Δευτέρα 13 Ιουνίου 2016

Digital Labor, Uberization, Crowdsourcing: Εργασία και εκμετάλλευση στην ψηφιακή εποχή

 
Το κείμενο είναι η βάση της διάλεξης μου στο Nosotros στις 23 Απριλίου 2016.

Τα τελευταία χρόνια η εργασία ως παραγωγική διαδικασία η οποία λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο του καπιταλισμού έχει υποστεί σημαντικές αλλαγές σε ότι αφορά τη φύση, το περιεχόμενο, τις συνθήκες αλλά και τους στόχους της. Οι δύο βασικοί παράγοντες που καθορίζουν αυτή την εξέλιξη είναι η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού – και το πως αυτή μεταφράζεται πρακτικά μέσα στους χώρους εργασίας – καθώς και η τεχνολογική μετάλλαξη των υλικών συνθηκών παραγωγής χάρη στην ψηφιοποίηση και δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής. Οι δύο αυτοί παράγοντες, όπως θα δείξω, είναι άμεσα αλληλένδετοι και αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της απορρύθμισης της εργασίας.
Νεοφιλελευθερισμός και εργασία
Η φιλοσοφική βάση του νεοφιλελευθερισμού έγκειται στη θεώρηση ότι το βασικό κριτήριο δράσης των ανθρώπων είναι το άμεσο προσωπικό τους συμφέρον και ότι η ελεύθερη και απρόσκοπτη επιδίωξη του συνιστά το βέλτιστο μέσο για τη μεγιστοποίηση του πλουτισμού μιας οικονομίας.
Ως αποτέλεσμα οι θεωρητικοί του νεοφιλελευθερισμού όπως ο Χάγιεκ είναι εχθρικοί ως προς οποιαδήποτε μορφή ρύθμισης των εργασιακών σχέσεων η οποία αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός στρέβλωσης της αγοράς είτε αυτή είναι το εργατικό δίκαιο, τα επιδόματα ανεργίας, η κοινωνική ασφάλιση ή τα συνδικάτα που “εμποδίζουν τον ανταγωνισμό από το να δρα ως αποτελεσματικός ρυθμιστής της κατανομής όλων των πόρων” (Χάγιεκ 2008: 383) (1).
Στη βάση αυτού του συλλογισμού η ιδεατή αγορά είναι αυτή όπου εργοδότες και εργαζόμενοι, ως μονάδες υποκινούμενες από το οικονομικό τους συμφέρον, είναι εντελώς ελεύθεροι να “συνεργαστούν” όποτε χρειαστεί, για όσο διάστημα είναι απαραίτητο στη βάση ιδιωτικών συμφωνητικών που προβλέπουν το χρόνο, τις συνθήκες και την αμοιβή της εργασίας. Κατ’ επέκταση κάθε μεμονωμένο και ατομικό κομμάτι του ανθρώπινου κεφαλαίου έχει ως σκοπό την αύξηση της αξίας του και την ισχυροποίηση της ανταγωνιστικής του θέσης, ως προς τα άλλα αντίστοιχα (2).
Θεωρητικά, σε μια τέτοια αγορά οι εργαζόμενοι ανταγωνίζονται για τις καλύτερες θέσεις εργασίας και οι εργοδότες για να προσλάβουν τους καλύτερους εργαζόμενους μεγιστοποιώντας έτσι τα κέρδη τους. Η ολοκληρωτική απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων με στόχο την επίτευξη αυτού του ιδεατού αποτελεί λοιπόν ιστορικά μια από τις βασικότερες επιδιώξεις της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.
Εβδομήντα χρόνια από την ίδρυση της εταιρείας Mont-Pelerin, του βασικού οχήματος που σχεδίασε και εκτέλεσε το σχέδιο με στόχο να εγκαθιδρύσει την ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού, σήμερα βρισκόμαστε πιο κοντά από ποτέ στο ιδεατό μιας εντελώς απορυθμισμένης αγοράς εργασίας. Όμως η κυριαρχία της συγκεκριμένης ιδεολογίας και οι πολιτικές απορρύθμισης τις οποίες εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις που την ασπάστηκαν δεν αποτελούν τη μόνη εξήγηση για αυτή την εξέλιξη.
Ένα ακόμη βασικό συστατικό της μαζικής απορρύθμισης της αγοράς εργασίας είναι η ψηφιοποίηση και την δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής. Η διαδικασία αυτή ξεκίνησε από τη δεκαετία του 50 με την δημιουργία της βιομηχανίας ηλεκτρονικών για να εξελιχθεί σε βασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας από τα μέσα της δεκαετίας του 90 μέσω της σταδιακής εμπορευματοποίησης του διαδικτύου.

Η Silicon Valley ως μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού
Οι ρίζες της εισαγωγής υπολογιστών και δικτύων στην παραγωγική διαδικασία ξεκινούν από την πολεμική βιομηχανία του 2ου παγκοσμίου και του ψυχρού πολέμου. Οι βασικές καινοτομίες στις οποίες βασίστηκε η μετέπειτα βιομηχανία των προσωπικών υπολογιστών, όπως ο ημιαγωγός από σιλικόνη και το ολοκληρωμένο κύκλωμα, έγιναν από εταιρείες σαν την Fairchild Semiconductor και την General Electric. Ένα από τα κοινά χαρακτηριστικά αυτών των εταιρειών ήταν η προσπάθεια τους να αποβάλλουν τον συνδικαλισμό.
Ο Robert Noyce, συνιδρυτής της Fairchild και στη συνέχεια της Intel, είναι γνωστός για την εμμονή του ενάντια στο συνδικαλισμό τον οποίο θεωρούσε εμπόδιο στην ανάπτυξη της οικονομίας. Ήδη από τη δεκαετία του 50 η ηλεκτρονική βιομηχανία και ειδικότερα οι εταιρείες της Silicon Valley στην Καλιφόρνια χρησιμοποίησαν συγκεκριμένες μεθόδους μάνατζμεντ με στόχο να εξαλείψουν τα συνδικάτα και να ταυτίζοντας τα υποτιθέμενα συμφέροντα των εργαζόμενων με αυτά των εργοδοτών (3). Σε μια εποχή κατά την οποία ο συνδικαλισμός ήταν ισχυρός στην αμερικανική βιομηχανία, ο συγκεκριμένος τομέας κατάφερε να τον περιθωριοποιήσει.
Η παράδοση αυτή της αποστροφής της Silicon Valley ως προς οποιαδήποτε ρύθμιση της αγοράς εργασίας είτε αυτή αφορά τις συλλογικές διαπραγματεύσεις μέσω συνδικάτων, είτε κανόνων που επιβάλλονται μέσω της νομοθετικής οδού, συνεχίστηκε και στις επόμενες δεκαετίες μέσω της σύγκλισης της τεχνολογικής ελίτ με ένα κομμάτι του ελευθεριακού κινήματος.
Όπως έδειξε ο Fred Turner, τη δεκαετία του 80, όταν το όραμα των χίπις για μια εναλλακτική κοινωνία είχε πια πεθάνει, η παραδοσιακή εχθρότητα τους προς το κράτος εξελίχθηκε σε άρνηση κάθε είδους συλλογικής ρύθμισης με στόχο το δημόσιο συμφέρον (4). Κάπως έτσι η Silicon Valley έγινε ένα από τα κέντρα ενός “προοδευτικού” νεοφιλελευθερισμού, όπως αυτός εκφράστηκε από την πολιτική του Κλίντον τη δεκαετία του 90, μπολιάζοντας το εμπορευματοποιημένο διαδίκτυο από το 95 και μετά με τη συγκεκριμένη ιδεολογία.
Η τεχνολογία ως επίδικο της πάλης των τάξεων
Την εποχή που ο Noyce ίδρυσε την Fairchild, ο οικονομολόγος Robert Solow ανέδειξε τη σχέση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και τεχνολογικής καινοτομίας. Η παραγωγή, σύμφωνα με τον Solow είναι συνάρτηση τριών παραγόντων: του κεφαλαίου που επενδύεται, της εργασίας που διαθέτεται και της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται. Όσο περισσότερο καινοτόμος και αποτελεσματική είναι η τεχνολογία τόσο αυξάνεται η παραγωγικότητα του κεφαλαίου και της εργασίας (5).
Η θεωρία αυτή, για την οποία ο Solow κέρδισε το νόμπελ οικονομίας, είχε τεράστια επιρροή μεταξύ επιχειρηματιών, πολιτικών και οικονομολόγων. Η κυρίαρχη τάξη συνειδητοποίησε ότι η συσσώρευση πλούτου και εξουσίας δεν εξαρτάται μόνο από τον έλεγχο των ροών του κεφαλαίου και την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης αλλά επίσης από την εργαλειοποίηση της γνώσης με τη μορφή παραγωγικής τεχνολογίας. Η συγκεκριμένη ιδέα προϋπήρχε τουλάχιστον από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης στη Μ. Βρετανία. Όμως η μελέτη του Solow της έδωσε επιστημονικό υπόβαθρο και επέτρεψε την συστηματοποίηση της.
Έτσι από τη δεκαετία του 50 κι έπειτα οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου ξεκίνησαν μια τεράστια κι οργανωμένη προσπάθεια θησαυροποίησης της γνώσης υπό τη μορφή πνευματικής ιδιοκτησίας (πατέντες, copyright) μέσω της πλήρους ιδιωτικοποίησης πανεπιστήμιων, κέντρων έρευνας και καινοτόμων βιομηχανιών όπως αυτή της Silicon Valley. Όπως έχει δείξει η έρευνα, η διαδικασία αυτή αρπαγής και συστηματικής καθυποταγής της γνώσης και της πληροφορία στις επιταγές του κεφαλαίου μειώνει σταθερά το μερίδιο της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο (6).
Αυτό γιατί το κεφάλαιο ελέγχει την πνευματική ιδιοκτησία και μέσω αυτής επιβάλλει τους δικούς του κανόνες στην τεχνολογία που γεννά τα νέα μέσα παραγωγής, εις βάρος των συμφερόντων του κόσμου της εργασίας. Με άλλα λόγια η τεχνολογική καινοτομία είναι κεντρικό διακύβευμα της πάλης των τάξεων όμως ελλείψει αντιστάσεων η μάχη για τον έλεγχο της έχει κερδηθεί κατά κράτος από τους καπιταλιστές.

