, τις μεταφορές, το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη» μέχρι το 2020).
Το μεγαλύτερο μέρος εκχωρείται στις Περιφέρειες για τα συγκεντρωτικά έργα που είχαν ήδη προγραμματίσει από την προηγούμενη περίοδο. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική ήταν η μοναδική πρόσκληση χρηματοδότησης ΕΣΠΑ που βγήκε  οριζόντια για όλη τη χώρα, με ποσό συγχρηματοδοτούμενης δαπάνης μόλις 273 εκ. ευρώ.
Η κατανομή αυτών των χρημάτων αποκαλύπτει την πραγματική στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής: 210 από τα 273 εκ. ευρώ αφορούν κεντρικές μονάδες, κεντρικούς χώρους διαχείρισης σύμμεικτων και κεντρικές μονάδες κομποστοποίησης.
Οι Δήμοι, σε ρόλο φτωχού συγγενή, χρηματοδοτούνται μόνο για να αγοράσουν ολίγους κάδους και απορριμματοφόρα για βιοαπόβλητα (απόβλητα κουζίνας και κήπου), ίσως και κάποια πράσινα σημεία. Η ανακύκλωση θεωρείται οικονομική δραστηριότητα για τους Δήμους και δεν επιδοτείται ενώ τα ΣΔΙΤ είναι η πιο αποδεκτή μορφή για να χρηματοδοτηθούν από την πρόσκληση του επιτυχημένου ΕΣΠΑ.
Στην μεγαλύτερη περιφέρεια της Ελλάδος, την Αττική συμπυκνώνονται όλες οι παραπάνω αντιφάσεις. Αντί το Περιφερειακό πρόγραμμα του ΕΣΠΑ της Αττικής (ΠΕΠ Αττικής), να έχει τα περισσότερα χρήματα για τα απορρίμματα, προκειμένου να εφαρμοστεί το νέο μοντέλο το οποίο θεωρητικά επαγγέλλεται η περιφερειακή αρχή, εξαγγέλλει μόνο δράσεις δημοσιότητας. Κονδύλια του ΕΣΠΑ, αντίθετα με τις άλλες περιφέρειες δεν εκχωρήθηκαν  στην περιφέρεια Αττικής. Και το παράλογο συνεχίζεται. Στην οριζόντια πρόσκληση (των 273 εκατ.) η περιφέρεια και οι Δήμοι της Αττικής θα πρέπει να ανταγωνισθούν με όλη την υπόλοιπη χώρα. Και επειδή η Αττική έμεινε πίσω αφού η ακύρωση των έργων ΣΔΙΤ δεν συνοδεύτηκε από προετοιμασία εφαρμογής εναλλακτικού σχεδίου, κινδυνεύει να μείνει εκτός ή με ψίχουλα. Η νέα κρίση των σκουπιδιών στην Αττική έρχεται και οι γνωστοί από μηχανής σωτήρες κάνουν και πάλι τους λογαριασμούς τους.
Περιφερειακοί σχεδιασμοί χωρίς ίχνος σχεδίου
Όπως προαναφέραμε σε όλη τη χώρα αναθεωρούνται οι περιφερειακοί σχεδιασμοί διαχείρισης αποβλήτων. Οι νέοι περιφερειακοί σχεδιασμοί  πάσχουν όλοι από την ίδια αρρώστια. Επειδή θεωρητικά θα πρέπει να εναρμονισθούν με το νέο Εθνικό Σχέδιο, αλλά στην πράξη κάτι τέτοιο δεν βολεύει καθόλου, επιδίδονται με ιδιαίτερο ζήλο στην δημιουργική ασάφεια, θάβοντας κάτω από χιλιάδες λέξεις και σελίδες την απουσία σχεδιασμού και αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για επιχειρηματίες, πολιτικούς και λοιπούς παράγοντες.
Ο επίλογος και πάλι θα γραφεί από την κοινωνία
Η Δυτική Αθήνα και η Δυτική Αττική νιώθει να εμπαίζεται για μια ακόμη φορά, αφού η εφιαλτική προοπτική της διαιώνισης της Φυλής, διαγράφεται καθαρά.  Ομάδες, σύλλογοι, δημοτικά σχήματα, συγκρότησαν το ΔΥΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ και ξεκίνησαν μια σειρά εκδηλώσεων στις περιοχές τους.
Η ψήφιση του ΠΕΣΔΑ στο περιφερειακό συμβούλιο, θύμισε monty python: εξαγγέλθηκε από μικροφώνου, χωρίς εισήγηση, χωρίς συζήτηση και χωρίς ψηφοφορία και ενώ το περιφερειακό συμβούλιο είχε διακοπεί από διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν.  Στην Πελοπόννησο συνεχίζονται οι αντιδράσεις που πλέον έχουν πλαισιωθεί και από τους Δημάρχους.
Αλλά και σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, τίποτε δεν έχει τελειώσει.  Η εφαρμογή αυτών των σχεδίων είναι βέβαιο ότι θα πυροδοτήσει αντιδράσεις, από την έκβαση των οποίων θα κριθεί η υπόθεση των σκουπιδιών για πολλές δεκαετίες μπροστά.

