Πέμπτη 13 Ιουνίου 2019

ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Το πρόβλημα της διαχείρισης των απορριμμάτων είναι ίσως το πιο σημαντικό και επείγον ζήτημα που θα έπρεπε να απασχολεί όσους διεκδικούν την ψήφο των πολιτών στις επερχόμενες Δημοτικές εκλογές.
Ελάχιστα όμως συγκεκριμένα πράγματα ακούγονται γύρω απο αυτό, πέρα από τα γενικόλογα περί κυκλικής οικονομίας ή ευχών για αύξηση της ανακύκλωσης κλπ

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Αρχές του 2016 ο Δήμος Θεσσαλονίκης ψήφισε το Τοπικό Σχέδιο Διαχείρισης Αποβλήτων (ΤΟΣΔΑ), το οποίο έγινε με βάση τον Εθνικό Σχεδιασμό, ούτως ώστε με οργανωμένο τρόπο, σχέδιο, δράσεις κλπ και με ορίζοντα πενταετίας, δηλ μεχρι το 2020, να επιτευχθούν οι Εθνικοί και Κοινοτικοί στόχοι για μείωση αποβλήτων, ανακύκλωση κλπ.
Συγκεκριμένα με βάση το ΤΟΣΔΑ θα έπρεπε μεχρι το 2020 να έχουμε ξεχωριστά ρεύματα για :   
- βιοαποβλήτα με ανάκτηση 40% και κομποστοποίησή τους,
- και για τα υπόλοιπα υλικά όπως χαρτί, πλαστικό, μέταλλο, γυαλί, με ανάκτηση απο 70%
έως 90%.
Στα πλαίσια του σχεδίου αυτού θα έπρεπε να είχαν ήδη πραγματοποιηθεί :
- ουσιαστική καμπάνια ενημέρωσης των πολιτών,
- επανασχεδιασμός και εκσυγχρονισμός του συστήματος αποκομιδής,
- υπογειοποίηση κάδων στο ιστορικό κέντρο
- δημιουργία δύο μεγάλων πράσινων σμείων και 25 πράσινων νησίδων γειτονιάς, με κατάλληλη χωροθέτηση όπου θα τοποθετηθούν οι κάδοι ξεχωριστής συλλογής ρευμάτων.
- δημιουργία Κέντρου Διαλογής Ανακυκλώσιμων (ΚΔΑΥ),
- καθιέρωση καφέ κάδου για συλλογή από τα νοικοκυριά βιοαποβλήτων
- δημιουργία μονάδας κομποστοποίησης κλπ 

Τι έγινε από όλα αυτά παρόλο που ήταν υποχρέωση του Δήμου, εφόσον τα ψήφισε στο Δημοτικό Συμβούλιο;

 Τίποτα.

Σήμερα ο Δήμος Θεσσαλονίκης παράγει συνολικά περίπου 130.000 τν/ετος απορρίμματα.
Αυτά που συλλέγονται μέσω του πράσινου κάδου μεταφέρονται στο ΣΜΑ Πυλαίας, συμπιέζονται και με κοντέινερ μεταφέρονται στη Μαυρορράχη σε απόσταση 51χλμ όπου θάβονται. Εδώ να σημειώσουμε οτι η Μαυρορράχη σχεδιάστηκε να λειτουργήσει  ως ΧΥΤΥ (χώρος υγειονομικής ταφής υπολειμμάτων) και οχι ως ΧΥΤΑ και οτι εξαιτίας αυτού του τρόπου λειτουργίας ο χρόνος ζωής της περιορίστηκε και αυτή την στιγμή δεν ξεπερνάει τα 3 χρόνια.
Τα ανακυκλώσιμα (συσκευασίες)  που συλλέγονται μέσω του συστήματος των μπλε κάδων, περίπου 15.000 τν/ετος οδηγούνται σε ιδιωτικό ΚΔΑΥ στην Σίνδο. Απο αυτά ενα ποσοστό 35% (με στοιχεία του ΚΔΑΥ) καταλήγει στη χωματερή ως ακατάλληλα.
Επίσης μια ποσότητα 8.000 τν/έτος που αποτελείται απο προϊόντα εκσκαφών, κατεδαφίσεων και άλλα ογκώδη, μεταφέρεται σε χώρο του Δήμου όπου μετά απο διαλογή ενα μέρος μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί ενώ το υπόλοιπο καταλήγει στην χωματερή.
Γενικά το συνολικό ποσοστό ανακύκλωσης που επιτυγχάνεται είναι περίπου 8%, με στοιχεία του Δήμου, αντίστοιχο με το Εθνικό ποσοστό και ενα απο τα χαμηλότερα στην Ευρώπη.
Το κόστος που πληρώνουν οι δημότες για όλη αυτή τη διαδικασία είναι περίπου 7 εκ ευρώ/έτος (τέλη απόθεσης και μεταφορικά).

Σαν κερασάκι στην τούρτα, της αδιαφανούς και αναποτελεσματικής ανακύκλωσης μέσω του μπλέ κάδου, το ιδιωτικό ΚΔΑΥ στην Σίνδο με το οποίο με το οποίο συνεργαζόταν ο Δήμος και πήγαινε το σύνολο του μπλε κάδου, πρόσφατα κάηκε ολοσχερώς. Στις εταιρίες αυτές επικρατούν πολύ άσχημες  συνθήκες εργασίας και υγιεινής, με τους εργαζόμενους να δουλεύουν χωρίς καν στοιχειώδη μέσα προστασίας, με ατομικές συμβάσεις, εκβιαστικές πρακτικές, κυνήγι κάθε απόπειρας συνδικαλισμού, εκδικητικές απολύσεις. Πέρα απο το οτι ο μπλε κάδος σήμερα πάει στην χωματερή, με αποτέλεσμα να έχουν μηδενισθεί τα ποσοστά ανακύκλωσης, οι τοξικοί ρύποι που εκλύθηκαν στην ατμόσφαιρα απο την καύση χιλιάδων τόνων πλαστικού, έχουν κατά πάσα πιθανότητα μολύνει την ευρύτερη περιοχή. Πρέπει να πούμε οτι προβληματίζει η σιωπή που υπάρχει γύρω απο το θέμα, αφού ούτε στοιχεία για την μόλυνση  δημοσιοποιήθηκαν, ούτε έρευνα για τις αιτίες της πυρκαγιάς βγήκε στην δημοσιότητα. Να σημειώσουμε πως είναι το δεύτερο ιδιωτικό ΚΔΑΥ που καίγεται τα δύο τελευταία χρόνια.
Τα απαράδεκτα  πράγματα που περιγράφουμε παραπάνω είναι και μια απάντηση σε όσους στηρίζουν την εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα στην διαχείριση των απορριμμάτων.

Απο την άλλη ο Δήμος έχει ως απασχολούμενους  στην καθαριότητα περίπου 750 εργαζόμενους μόνιμους και αορίστου και 350 συμβασιούχους. Πολλοί απο αυτούς τους εργαζόμενους, γύρω στους 300, έχουν αποσπαστεί σε άλλες υπηρεσίες, ( φύλακες – διοικητικές εργασίες – εσωτερική καθαριότητα κτιρίων κλπ). Πέρα απο την συζήτηση για το αν επαρκούν ή όχι, πρέπει να πούμε οτι ο μέσος όρος ηλικίας είναι μεγάλος, οι επαγγελματικές ασθένειες διαδεδομένες, οι χώροι εργασίας (εποπτείες) ακατάλληλες, τα μέσα ατομικής προστασίας δεν δίνονται στην ώρα τους, η οργάνωση της εργασίας αρκετά πρόχειρη στην κατεύθυνση να βγει γρήγορα η δουλειά, οι πιέσεις απο επόπτες και διοίκηση δεν λείπουν και γενικότερα μπορούμε να πούμε οτι η σημερινή διοίκηση όπως και οι προηγούμενες συντηρεί ενα ξεπερασμένο και ακατάλληλο μηχανισμό στην καθαριότητα, προφανώς για εξυπηρέτηση δικών της συμφερόντων.  Απο την άλλη όμως τα συχνά εργατικά ατυχήματα και οι μη ικανοποιητικές συνθήκες καθαριότητας στην πόλη έχουν την αιτία τους σε πολλά απο τα παραπάνω.

ΤΙ ΣΧΕΔΙΑΖΟΥΝ ΔΗΜΟΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΑΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ
Όπως είπαμε πιο πάνω τίποτα απο τα προαπαιτούμενα του Τοπικού Σχεδίου δεν έχει γίνει στο Δήμο Θεσσαλονίκης. Είναι σημαντικό να ειπωθεί οτι χωρίς σωστή ενημέρωση, διαλογή στην πηγή με χωριστά ρεύματα, τοπικές μονάδες διαλογής κλπ δεν είναι δυνατόν να γίνει ανακύκλωση.
Αντί λοιπόν να προωθείται το μοντέλο της αποκεντρωμένης διαχείρισης, τόσο η κυβέρνηση οσο και οι Περιφέρειες και οι Δήμαρχοι πριμοδοτούν ενα συγκεντρωτικό μοντέλο που συνεχίζει την αποκομιδή σύμμεικτων τα οποία θα καταλήγουν σε εργοστάσια επεξεργασίας (ΜΕΑ) και απο το οποίο συγκεντρωτικό μοντέλο δεν απουσιάζει η παραγωγή δευτερογενών καυσίμων SRF – RDF (χαρτί, πλαστικά, αποξηραμένα οργανικά) που θα παράγονται στις ΜΕΑ και θα οδηγηθούν για καύση.

Ο ΦΟΔΣΑ (Φορέας διαχείρισης στερεών αποβλήτων), η Περιφέρεια με σύμφωνη γνώμη της ΠΕΔ ΚΜ (Ενωση Δήμων) και με πρωτοπόρο τον απερχόμενο Δήμαρχο Μπουτάρη, προχωράει στην υλοποίηση δυο ΜΕΑ, η μια στην Ανατολική Θεσσαλονίκη και η άλλη στην Δυτική. Να πούμε οτι η Περιφέρεια στο ΠΕΣΔΑ (Περ. Σχεδιο Διαχειρ. Αποβλ) αποδέχεται και την καύση απορριμμάτων, ως μείωση των ποσοτήτων που οδηγούνται σε ταφή.

Η ΜΕΑ Αν. Θεσ/νικης της οποίας η μελέτη ολοκληρώνεται θα εγκατασταθεί στον Αγ. Αντώνιο, θα έχει δυνατότητα επεξεργασίας 130.000τν/ετος σύμμεικτων και 18.000τν/ετος βιοαπόβλητων.
Η ΜΕΑ Δυτ Τομέα, της οποίας οι μελέτες για την κατασκευή, υπογράφηκαν πρόσφατα και θα γίνει κάπου στην Σίνδο, θα έχει δυνατότητα επεξεργασίας 300.000τν/ετος σύμμεικτων μαζί με 38.000τν/ετος βιοαπόβλητων.

