Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ

Γράφουν: Κοντομάρης Σπύρος – Χριστοδουλόπουλος Κωστής
Η «απελευθέρωση» της αγοράς ενέργειας κατ’ εντολή της ΕΕ και προς όφελος των κοινοπραξιών του ελληνικού – διεθνούς Κεφαλαίου, τελικώς απελευθέρωσε τις αυξήσεις σε χρεώσεις, τέλη και φόρους κάνοντας το οικιακό τιμολόγιο της ΔΕΗ κυριολεκτικά αγνώριστο.
Παρότι στην Ελλάδα η διαθέσιμη εγκατεστημένη ηλεκτρικής ισχύς ξεπερνά τα 17GW και η ζήτηση δεν ξεπερνά ούτε καν στις αιχμές τα 9GW[1] , οι λογαριασμοί στο ηλεκτρικό ρεύμα έχουν αυξηθεί πάνω από 70% (και πάνω από 500% σε τέλη και φόρους) μέσα σε 7 χρόνια[2].
Οι δήθεν «αλάνθαστοι» νόμοι της Αγοράς διαψεύδονται παταγωδώς, η αύξηση της προσφοράς σε συνδυασμό με τη μείωση της ζήτησης αντί να ρίχνουν, εκτοξεύουν τις τιμές!
Γιατί;
Γιατί σύμφωνα με τη μεθοδολογία υπολογισμού της Οριακής Τιμής Συστήματος (δηλ. του μηχανισμού της αγοράς που αποφασίζει ποιες μονάδες παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος ικανοποιούν τη ζήτηση και ποιες παραμένουν κλειστές «ως περισσευούμενες»), οι μονάδες παραγωγής της ΔΕΗ που μπορούν να τροφοδοτήσουν το Σύστημα με φτηνό ρεύμα (λιγνιτικά, υδροηλεκτρικά) μένουν κλειστές, εις όφελος των μονάδων των ιδιωτών και των μονάδων ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) οι οποίες τροφοδοτούν το σύστημα με πανάκριβο ρεύμα.
Η μεθοδολογία υπολογισμού της Οριακής Τιμής Συστήματος (ΟΤΣ) αποτελεί από μόνη της ένα τεράστιο σκάνδαλο, καθώς οι «κανόνες» της μεθοδολογίας δεν αποσκοπούν στην οικονομία και την ασφάλεια του Συστήματος, αλλά στην παρέμβαση υπέρ συγκεκριμένων μερίδων ιδιωτικών συμφερόντων.
Οι «κανόνες» της ΟΤΣ εισάγουν στο σύστημα (κατά ένα ποσοστό) υποχρεωτικά τις ΑΠΕ, για να έχουμε δήθεν χαμηλούς ρύπους, όπως επίσης εισάγουν κατά ένα ποσοστό υποχρεωτικά τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής των ιδιωτών, για να μην έχουμε δήθεν μονοπώλιο της ΔΕΗ και με σκοπό να πέσουν οι τιμές μέσω της ανάπτυξης του «ανταγωνισμού».
Λέμε δήθεν διότι τα επιχειρήματα που υπερασπίζονται τους κανόνες της ΟΤΣ είναι το λιγότερο για γέλια και το περισσότερο για κλάματα (ειδικά για την τσέπη των καταναλωτών). Ας πάρουμε για παράδειγμα τις ΑΠΕ.
Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως όλες οι πηγές ενέργειας, έχουν τα θετικά τους έχουν και τα αρνητικά τους.
Το βασικό τους πρόβλημα είναι ότι τα ηλιακά και αιολικά συστήματα παραγωγής έχουν πολύ μεγάλη διακύμανση παραγωγής και πολύ μεγάλη διασπορά. Είναι σαν να προσπαθούμε να φωτίσουμε ένα γήπεδο ποδοσφαίρου με εκατομμύρια πυγολαμπίδες που αναβοσβήνουν ακανόνιστα αντί για 50 προβολείς με σταθερή φωτολαμψία.
Οι ΑΠΕ δεν μπορούν να καλύψουν το φορτίο βάσης (πάγιες/σταθερές καταναλώσεις) και χρειάζονται συνεχή και ακριβή υποστήριξη από θερμικές μονάδες λόγω του ότι η παραγωγή τους είναι εξαιρετικά ασυνεχής. Από την άλλη, μπορούν να βοηθήσουν στις αιχμές του καλοκαιριού τόσο στο διασυνδεμένο σύστημα όσο και στα νησιά, με σημαντικό περιβαλλοντικό όφελος.
Δεν λέμε ότι οι ΑΠΕ είναι «τσάμπα» όπως πολλοί δημοσιολογούντες ισχυρίζονται (ο ανεξάντλητος «ενεργειακός θησαυρός» της Ελλάδας ήλιος, αέρας κλπ), διότι πολύ απλά το κόστος λειτουργίας δεν είναι καθόλου αμελητέο και το κόστος εγκατάστασης είναι τεράστιο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι το κόστος της υποδομής ενεργειακής αυτονομίας της νήσου Τήλος[3] (800 μόνιμοι κάτοικοι) έφτασε 16 εκ. €, δηλαδή 20.000€ ανά κάτοικο.
Η ΔΕΗ ήταν η πρώτη που είχε διακρίνει ότι οι ΑΠΕ μπορούν να συνεισφέρουν στο παραγόμενο ενεργειακό μείγμα σε συγκεκριμένο χρόνο και με συγκεκριμένο τρόπο. Ήδη από τη δεκαετία του ’90 η Διεύθυνση Εναλλακτικών Μορφών Ενέργειας (ΔΕΜΕ) της ΔΕΗ είχε ξεκινήσει την έρευνα.
Δυστυχώς, με απόλυτη ευθύνη της «εκσυγχρονιστικής» Κυβέρνησης Σημίτη απαγορεύτηκε στη ΔΕΗ να αναπτύξει τις δικές τις ΑΠΕ και επιβλήθηκε οι ΑΠΕ να αναπτυχθούν μόνο από ιδιώτες!
Στη συνέχεια (2006) διαλύθηκε και η ΔΕΜΕ, για να δημιουργηθεί η θυγατρική «ΔΕΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ» με βασικό όρο στο καταστατικό της, τα όποια έργα υλοποιεί να γίνονται μόνο με μορφή κοινοπραξίας, όπου η ίδια θα συμμετείχε υποχρεωτικά με ποσοστό κάτω του 49%!!!
Μικρή αλλά αναγκαία παρένθεση.
Η επιλεκτική περιβαλλοντική ευαισθησία των ιδιωτών και της ΕΕ, περιορίζεται μόνο στο λιγνίτη, μόνο στο ηλεκτρικό ρεύμα και μόνο στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα της Ηπειρωτικής Ελλάδας. Παρ’όλα αυτά, η Γερμανία όχι μόνο εξακολουθεί να βασίζει την ηλεκτροδότησή της στον λιγνίτη (56% συμμετοχή στην ηλεκτροπαραγωγή), αλλά ολοκληρώνει φέτος το project εγκατάστασης 12.000 MW από νέες λιγνιτικές μονάδες. Για τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με Μαζούτ σε όλα τα νησιά της Ελλάδας, οι οποίες κατά την τουριστική περίοδο λειτουργούν «στο κόκκινο» επιχειρώντας να εξυπηρετήσουν τα εκατομμύρια των τουριστών, δεν διαπιστώθηκε ποτέ κανένα πρόβλημα εκπομπής ρύπων ενώ αγνοήθηκαν οι δυνατότητες ενεργειακής αυτονομίας (π.χ γεωθερμία, μικρές ΑΠΕ).
Αν επιπλέον αναλογιστούμε τις εκπομπές ρύπων από τη βιομηχανία, την αιθαλομίχλη λόγω ενεργειακής φτώχειας του πληθυσμού (που καίει κυριολεκτικά ό,τι βρει καθώς το κόστος θέρμανσης με πετρέλαιο ή ρεύμα έχει καταστεί πλέον απλησίαστο) και τον ευρωπαϊκά «επιδοτούμενο» κλάδο των οδικών μεταφορών που συνεισφέρει σε ρύπους πολύ περισσότερο από τον λιγνίτη , τότε πραγματικά η υποκρισία μεγαλώνει.
Πάμε τώρα και στα δήθεν της πτώσης των τιμών, μέσω της άρσης του κρατικού μονοπωλίου της ΔΕΗ.
Οι επιχειρηματικοί όμιλοι που σήμερα εμφανίζονται ως εναλλακτικοί πάροχοι ηλεκτρισμού ενώ ακόμα προσπαθούν να ξορκίσουν την απατεωνιά των Energa και Hellas Power, απαίτησαν και κατάφεραν να αναλάβουν τη δουλειά με εξασφαλισμένο κέρδος. Έτσι οι ιδιωτικές ΑΠΕ όχι μόνο «μπαίνουν» υποχρεωτικά με ποσόστωση και με εξωφρενική τιμή στην ΟΤΣ, αλλά χρηματοδοτούνται και μέσω του τέλους ΕΤΜΕΑΡ στους λογαριασμούς όλων των τελικών καταναλωτών.
Αλλά και οι συμβατικές ιδιωτικές μονάδες παραγωγής φυσικού αερίου (εμπορεύονται και απευθείας εισαγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα), κρίθηκε και θεσμοθετήθηκε ότι δεν αποτελούν συμφέρουσες επενδύσεις παρά μόνο αν δίνουν έναν ελάχιστο αριθμό ημερών ισχύος στο Σύστημα με μια ελάχιστη τιμή πώλησης.
Αυτά τα «ελάχιστα απαραίτητα» κέρδη των ιδιωτών και αυτή η «ελάχιστη απαραίτητη» συμμετοχή των ιδιωτικών ΑΠΕ, είναι που καθημερινά πετάνε έξω από το Σύστημα τις φτηνές μονάδες παραγωγής της ΔΕΗ.
Όμως η ΕΕ και οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν αρκέστηκαν να προωθούν σκανδαλωδώς το ακριβό ρεύμα των ιδιωτών, έναντι του φθηνού ρεύματος της ΔΕΗ .
Θέλησαν να κατακρεουργήσουν και την ίδια τη ΔΕΗ.
Δεν υπάρχει Μνημόνιο, Μεσοπρόθεσμο, Λίστα με Προαπαιτούμενα, χωρίς να περιλαμβάνεται η απαίτηση των Δανειστών να ιδιωτικοποιηθούν άμεσα (βλέπε, χαριστούν) όλες οι μονάδες παραγωγής φτηνού ρεύματος της ΔΕΗ. Έτσι, όταν θα ιδιωτικοποιηθούν οι ίδιες μονάδες παραγωγής που σήμερα μένουν εκτός ΟΤΣ ως «κρατικές», να μπορούν πλέον να δίνουν ισχύ στο σύστημα ως ιδιωτικές με ένα μεγάλο καπέλο στην τιμή, εις όφελος του ιδιώτη.
Και το έγκλημα συνεχίζεται.
Η διάσπαση της ΔΕΗ (και των χρεώσεων στους οικιακούς λογαριασμούς) σε προμήθεια, διανομή, μεταφορά, με την σύσταση τριών ξεχωριστών επιχειρήσεων, γεννά επιπλέον κόστη που μεταφέρονται στον τελικό καταναλωτή. Κόστη που όχι μόνο αποτυπώνονται σε αύξηση της τιμής, αλλά και σε οριακές καταστάσεις την επάρκεια συστήματος, λόγω της διάσπασης της ενιαίας και καθετοποιημένης ΔΕΗ και απώλειας μιας συντονισμένης λειτουργίας και οικονομίας κλίμακας.
Επιπλέον κόστη που γίνονται ακόμα μεγαλύτερα σύμφωνα με το πρόγραμμα πλήρους ιδιωτικοποίησης των εταιρειών της ΔΕΗ (παραγωγή, προμήθεια, διανομή, μεταφορά) σύμφωνα με τα προαπαιτούμενα των Μνημονίων. Ή για να είμαστε ακριβείς στις διατυπώσεις, σύμφωνα με το πρόγραμμα πλήρους χαρίσματος της κυριότητας και της εκμετάλλευσης των υποδομών στο ευρωπαϊκό και εγχώριο Κεφάλαιο. Υποδομών που έχουν χτιστεί από τη φορολογία του ελληνικού λαού και από τον προνομιακό δανεισμό της ΔΕΗ από τις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων της επί 35 χρόνια.
Δικαιολογείται λοιπόν η ΓΕΝΟΠ να ξεσπαθώνει με αποκορύφωμα την πρόσφατη ανακοίνωση[4]εναντίον της υποστήριξης των ΑΠΕ και της Πράσινης Πολιτικής και υπέρ των λιγνιτικών;
Ασφαλώς και όχι.
Η ΓΕΝΟΠ είναι ο τελευταίος που δικαιούται να ομιλεί, υποκρινόμενη το θύμα σε ένα συνεχιζόμενο έγκλημα στο οποίο είναι ο μόνιμος και απαραίτητος συναυτουργός.
Διότι προφανώς τη ΓΕΝΟΠ ουδέποτε την πήρε ο πόνος για το ανεπανόρθωτο πλήγμα στο δημόσιο κοινωνικό συμφέρον, όταν έχει αποτελέσει τον κατεξοχήν νεροκουβαλητή του εκσυγχρονισμού του Σημίτη, όταν υπερασπιζόταν την είσοδο στην ΟΝΕ, όταν υπερασπιζόταν την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας του Καραμανλή και όταν συνεχίζει να υπερασπίζεται έμπρακτα την επέλαση της νεοφιλελεύθερης Ενεργειακής «Ένωσης» μέσω της έμπρακτης αποδοχής των μνημονίων των ΓΑΠ, Σαμαρά-Βενιζέλου, Τσίπρα.
Η ΓΕΝΟΠ υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος συμπαραστάτης και φορέας υλοποίησης του τεράστιου αυτού εγκλήματος εις βάρος της λαϊκής οικογένειας και υπέρ της εκάστοτε Κυβέρνησης, φυσικά με το αζημίωτο. Αυτός ο μόνιμος κυβερνητισμός και ο ανοιχτά φιλοεργοδοτικός συνδικαλισμός της ΓΕΝΟΠ, είναι η πραγματική και μόνη αιτία που την έχει οδηγήσει σήμερα στο τελευταίο σημείο του εκφυλισμού, να υποστηρίζει ανοιχτά την πολιτική Τραμπ και τα συμφέροντα των εταιρειών ορυκτών καυσίμων, δίνοντας τη δυνατότητα σε κάθε γελωτοποιό του Φιλελευθερισμού και του Μενουμευρωπισμού να περιπαίζει τη ΓΕΝΟΠ και μέσω αυτής το δικαίωμα του οικιακού καταναλωτή στην δωρεάν ασφαλή και απρόσκοπτη ενέργεια που δικαιούται.
Πότε τελικά η ΓΕΝΟΠ σκέφτηκε τον οικιακό καταναλωτή πιο πολύ από την τσέπη της;
Για ποιο λόγο η ΓΕΝΟΠ δεν λέει λέξη για τα ανεξάντλητα γεωθερμικά πεδία της Ελλάδας τα οποία μπορούν να υπερκαλύψουν το Φορτίο Βάσης; Γιατί δεν κόπτεται για την συνεχιζόμενη απαξίωση και κλείσιμο του ΙΓΜΕ; Γιατί δεν λέει ποτέ λέξη για το τραγικό αποτύπωμα στη δημόσια υγεία των περιοχών που φιλοξενούν τα λιγνιτικά εργοστάσια; Γιατί δεν λέει λέξη για τις ανεξάντλητες τεχνολογικές δυνατότητες εκσυγχρονισμού αυτών των μονάδων ώστε να μειωθούν οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις στις τοπικές κοινωνίες αλλά και στους ίδιους τους εργαζόμενους;
Και τελικά, πότε υπερασπίστηκε πραγματικά το λιγνίτη; Από το 2003, αποδέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων την στροφή σε ηλεκτροπαραγωγή από το πανάκριβο και εισαγόμενο φυσικό αέριο – πολιτική που εξυπηρετεί μόνο τους ιδιώτες ηλεκτροπαραγωγούς ενώ συνέβαλλε δραστικά στη μετατροπή της Ελλάδας από τη χώρα με την φθηνότερη κιλοβατώρα στην ΕΕ, σε μια από τις ακριβότερες στην οικιακή και στην βιομηχανική κατανάλωση. Υπερασπίστηκε και προπαγάνδισε τη διάσπαση της ΔΕΗ, αποδέχτηκε έως και την πώληση της «μικρής ΔΕΗ» – πάντα στη λογική του «μικρότερου κακού»…
Γιατί δεν βλέπει ότι η άναρχη και έξω από κάθε επιστημονική και κοινωνική πρόνοια, εκμετάλλευση του λιγνίτη, δυσφημεί και οδηγεί σε καταστροφή μονάδων και ορυχείων (ΑΗΣ Πτολεμαΐδας, Ορυχείο Αμυνταίου κ.α.) και σε οριστικό κλείσιμο των λιγνιτικών μονάδων παραγωγής;
Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι με την επιβολή της πολιτικής της ΕΕ, την λαθροχειρία που υλοποιείται μέσω της ΟΤΣ και την τυφλή υποταγή της ηγεσίας της ΓΕΝΟΠ στη πολιτική της ιδιωτικοποίησης της ηλεκτρικής ενέργειας, τα τιμολόγια θα αυξάνονται μέχρις ότου το ηλεκτρικό ρεύμα γίνει από είδος πρώτης ανάγκης, είδος πολυτελείας.
Είναι σίγουρο ότι η εφαρμογή μιας αντίστροφης πολιτικής κοινής ωφέλειας με σκοπό την ενεργειακή αυτάρκεια, θα σήμαινε εκτός από κρατικοποίηση, επανένωση και εθνικοποίηση όλων των επιχειρήσεων που ο ελληνικός λαός έχει χτίσει, και την μόνιμη και σταθερή λειτουργία των φτηνών και διαθέσιμων πλουτοπαραγωγικών πηγών ενέργειας της Ελλάδας (λιγνιτικά, υδροηλεκτρικά, γεωθερμία), ανεξάρτητα και σε ρήξη με τον σχεδιασμό της ΕΕ και σύμφωνα με τους βέλτιστους δυνατούς κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς όρους.
Όμως η εφαρμογή μιας άλλης πολιτικής κοινής ωφέλειας δεν θα σήμαινε μόνο παραγωγικές και οικονομικές αλλαγές, αλλά κυρίως πολιτικές αλλαγές με γνώμονα το συμφέρον της λαϊκής πλειοψηφίας. Θα σήμαινε πλήρη ρήξη με τις λογικές του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού που τόσα χρόνια όχι μόνο στήριξαν τις πολιτικές και τα πολιτικά κόμματα της ΕΕ, αλλά ταυτόχρονα αποδέχτηκαν την φτηνή, ενοικιαζόμενη, ελαστική και ευέλικτη εργασία στους χώρους δουλειάς, και δεν καταδέχτηκαν τους νέους ενοικιαζόμενους/εργολαβικούς σκλάβους στα πολυτελή σωματεία τους.
Όμως ο συνδικαλισμός τύπου ΓΕΝΟΠ που εν πολλοίς αντικατοπτρίζει και τον συνδικαλισμό των μεγάλων ομοσπονδιών των πρώην ΔΕΚΟ της ΓΣΕΕ, έχει πεθάνει στην συνείδηση του ελληνικού λαού για ένα έγκλημα πολύ μεγαλύτερο και από την εκτόξευση των λογαριασμών του ηλεκτρικού ρεύματος.
Οι εργατικοί χώροι με μεγάλα και οργανωμένα σωματεία, σε νευραλγικούς κλάδους και με κρίσιμη θέση στην δημόσια ζωή, ήταν οι μόνοι που θα μπορούσαν να παραλύσουν με απεργίες και κινητοποιήσεις την πρόσδεση της Ελλάδας στα διαρκή μνημόνια, ήταν οι μόνοι χώροι που θα μπορούσαν να χτίσουν την μαζική κοινωνική αντίσταση. Και η ΓΕΝΟΠ ήταν και είναι η πρώτη μέσα σε αυτά τα σωματεία.
Η ΓΕΝΟΠ επέλεξε συνειδητά για επτά συνεχόμενα έτη να κάτσει στην άκρη και να βλέπει σαν θεατής την καταστροφή και την εξαθλίωση του ελληνικού λαού. Αναρωτιόμασταν ειλικρινά για το όφελος από αυτήν την στάση, πολλώ δε μάλλον όταν η ίδια η Διοίκηση της ΔΕΗ δεν παρέστη καν στο δικαστήριο για την υπόθεση των δανείων και των λοιπών «επιχορηγήσεων» προς την ΓΕΝΟΠ. Καταστάσεις που συνήθως έχουν μόνο ένα στόχο: τη χειραγώγηση και την αδρανοποίηση των εργαζομένων στη ΔΕΗ μπροστά στο άθλιο ξεπούλημα της ΔΕΗ και ολόκληρης της χώρας μας.
Μετά από επτά χρόνια πολιτικής και κοινωνικής απαξίωσης, η ΓΕΝΟΠ αλλάζει επίπεδο και περνά στην ακροδεξιά και φρενοβλαβή γραμμή Ντόναλντ Τράμπ βάσει της οποίας το λιώσιμο των πάγων είναι αποτέλεσμα της μονταζιέρας της Χίλαρι. Η ΓΕΝΟΠ περνά στη γραμμή που αντικειμενικά εκπροσωπεί τα συμφέροντα των μεγάλων αδελφών πετρελαϊκών εταιρειών, τη γραμμή που παράγει πολέμους, δολοφονεί λαούς, γεννά και αναπαράγει την τυφλή βία, τη γραμμή που γεννά τα προτεκτοράτα των ΗΠΑ στην Αραβική Χερσόνησο, τη γραμμή που ευλογούν οι Έλληνες διυλιστηριάρχες.
Κάθε λέξη στην τελευταία της ανακοίνωση, αποτελεί όπλο στα χέρια των οπαδών των ιδιωτικοποιήσεων, του νεοφιλελευθερισμού, της εξαφάνισης του όποιου εναπομείναντα χαρακτήρα κοινής ωφέλειας των ενεργειακών πόρων.
………………………………………………………………………………………………………………………………………..
[1] https://transparency.entsoe.eu [Ευρωπαϊκή Ένωση Διαχειριστών Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας]
[4] Η ΓΕΝΟΠ για την ημέρα περιβάλλοντος – Μήπως η αποχώρηση των ΗΠΑ από την συμφωνία των Παρισίων, ξεσκεπάζει το «κατασκεύασμα» που λέγεται «κλιματική αλλαγή»;
………………………………………………………………………………………………………………………………………..

πηγη. παντιερα

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Ο μπλε κάδος και η μαφία της ανακύκλωσης στην Ελλάδα

Των Βαγγέλη Στογιάννη και Ηλέκτρας Κλείτσα

Πριν από λίγο καιρό, είδαμε και φωτογραφήσαμε ένα απορριμματοφόρο να μαζεύει έναν μπλε κάδος ανακύκλωσης και έναν πράσινο κάδο μαζί! Με αφορμή αυτό το κάθε άλλο παρά μεμονωμένο περιστατικό, ας πούμε μερικά πράγματα για το πώς (δεν) γίνεται η ανακύκλωση στη χώρα μας.
Η εικόνα του μπλε και του πράσινου κάδου που μαζεύονται μαζί, δεν αποτελεί το σύνολο του προβλήματος, αλλά είναι ενδεικτικό της κατάστασης της ανακύκλωσης στη χώρα μας. Μια κατάσταση τραγική, η οποία επιβεβαιώνεται, κατ’ αρχήν, από το ποσοστό των απορριμμάτων που ανακυκλώνονται.
Σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat, υπολογίζεται ότι το 2016 τα απορρίμματα που ανακυκλώθηκαν ήταν μόλις 17% του συνόλου. Αυτά είναι τα επίσημα στοιχεία(!) που προκύπτουν από τους αριθμούς που δίνουν οι δήμοι και οι εταιρείες ανακύκλωσης, οι οποίοι έχουν κάθε λόγο, όπως θα φανεί και στην συνέχεια, να τα φουσκώνουν!
Στην πράξη, το ποσοστό αυτό είναι ακόμη μικρότερο –αυτό καταγγέλλουν άλλωστε πολλά περιβαλλοντικά κινήματα ανά την Ελλάδα.

Το αιώνιο επιχείρημα: φταίει ο κόσμος

Το τελευταίο διάστημα πληθαίνουν τα δημοσιεύματα που «εξηγούν» ότι για την ελλιπή ανακύκλωση ευθύνεται η αδιαφορία, ή η έλλειψη ενημέρωσης των πολιτών. Αυτός που φταίει δεν είναι οι Δήμοι και οι εταιρείες, που έχουν αναλάβει την ανακύκλωση, αλλά οι πολίτες που δεν ανακυκλώνουν και πετάνε το σύνολο των σκουπιδιών τους στους μπλε κάδους.
Για το λόγο αυτό, ισχυρίζονται οι υποστηριχτές της πιο πάνω άποψης, οι μπλε κάδοι καταλήγουν να μαζεύονται μαζί με τους πράσινους, αφού το περιεχόμενό τους αποτελείται εν μέρει από ανακυκλώσιμα υλικά και εν μέρει από κοινά σκουπίδια.
Κατ’ αρχήν το αν ενδιαφέρεται ή όχι ο κόσμος να συμβάλει σε κάθε μορφής προσπάθεια προστασίας του περιβάλλοντος έχει να κάνει με το κατά πόσο έχει πειστεί για την αποτελεσματικότητά της. Κατά δεύτερον, ιδιαίτερα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, έχει να κάνει με το αν βλέπει κάποιο όφελος όπως π.χ. μείωση των δημοτικών τελών ή περιορισμό / κλείσιμο των χωματερών (πράγμα πολύ σημαντικό για την ποιότητα ζωής των κατοίκων – πχ της Δ. Αττικής) κ.ά.
Αντιθέτως, παρότι μπλε κάδοι υπάρχουν παντού, τα δημοτικά τέλη παραμένουν αμείωτα ή αυξάνονται. Όσον αφορά τις χωματερές, είτε επεκτείνονται (στις υφιστάμενες χωματερές ανοίγουν νέα «κύτταρα») είτε δημιουργούνται νέες χωματερές (π.χ. Γραμματικό).
Ας δεχτούμε όμως ότι σε ένα βαθμό αυτό το επιχείρημα έχει βάση και ότι οι μπλε κάδοι περιέχουν κοινά σκουπίδια μαζί με τα ανακυκλώσιμα. Είναι λόγος αυτός να μαζεύονται απευθείας από τα κοινά απορριμματοφόρα;
Οι μπλε κάδοι δεν πηγαίνουν στα Κέντρα Διαλογής Ανακυκλώσιμων Υλικών (ΚΔΑΥ) ακριβώς για να διαχωριστούν τα χάρτινα από τα πλαστικά, τα αλουμινένια, κλπ. και από τα μη ανακυκλώσιμα υλικά που μπορεί να έχουν μπει στον κάδο από λάθος (γιατί πάντα και παντού υπάρχει ένα ποσοστό λάθους και μάλιστα μεγάλο); Αυτή είναι η δουλειά που έχουν αναλάβει οι εταιρείες ανακύκλωσης, για την οποία πληρώνονται με διάφορους τρόπους που θα δούμε παρακάτω! Γιατί δεν την κάνουν λοιπόν;

Η περίπτωση του Ασπρόπυργου

Το καλοκαίρι του 2015, η Αττική πνίγηκε στον τοξικό καπνό από τη φωτιά σε ΚΔΑΥ της περιοχής του Ασπρόπυργου, που ανήκε στην εταιρεία «Γενική Ανακύκλωση Α.Ε.».
Το «ατύχημα» αυτό ανέδειξε μια σειρά από συγκαλυμμένα μυστικά των εταιρειών ανακύκλωσης, αφού βέβαια η συγκεκριμένη εταιρεία είναι μία από τις πολλές που δραστηριοποιούνται στο χώρο.
Για παράδειγμα μέσα στο ΚΔΑΥ βρέθηκαν υλικά τα οποία δεν έχουν καμία δουλειά σε ένα κέντρο διαλογής ανακυκλώσιμων, όπως π.χ. διάφορων ειδών βιομηχανικά και βιοτεχνικά απόβλητα, που σύμφωνα με το νόμο πρέπει να ακολουθούν εντελώς διαφορετικούς «δρόμους» και διαδικασίες για να μην κινδυνεύει το περιβάλλον και η υγεία των πολιτών και όχι να βρίσκονται ανάμεσα σε αστικά απορρίμματα.
Πολύ σημαντικό όμως είναι επίσης ότι το ατύχημα στάθηκε ως αφορμή για να κυκλοφορήσουν φωτογραφίες που είχαν τραβηχτεί ένα χρόνο νωρίτερα στο συγκεκριμένο ΚΔΑΥ και δείχνουν φορτηγό να φορτώνει αδιαχώριστα σκουπίδια (ανακυκλώσιμα και μη ανακυκλώσιμα μαζί) με προορισμό… τι άλλο; Το μεγαλύτερο σκουπιδότοπο της χώρας, τον ΧΥΤΑ Φυλής, που δηλητηριάζει εδώ και δεκαετίες όλες τις γύρω περιοχές.
Αυτές είναι οι συνθήκες στις οποίες λειτουργεί η συντριπτική πλειοψηφία των κέντρων «διαλογής» και «ανακύκλωσης». Ανακύκλωση στην ουσία δεν γίνεται, είτε ο μπλε κάδος φορτωθεί απευθείας μαζί με τον πράσινο είτε περάσει πρώτα από ένα ΚΔΑΥ!

Οι «κλέφτες» της ανακύκλωσης

Μια άλλη συνηθισμένη «εξήγηση» -ή μάλλον δικαιολογία- για τα μικρά ποσοστά της ανακύκλωσης στη χώρα μας είναι ότι ένα μεγάλο τμήμα των αντικειμένων των μπλε κάδων που αξίζει να ανακυκλωθεί «κλέβεται» από ρακοσυλλέκτες και παλιατζήδες.
Οι «κλέφτες» των ανακυκλώσιμων ανήκουν βέβαια στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες: Ρομά, μετανάστες, άνεργοι Έλληνες και άλλοι, που δε θα έχουν ποτέ την ευκαιρία να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να απαντήσουν στις κατηγορίες που τους αποδίδονται. Οι άνθρωποι αυτοί, όπως περιγράφεται στο ντοκιμαντέρ «Φαβέλες στη σκιά της Ακρόπολης», δουλεύουν μέρα νύχτα κυριολεκτικά για ψίχουλα, κάτω από εξαιρετικά δύσκολες και ανθυγιεινές συνθήκες, κάνοντας αυτό που δεν κάνουν οι καθωσπρέπει εταιρείες που έχουν αναλάβει την ανακύκλωση: ανακύκλωση!
Σύμφωνα με τον δημιουργό του ντοκιμαντέρ, Χρήστο Καρακέπελη:
«Στην Ελλάδα οι ρακοσυλλέκτες και οι μικροέμποροι υπολογίζονται γύρω στους 80 – 100.000. Αν ήταν κοινωνικά οργανωμένοι και μπορούσαν να σταματήσουν τη δουλειά για ένα μήνα, θα παρέλυε η βιομηχανία και θα δημιουργούνταν χρηματιστηριακή κρίση σε όλο το real estate γιατί θα ανέβαινε κατακόρυφα η τιμή της μπετόβεργας. Θα υπήρχε δραστική αλλαγή στο τοπίο».
Δεδομένου όμως ότι δεν είναι κοινωνικά οργανωμένοι, αποτελούν τους αποδιοπομπαίους τράγους για τις αμαρτίες του συστήματος ανακύκλωσης στη χώρα μας.
Επιπλέον, σύμφωνα με το ίδιο ντοκιμαντέρ, ένα μέρος από τα ανακυκλώσιμα υλικά που συλλέγουν οι «κλέφτες», κάνει μια πολύ ενδιαφέρουσα διαδρομή: τα υλικά αυτά, αφού περνάνε από το ρακοσυλλέκτη στη μικρή μάντρα, μετά στη μεγαλύτερη κλπ., οι τελικοί αποδέκτες τους είναι είτε απευθείας οι μονάδες παραγωγής μετάλλου είτε εταιρείες ανακύκλωσης (που τους κατηγορούν για «κλοπή»), οι οποίες λειτουργούν ως «μεσάζοντες» για τις προαναφερόμενες μονάδες παραγωγής μετάλλου.
Αξιοποιώντας τη «συγκομιδή» των «ρακοσυλλεκτών», τους οποίους πληρώνουν με ψίχουλα, οι εταιρείες ανακύκλωσης καταφέρνουν να δικαιολογούν την ύπαρξή τους, να βγάζουν κέρδη από την μεταπώληση των μετάλλων, χαρτιών, κλπ. στη βιομηχανία, καθώς και να εξασφαλίζουν «πράσινες» επιδοτήσεις στο όνομα της ανακύκλωσης. Την ίδια στιγμή φορτώνουν την ευθύνη για τα μικρά ποσοστά ανακύκλωσης στους ανθρώπους που κάνουν όλη τη δουλειά. Πόσο βολικό αλήθεια…

Μια μαφία αντάξια της Σικελικής…

Η παραπάνω πρακτική, όπως και πολλές άλλες, περιγράφονται και σε ρεπορτάζ της εφημερίδας «Καθημερινή», που έγινε επίσης λίγο καιρό μετά την πυρκαγιά στον Ασπρόπυργο, το 2015.
Επιπλέον το ρεπορτάζ περιγράφει σκηνές εκδίωξης των αρμόδιων ελεγκτών από τις εγκαταστάσεις των εταιρειών «ανακύκλωσης», τσιλιαδόρους που ειδοποιούν τους ιδιοκτήτες αν πλησιάζει κάποιος ελεγκτής την ώρα που το εκάστοτε ΚΔΑΥ «ξεφορτώνεται» ποσότητες σκουπιδιών που δεν έχει καμία πρόθεση να διαχωρίσει και να προωθήσει για ανακύκλωση, κλπ.
Κοινώς, μιλάμε για μια κανονική μαφία, που κλέβει, εκφοβίζει, παρανομεί ασύστολα και δηλητηριάζει το περιβάλλον. Ούτε τα προσχήματα δεν προσπαθούν να κρατήσουν οι σκουπιδοεργολάβοι, που βρίσκονται βέβαια σε στενή συνεργασία με πολλούς από τους δήμους της χώρας.

Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά;

Αφού δεν πρόκειται να κάνουν ανακύκλωση, γιατί στήνουν εταιρείες «ανακύκλωσης», γιατί κάνουν βόλτα τα σκουπίδια, αφού έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να τα ανακυκλώσουν, αλλά θα τα στείλουν σε κάποια χωματερή; Η απάντηση στην παραπάνω ερώτηση έχει αρκετές πτυχές.
Καταρχήν, η Ελλάδα, όπως και όλες οι χώρες της Ε.Ε. είναι υποχρεωμένη να παρουσιάζει κάποιο «έργο» ως προς την ανακύκλωση των απορριμμάτων που παράγει. Θεωρητικά ο στόχος της Ε.Ε. είναι μέχρι το 2020 ο μέσος όρος της ανακύκλωσης στα κράτη – μέλη της να φτάσει το 50% των παραγόμενων σκουπιδιών. Η Ελλάδα, που βρίσκεται πολύ πίσω από αυτό τον αριθμό, εξακολουθεί να πληρώνει τεράστια πρόστιμα για την κατάσταση που επικρατεί στις χωματερές της. Υπολογίζεται ότι από τα 100 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο που πληρώνουμε για μια σειρά περιβαλλοντικές παραβάσεις, τα μισά έχουν να κάνουν με τη διαχείριση των απορριμμάτων. Πρέπει επομένως να παρουσιαστεί κάποια πρόοδος, ή έστω μια «βιτρίνα» ανακύκλωσης.
Το βασικό όμως είναι, ότι το σύστημα των μπλε κάδων είναι ένα πραγματικό χρυσωρυχείο για τις εταιρείες που το ελέγχουν. Πρόκειται για μια καλοστημένη δουλειά που αποφέρει τεράστια κέρδη, ενώ το κόστος, τόσο το οικονομικό όσο και το περιβαλλοντικό, το πληρώνουν οι πολίτες.
Ας δούμε τι συμβαίνει, λίγο πιο αναλυτικά:

Τι κερδίζουν οι εταιρείες;

Από πού κερδίζουν λοιπόν οι εταιρείες αυτές, πέρα βέβαια από τα προϊόντα που παράγουν και πουλάνε;
Αρχικά, στην τιμή κάθε συσκευασμένου  προϊόντος ενσωματώνουν το τέλος ανακύκλωσης –το κόστος δηλαδή της ανακύκλωσης της συσκευασίας. Έτσι, κάθε φορά που αγοράζουμε ένα συσκευασμένο προϊόν, πληρώνουμε και για το κόστος της ανακύκλωσής του, άσχετα από το γεγονός ότι ανακύκλωση δεν γίνεται ή γίνεται για ένα πολύ μικρό ποσοστό.
Στο δε ποσοστό στο οποίο όντως γίνεται ανακύκλωση οι εταιρείες της ΕΕΑΑ κερδίζουν από την πώληση των διαχωρισμένων ανακυκλώσιμων υλικών στις βιομηχανίες –αυτές είναι που θα τα ανακυκλώσουν και θα τα αξιοποιήσουν.
Επιπλέον, για τα  ανακυκλώσιμα υλικά που πουλάνε οι εταιρείες ανακύκλωσης στις βιομηχανίες επιδοτούνται με ένα έξτρα ποσό, που υπολογίζεται στα 20 – 25 ευρώ ανά τόνο – για τον «κόπο» που έκαναν να τα μεταφέρουν, να τα διαχωρίσουν στα επί μέρους υλικά κοκ.
Το μεγαλύτερο όμως μέρος των απορριμμάτων που φτάνουν στα κέντρα διαλογής, συμφέρει περισσότερο να καταλήξουν στους ΧΥΤΑ σαν «υπόλειμμα» ανακύκλωσης, παρά να διαχωριστούν και να ανακυκλωθούν. Κι αυτό καθώς η διαδικασία του διαχωρισμού των απορριμμάτων κλπ., απαιτεί και επενδύσεις κάποιων κεφαλαίων και περισσότερα εργατικά χέρια. Έτσι, οι εταιρείες επιλέγουν τη «λύση» του  να στέλνουν το μεγαλύτερο μέρος των αποβλήτων (ανακυκλώσιμων και μη) στους ΧΥΤΑ. Αυτό μάλιστα, γίνεται στην ουσία χωρίς κόστος, αφού το «υπόλειμμα ανακύκλωσης» θάβεται στις διάφορες χωματερές, όχι με έξοδα του κέντρου διαλογής ή της εταιρείας που δεν το διαχώρισε και δεν το προώθησε για ανακύκλωση, αλλά με έξοδα του δήμου από τον οποίο η εταιρεία παρέλαβε το περιεχόμενο του μπλε κάδου!
Σε κάθε περίπτωση ο δημότης πληρώνει αρχικά σαν καταναλωτής από την ώρα που θα αγοράσει ένα συσκευασμένο προϊόν. Παράλληλα, μέσω των δημοτικών τελών, πληρώνει για το κόστος ταφής των σκουπιδιών που δεν ανακυκλώνονται. Ακόμα, πληρώνει για το κόστος μεταφοράς στα ΚΔΑΥ των υλικών που προορίζονται για ανακύκλωση, τα οποία βάζει στους μπλε κάδους. Από τα ΚΔΑΥ, το μεγαλύτερο τμήμα των προοριζόμενων για ανακύκλωση απορριμμάτων… πηγαίνει και πάλι στις χωματερές όπου οι πολίτες καλούνται και πάλι να πληρώσουν για την ταφή τους. Όσο για το περιβαλλοντικό κόστος της ταφής των σκουπιδιών στους ΧΥΤΑ και τις επιπτώσεις στην υγεία μας, αυτό είναι ανυπολόγιστο…

ΕΟΑΝ: ή πώς επιτρέπονται τα οικονομικά και περιβαλλοντικά σκάνδαλα

Μα δεν υπάρχει κανείς να τους ελέγχει; Αυτή είναι η φυσιολογική απορία που προκύπτει από όλα τα παραπάνω.
Υπάρχει, μόνο που σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου το Εθνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης (ΕΟΑΝ), του φορέα δηλαδή που έχει την ευθύνη να εποπτεύει τις εταιρείες ανακύκλωσης, αυτό δε πραγματοποιείται!
Ο ΕΟΑΝ έχει στο παρελθόν παραδεχτεί μια σειρά «προβλήματα» τα οποία δεν είναι σε θέση να λύσει. Συνοψίζοντας την κατάσταση, σε παλιότερο άρθρο της η κινηματική συλλογικότητα «Πρωτοβουλία Συνεννόησης για τη διαχείριση απορριμμάτων Αττικής» (ΠΡΩΣΥΝΑΤ) συγκέντρωσε μια σειρά παραδοχές του οργανισμού για τα όσα συμβαίνουν γύρω από τη μαφία της ανακύκλωσης. Αντιγράφουμε μερικές:
  • Ύπαρξη αισχροκερδικών κυκλωμάτων.
  • Εισφοροδιαφυγή και μη εγγραφή όλων των υπόχρεων διαχειριστών σε Συστήματα.
  • Ατελέσφορη επιβολή κυρώσεων.
  • Νομοθετικά κενά που δημιουργούν εμπόδια.
  • Προβλήματα με την επίτευξη των στόχων.
Κοινώς, ο ίδιος ο δημόσιος φορέας που οφείλει να εποπτεύει τις ιδιωτικές εταιρείες ανακύκλωσης παραδέχεται δημόσια ότι δεν μπορεί να το κάνει και ότι ακόμα και οι κυρώσεις που επιβάλλει πέφτουν στο κενό –με τον έναν ή τον άλλο τρόπο απλά δεν ισχύουν.
Παρότι ο ΕΟΑΝ έχει κάνει δημόσια τις παραπάνω παραδοχές, αντί να κλείσει την ΕΕΑΑ και να αναλάβει την ανακύκλωση ένας δημόσιος φορέας, συνεχίζει να την αφήνει στα χέρια της.
Έχουμε δηλαδή ένα κράτος που παραδέχεται ότι δεν μπορεί να σταματήσει τους ιδιώτες από το να παρανομούν και αρκετά χρόνια μετά από αυτές τις παραδοχές, εξακολουθεί να τους αναθέτει την ανακύκλωση, ξέροντας ότι θα συνεχίσουν να παρανομούν!
Αυτό δεν είναι αδυναμία λύσης του προβλήματος. Αυτό είναι συνενοχή στην παρανομία. Τους επιτρέπουν να αισχροκερδούν και να καταστρέφουν το περιβάλλον και το λένε δημόσια!

Κοροϊδία

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, μια εικόνα που δείχνει έναν μπλε και έναν πράσινο κάδο να φορτώνονται από το ίδιο απορριμματοφόρο, θα μπορούσε να θεωρηθεί «πταίσμα». Και πράγματι είναι, αν σκεφτεί κανείς το μέγεθος της μπίζνας, της περιβαλλοντικής καταστροφής, των οικονομικών σκανδάλων και των επικίνδυνων παιχνιδιών με την υγεία ολόκληρων κοινωνιών. Δεν παύει όμως να αποτελεί την πιο εξόφθαλμη ένδειξη της κοροϊδίας που συντελείται στις πλάτες μας. Μιας κοροϊδίας που έχει έρθει η ώρα να αντιληφθούμε σαν κοινωνία και να παλέψουμε για την ανατροπή της. Γιατί οι επιχειρηματίες της «ανακύκλωσης» δε βγάζουν μόνο τεράστια κέρδη για τα οποία πληρώνουμε εμείς αλλά απειλούν και το περιβάλλον, την υγεία και τη ζωή μας.
Μόνος τρόπος να σταματήσουμε την καταστροφή που συντελείται, είναι μέσα από μαζικά, μαχητικά κινήματα των τοπικών κοινωνιών. Κινήματα που θα διεκδικούν την άμεση απομάκρυνση των ιδιωτικών εταιρειών από την ανακύκλωση και τη διαχείριση των απορριμμάτων και το άμεσο πέρασμά τους στους Δήμους, σε συνθήκες διαφάνειας και ελέγχου από τις τοπικές κοινωνίες, τους εργαζόμενους στην καθαριότητα, επιστημονικούς φορείς, περιβαλλοντικά κινήματα, κλπ. Με τον τρόπο αυτό, μπορεί να υπάρξει πραγματική ανακύκλωση. Τα σκουπίδια μπορούν πραγματικά να επιστρέψουν ως πλούτος στην κοινωνία, αντί να συνεχίσουν να στοιβάζονται σε χωματερές και να απειλούν το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία.
Μια τέτοια πρόταση δεν είναι ουτοπική. Είναι άμεσα εφαρμόσιμη, όπως άλλωστε έχουν αποδείξει και τα σχέδια διαχείρισης απορριμμάτων που έχει καταθέσει η ΠΡΩΣΥΝΑΤ σε μια σειρά Δήμους.
Αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση να εφαρμοστούν σχέδια πραγματικής διαχείρισης των απορριμμάτων, που δεν θα υπηρετούν την αισχροκέρδεια των σκουπιδοεργολάβων αλλά θα ωφελούν την κοινωνία. Αυτή τη λύση μπορούν να την επιβάλουν μόνο τοπικά κινήματα – που χρειάζεται να αναπτυχθούν σ’ αυτή την κατεύθυνση και μ’ αυτό το στόχο.

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2019

Rethinking Renewable Mandates



Rethinking Renewable Mandates

Powering the world’s economy with wind, water and solar, and perhaps a little wood sounds like a good idea until a person looks at the details. The economy can use small amounts of wind, water and solar, but adding these types of energy in large quantities is not necessarily beneficial to the system.
While a change to renewables may, in theory, help save world ecosystems, it will also tend to make the electric grid increasingly unstable. To prevent grid failure, electrical systems will need to pay substantial subsidies to fossil fuel and nuclear electricity providers that can offer backup generation when intermittent generation is not available. Modelers have tended to overlook these difficulties. As a result, the models they provide offer an unrealistically favorable view of the benefit (energy payback) of wind and solar.
If the approach of mandating wind, water, and solar were carried far enough, it might have the unfortunate effect of saving the world’s ecosystem by wiping out most of the people living within the ecosystem. It is almost certain that this was not the intended impact when legislators initially passed the mandates.
[1] History suggests that in the past, wind and water never provided a very large percentage of total energy supply.
Figure 1. Annual energy consumption per person (megajoules) in England and Wales 1561-70 to 1850-9 and in Italy 1861-70. Figure by Tony Wrigley, Cambridge University.
Figure 1 shows that before and during the Industrial Revolution, wind and water energy provided 1% to 3% of total energy consumption.
For an energy source to work well, it needs to be able to produce an adequate “return” for the effort that is put into gathering it and putting it to use. Wind and water seemed to produce an adequate return for a few specialized tasks that could be done intermittently and that didn’t require heat energy.
When I visited Holland a few years ago, I saw windmills from the 17th and 18th centuries. These windmills pumped water out of low areas in Holland, when needed. A family would live inside each windmill. The family would regulate the level of pumping desired by adding or removing cloths over the blades of the windmill. To earn much of their income, they would also till a nearby plot of land.
This overall arrangement seems to have provided adequate income for the family. We might conclude, from the inability of wind and water energy to spread farther than 1% -3% of total energy consumption, that the energy return from the windmills was not very high. It was adequate for the arrangement I described, but it didn’t provide enough extra energy to encourage greatly expanded use of the devices.
[2] At the time of the Industrial Revolution, coal worked vastly better for most tasks of the economy than did wind or water.
Economic historian Tony Wrigley, in his book Energy and the English Industrial Revolution, discusses the differences between an organic economy (one whose energy sources are human labor, energy from draft animals such as oxen and horses, and wind and water energy) and an energy-rich economy (one that also has the benefit of coal and perhaps other energy sources). Wrigley notes the following benefits of a coal-based energy-rich economy during the period shown in Figure 1:
  • Deforestation could be reduced. Before coal was added, there was huge demand for wood for heating homes and businesses, cooking food, and for making charcoal, with which metals could be smelted. When coal became available, it was inexpensive enough that it reduced the use of wood, benefiting the environment.
  • The quantity of metals and tools was greatly increased using coal. As long as the source of heat for making metals was charcoal from trees, the total quantity of metals that could be produced was capped at a very low level.
  • Roads to mines were greatly improved, to accommodate coal movement. These better roads benefitted the rest of the economy as well.
  • Farming became a much more productive endeavor. The crop yield from cereal crops, net of the amount fed to draft animals, nearly tripled between 1600 and 1800.
  • The Malthusian limit on population could be avoided. England’s population grew from 4.2 million to 16.7 million between 1600 and 1850. Without the addition of coal to make the economy energy-rich, the population would have been capped by the low food output from the organic economy.
[3] Today’s wind, water, and solar are not part of what Wrigley called the organic economy. Instead, they are utterly dependent on the fossil fuel system.
The name renewables reflects the fact that wind turbines, solar panels, and hydroelectric dams do not burn fossil fuels in their capture of energy from the environment.
Modern hydroelectric dams are constructed with concrete and steel. They are built and repaired using fossil fuels. Wind turbines and solar panels use somewhat different materials, but these too are available only thanks to the use of fossil fuels. If we have difficulty with the fossil fuel system, we will not be able to maintain and repair any of these devices or the electricity transmission system used for distributing the energy that they capture.
[4] With the 7.7 billion people in the world today, adequate energy supplies are an absolute requirement if we do not want population to fall to a very low level. 
There is a myth that the world can get along without fossil fuels. Wrigley writes that in a purely organic economy, the vast majority of roads were deeply rutted dirt roads that could not be traversed by wheeled vehicles. This made overland transport very difficult. Canals were used to provide water transport at that time, but we have virtually no canals available today that would serve the same purpose.
It is true that buildings for homes and businesses can be built with wood, but such buildings tend to burn down frequently. Buildings of stone or brick can also be used. But with only the use of human and animal labor, and having few roads that would accommodate wheeled carts, brick or stone homes tend to be very labor-intensive. So, except for the very wealthy, most homes will be made of wood or of other locally available materials such as sod.
Wrigley’s analysis shows that before coal was added to the economy, human labor productivity was very low. If, today, we were to try to operate the world economy using only human labor, draft animals, and wind and water energy, we likely could not grow food for very many people. World population in 1650 was only about 550 million, or about 7% of today’s population. It would not be possible to provide for the basic needs of today’s population with an organic economy as described by Wrigley.
(Note that organic here has a different meaning than in “organic agriculture.” Today’s organic agriculture is also powered by fossil fuel energy. Organic agriculture brings soil amendments by truck, irrigates land and makes “organic sprays” for fruit, all using fossil fuels.)
[5] Wind, water and solar only provided about 11% of the world’s total energy consumption for the year 2018. Trying to ramp up the 11% production to come anywhere close to 100% of total energy consumption seems like an impossible task.
Figure 2. World Energy Consumption by Fuel, based on data of 2019 BP Statistical Review of World Energy.
Let’s look at what it would take to ramp up the current renewables percentage from 11% to 100%. The average growth rate over the past five years of the combined group that might be considered renewable (Hydro + Biomass etc + Wind&Solar) has been 5.8%. Maintaining such a high growth rate in the future is likely to be difficult because new locations for hydroelectric dams are hard to find and because biomass supply is limited. Let’s suppose that despite these difficulties, this 5.8% growth rate can be maintained going forward.
To increase the quantity from 2018’s low level of renewable supply to the 2018 total energy supply at a 5.8% growth rate would take 39 years. If population grows between 2018 and 2057, even more energy supply would likely be required. Based on this analysis, increasing the use of renewables from a 11% base to close to a 100% level does not look like an approach that has any reasonable chance of fixing our energy problems in a timeframe shorter than “generations.”
The situation is not quite as bad if we look at the task of producing an amount of electricity equal to the world’s current total electricity generation with renewables (Hydro + Biomass etc + Wind&Solar); renewables in this case provided 26% of the world’s electricity supply in 2018.
Figure 3. World electricity production by type, based on data from 2019 BP Statistical Review of World Energy.
The catch with replacing electricity (Figure 3) but not energy supplies is the fact that electricity is only a portion of the world’s energy supply. Different calculations give different percentages, with electricity varying between 19% to 43% of total energy consumption.1 Either way, substituting wind, water and solar in electricity production alone does not seem to be sufficient to make the desired reduction in carbon emissions.
[6] A major drawback of wind and solar energy is its variability from hour-to-hour, day-to-day, and season-to-season. Water energy has season-to-season variability as well, with spring or wet seasons providing the most electricity.
Back when modelers first looked at the variability of electricity produced by wind, solar and water, they hoped that as an increasing quantity of these electricity sources were added, the variability would tend to offset. This happens a little, but not nearly as much as one would like. Instead, the variability becomes an increasing problem as more is added to the electric grid.
When an area first adds a small percentage of wind and/or solar electricity to the electric grid (perhaps 10%), the electrical system’s usual operating reserves are able to handle the variability. These were put in place to handle small fluctuations in supply or demand, such as a major coal plant needing to be taken off line for repairs, or a major industrial client reducing its demand.
But once the quantity of wind and/or solar increases materially, different strategies are needed. At times, production of wind and/or solar may need to be curtailed, to prevent overburdening the electric grid. Batteries are likely to be needed to help ease the abrupt transition that occurs when the sun goes down at the end of the day while electricity demand is still high. These same batteries can also help ease abrupt transitions in wind supply during wind storms.
Apart from brief intermittencies, there is an even more serious problem with seasonal fluctuations in supply that do not match up with seasonal fluctuations in demand. For example, in winter, electricity from solar panels is likely to be low. This may not be a problem in a warm country, but if a country is cold and using electricity for heat, it could be a major issue.
The only real way of handling seasonal intermittencies is by having fossil fuel or nuclear plants available for backup. (Battery backup does not seem to be feasible for such huge quantities for such long periods.) These back-up plants cannot sit idle all year to provide these services. They need trained staff who are willing and able to work all year. Unfortunately, the pricing system does not provide enough funds to adequately compensate these backup systems for those times when their services are not specifically required by the grid. Somehow, they need to be paid for the service of standing by, to offset the inevitable seasonal variability of wind, solar and water.
[7] The pricing system for electricity tends to produce rates that are too low for those electricity providers offering backup services to the electric grid.
As a little background, the economy is a self-organizing system that operates through the laws of physics. Under normal conditions (without mandates or subsidies) it sends signals through prices and profitability regarding which types of energy supply will “work” in the economy and which kinds will simply produce too much distortion or create problems for the system.
If legislators mandate that intermittent wind and solar will be allowed to “go first,” this mandate is by itself a substantial subsidy. Allowing wind and solar to go first tends to send prices too low for other producers because it tends to reduce prices below what those producers with high fixed costs require.2
If energy officials decide to add wind and solar to the electric grid when the grid does not really need these supplies, this action will also tend to push other suppliers off the grid through low rates. Nuclear power plants, which have already been built and are adding zero CO2 to the atmosphere, are particularly at risk because of the low rates. The Ohio legislature recently passed a $1.1 billion bailout for two nuclear power plants because of this issue.
If a mandate produces a market distortion, it is quite possible (in fact, likely) that the distortion will get worse and worse, as more wind and solar is added to the grid. With more mandated (inefficient) electricity, customers will find themselves needing to subsidize essentially all electricity providers if they want to continue to have electricity.
The physics-based economic system without mandates and subsidies provides incentives to efficient electricity providers and disincentives to inefficient electricity suppliers. But once legislators start tinkering with the system, they are likely to find a system dominated by very inefficient production. As the costs of handling intermittency explode and the pricing system gets increasingly distorted, customers are likely to become more and more unhappy.
[8] Modelers of how the system might work did not understand how a system with significant wind and solar would work. Instead, they modeled the most benign initial situation, in which the operating reserves would handle variability, and curtailment of supply would not be an issue. 
Various modelers attempted to figure out whether the return from wind and solar would be adequate, to justify all of the costs of supporting it. Their models were very simple: Energy Out compared to Energy In, over the lifetime of a device. Or, they would calculate Energy Payback Periods. But the situation they modeled did not correspond well to the real world. They tended to model a situation that was close to the best possible situation, one in which variability, batteries and backup electricity providers were not considerations. Thus, these models tended to give a far too optimistic estimates of the expected benefit of intermittent wind and solar devices.
Furthermore, another type of model, the Levelized Cost of Electricity model, also provides distorted results because it does not consider the subsidies needed for backup providers if the system is to work. The modelers likely also leave out the need for backup batteries.
In the engineering world, I am told that computer models of expected costs and income are not considered to be nearly enough. Real-world tests of proposed new designs are first tested on a small scale and then at progressively larger scales, to see whether they will work in practice. The idea of pushing “renewables” sounded so good that no one thought about the idea of testing the plan before it was put into practice.
Unfortunately, the real-world tests that Germany and other countries have tried have shown that intermittent renewables are a very expensive way to produce electricity when all costs are considered. Neighboring countries become unhappy when excess electricity is simply dumped on the grid. Total CO2 emissions don’t necessarily go down either.
[9] Long distance transmission lines are part of the problem, not part of the solution. 
Early models suggested that long-distance transmission lines might be used to smooth out variability, but this has not worked well in practice. This happens partly because wind conditions tend to be similar over wide areas, and partly because a broad East-West mixture is needed to even-out the rapid ramp-down problem in the evening, when families are still cooking dinner and the sun goes down.
Also, long distance transmission lines tend to take many years to permit and install, partly because many landowners do not want them crossing their property. In some cases, the lines need to be buried underground. Reports indicate that an underground 230 kV line costs 10 to 15 times what a comparable overhead line costs. The life expectancy of underground cables seems to be shorter, as well.
Once long-distance transmission lines are in place, maintenance is very fossil fuel dependent. If storms are in the area, repairs are often needed. If roads are not available in the area, helicopters may need to be used to help make the repairs.
An issue that most people are not aware of is the fact that above ground long-distance transmission lines often cause fires, especially when they pass through hot, dry areas. The Northern California utility PG&E filed for bankruptcy because of fires caused by its transmission lines. Furthermore, at least one of Venezuela’s major outages seems to have been related to sparks from transmission lines from its largest hydroelectric plant causing fires. These fire costs should also be part of any analysis of whether a transition to renewables makes sense, either in terms of cost or of energy returns.
[10] If wind turbines and solar panels are truly providing a major net benefit to the economy, they should not need subsidies, even the subsidy of going first.
To make wind and solar electricity producers able to compete with other electricity providers without the subsidy of going first, these providers need a substantial amount of battery backup. For example, wind turbines and solar panels might be required to provide enough backup batteries (perhaps 8 to 12 hours’ worth) so that they can compete with other grid members, without the subsidy of going first. If it really makes sense to use such intermittent energy, these providers should be able to still make a profit even with battery usage. They should also be able to pay taxes on the income they receive, to pay for the government services that they are receiving and hopefully pay some extra taxes to help out the rest of the system.
In Item [2] above, I mentioned that when coal mines were added in England, roads to the mines were substantially improved, befitting the economy as a whole. A true source of energy (one whose investment cost is not too high relative to it output) is supposed to be generating “surplus energy” that assists the economy as a whole. We can observe an impact of this type in the improved roads that benefited England’s economy as a whole. Any so-called energy provider that cannot even pay its own fair share of taxes acts more like a leech, sucking energy and resources from others, than a provider of surplus energy to the rest of the economy.
Recommendations
In my opinion, it is time to eliminate renewable energy mandates. There will be some instances where renewable energy will make sense, but this will be obvious to everyone involved. For example, an island with its electricity generation from oil may want to use some wind or solar generation to try to reduce its total costs. This cost saving occurs because of the high price of oil as fuel to make electricity.
Regulators, in locations where substantial wind and/or solar has already been installed, need to be aware of the likely need to provide subsidies to backup providers, in order to keep the electrical system operating. Otherwise, the grid will likely fail from lack of adequate backup electricity supply.
Intermittent electricity, because of its tendency to drive other providers to bankruptcy, will tend to make the grid fail more quickly than it would otherwise. The big danger ahead seems to be bankruptcy of electricity providers and of fossil fuel producers, rather than running out of a fuel such as oil or natural gas. For this reason, I see little reason for the belief by many that electricity will “last longer” than oil. It is a question of which group is most affected by bankruptcies first.
I do not see any real reason to use subsidies to encourage the use of electric cars. The problem we have today with oil prices is that they are too low for oil producers. If we want to keep oil production from collapsing, we need to keep oil demand up. We do this by encouraging the production of cars that are as inexpensive as possible. Generally, this will mean producing cars that operate using petroleum products.
(I recognize that my view is the opposite one from what many Peak Oilers have. But I see the limit ahead as being one of too low prices for producers, rather than too high prices for consumers. The CO2 issue tends to disappear as parts of the system collapse.)
Notes:
[1] BP bases its count on the equivalent fossil fuel energy needed to create the electricity; IEA counts the heat energy of the resulting electrical output. Using BP’s way of counting electricity, electricity worldwide amounts to 43% of total energy consumption. Using the International Energy Agency’s approach to counting electricity, electricity worldwide amounts to only about 19% of world energy consumption.
[2] In some locations, “utility pricing” is used. In these cases, pricing is set in a way needed to provide a fair return to all providers. With utility pricing, intermittent renewables would not be expected to cause low prices for backup producers.

About Gail Tverberg

My name is Gail Tverberg. I am an actuary interested in finite world issues - oil depletion, natural gas depletion, water shortages, and climate change. Oil limits look very different from what most expect, with high prices leading to recession, and low prices leading to financial problems for oil producers and for oil exporting countries. We are really dealing with a physics problem that affects many parts of the economy at once, including wages and the financial system. I try to look at the overall problem.
This entry was posted in Energy policy and tagged , , , , . Bookmark the permalink.

68 Responses to Rethinking Renewable Mandates

  1. Karey says:
    This analysis totally ignored impact on human population carrying capacity from climate change due to continued use of fossil fuels. We may already have crossed critical tipping points that will lead to mass extinction. But even if that is not the case, desertification of land and ocean will lower carrying capacity down from 7 billion to 2 billion. The choice isn’t between current population with fossil fuels or a lower population with renewables, but between a lower population with a ruined planet or with a somewhat healthier one.
    Renewables may not be able to support the current population in modern growth oriented consumer cultures, but some analyses suggest they could support a gradually contracting population on a simpler, more local, more agrarian economy. When the impact of climate change on food production is taken into account this may be the most optimistic future that is achievable.
    • david higham says:
      If there was an opportunity to have a gradually contracting population,it passed about
      fifty years ago. The pincer’s grip combination of energy constraints and climate disruption coming will mean that the four horsemen will be in charge in the near future.
      There is zero chance that the population projections of the U.N. for 2050 will eventuate..
      • Karey says:
        I agree it will be a bumpy ride, but worse if we continue to use fossil fuels. Localised food production with more people involved in growing it can have better yields without fossil fuel inputs than industrial agriculture. What we can be sure of is that status quo is not viable.
        • Artleads says:
          I’m very optimistic too. I don’t think the human species is going anywhere soon, or that our numbers are destined to quickly whittle down. But these ideas are not based as much on reason as on intuition. Another message from intuition is that fossil fuels have nothing to do with this optimistic picture. What has a lot to do with it is aesthetics–the opening up of the senses to the forms and patterns of the life around us. Or maybe what I see, put more simply, is that we have to gain “understanding.” It’s odd that I should stick to these thoughts, since they seem to make so little sense to others. Somehow, though, I “know” that the species figures these matters out against all odds. We’d do quite well sticking with the present and near future, to go beyond which should be seen as hubris.
    • Tim Groves says:
      This analysis totally ignored impact on human population carrying capacity from climate change due to continued use of fossil fuels.
      And that was naughty? Well, for your information, no change in climate anywhere so far can be definitively shown to have been directly caused by continued use of fossil fuels, so no impact from such change can reasonably be attributed. Indirectly, of course, fossil fuels cause the heat island effect and support a huge population that is capable of drastically altering the landscape over extensive areas of the planet.
      We may already have crossed critical tipping points that will lead to mass extinction. But even if that is not the case, desertification of land and ocean will lower carrying capacity down from 7 billion to 2 billion.
      One can never be sure one hasn’t already crossed a tipping point. That’s part of the fun of life. The tree on the side of the hill grows one leaf too many and blows down in the next strong wind, the tippler at the bar has one drink too many, the school bully goes on taunting and taunting until his victim’s anger overcomes his fear setting off an explosion of rage that kicks seven colors of play dough out of the tormentor.
      It is hard to argue against the idea that humans are currently exceeding the earth’s capacity to carry them. Even Prince Harry and Princess Meghan realize this and are limiting themselves to just two kids, who will probably only consume the equivalent in resources of what about two thousand children in India will consume over the same period, so well done Harry and Meghan for leading the way.
      People who wish to stop using fossil fuels are welcome to go ahead and eliminate their use of fossil fuels. Then they can set an example for the rest of us to emulate if we choose. I’m not a vegan or a transsexual or a member of a religious sect, but I absolutely support the human rights of individuals to engage in veganism, transsexuality or any religious practice they desire (consenting adults and all that). In the same spirit, I respect the rights of the millions of ecologically aware and climate concerned people worldwide to live without using fossil fuels free from the oppression of established social norms. Yes, this is a campaign I feel I could support, even though I have no wish to join them. Oppressed fossil fuel users of the world unite. You have nothing to lose but your carbon footprint!

  2. Pingback: Muscle Power | Peak Energy & Resources, Climate Change, and the Preservation of Knowledge
  3. adonis says:
    There is only one path for the financial system now a degrowth society based on negative interest rates and mountains of debt to bailout all those too big to fail banks fossil fuel prices will permanently go up thanks to the future unlimited bailouts and continued investments into a sustainable world of renewable technology backed by nuclear . This along with an increase in the death rate will keep BAU rolling along.Can this scenario play out a slow collapse instead of a”seneca cliff” collapse I Ithink it can thanks to the crazy world of “negative interest rates” and cryptocurrency.Were talking about free money people .
  4. adonis says:
    We must remember two important facts the net energy is dropping because of diminishing returns that means a degrowth world is coming and human nature is based on greed on the desire for more once the realisation sets in that they cannot get more the vast majority of humans will start rioting chaos will descend in the streets martial law will be declared and violence will be the norm.That is why we need to prepare for the possibility that a degrowth world could be coming and the transition period could be a matter of life and death .
  5. Bill Simpson says:
    Since oil products move virtually everything which gets moved, and since virtually everything we now use gets moved quite a great distance, less oil production will mean the economy will be forced to shrink. Trying to once again produce close to home would take decades, just like globalization took decades to accomplish. With debt at near record level, a shrinking economy will mean that trillions of dollars of debts can’t be serviced. Bankruptcies will spread like wildfire.
    I would bet less oil production, caused by anything, will bring down the banking system within a year or two.
    Where a banking collapse will lead, nobody really knows because it has never happened since the Industrial Revolution began. We did come very close to collapse during the 2008 Global Financial Crisis. The documentaries about the GFC on YouTube are worth watching in order to gain an understanding of how dangerous some of the smartest people on the planet thought it was. And bad housing loans will pale in comparison to a shrinking global economy caused by not having more and more fuel available in order to keep the economy ever expanding. Without expansion, the capitalist financial system melts down from leveraged debts going bad.
  6. Robert Firth says:
    Just a few thoughts, based on some research and a scientific background.
    The grid is finished. Accept it. Renewables will happen, because the alternatives will go away. And renewables are intermittent. So electricity will be generated and used locally, and won’t be used when it is not being generated.
    Population collapse is also inevitable, for many reasons, not least that modern agriculture is impossible without massive use of nonrenewable resources, and when it goes away the soil it has destroyed will take decades, if not centuries, to recover.
    And my own view about our predicament: what we could or might do is not relevant, because we won’t do it. And on the whole, I trust Nature to do a better job rebalancing the biosphere than the collective wisdom of Earth’s most greedy and parasitic species could ever hope to do. If at the end of that process said species has gone the way of the dinosaurs, perhaps that is indeed the best thing that could happen to a small blue planet.

    πηγή  https://ourfiniteworld.com/

Κυριακή 21 Ιουλίου 2019

η ΜΕΑ Αν. Τομέα στην Επιτροπή Ανάπτυξης της ΠΚΜ



ΜΕ ΣΥΝΟΠΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΕΣΟΚΑΛΟΚΑΙΡΟ Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΜ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΚΛΕΙΣΕΙ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ



Περνάει τη Δευτέρα 22/7 απο την επιτροπή ανάπτυξης της Περιφέρειας Κεντρ. Μακεδονίας η γνωμοδότηση επι της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), για την κατασκευή Μονάδας Επεξεργασίας Αποβλήτων (ΜΕΑ) και Επεξεργασίας Βιοαποβλήτων (ΜΕΒΑ), του Ανατολικού Τομέα ΠΕ Θεσ/νίκης.
Η μονάδα θα κατασκευαστεί στην περιοχή του Δήμου Θέρμης, κοντά στον Αγ. Αντώνιο και θα δέχεται 150.000 τν απορρίμματα. Αυτά θα αποτελούν το 36% των απορριμμάτων της ΠΕ Θεσ/νίκης και το σύνολο της ΠΕ Χαλκιδικής.
Σαν προϋπόθεση για την λειτουργία της μονάδας θεωρείται ως προϋπόθεση η εφαρμογή απο τους Δήμους της ανακύκλωσης με διαλογή στην πηγή, όπως και η χωριστή συλλογή βιοαπόβλητων, σε ποσοστό 50%. Αυτό το ποσοστό δεν είναι τυχαίο αφού η ΕΕ αρνείται την χρηματοδότηση μονάδων επεξεργασίας σύμμεικτων.
Η συγκεκριμένη ΜΠΕ αποδέχεται οτι βασικό προϊόν της ΜΕΑ θα είναι το απορριμματογενές καύσιμο (περίπου 30000-40000 τν ετησίως), για το οποίο μάλιστα όπως λέγεται στην ΜΠΕ έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον για την απορρόφησή του οι τσιμεντοβιομηχανίες ΤΙΤΑΝ και ΧΑΛΥΨ.

Ζητήματα που προκύπτουν:
 Πως θεωρείται δεδομένο οτι οι Δήμοι θα επιτύχουν 50% ποσοστό ανακύκλωσης, οταν σήμερα δεν ξεπερνούν το 10% και ακόμη περισσότερο δεν σχεδιάζουν τίποτα σ αυτή την κατεύθυνση;
 Ακόμη και στο Περιφ. Σχέδιο Διαχείρισης (ΠΕΣΔΑ) η καύση θεωρείται μια απο τις τελευταίες επιλογές (αφού έχουν εφαρμοσθεί τα προηγούμενα στάδια, ανακύκλωση, επανάχρηση κλπ), πως λοιπόν ξαφνικά περνάει σε πρώτο πλάνο;
 Δεν εξηγείται πως θα χρηματοδοτηθεί η κατασκευή της ΜΕΑ, ποιό θα είναι το καθεστώς λειτουργίας, αν και γνωρίζουμε απο την ΜΕΑ Σερρών ή Δυτ. Μακεδονίας οτι το μοντέλο είναι τα ΣΔΙΤ και η λειτουργία με ιδιώτη για 25 χρόνια, με εξασφαλισμένα κέρδη απο τα ανταποδοτικά των Δήμων, τα οποία συνήθως παίρνουν την ανιούσα.
 Δεν γίνεται καμιά αναφορά για τις επιπτώσεις στο περιβάλλον και στην υγεία απο τους ρύπους που εκλύονται στην ατμόσφαιρα κατά την καύση στις τσιμεντοβιομηχανίες, όταν οι πολίτες του Βόλου και οι αντιστάσεις που έχουν αναπτυχθεί εκεί ενάντια στην καύση απορριμμάτων απο την ΑΓΕΤ, αποδεικνύουν με μελέτες οτι έχουν αυξηθεί τα ποσοστά θνησιμότητας εξ αιτίας αυτού το γεγονότος.
 Γιατί μέσα στο καλοκαίρι χωρίς να φαίνεται οτι έγινε οποιαδήποτε διαβούλευση ή ακόμα και ενημέρωση των εμπλεκόμενων φορέων (Δήμοι κλπ), βιάζεται η περιφέρεια ΚΜ να κλείσει ενα τόσο σημαντικό θέμα;