Κόστος συναλλαγών και φορντικός καπιταλισμός
Σύμφωνα με τη θεωρία του κόστους συναλλαγών του Ronald Coase (1937) ο συντονισμός κάθε ομαδικής παραγωγικής δραστηριότητας μπορεί να γίνει είτε μέσω του μηχανισμού των τιμών της αγοράς, δηλαδή με τη χρήση και κάτω από τον έλεγχο της, είτε εντός των ορίων της επιχείρησης και κάτω από τις εξουσιαστικές σχέσεις της οργανωτικής της δομής (7). Με άλλα λόγια, η επιχείρηση δημιουργείται και επεκτείνετε όσο τα κόστη συναλλαγών της οικονομικής δραστηριότητας μέσω των μηχανισμών της αγοράς υπερβαίνουν τα κόστη συντονισμού εντός της επιχείρησης.
Το υψηλό κόστος συναλλαγών μέσω μηχανισμών προσφοράς και ζήτησης (πχ. στην αγορά εργασίας) είναι μια από τις βασικές αιτίες της ανάδυσης της γραφειοκρατικής, ιεραρχικής και συγκεντρωτικής επιχείρησης κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Η βιομηχανία του 20ου αιώνα συστηματοποίησε τη μισθωτή εργασία γιατί η αναζήτηση εργατικού δυναμικού μέσω της αγοράς (πχ. στη βάση του μεροκάματου) παρουσίαζε υψηλότερο κόστος συναλλαγής λόγω των συγκεκριμένων συνθηκών παραγωγής (ανάγκη για εντατική, συνεχή παραγωγή).
Η συγκεκριμένη μορφή επιχείρησης αποτέλεσε κεντρικό πυλώνα του φορντικού καπιταλισμού. Ως αντάλλαγμα για τις εξουσιαστικές ιεραρχικές σχέσεις στο εσωτερικό της φορντικής επιχείρησης που επέβαλλαν οι καπιταλιστές με στόχο τη μεγιστοποίηση του κέρδους, οι εργαζόμενοι έλαβαν μια σειρά από απολαβές: σταθερή εργασία, συλλογικές συμβάσεις, συνεχή αύξηση της αγοραστικής δύναμης τους κλπ. Στην ουσία πάνω σε αυτόν τον συμβιβασμό στηρίχθηκε η κυριαρχία της σοσιαλδημοκρατίας και κεϋνσιανισμού.
Η οικονομική κρίση της δεκαετίας του 70 και το πετρελαϊκό σοκ αποσταθεροποίησαν αυτό το κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό μοντέλο δίνοντας την ευκαιρία στους νεοφιλελεύθερους να προτάξουν μια εναλλακτική θεωρία εξόδου από την κρίση. Η περίοδος της πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας τους άρχισε με την εκλογή της Θάτσερ και του Ρέιγκαν και εκβαθύνθηκε με την ολοκληρωτική προσχώρηση των Ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών και του Αμερικανικού Δημοκρατικού Κόμματος στο δόγμα του νεοφιλελευθερισμού τη δεκαετία του 90.
Ψηφιοποίηση των μέσων παραγωγής και νεοφιλελεύθερη ηγεμονία
Η ανάδυση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας τη δεκαετία του 80 και του 90 συνέπεσε με την όλο και αυξανόμενη ψηφιοποίηση και τη δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής. Ένα από τα κεντρικά χαρακτηριστικά αυτής της αλλαγής του παραγωγικού συστήματος είναι η κατακόρυφη πτώση του κόστους συναλλαγής.
Πράγματι η αυξανόμενη ψηφιοποίηση και δικτυοποίηση της οικονομίας ενίσχυσε τις συναλλαγές μέσω μηχανισμών της αγοράς στην διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας εις βάρος του ιεραρχικού και γραφειοκρατικού συντονισμού εντός της επιχείρησης. Για παράδειγμα μέσω των νέων πληροφοριακών συστημάτων έγινε πιο εύκολη η ενοικίαση εργαζομένων με συγκεκριμένες δεξιότητες για ορισμένο χρόνο, κάτι που αδυνάτισε ή και εξάλειψε την παραδοσιακή σχέση μόνιμης μισθωτής εργασίας σε αρκετούς τομείς.
Η πληροφοριακή διαμεσολάβηση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας έγινε έτσι κεντρικός μηχανισμός λειτουργίας της οικονομίας επιτρέποντας την διάδοση της λογικής της υπεργολαβίας. Η παραγωγή διασπάστηκε σε πολλαπλά στάδια που εκτελούνται από διαφορετικές μονάδες (επιχειρήσεις αλλά και μεμονωμένους εργαζόμενους) χωρίς γεωγραφικούς ή άλλους περιορισμούς οι οποίες συντονίζονται από ένα καπιταλιστικό κέντρο μέσω ψηφιακών εργαλείων και δικτύων χωρίς όμως να του ανήκουν άμεσα.
Στη βάση αυτή αναπτύχθηκαν και οι αρχές του νεοφιλέλευθερου μάνατζμεντ (αυτονομία, αποκεντρωμένη διαχείριση έργου, μετρησιμότητα και στατιστικοποίηση, πολυεπίπεδος οριζόντιος ανταγωνισμός μεταξύ εργαζομένων, κατανόησης της αποτελεσματικότητας ως επιτελεστικότητα/επίδοση (performance), λογιστικός έλεγχος (audit) κλπ.)(8). Η καπιταλιστική επιχείρηση του 21ου αιώνα κατάφερε να μην χρειάζεται πια μόνιμους εργαζόμενους με ισχυρές ιεραρχικές δομές εσωτερικού συντονισμού της παραγωγής. Τα ανταλλάγματα που πρόσφερε ο φορντικός καπιταλισμός στους εργαζόμενους δεν είχαν πια καμία χρησιμότητα παρά θεωρήθηκαν ως αδικαιολόγητα κόστη που έπρεπε να μειωθούν ή και να εξαϋλωθούν.
Uberization
Τα παραπάνω χαρακτηριστικά έχουν να κάνουν με τη δομή της διαδικασίας παραγωγής στον ύστερο καπιταλισμό και άρα αφορούν κάθε είδους εργασία, είτε αυτή είναι πληροφοριακής φύσης είτε όχι. Οι τεχνίτες των κατασκευαστικών της Δυτική Ευρώπης, οι Κινέζοι απασχολούμενοι στην ηλεκτρονική βιομηχανία, οι επιστήμονες με μπλοκάκι στην Ελλάδα, οι εργάτες της υφαντουργίας στο Μπαγκλαντές, όλοι αυτοί ένιωσαν στο πετσί τους τα αποτελέσματα της ψηφιοποίησης και της μείωσης του κόστους συναλλαγής όταν βρέθηκαν στην υπηρεσία πολυεθνικών με τζίρο δισεκατομμυρίων χωρίς να έχουν καμία άμεση σχέση μαζί τους. Η πληροφοριακή υποδομή συνδέει πλέον εκατομμύρια επισφαλείς και φτωχοποιημένους εργαζόμενους με το κέντρο του παγκόσμιου καπιταλισμού, μέσω χιλιάδων ενδιάμεσων (γραφείων ενοικίασης εργαζομένων, υπεργολάβων, υπεράκτιων εταιρειών και πλατφόρμων πληροφοριακής διαμεσολάβησης).
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μοντέλο του Uber. Η συγκεκριμένη εταιρεία παράγει μια τεχνολογία η οποία συνδέει την προσφορά και τη ζήτηση αυτοκινήτων με οδηγό. Κάποιος που χρειάζεται να μεταφερθεί κάπου κατεβάζει την application και σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της κούρσας (τόπος, χρόνος, κόστος) επιλέγει έναν οδηγό. Οι οδηγοί δεν είναι υπάλληλοι της εταιρείας αλλά ανεξάρτητοι εργαζόμενοι που συνεργάζονται με την Uber. Οποιοσδήποτε διαθέτει ένα αυτοκίνητο και δίπλωμα οδήγησης μπορεί να γίνει οδηγός για την υπηρεσία χωρίς οποιαδήποτε άλλη προϋπηρεσία ή γνώση.
Οι οδηγοί πληρώνουν όλα τα έξοδα κίνησης και ανταγωνίζονται για τις περισσότερες κούρσες. Τα χρήματα όμως περνάνε όλα από την Uber η οποία αποφασίζει για τις μίνιμουμ τιμές αλλά και το ποσοστό που παρακρατεί. Φυσικά οι οδηγοί, εφόσον είναι ανεξάρτητοι εργαζόμενοι, δεν έχουν καμία από τις απολαβές των μισθωτών: το εισόδημα τους δεν είναι σταθερό αλλά εξαρτάται από τις ώρες εργασίας και τις τιμές που επιβάλει η Uber, δεν έχουν ιατροφαρμακευτική κάλυψη, ασφάλεια για τα οχήματα τους και για τους ίδιους, δεν υπάρχουν φυσικά συλλογικές συμβάσεις (9). Το πιο στρατηγικό κομμάτι της δραστηριότητας είναι ο αλγόριθμος που συνδέει την προσφορά με τη ζήτηση και καθορίζει το κόστος των υπηρεσιών και την αμοιβή των οδηγών. Φυσικά από τη στιγμή που η εταιρεία ρυθμίζει τον αλγόριθμο χωρίς κανένα έλεγχο από τρίτο το κάνει με μοναδικό γνώμονα το δικό της συμφέρον. Κατά κάποιο τρόπο ο αλγόριθμος είναι το αφεντικό των οδηγών (10).
Η Uber επιβάλλει επίσης καθεστώς επιτήρησης και εκμετάλλευσης προσωπικών δεδομένων. Κάθε οδηγός της Uber υπόκειται σε συνεχή αξιολόγηση από την εταιρεία και από τους πελάτες στη βάση δεκάδων κριτηρίων (αν είναι γρήγορος, ευχάριστος, αν το αυτοκίνητο είναι καθαρό κλπ.) και εάν ο βαθμός πέσει κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο τότε η συνεργασία με την εταιρεία διακόπτεται. Η αξιολόγηση λόγω της μαζικής και συνεχούς της φύσης παίρνει τη μορφή επιτήρησης η οποία έχει άμεσο αντίκτυπο όχι μόνο στα έσοδα των οδηγών αλλά και στον τρόπο που αυτοί συμπεριφέρονται, ντύνονται, μιλούν και σκέφτονται (11). Με άλλα λόγια το σύστημα του συνεχούς rating αποτελεί ένα είδος “πολιτικής τεχνολογίας του σώματος” (biopolitique) με την έννοια του Φουκώ. Ταυτόχρονα η Uber συλλέγει τεράστιες ποσότητες δεδομένων και για τους πελάτες αφού γνωρίζει με λεπτομέρεια κάθε μετακίνηση τους μέσω της πλατφόρμας.
Το μοντέλο της Uber έχει αρχίσει να αναπτύσσεται σε διάφορους τομείς από εκατοντάδες εταιρείες: AirBnB για την ενοικίαση καταλυμάτων, Drivy για ενοικίασης οχημάτων, Postmates για ντελίβερι σε οτιδήποτε, TaskRabbit για οποιαδήποτε εργασία κλπ. Αφορά πλέον χιλιάδες εργαζόμενους και κυρίως αποτελεί μοντέλο για τις εργασιακές σχέσεις του 21ου αιώνα.
Digital Labor
Ήδη από τη δεκαετία του 50 ο Γάλλος κοινωνιολόγος Georges Friedmann είχε αναδείξει την τάση της ταιηλοριστικής οργάνωσης της παραγωγής να θρυμματίζει τη χειρωνακτική εργασία (12): η συνεχής επανάληψη μικρών, ασύνδετων μεταξύ τους δράσεων από τους επιτηρούμενους εργάτες στο πλαίσιο μιας διαδικασίας παραγωγής της οποίας ο σκοπός και το νόημα τους διαφεύγει δημιουργεί αποξένωση και πλήξη. Η ψηφιοποίηση και η δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής επεκτείνουν πλέον αυτή την τάση θρυμματισμού και στην πνευματική εργασία.
Το πιο γνωστό παράδειγμα αυτής της τάσης είναι η υπηρεσία Mechanical Turk της Amazon. Το όνομα της εμπνέεται από ένα, υποτίθεται, αυτόματο παίκτη σκακιού που έφτιαξε και παρουσίασε το 1770 ο Ούγγρος εφευρέτης Wolfgang von Kempelen – προκειμένου να εντυπωσιάσει την αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία των Αψβούργων (13). Ο σύγχρονος “μηχανικός τούρκος” (Μturk.com) που εγκαινιάστηκε στις αρχές Νοέμβρη του 2005 είναι μια πλατφόρμα διαμεσολάβησης μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας για μικρο-έργα (Human Intelligence Tasks) τα οποία εκτελούνται μέσω υπολογιστή και εξ αποστάσεως αλλά απαιτούν ανθρώπινες δεξιότητες (πχ. η αναγνώριση προσώπων, η κατηγοριοποίηση φωτογραφιών και μουσικής, η αναζήτηση λαθών σε κώδικα κλπ.).
Η συγκεκριμένη πλατφόρμα crowdsourcing συνδέει χιλιάδες εργοδότες οι οποίοι προσφέρουν μικρο-έργα με εκατοντάδες χιλιάδες διανοητικούς “εργάτες” που προτίθενται να τα εκτελέσουν. Φυσικά οι σχέσεις μεταξύ τους δεν ρυθμίζονται παρά μόνο από το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης χωρίς καμία προστασία για τους εργαζόμενους. Ο εργοδότης δεν αναλαμβάνει καμία υποχρέωση εκτός απ’ την (συμφωνημένη εκ των προτέρων) πληρωμή την οποία υπολογίζουν στη βάση βάση ωρομισθίου (συνήθως περί του ενός δολαρίου) και του χρόνου που χρειάζεται για να έρθουν σε πέρας. Η αποξένωση του φορντισμού εισέρχεται έτσι στο πεδίο της διανοητικής εργασίας και συνοδεύεται από παντελώς απορυθμισμένη εκμετάλλευση και επισφάλεια. Ο Μηχανικός Τούρκος της Amazon αποτελεί έτσι το έμβλημα του κατακερματισμού και της εξατομικευμένης εκμετάλλευσης της εργασίας.
Το συγκεκριμένο μοντέλο συσσώρευσης υπεραξίας εις βάρος της μάζας των χρηστών των ψηφιακών δικτύων επιστρατεύει ακόμα και τις θετικές εξωτερικότητες που παράγει η άμισθη εργασία τους (free labor) με τη μορφή περιεχομένου και προσωπικών δεδομένων τα οποία πωλούνται στους διαφημιστές. Η συμμετοχή του κοινού στην δημιουργία και την διάδοση περιεχομένου (κείμενο, εικόνες, βίντεο, ήχος) και μετά-περιεχομένου κάθε μορφής (οδηγίες, απαντήσεις, εξηγήσεις, ψήφοι, κριτικές) εκλαμβάνεται θετικά λόγω του ενεργού ρόλου που καλούνται να παίξουν οι χρήστες, σε αντιδιαστολή με το παθητικό μοντέλο του εξαρτημένου και ετερόνομου τηλεθεατή. Όμως στην πραγματικότητα οι “συμμετοχικές” υπηρεσίες του διαδικτύου όπως το Facebook είναι πρωταρχικής σημασίας για τον σύγχρονο καπιταλισμό αφού αποτελούν ουσιαστικά « μηχανές συγκομιδής » υπεραξίας από τη συλλογική άμισθη παραγωγική δραστηριότητα των χρηστών (13).
Κατακλείδα
Βασιζόμενος στο ιστορικό πλαίσιο της ταυτόχρονης ανάδυσης της πολιτικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού και της τεχνολογική μετάλλαξη των υλικών συνθηκών παραγωγής χάρη στην ψηφιοποίηση και την δικτυοποίηση των μέσων παραγωγής, προσπάθησα να δείξω ότι οι δύο αυτοί παράγοντες είναι άμεσα αλληλένδετοι και αποτελούν τους βασικούς μοχλούς της απορρύθμισης της εργασίας. Υπό αυτή την έννοια τα ψηφιακά δίκτυα είναι αναπόσπαστο κομμάτι του μηχανισμού εκμετάλλευσης στα πλαίσια του σύγχρονου καπιταλισμού.
Αυτό όμως σημαίνει ότι πρέπει να καταθέσουμε τα όπλα και να αναδιπλωθούμε σε τεχνοφοβικές και “ασκητικές” θέσεις άρνησης του μοντέρνου; Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα είναι σαφώς και όχι. Όπως δείχνει το κίνημα ενάντια στην απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων στη Γαλλία, τα ψηφιακά δίκτυα μπορούν να αποτελέσουν φορείς αυτο-οργάνωσης του κοινωνικού κινήματος με στόχο την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας (14). Επίσης η πληροφοριακή διαμεσολάβηση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης την οποία διευκολύνουν τα ψηφιακά δίκτυα εάν εφαρμοστεί σε μη εμπορευματοποιημένο πλαίσιο μπορεί να ταχθεί στην υπηρεσία του δημόσιου συμφέροντος εφαρμόζοντας εναλλακτικά μοντέλα παραγωγής και διάδοσης των “κοινών” (commons) ακόμα και σε συνθήκες κυριαρχίας του κεφαλαίου  (15). Η αμυντική στρατηγική της αντίστασης στη λαίλαπα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού όμως δεν αρκεί.
Οι Srnicek και Williams στο πρόσφατο βιβλίο τους Inventing the Future υποστηρίζουν ότι το βασικό διακύβευμα για την Αριστερά και τον κόσμο της εργασίας στον 21ο αιώνα είναι το πως θα επανεπενδύσει την τεχνολογία με προοδευτικό, ουτοπικό περιεχόμενο και όραμα (16). Για παράδειγμα, με τον παρόντα συσχετισμό δυνάμεων, η γενίκευση της αυτοματοποίησης μέσω αλγόριθμων και ρομπότ έχει ως αποτέλεσμα τον αφανισμό της μισθωτής εργασίας και την εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης πέρα από το κεϋνσιανικό κονσένσους. Αν όμως η τεχνολογική πρόοδος μπει στην υπηρεσία ενός ηγεμονικού σχεδίου υπέρ των πολλών το τέλος της μισθωτής εργασίας μπορεί να γίνει ορίζοντας χειραφέτησης και ελευθερίας. Αυτό ίσως αποτελεί και το κεντρικό ζητούμενο της εποχής μας.
πηγή . http://ephemeron.eu/

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

«Τάξη» στα επικίνδυνα απόβλητα – Πόσοι τόνοι παράγονται ανά Περιφέρεια


Τον φιλόδοξο στόχο της εξάλειψης της ανεξέλεγκτης απόρριψης επικίνδυνων αποβλήτων και της διαχείρισης όλων των αποθηκευμένων από βιομηχανίες ποσοτήτων έως το 2018 θέτει το Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης Επικίνδυνων Αποβλήτων. Το σχέδιο, που τέθηκε «σιωπηρά» σε δεκαήμερη διαβούλευση, έρχεται με πολυετή καθυστέρηση, λίγο πριν από την επιβολή προστίμου στη χώρα μας από το Ευρωδικαστήριο για τη χαώδη κατάσταση που εξακολουθεί να επικρατεί.
Σύμφωνα με το σχέδιο και τα οσα παραθέτει σε ρεπορτάζ της η «Καθημερινή», υπολογίζεται ότι κάθε έτος παράγονται περίπου 280.000 τόνοι επικίνδυνων αποβλήτων, τα περισσότερα (περί τις 136.000 τόνους) από τις βιομηχανίες. Το 36% παράγεται στην Αττική, το 16% στην Κεντρική Μακεδονία και το 13% στη Στερεά Ελλάδα, στις περιοχές δηλαδή όπου υπάρχουν βιομηχανικές περιοχές ή άτυπες βιομηχανικές συγκεντρώσεις. Το μεγαλύτερο μέρος των επικίνδυνων αποβλήτων που παράγεται στη χώρα μας είναι χημικά (χρησιμοποιημένα έλαια, απόβλητα χημικών ουσιών, 53,8%) και ανόργανα (λ.χ. υπολείμματα καύσης, 38,8%). Αξιοσημείωτο είναι ότι η πολιτεία δεν γνωρίζει πού καταλήγει το 33% των βιομηχανικών αποβλήτων, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό αυτών (17%) αποθηκεύεται (άγνωστο για πόσο).
kath 16-04 apovlita
Oπως είναι επόμενο, λοιπόν, το Εθνικό Σχέδιο προσπαθεί να δημιουργήσει την υποδομή και την οργάνωση εκείνη, που θα βάλει μια σχετική τάξη σε αυτή την κατάσταση. Ανάμεσα στους βασικούς στόχους του είναι:
• Ολοκλήρωση του αναγκαίου δικτύου σε υποδομές διαχείρισης έως το 2020.
• Μείωση στο ελάχιστο δυνατό της συνολικής ποσότητας ανακτήσιμων αποβλήτων που προορίζονται για διάθεση.
• Συστηματική καταγραφή και παρακολούθηση των δεδομένων παραγωγής και διαχείρισης των αποβλήτων
• Δημιουργία ηλεκτρονικού μητρώου δεδομένων αποβλήτων, το οποίο θα είναι προσβάσιμο από όλους τους αρμόδιους φορείς. Αναμόρφωση κεντρικού μηχανισμού παρακολούθησης και ελέγχου της διαχείρισης των επικίνδυνων αποβλήτων.
• Εξάλειψη της ανεξέλεγκτης διάθεσης Ε.Α. έως το 2018.
• Για τα αποθηκευμένα απόβλητα, υποβολή σχεδίων συμμόρφωσης έως τα μέσα του 2016 και αποκατάσταση των χώρων αποθήκευσής τους μέχρι το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2018, λαμβάνοντας υπόψη κριτήρια όπως κυρίως η επικινδυνότητα και η ποσότητα.
• Τέλος, αποκατάσταση των κυριότερων ρυπασμένων χώρων διάθεσης αποβλήτων έως το 2020.
Oσον αφορά το «φλέγον» θέμα των χώρων ταφής επικινδύνων αποβλήτων, το σχέδιο προβλέπει σε πρώτη φάση την αξιοποίηση των δύο υφιστάμενων ιδιωτικών ΧΥΤΕΑ για την εξυπηρέτηση των αναγκών τρίτων, τουλάχιστον έως την ολοκλήρωση των αναγκαίων υποδομών. Και σε δεύτερη φάση την κατασκευή νέων ΧΥΤΕΑ, συνολικής δυναμικότητας 70 χιλ. τόνων ετησίως. Οπως επισημαίνει, θα πρέπει εντός του 2016 να προωθηθούν οι απαραίτητες ρυθμίσεις τόσο για τη διαμόρφωση των εν λειτουργία ΧΥΤΕΑ, προκειμένου αυτοί να μπορούν να δεχθούν τα παραγόμενα βιομηχανικά απόβλητα, όσο και για την αξιοποίηση εν λειτουργία εγκαταστάσεων, όπως ο αποτεφρωτήρας, η τσιμεντοβιομηχανία κ.ά., για την τελική διάθεση των οργανικών επικίνδυνων βιομηχανικών αποβλήτων.
Σημαντικό είναι και το πρόβλημα διαχείρισης των επικίνδυνων ιατρικών αποβλήτων (16.300 τόνοι ετησίως, εκ των οποίων, το 44% με άγνωστη κατάληξη). Το σχέδιο προτείνει την κατασκευή νέων μονάδων αποστείρωσης (ενδεχομένως και μία σε κάθε μεγάλη πόλη) και αποτέφρωσης.
Πώς φτάσαμε στην απειλή προστίμου
Πώς βρεθήκαμε σήμερα υπό την απειλή προστίμου για τα επικίνδυνα απόβλητα; Οπως εξηγεί ο κ. Χρήστος Μαλλιαρός, χημικός μηχανικός – μελετητής, οι δύο πρώτες μελέτες για τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων στη χώρα μας ανατέθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’90, κατ’ εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Στόχος ήταν το 2000 να λειτουργούν δύο κέντρα επεξεργασίας (με χώρους υγειονομικής ταφής), ένα στη Βόρεια Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) και ένα στη Νότια (Αττικοβοιωτία).
Οι μελέτες ολοκληρώθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και το κράτος ανέλαβε την υποχρέωση να υλοποιήσει τις απαραίτητες επενδύσεις σε διάστημα 60 μηνών, με χρηματοδότηση από το Β΄ ΚΠΣ (1994-1999). Λίγο αργότερα, ζήτησε από την Ε.Ε. την πρώτη εξαετή παράταση και η χρηματοδότηση μετακινήθηκε στο Γ΄ ΚΠΣ (2000-2006). Οταν το 2004 άλλαξε η κυβέρνηση, το σχέδιο δεν είχε προχωρήσει στο ελάχιστο και έτσι μετακινήθηκε στο ΕΣΠΑ (2007-2013). Οταν το 2009 άρχισε η διαδοχή των κυβερνήσεων, η υπόθεση εξακολουθούσε να βρίσκεται στο σημείο μηδέν. «Κύρια αιτία ήταν το μικροπολιτικό κόστος», εκτιμά ο κ. Μαλλιαρός, που είχε εκπονήσει τη μία από τις δύο μελέτες της δεκαετίας του ’90. «Κανένας δεν αναλάμβανε το ρίσκο της χωροθέτησης των εγκαταστάσεων γιατί ανέμενε αντιδράσεις από τους κατοίκους. Κι έτσι η εξασφαλισμένη χρηματοδότηση κατέληγε να χαθεί».
Πηγή : «Καθημερινή» – Ρεπορτάζ : Γιώργος Λιάλιος

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016


     
           

  Ανάλυση τακτικού προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης για το έτος 2015 




ΤΟΠΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ

Το σημερινό σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων είναι απαρχαιωμένο και ουδεμία σχέση έχει με τα αντίστοιχα σύγχρονα Ευρωπαϊκά συστήματα που εφαρμόζονται για την προστασία του περιβάλλοντος και την εξοικονόμηση πόρων.
Η συνέχιση του τρόπου λειτουργίας συλλογής και απόθεσης σύμμεικτων μόνο αρνητικά αποτελέσματα μπορεί να έχει γιατί:
-Μολύνει το περιβάλλον (και στην απόθεση και στην συλλογή)
-Εχει τεράστια κόστη τα οποία επωμίζονται τελικά οι δημότες
-Είναι αιτία δημιουργίας ατυχημάτων (πολλές φορές θανατηφόρων)
-Εντείνει την ανορθολογική διαχείριση του προσωπικού, το ξόδεμα εργατοωρών, την κακή λειτουργία των υπηρεσιών.

Η ανακύκλωση μέσω του μπλε κάδου βρίσκεται σε οριακό σημείο, παρουσιάζει πτώση,
(< 10%) και τα οικονομικά οφέλη του Δήμου εμφανίζονται μάλλον αρνητικά, (το κόστος βγαίνει ίδιο με την διαχείριση των σύμμεικτων).
Στα άλλα ρεύματα, ΑΕΕΚ, ογκώδη, κλαδιά, έχουμε και εκεί οικονομική επιβάρυνση, ενώ για τα ΑΗΗΕ (ηλ. Συσκευές), έλαια, ελαστικά κλπ, όπου υπάρχουν συμβάσεις με εταιρείες ενταγμένες στο ΣΣΕΔ (Συλ. Συστ. Εναλ. Διαχ) τα αποτελέσματα της συλλογής είναι φτωχά.
Τέλος αμφισβητείται πλέον σοβαρά αν αυτός ο τρόπος διαχείρισης συμβάλει στην προστασία του περιβάλλοντος..
Το πρόβλημα μεγαλώνει αν συνυπολογίσουμε τον παράγοντα ΧΥΤΑ Μαυροράχης. (ο οποίος φτιάχτηκε για να λειτουργήσει ως ΧΥΤΥ) με ορίζοντα λειτουργίας μόνο 5 ετών, ενώ εντείνονται τα προβλήματα με τα στραγγίσματα, με τη μόλυνση του υπεδάφους κλπ
Η λύση στο πρόβλημα διαχείρισης, που μέχρι το πρόσφατο παρελθόν πρότεινε η πολιτεία, στην οποία συνηγορεί ο ΦΟΔΣΑ και η ΤΕΔΚ είναι η κατασκευή και λειτουργία του ΣΜΑ Ευκαρπίας. Ενός υπερδιαστασιολογημένου έργου που κατασκευάζεται μέσω ΣΔΙΤ και θα μπορεί να δέχεται 1000tn/ ημέρα. Οι Δήμοι που θα πηγαίνουν εκεί δεν παράγουν πάνω απο 450tn/ημέρα και γι αυτό προβλέπονται χρηματικές ρήτρες για τους Δήμους αν οι ποσότητες είναι λιγότερες απ αυτές που συμφωνήθηκαν. Επιπλέον οι τιμές απόθεσης ανά τόνο είναι αυξημένες. Είναι φανερό οτι το τεράστιο αυτό εργοστάσιο επεξεργασίας σύμμεικτων είναι αντίθετο στη λογική της αποκεντρωμένης διαχείρισης, και υπονομεύει οποιεσδήποτε προσπάθειες για ανακύκλωση και διαλογή στην πηγή, ενώ με την δυσλειτουργία του θα οδηγήσει στη ''λύση'' της καύσης προκαλώντας δικαιολογημένα τις αντιδράσεις της κοινωνίας.


ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΟΠΙΚΟ ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΟΒΛΗΤΩΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗΣ

Το ΤΣΔ εκπονήθηκε από 7 συναδέλφους μας στον Δήμο, όταν οι περισσότεροι Δήμοι έχουν αναθέσει αυτό το έργο σε εξωτερικά μελετητικά γραφεία. Επιπλέον οι συνάδελφοί μας με την δουλειά τους απέδειξαν ότι υπάρχουν άξιοι και επιστημονικά καταρτισμένοι εργαζόμενοι και οτι η Τοπική Αυτοδιοίκηση με κατάλληλη οργάνωση και σωστό σχεδιασμό μπορεί να λειτουργήσει προς όφελος της κοινωνίας και του πολίτη.
Το ΤΣΔ αποτελεί μια καλή βάση για να εφαρμοσθεί η αποκεντρωμένη διαχείριση στα πρότυπα του ΕΣΔΑ(Εθνικό Σχέδιο Διαχείρισης).
Εμείς από τη μεριά μας και στα πλαίσια της διαβούλευσης κάνουμε τις παρακάτω προτάσεις με τη λογική της διεύρυνσης του αντικειμένου της μελέτης, και της καλύτερης οργάνωσης και αποτελεσματικότητας της προσπάθειας,



1. Είναι απαραίτητος ο Διοικητικός - Τεχνολογικός, εκσυγχρονισμός της Δ/νσης Καθαριότητας -Ανακύκλωσης. Αυτή τη στιγμή η υπηρεσία στελεχώνεται απο τον Δ/ντη και 8 περίπου επιστάτες, επόπτες. Οι θέσεις των δύο τμημάτων (καθαριότητας – ανακύκλωσης και κίνησης - συντήρησης) παραμένουν κενές. Είναι προφανές ότι με τον τρόπο που λειτουργεί σήμερα η υπηρεσία θα αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες στην υλοποίηση των στόχων της αποκεντρωμένης διαχείρισης. Είναι θεμιτό, στα πλαίσια αλλαγής του ΟΕΥ, να δημιουργηθεί ξεχωριστό τμήμα ανακύκλωσης – περιβάλλοντος και να στελεχωθεί με κατάλληλο επιστημονικό προσωπικό.
Για να ανταποκριθούμε στις σύγχρονες απαιτήσεις, πρέπει να προβλεφθεί η οριζόντια συνεργασία των Δ/σεων. Τα προβλήματα που έχουν να επιλύσουν σήμερα οι Δήμοι είναι πολύπλοκα και αλληλένδετα ανάμεσα σε διαφορετικές υπηρεσίες. Πρέπει να αποτραπεί το φαινόμενο που παρατηρείται πολλές φορές, εξαιτίας της κάθετης δομής, υπηρεσίες να έρχονται σε αντιπαράθεση ή να υποσκάπτει η μια το έργο της άλλης. Το ζήτημα της διαχείρισης αποβλήτων διαπερνά πολλές διαφορετικές υπηρεσίες (καθαριότητα, πράσινο, τεχνική, προγραμματισμού) οι οποίες στα πλαίσια της υλοποίησής του οφείλουν να συνεργαστούν αρμονικά.

2. Το ζήτημα της Διαδημοτικής συνεργασίας πρέπει να τεθεί πιο επιτακτικά και άμεσα.
Κρίνεται απαραίτητη η συνεργασία με το Δήμο Θεσ/νικης για την χρήση του ΣΜΑ, και με τους όμορους Δήμους Πυλαίας -Χορτιάτη, Θέρμης και Θερμαϊκού, στα πλαίσια θεσμοθετημένης διαδημοτικής συνεργασίας ή ακόμη και δημιουργίας συνδέσμου Δήμων (στα πρότυπα του ΦΟΔΣΑ) ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν από κοινού, ΚΔΑΥ, μονάδα κομποστοποίησης, επεξεργασίας ογκωδών – μπάζων, υπολειμμάτων σύμμεικτων κλπ. Η συνεργασία επιβάλλεται και για ένα ακόμη λόγο, ότι λείπουν από την Καλαμαριά εκτάσεις για την χωροθέτηση τέτοιων εγκαταστάσεων
Η σημερινή συνεργασία των τριών Δήμων μέσω της ΕΕΑΑ ''ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΕ'' έχει φτάσει στα όριά της και πρέπει μετά την λήξη της σύμβασης οι Δήμοι να επιδιώξουν μια νέα μορφή συνεργασίας διερευνώντας το πλαίσιο από τώρα.

3. Επειδή η ενημέρωση – ευαισθητοποίηση των πολιτών είναι το πρώτο και βασικό βήμα για την υλοποίηση του σχεδίου θα έπρεπε αυτή να ξεκινάει μέσα στο 2016 και όχι το 2017 όπως προβλέπει η μελέτη. Έχει αποδειχθεί ότι το πρώτο βασικό βήμα της αποκεντρωμένης διαχείρισης, η πρόληψη, μέσα από σωστά οργανωμένες εκστρατείες ενημέρωσης, εκτός από την ευαισθητοποίηση των πολιτών έχει και πρακτικά αποτελέσματα, δηλ. μείωση των απορριμμάτων που μπορεί να φτάσει το ποσοστό του 5%.
Το ΤΣΔ για την επιτυχία του προϋποθέτει την κοινωνική αποδοχή και συμμετοχή. Γι αυτό οι διαδικασίες της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους κοινωνικούς, επαγγελματικούς, τοπικούς φορείς, συλλόγους και πολίτες, είναι απαραίτητες σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κλίμακα, για να καμφθούν φόβοι και επιφυλάξεις που τις περισσότερες φορές είναι αποτέλεσμα άγνοιας.

4. Στο χρονοδιάγραμμα υλοποίησης του ΤΣΔ για την συλλογή συσκευασιών προβλέπεται μέχρι το 2017 η συνεργασία με την ''ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΑΕ'', ενώ δεν υπάρχει πρόβλεψη μέχρι το 2020 και επίσης η συνεργασία με τα Συστήματα Εναλ. Διαχ. για την χωριστή συλλογή των άλλων ρευμάτων (ΑΗΗΕ (ηλ. συσκευές), ΑΕΚΚ (ογκώδη - μπάζα), ελαστικά, έλαια κλπ) παρατείνεται μέχρι το 2020. Πιστεύουμε, και στο πλαίσιο της δημιουργίας και λειτουργίας του πράσινου σημείου, ότι ο Δήμος πρέπει να αναπτύξει τα δικά του συστήματα διαχείρισης και διάθεσης των ρευμάτων (και διαδημοτικά) ώστε να αποδεσμευθεί σταδιακά από τα ΣΕΔ, διαδικασία που θα εμβαθύνεται με την πάροδο του χρόνου. Στο πλαίσιο αυτό θα ήταν καλό να καταγραφούν τα ποσοστά εκτροπής των ρευμάτων και η αξιοποίησή τους.

5. Υπολογισμός οικονομικού οφέλους απο την αξιοποίηση των ρευμάτων. Στην ενότητα του λειτουργικού κόστους, στο σενάριο Β, να υπάρχει και ένας υπολογισμός του χρηματικού οφέλους απο την αξιοποίηση των ανακυκλούμενων. Αυτή τη στιγμή το έντυπο χαρτί έχει τιμή διάθεσης περίπου 80€/tn, το χαρτί συσκευασίας 70€/tn, το πλαστικό 60€/tn, το αλουμίνιο 500€/tn, το εδαφοβελτιωτικό 150€/tn, κλπ. Επίσης πολλά απο τα ρεύματα επιδοτούνται απο την ΕΕΑΑ, πχ το πλαστικό επιδοτείται με 80€/tn. Θα μπορούσε δηλ. αυτή η επιδότηση να πηγαίνει στους Δήμους.
Τα ποσά που θα προέκυπταν από ένα τέτοιο υπολογισμό θα μπορούσαν να αφαιρεθούν απο το τελικό κατ έτος κόστος διαχείρισης.

6. Δίκτυο συνοικιακής κομποστοποίησης, με την τοποθέτηση κάδων στα πάρκα και στους δημόσιους χώρους, όπου θα μεταφέρονται τα υλικά απο την συντήρηση των πάρκων και τα κλαδέματα, αλλά ακόμη και μέρος των βιοαπόβλητων των λαϊκών αγορών.
Έγινε με επιτυχία αλλού με αποτέλεσμα την παραγωγή καλής ποιότητας εδαφοβελτιωτικού. Στην όλη προσπάθεια εκτός απο τους εργαζόμενους στο πράσινο μπορούν με την αναγκαία εκπαίδευση μπορούν να συμβάλλουν και οι δημότες.

7. Όσον αφορά τον τεχνικό εξοπλισμό είναι καλό να προγραμματισθούν οι αγορές των κατάλληλων οχημάτων και μηχανημάτων που θα εξυπηρετούν την υλοποίηση του σχεδίου. Για παράδειγμα για την μελλοντική συλλογή βιοαπόβλητων δεν είναι αναγκαία η αγορά αυτοκινήτων με συμπίεση καθώς η όλη διαδικασία μπορεί να γίνει με αυτοκίνητα σχετικά μικρά των 5 κυβ.μετρ.
Ακόμη εκφράζουμε τις επιφυλάξεις μας για την επέκταση του δικτύου υπόγειων κάδων στο βαθμό που από την φύση τους (ικανοί να δεχθούν μεγάλες ποσότητες σύμμεικτων), αποτελούν κομμάτι του συγκεντρωτικού τρόπου διαχείρισης.

8. Για τους εργαζόμενους πιστεύουμε πως πρέπει να προβλεφθεί συνολική αύξηση προσωπικού τόσο στις ειδικότητες εργατών, τεχνιτών, όσο και ανάλογων επιστημόνων. Ο λόγος είναι ότι τα συστήματα αποκεντρωμένης διαχείρισης για να λειτουργήσουν σωστά δεν πρέπει να υιοθετήσουν λογικές εντάσεως εργασίας αλλά στοχευμένης και ειδικευμένης ποιοτικής διαχείρισης . Επιπλέον το προσωπικό πρέπει και στην αρχή της διαδικασίας, αλλά και κατά διαστήματα να εκπαιδεύεται για να μπορεί να στηρίξει την όλη διαδικασία. Τέλος η εναλλακτική διαχείριση. οφείλει να επιστρέψει κατά κάποιο τρόπο τα κέρδη της στην κοινωνία με την μορφή μείωσης των δημοτικών τελών αλλά και με την μορφή δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας.

Η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου δεν είναι κάτι που αφορά την σύνταξη ενός ΤΣΔ. Είναι όμως προαπαιτούμενο για να υλοποιηθεί η αποκεντρωμένη διαχείριση και πρέπει σίγουρα να δοθούν λύσεις για την χωροθέτηση, για τις άδειες λειτουργίας εκμετάλλευσης των υλικών κλπ.
Σοβαρά ζητήματα επίσης εγείρονται απο τις υπαναχωρήσεις της κυβέρνησης τόσο για τις ΣΔΙΤ (δόθηκε στην Δ.Μακεδονία είναι άμεσος ο κίνδυνος για Πελοπόννησο, Ήπειρο, Σέρρες), όσο και για τις μονάδες καύσης.
Και ακόμη η λειτουργία των τοπικών ΦΟΔΣΑ σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί υπερ του συγκεντρωτικού μοντέλου, όπως στην Θεσ/νικη με τον ΣΜΑ Ευκαρπίας.

Αν χαθεί η ευκαιρία υλοποίησης του ΕΣΔΑ, με την εφαρμογή των ΤΣΔ και των ΠΕΣΔΑ, τότε ανοίγεται διάπλατα ο δρόμος στα μεγάλα εργολαβικά συμφέροντα, κυρίως μέσω της καύσης, να αποκομίσουν τεράστια κέρδη από την διαχείριση και την αποκομιδή εις βάρος του περιβάλλοντος και της κοινωνίας

9/3/16


Αγωνιστική κίνηση εργαζομένων Καλαμαριάς 

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2016

Ποια Αριστερά;

πηγή. efsyn

Κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας το βιβλίο του Γάλλου φιλοσόφου Ζαν-Κλοντ Μισεά «Τα μυστήρια της Αριστεράς» (μετάφραση Στράτος Ιωαννίδης, Εναλλακτικές Εκδόσεις). Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του Μισεά «Η εκπαίδευση της αμάθειας» (Βιβλιόραμα, 2002), «Το αδιέξοδο Ανταμ Σμιθ» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, 2007) και «Η αυτοκρατορία του μικρότερου κακού» (Πόλις, 2008). Στην ακόλουθη συνέντευξή του, που δημοσιεύτηκε στο γαλλικό περιοδικό «Marianne», ο Ζαν-Κλοντ Μισεά μιλάει για το βιβλίο του «Τα μυστήρια της Αριστεράς».
• Εκτιμάτε ότι είναι επείγουσα η ανάγκη να εγκαταλείψουμε τον όρο «Αριστερά», να ονομάσουμε διαφορετικά τις πολιτικές δυνάμεις που θα αναλάμβαναν εκ νέου το καθήκον να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης…
Αν κατέληξα -ακολουθώντας μεταξύ άλλων τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κρίστοφερ Λας- να αμφισβητήσω τη λειτουργία της παλιάς διαίρεσης Αριστεράς-Δεξιάς, που έχει γίνει σήμερα παραπλανητική, το έκανα απλώς στον βαθμό που ο ιστορικός συμβιβασμός, ο οποίος έγινε την επαύριο της υπόθεσης Ντρέιφους, ανάμεσα στο εργατικό σοσιαλιστικό κίνημα και τη φιλελεύθερη και ρεπουμπλικανική Αριστερά (αυτό το «κόμμα της κίνησης» του οποίου το ριζοσπαστικό κόμμα και ο βολτερικός τεκτονισμός αποτελούσαν εκείνη την εποχή την πιο προωθημένη πτέρυγα) μου φαίνεται ότι έχει ήδη εξαντλήσει όλες τις θετικές αρετές του. Στην αρχή πράγματι επρόκειτο μόνο για τη σύναψη μιας αμυντικής συμμαχίας εναντίον εκείνου του κοινού εχθρού που ενσάρκωνε τότε η παντοδύναμη «αντίδραση». Με άλλα λόγια, ένα ετερόκλητο σύνολο ουσιαστικά προκαπιταλιστικών δυνάμεων, οι οποίες ήλπιζαν ακόμη ότι θα μπορούσαν να αναστηλώσουν, ολικά ή εν μέρει, το Παλαιό Καθεστώς και ιδίως την κυριαρχία της Καθολικής Εκκλησίας πάνω στους θεσμούς και τις ψυχές. Αυτή η αντιδραστική Δεξιά όμως σαρώθηκε οριστικά το 1945 και τα τελευταία απομεινάρια της τον Μάιο του 1968 (αυτό που αποκαλούν στις μέρες μας «Δεξιά» αναφέρεται στην πραγματικότητα στους οπαδούς του οικονομικού φιλελευθερισμού του Φρίντριχ Χάγεκ και του Μίλτον Φρίντμαν). Καθώς στερήθηκε τον αρχικό εχθρό του και τους συγκεκριμένους στόχους που ενσάρκωνε (όπως η πατριαρχική οικογένεια ή η «συμμαχία του θρόνου και της εκκλησίας»), το «κόμμα της κίνησης» βρέθηκε καταδικασμένο, αν ήθελε να διατηρήσει την αρχική του ταυτότητα, να παρατείνει επ’ άπειρον το έργο του ολικού «εκσυγχρονισμού» του κόσμου. Αν όμως οι πρώτοι σοσιαλιστές συμμερίζονταν με εκείνη τη φιλελεύθερη και ρεπουμπλικανική Αριστερά την άρνηση όλων των καταπιεστικών και άδικων θεσμών του Παλαιού Καθεστώτος, δεν είχαν διόλου την πρόθεση να καταργήσουν το σύνολο των μορφών της παραδοσιακής λαϊκής αλληλεγγύης, ούτε να επιτεθούν στα ίδια τα θεμέλια του «κοινωνικού δεσμού» (γιατί εκεί καταλήγει αναπόφευκτα κανείς όταν θέλει να θεμελιώσει μια σύγχρονη «κοινωνία» -παραγνωρίζοντας όλα τα δεδομένα της ανθρωπολογίας και της ψυχολογίας- πάνω στη μοναδική βάση της ιδιωτικής συμφωνίας μεταξύ ατόμων που θεωρούνται «από τη φύση τους ανεξάρτητα»). Η σοσιαλιστική κριτική στον ατομικισμό και στις καταστροφικές για τον άνθρωπο επιπτώσεις της φιλελεύθερης ιδεολογίας, σύμφωνα με την οποία η αγορά και το αφηρημένο δίκαιο μπορούσαν να αποτελέσουν, όπως έλεγε ο Ζαν-Μπατίστ Σε, ένα επαρκές «κοινωνικό τσιμέντο» (ο Ενγκελς έγραφε το 1843 ότι η έσχατη συνέπεια αυτής της λογικής θα ήταν μια μέρα να «διαλύσουν την οικογένεια»), θα γινόταν στο εξής σαφώς ασυμβίβαστη με αυτή τη λατρεία της κίνησης ως αυτοσκοπού, της οποίας ο Εντουαρντ Μπερνστάιν είχε διατυπώσει την αρχή ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν δήλωνε ότι «ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα» και ότι «το κίνημα είναι το παν». Για να τερματίσει αυτήν την ήδη στερούμενη στόχων συμμαχία με τους οπαδούς του σοσιαλισμού και να ανακτήσει έτσι την αρχική της ανεξαρτησία, δεν απέμενε πλέον στη «νέα» Αριστερά παρά να επιβάλει την ιδέα ότι κάθε κριτική στην οικονομία της αγοράς ή στην ιδεολογία των δικαιωμάτων του ανθρώπου θα οδηγούσε υποχρεωτικά στα «γκουλάγκ» και στον «ολοκληρωτισμό». Την αποστολή αυτή εκπλήρωσε, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, εκείνη η «νέα φιλοσοφία» η οποία έγινε σήμερα η επίσημη θεολογία της κοινωνίας του θεάματος. Σε αυτές τις συνθήκες, επιμένω να σκέφτομαι ότι έχει γίνει σήμερα πολιτικά αναποτελεσματικό ή και επικίνδυνο να τοποθετούμε ένα πρόγραμμα βαθμιαίας εξόδου από τον καπιταλισμό υπό την αποκλειστική αιγίδα ενός ιδεολογικού κινήματος του οποίου η χειραφετητική αποστολή έχει ουσιαστικά τερματιστεί από τη στιγμή που η αντιδραστική Δεξιά, η φιλομοναρχική και φιλοκληρική, έχει οριστικά εξαφανιστεί από την πολιτική σκηνή. Ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού ασυμβίβαστος με την καπιταλιστική εκμετάλλευση. Η Αριστερά δυστυχώς δεν είναι. Και αν τόσοι εργαζόμενοι ψηφίζουν ήδη τη Δεξιά ή δεν ψηφίζουν πλέον, αυτό οφείλεται συχνά στο ότι έχουν διαισθανθεί αυτήν τη θλιβερή αλήθεια.
• Διαβάζοντάς σας μένει κανείς με την εντύπωση ότι η Αριστερά δεν θα μπορέσει ποτέ να μεταρρυθμιστεί. Αυτό είναι το οριστικό σας συμπέρασμα;
Από τη στιγμή που η Δεξιά και η Αριστερά συμφωνούν στο να θεωρούν την καπιταλιστική οικονομία ως τον ανυπέρβλητο ορίζοντα του καιρού μας, ήταν αναπόφευκτο η Αριστερά που βρίσκεται στην εξουσία να προσπαθεί να συγκαλύψει αυτή την ιδεολογική συνενοχή υπό το καπνογόνο παραπέτασμα των «κοινωνικών» και μόνο ζητημάτων. Από δω προκύπτει το θλιβερό τωρινό θέαμα. Ενώ το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα κατευθύνεται ήσυχα προς το παγόβουνο, παρακολουθούμε μια σουρεαλιστική αντιπαράθεση μεταξύ εκείνων που έχουν μοναδική αποστολή να υπερασπίζονται όλες τις ανθρωπολογικές και πολιτισμικές επιπτώσεις αυτού του συστήματος και εκείνων που οφείλουν να παριστάνουν ότι αντιτίθενται σε αυτές (ενώ το κοινό φιλοσοφικό αξίωμα όλων αυτών των φιλελεύθερων είναι το απόλυτο δικαίωμα καθενός να κάνει αυτό που θέλει με το σώμα του και με το χρήμα του). Δεν έχω όμως πει γι’ αυτά κάτι πρωτότυπο. Ηδη πριν από είκοσι χρόνια ο Γκι Ντεμπόρ έλεγε ότι οι προσεχείς εξελίξεις του σύγχρονου καπιταλισμού θα έβρισκαν υποχρεωτικά το μείζον ιδεολογικό τους άλλοθι στην πάλη εναντίον «του ρατσισμού, του αντιμοντερνισμού και της ομοφοβίας».
• Αντίθετα με άλλους, αυτό που σας κρατάει ακόμη και σήμερα μακριά από την «Αριστερά της Αριστεράς», τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης και άλλα κινήματα των αγανακτισμένων, δεν είναι η επίκληση ενός ολοκληρωτικού παρελθόντος, που θα μπορούσαν να χρεώνονται αυτά τα μακρινά ξαδέλφια των κομμουνιστών. Είναι, αντίθετα, το φιλελεύθερο περιεχόμενο αυτών των κινημάτων: το μεμονωμένο άτομο που διαδηλώνει για το δικαίωμα να παραμείνει μεμονωμένο άτομο – έτσι τα περιγράφετε. Δεν υπάρχει ωστόσο κάποιος από αυτούς τους αγώνες, κάποιο από αυτά τα κινήματα με το οποίο να αισθάνεστε συγγένεια αυτά τα τελευταία χρόνια;
Αν παραδεχτούμε ότι ο καπιταλισμός έχει γίνει ολικό κοινωνικό γεγονός -αδιαχώριστα ταυτισμένο με μιαν ιδιαίτερη κουλτούρα και με έναν ιδιαίτερο τρόπο ζωής- είναι σαφές ότι οι πιο οξυδερκείς και οι πιο ριζοσπαστικές κριτικές αυτού του νέου πολιτισμού θα πρέπει να αναζητηθούν στην πλευρά των οπαδών της «αποανάπτυξης». Εννοώντας φυσικά με αυτόν τον όρο όχι μια «αρνητική ανάπτυξη» ή μια γενικευμένη λιτότητα, αλλά την αναγκαία αμφισβήτηση ενός αλλοτριωτικού τρόπου καθημερινής ζωής, ο οποίος βασίζεται -έλεγε ο Μαρξ- στη μοναδική αναγκαιότητα του «να παράγουμε για να παράγουμε και να συσσωρεύουμε για να συσσωρεύουμε». […]
Συντάκτης: