Του Πέτρου Τσιβίδη
Η
μακρόχρονη οικονομική κρίση και οι
πρωτοφανείς περιοριστικές πολιτικές
που εφαρμόστηκαν μέσω της επιτροπείας
και των μνημονίων, έχουν αλλάξει κατά
πολύ την κοινωνική πραγματικότητα στην
Ελλάδα.
Καταστροφή της παραγωγικής βάσης, μείωση
του ΑΕΠ κατά 1/4, ανεργία, ελαστικές
σχέσεις εργασίας, μείωση μισθών,
υπερφορολόγηση, απαξίωση μικρομεσαίων
στρωμάτων, με ταυτόχρονη αύξηση των
κερδών του μεγάλου κεφαλαίου, αποτελούν
σημαντική νίκη του κεφαλαίου που
κινδυνεύει να πάρει ιστορικά – μόνιμα
χαρακτηριστικά.
Μια
άλλη επίπτωση της βίαιης επιβολής των
μνημονιακών πολιτικών είναι η κατάρρευση
των ελπίδων για αλλαγή μέσω του
κοινοβουλευτικού δρόμου, γεγονός όμως
που δεν οδηγεί αναγκαστικά σε
ριζοσπαστικοποίηση αλλά, όπως όλα
δείχνουν, μάλλον σε παθητικοποίηση,
ιδιώτευση, ατομισμό, αποδοχή συντηρητικών
θέσεων κλπ
Εναλλακτικά, σαν πολιτική πρόταση και
προοπτική, η θέση για έξοδο απο το ευρώ
ως αναγκαία συνθήκη καλυτέρευσης των
πραγμάτων δεν έχει απο μόνη της πειστική
δύναμη - μαζική αποδοχή γιατί, σε συνθήκες
καταστροφής, δεν βάζει σαν κατ αρχή
αναγκαία, την ύπαρξη μαζικής κοινωνικής
δυναμικής η οποία θα απαιτήσει η όποια
αλλαγή νομίσματος, υποτίμησή του κλπ
να γίνει με όρους που δεν θα στραφούν
ενάντια στο συμφέρον των εργαζόμενων.
Η
αστική πολιτική εκπροσώπηση αφού πέρασε
απο μια ταραχώδη περίοδο αμφισβήτησης
της πολιτικής της ηγεμονίας, φαίνεται
να σταθεροποιείται σε νέες βάσεις.
Σημαντικό ρόλο έπαιξε και η μνημονιακή
στροφή του ΣΥΡΙΖΑ στην καθιέρωση της
αντίληψης ''δεν υπάρχει εναλλακτική''.
Στο
συνδικαλιστικό κίνημα, στις δομές, στις
αντιλήψεις, στις παρατάξεις εκπροσώπησης
δεν υπήρξαν αλλαγές, παρά τις σημαντικότατες
ανατροπές στις συνθήκες αναπαραγωγής
της εργατικής δύναμης.
Στον ιδιωτικό τομέα συνεχίζεται η
κυριαρχία του γραφειοκρατικού και εν
πολλοίς πλασματικού τρόπου εκπροσώπησης,
αδιάφορου για την ανεργία και τις νέες
μορφές εκμετάλλευσης.
Στο
δημόσιο τομέα επίσης οι καθεστωτικές
παρατάξεις κυριαρχούν, καθώς και η
αποσπασματική διεκδίκηση συντεχνιακών
αιτημάτων.
Αν
η αναπαραγωγή της συνδικαλιστικής
γραφειοκρατίας στα προ μνημονίων χρόνια
βασιζόταν στην ικανοποίηση επι μέρους
οικονομικών αιτημάτων, σήμερα στηρίζεται
σε μεσολαβήσεις – εξυπηρετήσεις στο
εσωτερικό των εργασιακών χώρων.
Μιλώντας για το δημόσιο, μια που στον
ιδιωτικό τομέα αν εξαιρέσουμε τις ΔΕΚΟ
τα πράγματα είναι τραγικά, οι υπάρχουσες
συνδικαλιστικές δομές δεν προωθούν την
δημοκρατία και συμμετοχή, με την απουσία
γεν. συνελεύσεων, την απο τα πάνω λήψη
αποφάσεων, τον συντεχνιακό χαρακτήρα
των αιτημάτων, τον κατακερματισμό των
αγώνων.