Ο χρόνος για περάτωση και λειτουργία αυτών των μονάδων υπολογίζεται το 2021 – 2022
Η χρηματοδότηση αυτών των μονάδων (όπως έγινε με την ΜΕΑ Σερρών) γίνεται μέσω ΕΣΠΑ, εθνικών και ιδιωτικών κεφαλαίων. Θα λειτουργήσουν με την μορφή ΣΔΙΤ όπου ο ανάδοχος αναλαμβάνει την λειτουργία της μονάδας για 25-30 χρόνια.
Το κόστος για την κατασκευή τους υπολογίζεται κοντά στα 200 εκ ευρώ, ποσά βέβαια που εύκολα μπορούν να αναθεωρηθούν προς τα πάνω.
Στις δυο αυτές ΜΕΑ, όπως εξελίσσονται σήμερα τα πράγματα, θα καταλήγει μεγάλο ποσοστό των σύμμεικτων του Δ.Θ. μαζί με άλλους Δήμους του πολεοδομικού και των γύρω νομών.
Να σημειώσουμε οτι είναι πολύ πιθανόν να υπάρξει πρόβλημα με την χρηματοδότηση μέσω ΕΣΠΑ καθώς πρόσφατα η ΕΕ ανακοίνωσε οτι στο νέο ΕΣΠΑ 2021- 2027 δεν θα χρηματοδοτούνται εργοστάσια σύμμεικτων. Είναι αμφίβολο δηλ αν αυτά τα δύο εργοστάσια προλάβουν τις ημερομηνίες για χρηματοδότηση.

Σε κάθε περίπτωση εκφράζουμε την αντίθεσή μας στο συγκεντρωτικό μοντέλο διαχείρισης γιατί:
- Αποτελεί το ακριβώς αντίθετο της ήπιας αποκεντρωμένης διαχείρισης με διαλογή στην πηγή και  υπονομεύει κάθε προσπάθεια εναλλακτικής διαχείρισης.
- Τα τέλη απόθεσης και αντίστοιχα τα Δημοτικά τέλη θα αυξηθούν κατακόρυφα
- Το κόστος κατασκευής και λειτουργίας είναι τεράστιο .
- Οι συμβάσεις που υπογράφονται με τους ιδιώτες είναι πιθανό να έχουν ρήτρες για τις ποσότητες απόθεσης που αν είναι μικρότερες απο τις συμφωνημένες οι Δήμοι θα πληρώνουν την διαφορά.
- Τα ποσοστά πραγματικής ανακύκλωσης που επιτυγχάνουν οι ΜΕΑ είναι πολύ μικρά. Στην ουσία μέσα απο επεξεργασία σύμμεικτων μόνο κακής ποιότητας κομπόστ μπορεί να παραχθεί (κατάλληλου μόνο για επικάλυψη - αποκατάσταση παλιών λατομείων κλπ), και SRF – RDF  που θα τροφοδοτεί για καύση τσιμεντοβιομηχανίες – κεραμοποιεία κλπ. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του ΕΜΑΚ Φυλής όπου μόνο ενα 16% κατάφερε να ανακτηθεί και αυτό αφορούσε βασικά τα δευτερογενή καύσιμα.
- Στην πραγματικότητα το μοντέλο της συγκεντρωτικής διαχείρισης που προωθείτε απο κυβέρνηση, περιφέρεια και δημάρχους, με δεδομένο την εγκατάλειψη κάθε ενέργειας για διαλογή στην πηγή, και προκειμένου να επιτευχθούν, εν μέρει, οι στόχοι για μείωση των ΑΣΑ (αστικά στερεά απόβλητα) κατά 50% που οδηγούνται στις χωματερές και να γλυτώσει η χώρα κάποια πρόστιμα απο ΕΕ, θα καταλήξει αναγκαστικά στην καύση των απορριμμάτων που θα επεξεργάζονται οι ΜΕΑ. Το υπόλοιπο ποσοστό απορριμμάτων που θα παράγεται (αν εξαιρέσουμε τον μπλε κάδο) θα συνεχίζει να πηγαίνει για ταφή στην χωματερή.
- Ειδικά για την καύση αξίζει να ειπωθούν δυο λόγια παραπάνω. Πρόκειται στην ουσία για τζάμπα καύσιμο, το οποίο φτάνει και δωρεάν στην πόρτα των μεγάλων βιομηχανιών, για το οποίο  επιδοτούνται επιπλέον γιατί υποτίθεται μας απαλλάσσουν από τα σκουπίδια. Μάλιστα κερδίζουν και από το εμπόριο ρύπων με το επιχείρημα του περιορισμού των εκπομπών του CO2.  Πέρα από το γεγονός ότι οι βιομηχανίες με αυτά τα τρικ εξασφαλίζουν αύξηση των κερδών τους με χρήματα των πολιτών, η καύση αποδεδειγμένα δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στην υγεία. Εκτός από τις διοξίνες που αποτελούν το σοβαρότερο πρόβλημα από την καύση απορριμμάτων, υπάρχουν εκπομπές και άλλων τοξικών αερίων, βαρέων μετάλλων, υδράργυρου, αρσενικού, μόλυβδου, κλπ.
Σοβαρό όμως πρόβλημα είναι η τέφρα που μένει ως υπόλειμμα. Ισοδυναμεί μέχρι και το 1/3 του υλικού καύσης κατά βάρος και έχει πολύ αυξημένη τοξικότητα, για την οποία δεν υπάρχει καμία τεχνολογία εξουδετέρωσης, και απλώς απορρίπτεται σε ειδικές χωματερές, ρυπαίνοντας τα υπόγεια νερά τον αέρα και το περιβάλλον.


ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΡΟΣ ΟΦΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ
- Είναι απαραίτητη η ενημέρωση – ευαισθητοποίηση των πολιτών αλλά και κοινωνικών, επαγγελματικών φορέων για τα οφέλη της μείωσης, επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης.
- Συνελεύσεις ανά γειτονιά και Δημοτικό διαμέρισμα. Οι όποιες αποφάσεις σχετικά με την ανακύκλωση πρέπει να έχουν την συναίνεση των πολιτών οι οποίοι εμπλέκονται ενεργά με την διαδικασία. Όταν λέμε ανακύκλωση στην πηγή εννοούμε τον άνθρωπο, αυτός είναι η πηγή.
- Επανασχεδιασμός του συστήματος αποκομιδής  Δήμου με εκπαίδευση του προσωπικού στην κατεύθυνση της αποκεντρωμένης διαχείρισης με λογικές όχι εντάσεως εργασίας όπως σήμερα, αλλά στοχευμένης και ειδικευμένης ποιοτικής διαχείρισης
- Διαλογή στην πηγή σε πεντε ξεχωριστά ρεύματα (χαρτί, πλαστικό, μέταλλο, γυαλί, βιοαποδομήσιμα)
- Δημιουργία πράσινων νησίδων γειτονιάς με τους αντίστοιχους κάδους, για την απόθεση των ανακυκλώσιμων και δικτύου καφέ κάδων για τα βιοαποδομήσιμα.
- Ενίσχυση της οικιακής κομποστοποίησης και δημιουργία δικτύου συνοικιακής κομποστοποίησης, με την τοποθέτηση κάδων στα πάρκα και στους δημόσιους χώρους, όπου θα μεταφέρονται τα υλικά απο την συντήρηση των πάρκων και τα κλαδέματα, αλλά ακόμη και μέρος των βιοαπόβλητων των λαϊκών αγορών.
- Δημιουργία πράσινων σημείων που θα μπορούν να λειτουργούν και ως σημεία επανάχρησης ή αξιοποίησης υλικών.
- Δημιουργία κέντρων διαλογής με ευθύνη της δημοτικής αρχής, με αποδέσμευση απο τα ιδιωτικά ΚΔΑΥ και αξιοποίηση των υλικών απο τον Δήμο. Τα δημοτικά ΚΔΑΥ αλλά και άλλες λειτουργίες του συστήματος ανακύκλωσης να χρηματοδοτούνται κατ ευθείαν και μέσω του τέλους ανακύκλωσης, αλλά και κρατικών επιχορηγήσεων.
- Μονάδες επεξεργασίας αποβλήτων μικρού μεγέθους, όπου θα οδηγείται για περαιτέρω επεξεργασία το υπόλειμμα των προηγούμενων σταδίων διαλογής χωρίς παραγωγή SRF-RDF
- Μονάδες κομποστοποίησης με διαδημοτική συνεργασία ή με τον ΦΟΔΣΑ
- Επανεξέταση της λειτουργίας της ΕΕΑΑ (Ελληνική Εταιρεία Ανακύκλωσης), εταιρεία που ελέγχεται κατά βάση από βιομηχανίες που παράγουν συσκευασίες, δίνει δουλειά στα ιδιωτικά ΚΔΑΥ και η οποία λειτουργεί με αναποτελεσματικό τρόπο, παρόλο που διαχειρίζεται χρήματα των πολιτών που πληρώνουν τις συσκευασίες με την αγορά των προϊόντων.
- Δημιουργία ενός αξιόπιστου φορέα υπό την εποπτεία του κράτους, των Δήμων  αλλά και κοινωνικών φορέων που θα ελέγχει,  θα σχεδιάζει και θα δίνει αξιόπιστα στοιχεία για την εξέλιξη της ανακύκλωσης. Ο σημερινός κρατικός φορέας ΕΟΑΝ (εθνικός οργανισμός ανακύκλωσης) έχει αποτύχει κατά γενική ομολογία στο ρόλο του.
- Σκοπός είναι ο Δήμος να έχει τον έλεγχο στην διαχείριση και αυτός με δημοκρατικό τρόπο με διαφάνεια και με την συμμετοχή των πολιτών να παίρνει τις αποφάσεις.
Με αυτούς τους τρόπους και νέες θέσεις εργασίας θα δημιουργηθούν και τα Δημοτικά τέλη μπορούν να μειωθούν, που με την σημερινή και την σχεδιαζόμενη διαχείριση θα καταλήξουν στις τσέπες των μεγαλοεργολάβων των σκουπιδιών.
Γιατί σκοπός τελικά πρέπει να είναι η καλυτέρευση της ποιότητας ζωής στην πόλη για όλους μας.

Χώροι των κοινών, χώροι της χειραφέτησης


Ο Σ. Σταυρίδης, στο τελευταίο του βιβλίο, μελετά και τεκημριώνει την έννοια του κοινού χώρου ως ενός χώρου διακριτού σε σχέση με τους πόλους της παραδοσιακής διάκρισης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου. Περιγράφει και αναλύει τη διαμόρφωση του κοινού χώρου ως πολύμορφη χειραφετητική κοινωνικοχωρική διαλεκτική, εντός, εκτός κι εναντίον του καπιταλισμού, με πλούσιο και σαφή τρόπο χάρη στον σημαντικό εννοιολογικό πλούτο του βιβλίου, τη φαντασία και την αναδίφηση σε ποικίλα ιστορικά, αναστοχαστικά και εμπειρικά δεδομένα.
Σταύρος Σταυρίδης
μετάφραση: Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος
Angelus Novus, 2018 | 408 σελίδες
Το βιβλίο Κοινός χώρος. Η πόλη ως τόπος των κοινών είναι ο τελευταίος καρπός του μακροχρόνιου συγγραφικού μόχθου του Σταύρου Σταυρίδη, στην κατεύθυνση της εξερεύνησης πρακτικών αντίστασης στην αγοραία κυριαρχία μέσα στην πόλη και της ανάδυσης ετεροτοπικών μορφών οργάνωσης και βίωσης του χώρου.[1]
Η σύγχρονη πόλη διαμορφώνεται σύμφωνα με τον συγγραφέα σαν ένα αστικό αρχιπέλαγος: ο αστικός χώρος είναι μια απέραντη θάλασσα, περιβάλλουσα τα νησιά, τους επιμέρους χώρους της πόλης. Τα νησιά–χώροι, οριοθετούνται αυστηρά βάσει των λειτουργιών τους, των κανόνων που ισχύουν στο εσωτερικό σχετικά με τη χρήση τους και την ενδεδειγμένη συμπεριφορά εντός τους. Πρόκειται για θύλακες, αυτοτελείς κόσμους, στο εσωτερικό των οποίων είτε οι εσωτερικοί κανονισμοί/πρωτόκολλα χρήσης υπερφαλαγγίζουν το ισχύον γενικό νομικό πλαίσιο, είτε οι αρχές που είναι υπεύθυνες για τη λειτουργία τους αντικαθιστούν τις κρατικές, με τη συναίνεση των χρηστών τους. Για την περιγραφή των μηχανισμών και τεχνικών εξουσίας σε αυτούς τους χώρους ο συγγραφέας μετέρχεται των φουκωικών εννοιών της κυριαρχικής και της πειθαρχικής εξουσίας. Η κυριαρχική εξουσία καθορίζει τα όρια των θυλάκων, ενώ η πειθαρχική εξουσία ρυθμίζει και κανονικοποεί συμπεριφορές εντός των θυλάκων.
Η διακυβέρνηση χαρτογραφεί τα πιο απόμακρα σημεία του αστικού αρχιπελάγους, επιχειρεί να γνωρίσει πρότυπα, στυλ, ρυθμούς ζωής, προκειμένου να εντάξει, να περικλείσει, να κανονικοποιήσει χώρους και συμπεριφορές μέσα σε έναν κόσμο που αποτελείται από πολλούς περιφραγμένους κόσμους, εντός των οποίων οι κοινωνικές ομαδοποιήσεις συγκροτούν κοινές ταυτότητες, πρακτικές, αξίες. Ωστόσο οι κόσμοι δεν είναι εντελώς στεγανοί, αδιαπέραστοι, είναι ανοιχτοί στο μετασχηματισμό, τη ροή, την αμφισβήτηση.
Αυτές τις δυνατότητες ανιχνεύει ο συγγραφέας προκειμένου να αναδείξει το μετασχηματισμό των κοινών χώρων σε κόσμους του μοιράσματος (commoning). Πρέπει να τονιστεί ότι οι κοινοί χώροι που συγκροτούνται μέσω αυτών των διαδικασιών, διακρίνονται τόσο από τους ιδιωτικούς χώρους, όσο και από τους δημόσιους χώρους, νοούμενους ως χώρους θεσμοθετημένους από τοπικές, περιφερειακές ή κεντρικές κρατικές αρχές. Ο δημόσιος χώρος διαθέτει εξαρχής συγκεκριμένη ταυτότητα και ομοιογένεια, σε αντίθεση με τον χώρο των κοινών, όπου η ταυτότητα είναι ένα αντικείμενο υπό διακύβευση, υπό διαρκή διαπραγμάτευση, επαναπροσδιορισμό και ενίοτε σύγκρουση. Η μετατόπιση από τον δημόσιο στον κοινό χώρο είναι κρίσιμη για την κατανόηση της προβληματικής που διέπει το σύνολο του βιβλίου.
Το μοίρασμα συνίσταται στη συλλογική επινόηση του χώρου, στη συνδιαμόρφωση των λειτουργιών του, σε πρακτικές συλλογικής δημιουργίας και ιδιοποίησης αγαθών και πόρων. Ωστόσο, κι αυτό είναι κομβικό για την κατανόηση της έννοιας, το μοίρασμα δεν ταυτίζεται με μια οικονομική διαδικασία, με μια από τα κάτω αναδιανομή αγαθών. Πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία μετασχηματισμού της χρήσης του χώρου, εγκαθίδρυσης νέων συλλογικών κοινωνικών πρακτικών, πολιτικής και ηθικής συγκρότησης των υποκειμένων. Ωστόσο, σε αντίθεση με την αντίληψη στοχαστών όπως οι Νέγκρι&Χαρντ, ο συγγραφέας δεν προσδίδει απαραίτητα στο μοίρασμα αντικαπιταλιστικά/χειραφετητικά χαρακτηριστικά. Αυτά είναι δυνατόν να υπάρξουν μόνο εάν οι πρακτικές του μοιράσματος διευρύνονται πέρα από τα ενδεχόμενα αρχικά όρια της κοινότητας χρηστών.
Προϋποθέσεις/θεσμίσεις διεύρυνσης και ανοίγματος του μοιράσματος όπως τις ταξινομεί ο συγγραφέας: (α) κατοχύρωση της σύγκρισης ανάμεσα σε διαφορετικά υποκείμενα/φορείς δράσης και πρακτικές, (β) η μετάφραση ως μια ζωτική διαδικασία επικοινωνίας, ώσμωσης, απόπειρας κατανόησης διαφορετικών γλωσσών, εργαλείων, τρόπων σκέψης, (γ) ύπαρξη μηχανισμών περιορισμού και συγκράτησης των τάσεων συγκέντρωσης, συσσώρευσης της εξουσίας, (δ) το δώρο, ως μια αμοιβαία, συμμετρική (μη ιεραρχική) πρακτική χαρίσματος (το δώρο, ένα ολικό κοινωνικό φαινόμενο κατά τον Μαρσέλ Μως). Εάν το μοίρασμα συμπεριλαμβάνει αυτές τις ιδιότητες, τότε τείνει στην πράξη να αμφισβητήσει την κυριαρχία του ατομοκεντρικού, οικονομοκεντρικού και ωφελιμιστικού κοινωνικού φαντασιακού.
Η βίωση νέων συλλογικών μορφών ζωής μέσα στην πόλη, ο εμπλουτισμός της χωρικής εμπειρίας με την παρουσία της ετερότητας, το άνοιγμα και η συνομιλία με αυτήν, δημιουργεί ετεροτοπικές στιγμές στον αστικό χώρο. Ο Φουκώ αναφέρει ότι η ετεροτοπία έχει ως κανόνα της αυτόν της παράθεσης σε έναν τόπο πραγματικό περισσότερων χώρων από όσους φυσιολογικά θα ήταν ή θα έπρεπε να είναι συμβατοί. Έτσι ο συγγραφέας ορίζει τις ετεροτοπίες ως πραγματικούς χώρους εντός των πόλεων που κατοικούνται με παρεκκλίνοντες τρόπους από αυτούς που η κανονικότητα ορίζει. Η σχέση αυτών των χώρων με τους κανονικούς χώρους προσεγγίζεται μέσα από μορφές διάταξης του χώρου που ονομάζονται κατώφλια. Κατώφλια, πορώδη σύνορα που επιτρέπουν την επικοινωνία και ναρκοθετούν τις δοσμένες ταξινομήσεις.
Ο συγγραφέας κάνει μια εκτενή αναφορά στην ιστορία και την παροντική κατάσταση του συγκροτήματος κατοικιών των Προσφυγικών στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας ως μια ετεροτοπική στεγαστική, κοινωνική και πολιτισμική εμπειρία στην ιστορία της πόλης. Ακολούθως, παρουσιάζει κι ερευνά πρακτικές μοιράσματος και δημιουργίας κοινών χώρων και συνθηκών στέγασης, μέσα από την εμπειρία των κοινωνικών κινημάτων, των κινημάτων πόλης και τους μετασχηματισμούς που έχουν επιφέρει στη ζωή της εργατικής τάξης και άλλων υποτελών κοινωνικών στρωμάτων. Ο λόγος του αντλεί από μια πλούσια εμπειρία καταλήψεων γης, κατοικιών, δημιουργίας καταυλισμών, συνοικισμών (αστικών, περιαστικών και αγροαστικών) κυρίως σε πόλεις της Νότιας Αμερικής. Η παραγωγή της κατοικίας και της γειτονιάς μέσα από τη δράση των κοινωνικών υποκειμένων επηρεάζει όχι μόνο τον κοινό, δημόσιο χώρο αλλά και το ίδιο το νοικοκυριό: εσωτερικά με τη δημιουργία κοινοτήτων σε μοριακό επίπεδο, εξωτερικά με την ανάπτυξη νέων σχέσεων μεταξύ τους.
Εξάλλου, η ιστορία των προγραμμάτων και σχεδιασμών κοινωνικής κατοικίας κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα, μέσα από τις αντιφάσεις και τις ιδιαίτερες συνθήκες εκπόνησής τους, (κόκκινη Βιέννη, Δημοκρατία της Βαϊμάρης, Σοβιετική Ένωση) τις οποίες επισκοπεί ο συγγραφέας, καταδεικνύει ότι η προσπάθεια οικοδόμησης συλλογικών μορφών ζωής τροφοδότησε τον αρχιτεκτονικό και οικιστικό σχεδιασμό με πολύ ενδιαφέρουσες καταθέσεις (π.χ. το σπίτι κοινότητα, dom-kommuna).
Οι δρόμοι και οι λεωφόροι της πόλης θεωρήθηκαν από τον αρχιτεκτονικό και πολεοδομικό μοντερνισμό είτε ως εργαλεία τιθάσευσης της άναρχης δόμησης κι επέκτασης της πόλης είτε ως συμβολικοί κόμβοι μιας νέας δημόσιας αστικής κουλτούρας. Στη μεταβιομηχανική πόλη ο δρόμος νοείται ως κοινός χώρος κίνησης ατόμων, τα οποία υπό συνθήκες διαρκούς επιτήρησης βελτιστοποιούν ατομικές διαδρομές μέσα στην πόλη. Πέρα από τη σύλληψη του δρόμου ως του υλικού υποστρώματος ενός δικτύου κυκλοφορίας εμπορευμάτων και εν δυνάμει καταναλωτών, αναδύεται η δυνητικότητα κατασκευής ενός κοινού χώρου, μέσα από άπειρες μορφές άτυπων συναντήσεων, συνεργασιών που λαμβάνουν χώρα καθημερινά στους δρόμους, μέσα από τη συγκρότηση ταυτοτήτων, ατομικών αλλά και συλλογικών βιοτικών στρατηγικών (ο συγγραφέας αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το πλανόδιο εμπόριο).
Η κρίση νομιμοποίησης που ακολούθησε την οικονομική κρίση οδήγησε σε, και τροφοδοτήθηκε από, νέες μορφές επικοινωνίας, διάδοσης και διάχυσης της πληροφορίας, και δράσεις που δομούν ασταθείς και μεταβαλλόμενες κοινότητες. Κοινότητες σε κίνηση τις ονομάζει ο συγγραφέας. Οι κοινότητες επινοούν και φαντάζονται το χώρο, μετασχηματίζουν τον δημόσιο χώρο, συγκροτούν νέους, κοινούς χώρους και οι ίδιες διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά τους σε σχέση με τις χρήσεις του χώρου, την παραγωγή των κοινών, την πρακτική του μοιράσματος, το βαθμό του ανοίγματός τους.
Οι πλατείες υπήρξαν ο κατεξοχήν χώρος αυτών των κοινοτήτων σε κίνηση, κοινοτήτων εν τω γίγνεσθαι. Πρόκειται για χώρους κατωφλιακούς, με πορώδη σύνορα, περατούς στην έλευση του άλλου, του νεοεισερχόμενου, χώρους-περάσματα. Στο εσωτερικό αυτών των χώρων, δημιουργούνται μικρο-κοινότητες (μικρο-πλατείες), ένα πλέγμα ανθρώπων, πρακτικών, χρήσεων του χώρου που συνυπάρχουν χωρίς να τεμαχίζουν τον χώρο σε περιφραγμένες μικροζώνες.
Στο τελευταίο τμήμα του βιβλίου, με τίτλο «Εξεικονίσεις Κοινών Χώρων», εξετάζονται μορφές αναπαράστασης του χώρου ως συλλογική μνήμη, φαντασία, εικόνα, συμβολισμός, βιωμένη εμπειρία. Ο μηχανισμός δημιουργίας της συλλογικής μνήμης δεν συσχετίζει απλά χώρους/τόπους με συγκεκριμένα μνημονικά ίχνη γεγονότων, πράξεων, καταγραφών. Η μνήμη προσδιορίζει και επαναπροσδιορίζει τον χώρο, έχει μια αγωνιστική, συγκρουσιακή υφή. Με την ανάδειξη ή απόκρυψη συγκεκριμένων όψεων ενός χώρου, επιδιώκεται η κατασκευή κι ανακατασκευή της μνήμης (μνημονικά σοκ). Ο συγγραφέας περιγράφει κι αναλύει διεξοδικά τη λειτουργία αυτού του μηχανισμού, χρησιμοποιώντας τον όρο «παραχάραξη». Τεχνικές παραχάραξης μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο από την εκάστοτε θεσμίζουσα εξουσία όσο κι από πρακτικές αντίστασης απέναντί της. Το όριο μεταξύ μνήμης και λήθης είναι ένα διαφιλονικούμενο πεδίο, διαρκώς μετακινούμενο και μετασχηματιζόμενο, καθώς υπόκειται σε επιτελέσεις παραχάραξης της μορφής, της υφής, των ιχνών του χώρου και άρα της μνημονικής του αναπαράστασης.
Οι σκέψεις-εικόνες είναι μια έτερη μορφή αναπαράστασης του χώρου που πηγάζει από το έργο του Ερνστ Μπλοχ, του Ζίγκφριντ Κρακάουερ και του Βάλτερ Μπένγιαμιν. Πρόκειται για ένα υβριδικό νοηματικό επίπεδο, συναίρεση σκέψεων και εικόνων με μια κριτική και χειραφετητική στόχευση. Για τον Μπένγιαμιν οι σκέψεις–εικόνες, ξεκινώντας από τις κοινότυπες ψηφίδες που συγκροτούν το μωσαϊκό του πραγματικού, λειτουργούν σαν ένας τρόπος μοιράσματος της σκέψης μεταξύ ανθρώπων που βιώνουν κοινές εμπειρίες και με αυτόν τον τρόπο κατασκευάζουν από κοινού τον κόσμο. Στο στοχασμό του Ζίγκφριντ Κρακάουερ, οι εικόνες, φαινομενικά ασήμαντες, ενός φουαγιέ ξενοδοχείου την εποχή της Βαϊμάρης, αποτελούν όψεις μιας αλλοτριωμένης καθημερινότητας.
Η προεικόνιση ενός φανταστικού τόπου καθολικής ευημερίας, χειραφετημένου από το δυναστικό παρόν, αποτέλεσε κλασικό μοτίβο της ουτοπικής σκέψης. Στους νεώτερους χρόνους που απασχολούν το συγγραφέα, εντοπίζει τέτοια στοιχεία στη ρομαντική κριτική της βιομηχανικής νεωτερικότητας, στους ουτοπικούς σοσιαλιστές του 19ου αιώνα, στις πιο ατομοκεντρικές συλλήψεις της ελευθερίας ως ανεμπόδιστης κίνησης στο χώρο, στην αναστοχαστική και κριτική περιδιάβαση του μπενγιαμινικού πλάνητα έως τις μορφές των μεταναστών και προσφύγων στις δυτικές μητροπόλεις του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, που επινοούν εκ νέου χρήσεις των δημόσιων χώρων.
Πρόσφατες αναπαραστάσεις του χώρου εστιάζουν στην πολλαπλότητα και την ποικιλομορφία του, στην ασυνέχεια και τη διαφοροποίηση ως πτυχές στη χρήση του χώρου που ευνοούν την επιτέλεση μη ομοιογενών κοινωνικών ταυτοτήτων. Από αυτό το στοιχείο εκβάλλει μια ουσιαστική κατά τον συγγραφέα πτυχή της χειραφετητικής σύλληψης του χώρου: η απουσία μιας κυρίαρχης ταυτότητας, η μη επιβολή και αναπαραγωγή της. Επιβάλλοντας μια κυρίαρχη ταυτότητα, τα κατώφλια και τα περάσματα κλείνουν, ο κοινός χώρος μετατρέπεται στο αντίθετό του: σε περιφραγμένο θύλακα. Οι ενδιάμεσοι ή μεταιχμιακοί χώροι, δηλαδή χώροι συνάντησης με την ετερότητα και όχι ακόμα επικράτησης μιας συλλογικής ταυτότητας, είναι χώροι που τα μέλη μιας κοινότητας πρέπει να διαβούν. Ένας τέτοιος μεταιχμιακός χώρος είναι για το συγγραφέα το πάρκο Ναυαρίνου, καθώς η καθημερινή παραγωγή του χώρου δεν ανήκει σε καμία συλλογικότητα, αρχή ή κοινότητα, δεν περιβάλλεται από καμία υγειονομική ζώνη, στο όριο μεταξύ δύο γειτονιών με τελείως διαφορετικά κοινωνικά χαρακτηριστικά και ιστορία, χώρος μεταξύ αστικού κήπου και πλατείας.
Ο πλούτος των κοινωνικών κινημάτων και των ιθαγενικών κοινοτικών παραδόσεων στη Νότια Αμερική (bien vivr, η ιθαγενική αρχή για τη δυνατότητα της ευημερίας εντός της κοινότητας) και η σχέση με το κράτος, είναι ερωτήματα που απασχολούν το συγγραφέα στο τελευταίο τμήμα αυτού του κεφαλαίου. Η ενσωμάτωση τμήματος των αρχών ή των στόχων αυτών των κινημάτων, σε διακηρυκτικές αρχές ή σε πολιτικές των κρατών, η ένταση μεταξύ κρατικών μεταρρυθμίσεων και του κόσμου των κοινών που συγκροτείται από τα κάτω, ερωτήματα που συνεχίζουν να τίθενται με επιτακτικό τρόπο. Οι απαντήσεις στις οποίες προσανατολίζεται ο συγγραφέας, είναι η αναγκαιότητα συγκρότησης ενός κόσμου πέρα από τον καπιταλισμό (και άρα και το κράτος του).
Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίο επιχειρείται η σύνοψη της κεντρικής περί χώρου και κοινών προβληματικής:
Οι πρακτικές μοιράσματος του χώρου μετασχηματίζουν τα υποκείμενα που εμπλέκονται σε αυτή τη διαδικασία.
Ο χώρος δεν είναι ένα κενό δοχείο, ένα πράγμα προς πώληση ή αξιοποίηση, όπως το αντιλαμβάνεται η κυρίαρχη ιδεολογία και οι αντίστοιχες πρακτικές κεφαλαιακής αξιοποίησης, αντιθέτως είναι ένα συγκροτητικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων και ταυτόχρονα μορφική προβολή τους.
Ο κοινός χώρος, ως διακριτός από τον ιδιωτικό και το δημόσιο, υπερβαίνει τις δομημένες, νομικοπολιτικές και οικονομικές ταξινομήσεις.
Παρόλο που ο κοινός χώρος επιτελείται μέσα από πρακτικές μοιράσματος σε δοσμένα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα, δεν ανάγεται σε ένα μέρος. Πρόκειται για έναν χώρο διαρκώς ανοιχτό σε νεοεισερχόμενους, με πορώδη όρια , ενώ η σύλληψη και μορφοποίησή του δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα γεωγραφικά πλαίσια και συντεταγμένες, αλλά είναι μια σύνθετη διαδικασία κοινωνικών πρακτικών και νοηματικών αναπαραστάσεων και προεικονίσεων.
Ο κοινός χώρος δεν μπορεί να υπαχθεί σε πρακτικές περίφραξης, κλεισίματος, ακόμα κι αν αυτές θεωρηθούν προσωρινά επιβεβλημένες για λόγους προστασίας
Οι τροπικότητες του μοιράσματος προσπαθούν να αμφισβητήσουν τη συγκέντρωση της εξουσίας και τις ιεραρχικές διευθετήσεις, διαμορφώνοντας ή μετασχηματίζοντας το συλλογικό υποκείμενο.
Εν κατακλείδι, η διαμόρφωση του κοινού χώρου είναι μια πολύμορφη χειραφετητική κοινωνικοχωρική διαλεκτική, εντός, εκτός κι εναντίον του καπιταλισμού (μια φράση δάνειο από τον Τζον Χόλογουεϊ σημειώνει ο συγγραφέας), η οποία αναδεικνύεται και γίνεται διαυγής στον αναγνώστη, χάρη στον σημαντικό εννοιολογικό πλούτο του βιβλίου του Σ. Σταυρίδη, τη φαντασία και την αναδίφηση σε ποικίλα ιστορικά, αναστοχαστικά και εμπειρικά δεδομένα.