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ» ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΥ



Πριν από λίγες μέρες διοργανώθηκε στα Γιάννενα μια εκδήλωση από τον Σύλλογο των 200 περίπου εργαζόμενων, καθώς οι εργασίες συντήρησης γίνονται με εργολαβίες, της Εγνατίας οδού (Σ.Ε.Τ.Ε.Ο.), στα πλαίσια του αγώνα, που διεξάγουν ενάντια στην εκχώρηση/ιδιωτικοποίηση της συγκεκριμένης δημόσιας υποδομής. Ενώ όμως τα στοιχεία, που παρουσίασε η αντιπροσωπεία των εργαζόμενων, είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, η διατυπωθείσα επιχειρηματολογία επιφύλαξε μια μάλλον δυσάρεστη έκπληξη. Υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό την οικονομίστικη λογική της Κυβέρνησης, μας πληροφόρησαν ότι, αυξάνοντας τον αριθμό και την τιμή των διοδίων, το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να αποκομίσει κέρδη πολύ μεγαλύτερα από τα ήδη εξασφαλισμένα σήμερα και επομένως να εξυπηρετήσει καλύτερα το δημόσιο χρέος από ό,τι με την παραχώρηση «κοψοχρονιά» σε ιδιώτη επενδυτή.
Δεν πρόκειται μόνο για την αυταπάτη ότι η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα συνδιαλέγονται με ορθολογικά επιχειρήματα περί δημοσίου συμφέροντος και την παραγνώριση της πραγματικότητας ότι η Εγνατία πωλείται ακριβώς επειδή είναι, και μπορεί να γίνει ακόμα περισσότερο, κερδοφόρα. Το πιο σοβαρό είναι ότι απ’ αυτό τον λογαριασμό απουσιάζει εντελώς το δικαίωμα των πολιτών στη γρήγορη, ασφαλή και οικονομική μετακίνηση σε ένα δρόμο, που έχει κατασκευαστεί με τα δικά του χρήματα όπως και με αυτά των Ευρωπαίων πολιτών. Έτσι όμως ο δημόσιος χαρακτήρας περιορίζεται σε απλό κέλυφος ερήμην των κοινωνικών αναγκών, η, θεμιτή σε κάθε περίπτωση, υπεράσπιση της απασχόλησης και των εργασιακών δικαιωμάτων εκπίπτει σε συντεχνιακή λογική, με δυο λόγια το μέσο «καταπίνει» τον σκοπό. Το μέτρο σύγκρισης, για τους εργαζόμενους τουλάχιστον, δεν πρέπει να είναι ο ήδη ιδιωτικοποιημένος και πανάκριβος ΠΑΘΕ των εθνικών εργολάβων αλλά οι γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι, στους οποίους οι πολίτες δεν πληρώνουν διόδια !

Ούτως ή άλλως πάντως ο δρόμος έχει ένα πλούσιο ιστορικό διαστρεβλώσεων του σκοπού μιας συγκοινωνιακής υποδομής να συμβάλει στην εξυπηρέτηση και τη μετακίνηση των πολιτών – και των εμπορευμάτων βεβαίως. Η Εγνατία ήταν πάντα το μέσο, όμως για ποιόν ακριβώς σκοπό ; Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ξετυλίξουμε το κουβάρι των πολλαπλών σκοπιμοτήτων και ιδεολογικών της χρήσεων :
Ο τοπικισμός. Η αρχική σύλληψη, στη διάρκεια της χούντας, για την κατασκευή ενός οριζόντιου, δυτικού – ανατολικού οδικού άξονα κατά μήκος των βορείων συνόρων της χώρας προέβλεπε τη διέλευσή του, στο τμήμα της Ηπείρου, από την Κόνιτσα και την κοιλάδα του Σαραντάπορου. Με τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους όμως, οπότε το σενάριο προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ε.Ε., το ίδρυμα «Εγνατία» του ευρύτερου περιβάλλοντος Αβέρωφ άδραξε το 1991 την ευκαιρία και υπέβαλε μελέτες για την χρηματοδότηση ενός δρόμου, που θα περνούσε από το Μέτσοβο και σύντομα υιοθετήθηκε ως επίσημη ελληνική πολιτική. Έχω την αίσθηση ότι η κατασκευή με βάση τα αρχικά σχέδια θα ήταν τεχνικά και οικονομικά προσφορότερη αλλά αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο.
Η αντιοικολογική επιλογή. Η σιδηροδρομική επέκταση προς την ΒΔ Ελλάδα, ένα παλιό όνειρο από την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη, είχε συμπεριληφθεί από το 1983 στο 15ετές πρόγραμμα του ΟΣΕ. Παρότι εξαγγέλθηκε από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις μετά από το 1990, ήταν από τότε σαφές ότι οι δύο υποδομές ήταν μεταξύ τους ανταγωνιστικές και η χρηματοδότηση της μιας σήμαινε εγκατάλειψη της άλλης. Και ενώ σε όλη σχεδόν την Ευρώπη τα διευρωπαϊκά δίκτυα αφορούσαν κυρίως επεκτάσεις και εκσυγχρονισμούς σιδηροδρομικών δικτύων, την επιστροφή δηλαδή του σιδηροδρόμου ως μέσου μαζικού, οικολογικού και ασφαλούς, στη χώρα μας τα ευάριθμα λόμπυ της αυτοκίνησης και της οδοποιίας ήταν πολύ ισχυρά.
Ο εθνικισμός. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 η Εγνατία αποτελούσε την περήφανη απάντηση του Ελληνισμού στις προκλήσεις των βορείων γειτόνων. Παρότι η λογική αυτή διαπερνούσε όλο το πολιτικό φάσμα, αν και με περισσότερη έμφαση το δεξιό τμήμα του, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν του Χαραλαμπίδη, μέλους τότε του ΕΓ του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος την είχε αποκαλέσει «ειρηνική αναπτυξιακή συνέχεια του 1912-13» και την είχε ορίσει ως λύση για την εθνική αναγέννηση του ελληνισμού κόντρα στο μυωπικό κράτος των Αθηνών !  Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι παρόμοια επιχειρηματολογία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση διατυπώνει σήμερα – αλλά όχι μόνο αυτή – η Χρυσή Αυγή.
Το ωραίο είναι ότι αυτό καθαυτό το όνομα «Εγνατία» συνιστά ελληνική λαθροχειρία. Ο συνώνυμος αρχαίος ρωμαϊκός δρόμος, που πήρε το όνομα του κατασκευαστή του, του ανθύπατου Μακεδονίας Γναίου Εγνάτιου, περνούσε από το Δυρράχιο, την Αυλώνα και την Οχρίδα, πριν διασχίσει το έδαφος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, δηλαδή πολύ βορειότερα από την Ηγουμενίτσα, τα Γιάννενα ακόμα και την Κοζάνη. Και τούτο γιατί πολύ απλά εκείνη ήταν η συντομότερη οδός σε ευθεία με το λιμάνι του Μπρίντιζι και το τέρμα της Αππίας οδού. Παρ’ όλα αυτά η γενικά ευαίσθητη σε κλοπές ονομάτων ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’90 όχι μόνο δεν σκοτίστηκε με ιστορικές λεπτομέρειες αλλά έσπευσε να ονομάσει το σχέδιο για την κατασκευή ενός βορειότερου οριζόντιου άξονα από το Δυρράχιο στην Κωνσταντινούπολη, πιο πιστού δηλαδή στο πρωτότυπο τουλάχιστον στο δυτικό του κομμάτι, «αντι-Εγνατία». Όλα εκείνα τα χρόνια της «εθνικής» πολιτικής ήταν γενικά αδιανόητο ότι θα χρειαζόμασταν τους βαλκάνιους γείτονες όχι μόνο για τη συντήρηση του δρόμου αλλά κυρίως για την επιβίωση του τουριστικού κλάδου στις παραλίες του βόρειου Αιγαίου και, εσχάτως και, του Ιονίου.
Τα λειτουργικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Μπροστά στην ανάγκη να απορροφηθούν άμεσα ευρωπαϊκά κονδύλια η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε τις μελέτες κυριολεκτικά στο πόδι ενώ και οι επόμενες κυβερνήσεις Παπανδρέου, Σημίτη και Καραμανλή κινήθηκαν με κριτήριο τις επιδιώξεις και την τεχνογνωσία, αρχικά πολύ περιορισμένη, των ελληνικών τεχνικών εταιριών, με αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις αλλά και την εμφάνιση, και από τότε και αργότερα, σημαντικών προβλημάτων. Έτσι, παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητα και την γενικά καλή εικόνα, δεν λείπουν ούτε κάποια επικίνδυνα τμήματα με αρκετές στροφές και έντονες κλίσεις – ακόμα και αν η πολύνεκρη καραμπόλα της Βέροιας το 2014 αποδίδεται σε εγκληματική αμέλεια της διαχείρισης – ούτε η ευπάθεια σε ακραίες καιρικές καταστάσεις. Χρειάστηκαν πολλές αντιδράσεις, ώστε ο δρόμος να κατασκευαστεί τελικά τετράιχνος και όχι δίιχνος σε όλο του το μήκος.
Στην κοιλάδα της Δωδώνης χρειάστηκε επίσης να δώσουμε ένα σκληρό αγώνα από το 1995 μέχρι το 1998 προκειμένου να αλλάξει η χάραξη και να προστατευθεί το Δωδωναίο τοπίο, που προκάλεσε τη διεθνή υποστήριξη και ανάγκασε τον, άτεγκτο αρχικά, Λαλιώτη να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αρχίσει να οικειοποιείται την αλλαγή και να διαφημίζει, με περισσό θράσος, τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες του Υπουργείου του. Εννοείται τέλος ότι πολλές ενστάσεις για τους βιότοπους της αρκούδας αντιμετώπισαν την επίσημη χλεύη εναντίον όσων «νοιάζονται μόνο για τις αρκούδες» και αντιστρατεύονται το εθνικό συμφέρον.
Και ολίγος οπορτουνισμός. Από την άλλη πλευρά το ΚΚΕ επέδειξε μια αξιοζήλευτη ευελιξία στη θέση του απέναντι στη σημασία του έργου. Η τοποθέτηση κατά την περίοδο της κατασκευής ότι η Ε.Ε. και το διεθνές κεφάλαιο σαμποτάρουν την Εγνατία μεταβλήθηκε σε κριτική ότι είναι «δρόμος του κεφαλαίου» κατά την περίοδο της λειτουργίας της. Πιστεύω ότι ακόμα και ο ιστορικός του μέλλοντος θα δυσκολευτεί να κρίνει, σε ποιό βαθμό αυτή η μετατόπιση αποτελεί συνήθη αντιπολιτευτικό οπορτουνισμό και σε ποιό ιδεολογική επιλογή «όξυνσης της ταξικής πάλης». Υποψιάζομαι πάντως ότι η προοπτική της ιδιωτικοποίησης θα ενισχύσει τους θετικούς τόνους του κόμματος απέναντι στην Εγνατία αυτή καθαυτή, της οποίας την ιδιωτικοποίηση «επιβάλλει η Ε.Ε.».
Απ’ αυτή την πλούσια αφήγηση μικρών και μεγάλων διαστρεβλώσεων και ιδεολογικών χρήσεων ας κρατήσουμε πάντως τη μεγαλύτερη και χειρότερη : τον ισχυρισμό ότι η εκποίηση της Εγνατίας γίνεται για την εξυπηρέτηση δήθεν του δημόσιου χρέους. Γι’ αυτό και η εκκωφαντική σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ, και ειδικά εκείνων των τέως λαλίστατων στελεχών και βουλευτών, που, όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση, μοίραζαν φυλλάδια στα διόδια, ξιφουλκούσαν ενάντια στο «ξεπούλημα» και έθεταν όλους προ των ευθυνών τους, ας κριθεί αναλόγως.


Για το προσχέδιο Νόμου ''Αυτοτελής υπηρεσία ΟΤΑ – Ρύθμιση θεμάτων ΟΤΑ και άλλες διατάξεις''

Γενικά μιλώντας, το συγκεκριμένο Σχέδιο Νόμου προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα τεράστια προβλήματα, που έχουν συσσωρεύσει οι μνημονιακές πολιτικές στους ΟΤΑ, με αποσπασματικό τρόπο.
Τα κενά σε προσωπικό, που υπάρχουν στους Δήμους αντιμετωπίζονται με ημίμετρα, εφ όσον θεωρείται δεδομένη η απαγόρευση των προσλήψεων και οι σχετικοί μνημονιακοί περιορισμοί. Απο την άλλη βέβαια δημιουργεί νέες θέσεις ακριβοπληρωμένων στελεχών, ειδικών γραμματέων, γενικών γραμματέων και γενικών διευθυντών.
Δεν δίνεται η κατεύθυνση ανατροπής του ''Καλλικράτη'' και των δυσμενών επιπτώσεων που δημιούργησε στην λειτουργία των ΟΤΑ .
Επίσης δεν αντιμετωπίζονται ζητήματα χρηματοδότησης, άσκησης κοινωνικής πολιτικής, συγκεντρωτισμού και γραφειοκρατίας, εκτέλεσης έργων και προμηθειών.

Κάποιες παρατηρήσεις επί του προσχεδίου Νόμου:
Σχετικά με τους οργανισμούς εσωτερικής υπηρεσίας και τις κρίσεις προϊσταμένων.
Άμεσα πρέπει να υπάρξει μέριμνα για τους Δήμους που δεν έχουν προχωρήσει σε σύνταξη οργανισμών και που ίσως να είναι σε πλήθος το 1/2 των σημερινών Δήμων
Η τοποθέτηση των προϊσταμένων οργανικών μονάδων θα πρέπει να γίνεται στην πράξη και μόνο από τα υπηρεσιακά συμβούλια. Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις, αν δεν έχει γίνει καθεστώς, που τα υπηρεσιακά συμβούλια έχουν παρακαμφθεί και η τοποθέτηση γίνεται από Δήμαρχο π.χ. με τη δικαιολογία της αναπλήρωσης και ο ορισμός ισχύει για πάντα. Οι τοποθετήσεις αυτές «βαπτίζονται» ως αναπληρώσεις προϊσταμένων και επιπρόσθετα το επίδομα για τη θέση του προϊσταμένου χορηγείται ως μόνιμο επίδομα και σε ενδεχόμενη κρίση από το υπηρεσιακό συμβούλιο θα πάρουν ως «δωράκι» και τα μόρια για τη θέση που κατείχαν τόσα χρόνια, χωρίς έγκριση του κατά τα άλλα υπεύθυνου για τον ορισμό οργάνου.
Στο ίδιο άρθρο θα πρέπει να υπάρξει πρόβλεψη και για την μη κάλυψη των θέσεων προϊσταμένου του οργανισμού με ευθύνη του φορέα.
Τέλος να υπάρξει λύση για τις αυθαίρετες ενέργειες – αποφάσεις υπηρεσιακών συμβουλίων που αδικούν κάποιους εργαζόμενους σε διάφορα ζητήματα, με αποτέλεσμα οι αδικημένοι να είναι υποχρεωμένοι να προσφεύγουν στα διοικητικά δικαστήρια για να δικαιωθούν,να ξοδεύονται αρκετά χρήματα, να αργεί πολύ η απονομή της δικαιοσύνης.

Άρθρο 20 Ένδικα μέσα Ο.Τ.Α.
Εδώ, οτι δίνεται η δυνατότητα σε Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών να μην ασκήσουν ή να παραιτηθούν από ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων, με τις οποίες διατάσσεται η παραμονή ή η επάνοδος εργαζομένων στην εργασία τους, είναι κατ αρχή θετικό, βάζει όμως 2 προϋποθέσεις για να μετατραπεί η σύμβαση των συγκεκριμένων συμβασιούχων σε αορίστου χρόνου: να υπάρχει η αναγκαία πίστωση στον προϋπολογισμό του φορέα και να έχουν παραιτηθεί οι εργαζόμενοι αυτοί από οποιαδήποτε χρηματική αξίωση κατά των ΟΤΑ α' και β' βαθμού.

Αρθρο 21. Νομική στήριξη υπαλλήλων ΟΤΑ
Η υποχρέωση των Δήμων να θέσουν στη διάθεση των δημοτικών υπαλλήλων τις υπηρεσίες των δικηγόρων της Νομικής Υπηρεσίας, έρχεται σε αντίθεση με το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να αναθέτει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της απόλυτης και ελεύθερης επιλογής του.
Είναι απορίας άξιο πως οι δικηγόροι, που συνδέονται με σχέση πάγιας εντολής με τον φορέα, θα εκπροσωπήσουν στο ποινικό δικαστήριο τους υπαλλήλους ή αιρετούς που κατηγορούνται ότι ενήργησαν σε βάρος των συμφερόντων του εντολέα τους.
Δεν προβλέπεται επίσης στο άρθρο, τι γίνεται με την εκπροσώπηση στα αστικά δικαστήρια.
Γι αυτούς τους λόγους η ελεύθερη επιλογή νομικού εκπρόσωπου του κατηγορουμένου πρέπει να κατοχυρωθεί, και να εξαλειφθεί η ''υποχρεωτική εκπροσώπηση από τη Νομική Υπηρεσία του φορέα''.

Άρθρο 41: Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού για εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία.
Δεν μπορεί να προσληφθεί προσωπικό με πεντάμηνες συμβάσεις για την εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία και με δεδομένη τη μεγάλη έλλειψη τεχνικού και εργατικού προσωπικού στους Δήμους καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία άρα αναγκάζει τους ΟΤΑ να στραφούν στον ιδιωτικό τομέα.

Άρθρο 52 παρ.2: Μέσα Ατομικής Προστασίας εργαζομένων ΟΤΑ
Θα πρέπει στις ειδικότητες να συμπεριληφθούν οπωσδήποτε και οι διπλωματούχοι Μηχανικοί διότι επιβλέπουν έργα και κινούνται εντός εργοταξίων ή διενεργούν αυτοψίες σε ετοιμόρροπα κτίσματα κ.α.
συνεπώς είναι αυτονόητο να χορηγούνται και σε αυτούς, κράνη, αντανακλαστικά γιλέκα, γυαλιά προστασίας, εργοταξιακά υποδήματα προστασίας κ.α.

Άρθρο 53 παρ.2: Επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας
Στη χορήγηση του ανθυγιεινού επιδόματος έχει προστεθεί η πρόταση «με την επιφύλαξη της επικείμενης ευθυγράμμισης του σχετικού καθεστώτος με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή νομοθεσία έως τις 31-12-2017», κάτι που πρέπει να απαλειφθεί μια και νωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό.
Επιπλέον να συμπεριληφθούν οι εργαζόμενοι στην κατασκευή και συντήρηση δικτύων ύδρευσης καθαρίστριες σχολείων και γενικά εσωτερικών χώρων, βαφείς, ηλεκτροσυγκολλητές,  Δ.Ε. δενδροανθοκηπουρούς, και μηχανικοί που απασχολούνται σε εργοτάξια, κάνουν αυτοψίες σε επικίνδυνα κτίρια κλπ

Άρθρο 72: Τροποποίηση της παρ. 1α του άρθρου 100 του ν.3852/2010 (ΦΕΚ Α 87).
Δημιουργεί συνθήκες ευνοϊκές για αδιαφάνεια, με την ενίσχυση των ΑΕ και την θέσπιση προγραμματικών συμβάσεων με δημοτικές αναπτυξιακές επιχειρήσεις, που χρόνια τώρα γνωρίζουμε πολύ καλά το
«ρόλο» τους.





ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