Μεγάλη μερίδα των συνδικαλιστικών
εκπροσώπων, είναι αποκομμένοι απο τα
πραγματικά προβλήματα των εργασιακών
χώρων, απο τις νέες ανάγκες και απαιτήσεις,
ενώ πολλοί απο αυτούς κατέχουν διευθυντικές
θέσεις και απολαμβάνουν προνόμια.
Ελάχιστα ασχολείται το συνδικαλιστικό
κίνημα με προβλήματα όπως, την οργάνωση
των υπηρεσιών την έλλειψη χρηματοδότησης
και υποδομών, την κατανομή της δουλειάς
και του φόρτου εργασίας, την τεράστια
γραφειοκρατία και αντιπαραγωγικότητα
των υπηρεσιών, την αντιμετώπιση πιέσεων
και απειλών απο την εργοδοσία, το κυνήγι
μαγισσών με τις καταγγελίες, μηνύσεις,
δίκες και καταδίκες εργαζομένων, την
έλλειψη στοιχειώδους αξιοκρατίας με
μετακινήσεις, κρίσεις προϊσταμένων κλπ
κατά το δοκούν της εργοδοσίας - για το
τελευταίο μάλιστα, σε συνεργασία με τις
διοικήσεις, πολλές φορές, συνδικαλιστές,
επιδιώκουν το βόλεμα των ίδιων ή δικών
τους ''παιδιών''.
Στην ουσία σήμερα ο χώρος του δημοσίου
έγινε το όργανο μεταβίβασης των
περιοριστικών πολιτικών του κράτους
προς την κοινωνία. Ενός κράτους έρμαιου
και υποτακτικού των δυνάμεων της αγοράς
σε μια κατ όνομα αντιπροσωπευτική
δημοκρατία.
Σημαντικό θέμα είναι και η πρόσληψη
χιλιάδων συμβασιούχων σε κλάδους όπως
ΟΤΑ και Υγεία, για το μπάλωμα των κενών
απο την απαγόρευση προσλήψεων και
μαζικών συνταξιοδοτήσεων. Οι εργαζόμενοι
αυτοί είναι αντικειμενικά το ''νεο αίμα''
στους χώρους δουλειάς και αυτοί ίσως
που θα μπορούσαν να αποτελέσουν καλύτερο
υπερασπιστή των δημοσίων δομών, μια και
αυτή η ολιγόμηνη εργασία τους εξαρτάται
απο την ύπαρξη αυτών των δομών. Παρόλα
αυτά δεν εκπροσωπούνται συνδικαλιστικά,
έρχονται και παρέρχονται εναλλασσόμενοι,
και χάνεται έτσι μια ευκαιρία ανανέωσης
και εμπλουτισμού των συνδικάτων με
παράλληλη στήριξη και ενσωμάτωση των
ανέργων σε συνδικαλιστικές δομές αλλά
και επανακοινωνικοποίησης ενός κόσμου
που η κρίση θεωρώντας το πλεονάζων
εργατικό δυναμικό αμφισβητεί ακόμη και
την υποκειμενική του ύπαρξη.
Τελευταία έχουμε την εμφάνιση της
''χρυσής αυγής'' σε εκλογές συλλόγων του
δημοσίου. Η αντίδραση των κυρίαρχων
παρατάξεων είναι ήπια εως ανύπαρκτη,
ενώ κάποιοι συνδικαλιστές δεν αρνούνται
να πουν οτι είναι μεν ακραίες οι απόψεις
της ''χρυσής αυγής'', αλλά αντίστοιχες
υπάρχουν και απο τα αριστερά και οτι αν
ήταν να απαγορέψουμε τους μεν θα έπρεπε
να απαγορέψουμε και τους δε. Πέρα απο
τους προφανείς λόγους σκοπιμότητας για
τους οποίους λέγονται τα παραπάνω, στην
προσπάθεια κάποιων να κυριαρχήσουν
στους χώρους δουλειάς σαν η ''ήρεμη
δύναμη'' μακριά απο ακρότητες, είναι και
άκρως επικίνδυνα γιατί στην ουσία
συμμαχούν με τις ακραίες απόψεις της
η ''χρυσής αυγής'' ενάντια στη συλλογική,
συνδικαλιστική, διεκδικητική έκφραση.
Για να μη δαιμονοποιούμε πάντως τέτοια
φαινόμενα και για να αποτραπούν
ουσιαστικά, η μάχη πολιτική και ιδεολογική,
πρέπει να δοθεί και ενάντια στις
γραφειοκρατικοποιημένες, αντιδημοκρατικές
δομές του συνδικαλιστικού κινήματος.
Ολα
τα παραπάνω, και πολλά άλλα, δείχνουν
τις δυσκολίες στην προσπάθεια
ανασυγκρότησης με ταξικούς όρους του
συνδ. κινήματος. Και είναι έτσι, γιατί
καμιά προσπάθεια αυτοκριτικής, εξυγίανσης,
ανοίγματος ουσιαστικής συζήτησης,
ανάλυσης των συνθηκών, και απόδοσης
ευθυνών δεν γίνεται.
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να βαθαίνει η
κρίση εκπροσώπησης, να κυριαρχεί και
να αναπαράγεται στο εσωτερικό των
συνδικάτων η ιδεολογία του ατομισμού,
η συγκρότηση παρατάξεων να μη γίνεται
με συνδικαλιστικούς – πολιτικούς όρους
αλλά για την ικανοποίηση συμφερόντων
και φιλοδοξιών, η ενότητα να μη επιδιώκεται
στη βάση αξιών αλά μερικά και συντεχνιακά
όταν θίγονται συμφέροντα συγκεκριμένης
ομάδας ή για να εξυπηρετηθούν πολιτικές
σκοπιμότητες. Δεν είναι λίγα τα
παραδείγματα, (και εδώ ο χώρος των ΟΤΑ
προσφέρεται για μελέτη), διαχωρισμού
των εργαζομένων σε υποτακτικούς ή μη
της παράταξης που έχει την πλειοψηφία
και ακολούθως στην δημόσια συκοφάντηση
των μη αρεστών.
Όλα
αυτά βέβαια δεν σημαίνουν πως δεν
υπάρχουν άνθρωποι ή συλλογικότητες οι
οποίες δεν αγωνιούν, δεν αγωνίζονται,
με αυταπάρνηση πολλές φορές, μέσα ή έξω
απο τα συνδικάτα, ενάντια στη δύσκολη
σημερινή κατάσταση. Το θέμα βέβαια είναι
η συνάντηση αυτών των δυνάμεων, η
συγκεκριμένη στόχευση, και μια αποτύπωση
των διεκδικήσεων με τρόπο και επεξεργασία
τέτοια, ώστε να αποκτήσουν συλλογική
κινηματική δυναμική.
Σ
αυτή την κατεύθυνση, οι κλασικές εργατικές
διεκδικήσεις ενός ταξικού συνδικαλιστικού
κινήματος για αυξήσεις, ασφαλιστικά
δικαιώματα, μείωση ωραρίου κλπ, πρέπει
να εμπλουτισθούν, ίσως και κατά
προτεραιότητα, με την διαφύλαξη και
επέκταση του δημόσιου χαρακτήρα των
κοινών αγαθών.
Με
τον ίδιο τρόπο πρέπει να γίνει συνάντηση
με υπαρκτά κινήματα όπως αυτά για, την
διαφύλαξη του δημόσιου χαρακτήρα των
κοινών αγαθών, την απόδοση των στρατοπέδων
και των ελεύθερων χώρων στους πολίτες,
το κίνημα ενάντια στους πλειστηριασμούς
λαϊκών κατοικιών , με δομές αλληλεγγύης,
με συνεργατικές ή αυτοδιαχειριζόμενες
προσπάθειες οι οποίες αμφισβητούν στην
πράξη τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο ελέγχου
της παραγωγής και διάθεσης προϊόντων,
με προσπάθειες τοπικού χαρακτήρα
αγροτικής ή εναλλακτικής οικονομίας,
προσπάθειες στο χώρο της πληροφορικής
και των νέων τεχνολογιών για την διάδοση
της γνώσης αδιαμεσολάβητα, κ.α.
Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να εκπαιδεύσει
στην κατεύθυνση του τρόπου αντιμετώπισης
των νέων συνθηκών που γέννησε η κρίση.
Μπορεί να εμπλουτίσει το περιεχόμενο
και την ουσία των αιτημάτων. Και μπορεί
ίσως να εμπνεύσει να δώσει ώθηση για
ενεργοποίηση και συμμετοχή.
Το
εύλογο ερώτημα είναι αν αυτά μπορούν,
αν υπάρχει χώρος, να γίνουν μέσα απο τις
υπάρχουσες συνδικαλιστικές δομές.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου