Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2017

''Κοινά'', μια σύντομη εισαγωγή

Αναρτούμε πιο κάτω το video του 1ου μέρους της εκδήλωσης παρουσίασης του βιβλίου του David Bollier ''Κοινά, μια σύντομη εισαγωγή'' που έγινε στις 10 Φεβρουαρίου 2017 στη Θεσσαλονίκη στο Cafe Manifesto, στην οποία μίλησαν οι Σοφία Αδάμ, Ανδρέας Καρίτζης και Αλέξανδρος Κιουπκιολής.
https://vimeo.com/204842020

και εδώ το δευτερο βιντεάκι

https://vimeo.com/205103012

του Αντρεα Καρίτζη

Τα τελευταία χρόνια έχουν αναδυθεί πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες προσέγγισης των κοινών. Το βιβλίο του Bollier παρέχει μια σύντομη και απλή εισαγωγή στην έννοια των κοινών όπως αυτη αναδύεται σε ποικίλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Όπως είναι φυσικό αναπτύσσεται μια έντονη συζήτηση διεθνώς για το ποια οπτική γωνία – έμφαση σε μια ορισμένη πτυχή των κοινών – είναι πιο δυναμική για την αναβαθμίση των κινημάτων αντίστασης, λιγότερο ή περισσότερο ενωματώσιμη, κατάλληλη για την προώθηση ενός εναλλακτικού και ανταγωνιστικού παραδείγματος κοκ.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η έννοια των κοινών ακολουθεί/παράγεται σε ένα βαθμό από την εξέλιξη των σύγχρονων μορφών οργάνωσης της εκμετάλλευσης και τεχνοβιοπολιτικής διακυβέρνησης. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές αναπτύσσεται στο εσωτερικό του αγωνιζόμενου τμήματος των κοινωνιών μια δυσπιστία και καχυποψία. Αντιθέτως, στα δικά μου μάτια, η συμβατότητα αυτών των στοιχείων με τα μοτίβα εξέλιξης και τη δυναμική των σχέσεων εκμετάλλευσης και καθυπόταξης τα καθιστούν σχετικά με την περίοδο και συνεπώς νευραλγικής σημασίας για την επιχειρησιακή αναβάθμιση των δυνάμεων της χειραφέτησης. Υπό αυτή την έννοια τα κοινά φαίνονται καλύτερα προσαρμοσμένα σε μια περίοδο μετασχηματισμού του κράτους (λόγω της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης) και των αλλαγών στην οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής. 
Τα κοινά ως απάντηση στον αυταρχισμό των κρατικών συστημάτων
Η έννοια των κοινών αναπτύσσει μια παράλληλη, ομότροπη αλλά ποιοτικά ανταγωνιστική αφήγηση σε αυτή των ελίτ που επιχειρούν να τιθασεύσουν προς όφελός τους τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις πάσης φύσεως καινοτομίες στην οργάνωση, το σχεδιασμό και τη διοίκηση, που βασίζονται στην επέκταση κατανεμημένων συστημάτων πληροφορίας, γνώσης και παραγωγής. Επιπρόσθετα, επιχειρεί να ανανεώσει, να εμπλουτίσει και να διευρύνει την έννοια του «δημόσιου» –αναβαθμίζοντας τη δημοκρατική συμμετοχή και κοινοτική συμπερίληψη και ανανεώνοντας το περιεχόμενο εννοιών όπως «κοινωνικός έλεγχος»– σε μια ανταγωνιστική, αλλά ομότροπη αφήγηση με την «απελευθέρωση» κρατικών λειτουργιών προς την «κοινωνία των πολιτών» και την αγορά. Η στροφή σε μια διευρυμένη αντίληψη της έννοιας του «δημοσίου» που υπερβαίνει την έννοια του «κρατικού» (χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα υποτίμηση της σημασίας του κράτους στην πολιτική στρατηγική) και η συνακόλουθη έμφαση στη δημιουργία «κυττάρων» κοινών και ενός δικτύου σχετικών θεσμίσεων και κόμβων διασύνδεσης συμβαδίζει με την τρέχουσα αποδιάρθρωση των κρατικών και άλλων συστημικών θεσμών. Αυτή η στροφή θα μπορούσε να ιδωθεί ως μια απάντηση από τη μεριά των πολιτών στον αυξανόμενο αυταρχισμό των σύγχρονων κρατικών συστημάτων και στον πολυδιάστατο αποκλεισμό των ανθρώπων από δικαιώματα τα οποία μέχρι πρότινος το κράτος μπορούσε να εγγυηθεί.
Με άλλα λόγια, η εν λόγω στροφή μπορεί να ανανεώσει την πολιτική φαντασία και μεθοδολογία οργάνωσης και κινητοποίησης, υπερβαίνοντας την αμηχανία των δυνάμεων της χειραφέτησης, που έχουν προσκολληθεί σε εργαλεία και μεθόδους γύρω από την αντιπροσωπευτική δημοκρατία (εκλογές, κινήματα πίεσης και αντίστασης κ.ο.κ.), τα οποία οι ελίτ έχουν καταστήσει παρωχημένα, μεταφέροντας το κέντρο βάρος λήψης αποφάσεων σε θεσμούς που βρίσκονται εκτός της εμβέλειας της θεσμοποιημένης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας (η οποία βαθμιαία μετατρέπεται σε ένα παρωχημένο και αδιάφορο ως προς τα κρίσιμα ζητήματα τελετουργικό). Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι μια τροποποίηση στην πολιτική μεθοδολογία που δίνει έμφαση στην οργάνωση στο κοινωνικό πεδίο (την οποία η έννοια των κοινών σηματοδοτεί σε ένα βαθμό) δεν οδηγεί μονοσήμαντα στην απόρριψη της σημασίας της παραδοσιακής πολιτικής πρακτικής ή της σημασίας των κρατικών θεσμών στον κοινωνικό και πολιτικό ανταγωνισμό. Αντιθέτως, κατά τη γνώμη μου, η εν λόγω τροποποίηση είναι αναγκαίος όρος ώστε να αποκτήσουν οι πολίτες και οι δυνάμεις της χειραφέτησης την ισχύ να αντεπεξέλθουν στη σημερινή επίθεση και να αποκτήσει η παραδοσιακή πολιτική πρακτική την ουσιαστική της λειτουργία αρθρωμένη οργανικά με μια πραγματική –και όχι φαντασιακή– συσσώρευση λαϊκής ισχύος.     
Η πολιτική συμμετοχή ως συλλογική δραστηριότητα
Επιπρόσθετα, η έμφαση στη δημιουργία ανταγωνιστικών παραγωγικών συστημάτων βασισμένων στα κοινά μπορεί να μας παράσχει ιδέες και εργαλεία για την απαιτούμενη τροποποίηση της παραδοσιακής πολιτικής νοοτροπίας, μεθοδολογίας και οργανωσιακής κουλτούρας. Συνδυάζοντας με διαφορετικό τρόπο τη συμμετοχή με την αντιπροσώπευση, μπορούμε να υπερβούμε το παραδοσιακό και μη λειτουργικό πλαίσιο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Ο συνδυασμός της έννοιας των κοινών με την έννοια της πραγματικής δημοκρατίας μπορεί να τροποποιήσει το καθεστώς της πολιτικής συμμετοχής, αναβαθμίζοντας τη διάσταση της ενεργητικής και αυτόνομης ατομικής συμμετοχής σε συλλογικές διαδικασίες. Η πολιτική συμμετοχή διευρύνεται από ενικές στιγμές σε ψηφοφορίες και διαδηλώσεις σε μια πολύ πιο ουσιαστική συλλογική δραστηριότητα για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού με όρους συναπόφασης, συνδιαχείρισης και συνευθύνης.
 Η σχετικότητα της έννοιας των κοινών με την περίοδο που διανύουμε –και άρα η χρησιμότητά της στην προσαρμογή και αναβάθμιση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των δυνάμεων της χειραφέτησης– μπορεί να εντοπιστεί και στο επίπεδο της ερμηνείας του κύκλου αγώνων στην τρέχουσα περίοδο. Ο νεοφιλελευθερισμός παρουσιάζεται ως µια µορφή συσσώρευσης µέσω της αρπαγής, του αποκλεισµού, του εκτοπισµού και της καταστροφής των κοινών. Οι αγώνες εναντίον του παίρνουν τη µορφή της υπεράσπισης των κοινών, εναντιώνονται στις νέες «περιφράξεις», στην καταστροφή του περιβάλλοντος, στις τεχνικές εξατοµίκευσης και στη διάλυση του κοινωνικού ιστού. 
Ανταγωνιστική παραγωγή υποκειμένων κόντρα στην επιχειρηματική κουλτούρα
Η έννοια των κοινών και ο νεοφιλελευθερισμός θα μπορούσαν να ιδωθούν ως ανταγωνιστικοί αλλά ομότροποι τρόποι παραγωγής και αναπαραγωγής υποκειµένων και διαχείρισης των κοινωνικών σχέσεων. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για δύο λογικές παραγωγής υποκειµένων που σχετίζονται µε τη διαχείριση των δηµιουργικών δυνάµεων του ατόµου: τη συνεργασία και το διάλογο εντός της κοινότητας, την ανάπτυξη της ατοµικής ευθύνης, την ελεύθερη έκφραση, την εµβάθυνση της αυτοαξιοποίησης, την αναγνώριση του άλλου. Με άλλα λόγια η έννοια των κοινών δίνει έμφαση στην κοινοτική αυτοοργάνωση και τη συλλογική αυτοδιαχείριση σε έναν ανταγωνισμό με τη σύγχρονη επιχειρηματική κουλτούρα για την ηγεμονία ως προς τη σημασιοδότηση των ενσωματωμένων στους ανθρώπους δεξιοτήτων και ικανοτήτων. Αυτή η διάσταση είναι πολύ μεγάλης ιδεολογικής σημασίας για τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού συσχετισμού δύναμης ικανού να στηρίξει μια πολιτική στρατηγική χειραφέτησης και αποκατάστασης της δημοκρατίας. 
Η διάνοιξη ενός χώρου θεσμοποίησης της συλλογικής ύπαρξης μέσω της έννοιας των κοινών, η οποία υπερβαίνει και αναπλαισιώνει την υφιστάμενη διάκριση κράτος/αγορά, μπορεί να συμβάλει στο ξεκλείδωμα της φαντασίας σε ζητήματα ζωτικής σημασίας. Ζητήματα που άπτονται νέων τρόπων διακυβέρνησης στη μικρο- και μακρο-κλίμακα και τη λειτουργική συνάρθρωση «κυττάρων» μιας άλλης λογικής στο τοπικό, περιφερειακό και διαπεριφερειακό επίπεδο. Με την επεξεργασία και δημιουργική ανάπτυξη σύγχρονων μορφών και μεθόδων συνεργασίας που αναδύονται σε ποικίλα κατανεμημένα δίκτυα μπορεί να είμαστε σε θέση διαμορφώσουμε νέους καλύτερους τρόπους επιτέλεσης ποικίλων λειτουργιών ώστε να αμφισβητήσουμε την πρωτοκαθεδρία της σύγχρονης γραφειοκρατικής οργάνωσης στο πεδίο της αποτελεσματικότητας. Βεβαίως, δεν αναφερόμαστε σε μια «απλή» επινόηση μιας διαφορετικής κουλτούρας διακυβέρνησης, αλλά σε κάτι πολύ ευρύτερο: στη δυνατότητα μιας ολοκληρωμένης συνάρθρωσης της παραγωγής, της διακυβέρνησης και της πολυπρόσωπης συμμετοχής σε νέου είδους θεσμούς και τρόπους διεύθυνσης/συντονισμού σε μεγα-κλίμακα. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς: χωρίς να αντιμετωπίσουμε με αποτελεσματικότητα και με βάση τη λογική της δημοκρατίας, της αποκέντρωσης, της αυτονομίας και της συνεργασίας, ζητήματα της μεγα-κλίμακας που σχετίζονται με τη διαχείριση μεγάλων πληθυσμών, σύνθετων κοινωνικών συνόλων και εκτεταμένων περιοχών, τότε δεν πρόκειται να είμαστε σε θέση να περιορίσουμε την ισχύ των ελίτ, να αναχαιτίσουμε τη σημερινή πορεία παρακμής και να αντιμετωπίσουμε τις πρωτόγνωρες προκλήσεις για τις κοινωνίες μας και την ανθρωπότητα στο σύνολό της. 

Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2017

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ: ΜΙΑ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΒΡΩΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Μερικές ιστορίες πρέπει να τις πεις από την αρχή. Έτσι παρότι το ηλεκτρονικό μέσο δεν προφέρεται για μακροσκελείς αναλύσεις, επιλέξαμε εν γνώσει της δυσκολίας, το εναρκτήριο αφιέρωμα στο θέμα να περιλαμβάνει αρκετές πληροφορίες. Ωστόσο το θέμα δεν εξαντλείται και δεν τελειώνει σήμερα. Έπονται συνέχειες.

Ξεκινώντας από τη δεκαετία του 80

Η διαχείριση των αστικών στερών αποβλήτων στην Ελλάδα, ξεκίνησε ουσιαστικά στα μέσα τις δεκαετίας του 80’, όταν η ανάγκη εναρμόνισης της Ελληνικής νομοθεσίας με την Ευρωπαϊκή αλλά και τα χρήματα από τα πρώτα προγράμματα σύγκλισης και συνοχής της τότε ΕΟΚ, οδήγησαν στην κατασκευή πολλών και σύγχρονων για την εποχή περιβαλλοντικών έργων. Έως τότε, η διάθεση των αστικών απορριμμάτων, κυρίως λόγω έλλειψης τεχνογνωσίας και λιγότερο οικονομικών πόρων, γινόταν σε ανεξέλεγκτους χώρους διάθεσης απορριμμάτων (Χ.Α.Δ.Α).
Το πέρασμα από τις παράνομες και ανεξέλεγκτες χωματερές, στους χώρους Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων (Χ.Υ.Τ.Α), αποτέλεσε την κύρια δραστηριότητα αναβάθμισης του τομέα διαχείρισης των αστικών στερεών αποβλήτων εκείνη την εποχή. Έως τα τέλη τις δεκαετίας του 90’,σε αρκετούς Νομούς της χώρας καθώς και σε μεγάλες πόλεις, είχαν κατασκευαστεί και λειτουργούσαν Χ.Υ.Τ.Α.
Παράλληλα με την κατασκευή των Χ.Υ.ΤΑ, σημαντικές προσπάθειες πραγματοποιούνται στον τομέα της οργάνωσης των συστημάτων αποκομιδής των Δήμων.  Μια νέα αγορά και ένα νέο λόμπυ σχετικό με την κατασκευή και διαχείριση Χ.Υ.Τ.Α είχε δημιουργηθεί, με ένα κύκλο εργασιών που βοήθησε σημαντικά στην ισχυροποίηση πολύ γνωστών κατασκευαστικών εταιρειών. Εμβληματικό έργο αποτέλεσε η κατασκευή του Χ.Υ.Τ.Α  Άνω Λιοσίων στην Αττική με στόχο το κλείσιμο της χωματερής που λειτουργούσε από την δεκαετία του 60’ στον ίδιο χώρο.
Ωστόσο αυτή η πρώτη προσπάθεια γρήγορα έφτασε στα όρια της, αφενός λόγω της τροποποίησης των Ευρωπαϊκών κανονισμών και προδιαγραφών που έδιναν μεγαλύτερη έμφαση στην ανακύκλωση και την ανάκτηση χρήσιμων υλικών από τα απορρίμματα και αφετέρου γιατί η λειτουργία των Χ.Υ.Τ.Α εμφάνιζε στην πράξη μεγάλα προβλήματα: η ρύπανση διέρρεε στο έδαφος, το νερό και τον αέρα και οι χώροι γέμιζαν πάρα πολύ γρήγορα λόγω της αύξησης των σκουπιδιών.
Ταυτόχρονα διαπιστωνόταν η ανάγκη για χωριστή διαχείριση των επικίνδυνων βιομηχανικών αποβλήτων,  που ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να ανακατεύονται με τα αστικά και να καταλήγουν στις χωματερές, ενώ μεγάλο μέρος τους αποθηκεύεται ή απορρίπτεται σε παράνομους χώρους, τροφοδοτώντας ένα μεγάλο μαύρο κύκλο εργασιών που φθάνει μέχρι και τη βάση των υπηρεσιών καθαριότητας.
Αλλά ας γυρίσουμε πάλι πίσω. Στα τέλη της δεκαετίας του 90’ ο τομέας της ανακύκλωσης στην Ελλάδα βρισκόταν σε εμβρυακή κατάσταση με διάσπαρτες τοπικές δημοτικές δράσεις, χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα και με πλήρη απουσία της Πολιτείας. Εως το 2005 κατασκευάζονται τα πρώτα κέντρα διαλογής και ανακύκλωσης υλικών (Κ.Δ.Α.Υ) και οι πρώτες μονάδες μηχανικής ανακύκλωσης (Μ.Ε.Α).
Παράλληλα η ανακύκλωση αποκτά ιδιωτικό πρόσημο : πατώντας επάνω στην ευρωπαϊκή οδηγία για την «ευθύνη του παραγωγού» οργανώνονται τα πρώτα Συστήματα Συλλογικής Εναλλακτικής Διαχείρισης Συσκευασιών (Σ.Σ.Ε.Δ) που στην πραγματικότητα διασφαλίζουν νέα κέρδη. Κυριότερο από αυτά είναι η εταιρεία Ελληνική Εταιρεία Αξιοποίησης-Ανακύκλωσης ΑΕ (Ε.Ε.Α.Α) -οι γνωστοί μπλε κάδοι – στην μετοχική σύνθεση της οποίας συμμετέχουν βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις που, είτε διαθέτουν συσκευασμένα προϊόντα στην ελληνική αγορά, είτε κατασκευάζουν διάφορες συσκευασίες και κατά 35% η Κεντρική ‘Ένωση Δήμων Ελλάδος.  Αναπτύσσονται και άλλα αμιγώς ιδιωτικά συστήματα για διάφορα είδη μερικά από τα οποία δεν κάνουν τίποτε απολύτως όπως η Ανταποδοτική Ανακύκλωση.  Το κόστος της ανακύκλωσης χρεώνεται στην τιμή κάθε προϊόντος, αλλάη ανακύκλωση καρκινοβατεί εδώ και πάνω από μια δεκαετία, γεμίζοντας τις τσέπες όλων όσων νέμονται την είσπραξη από τους καταναλωτές.
Η εισαγωγή της ανάκτησης υλικών και διαχείρισης συσκευασιών στην διαχείριση των αστικών στερεών αποβλήτων δημιούργησε μια ακόμη σημαντική αγορά, ένα ακόμη πιο ισχυρό λόμπυ με κύριο χαρακτηριστικό την δυναμική συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα όχι πλέον μόνο  στην κατασκευή έργων και υποδομών αλλά και την λειτουργία και οικονομική εκμετάλλευση σημαντικών τμημάτων της όλης διαδικασίας. Ο Εθνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης, αδυνατεί παντελώς να ελέγξει το απαράδεκτο και αδιαφανές σύστημα ενώ γνωστές ΜΚΟ και «ειδικοί» αναλαμβάνουν να το ξελασπώσουν στα μάτια του κόσμου.
Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος των υφιστάμενων Χ.Υ.Τ.Α, λόγω αστοχιών στον σχεδιασμό τους αλλά και της αύξησης της παραγωγής σύμμεικτων απορριμμάτων, έφτασαν γρήγορα στα όρια λειτουργίας τους, με αποτέλεσμα να απαιτείται η επέκταση τους, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των παλιών ανεξέλεγκτων χωματερών όχι μόνο δεν είχαν αποκατασταθεί αλλά συνέχιζαν την λειτουργία τους. Με την απειλή των προστίμων από την Ε.Ε., αρχίζει στις αρχές του 21ου αιώνα, η καταγραφή των ανεξέλεγκτων χώρων και στη συνέχεια το υποχρεωτικό τους κλείσιμο, που ακόμη και σήμερα πασχίζει να ολοκληρωθεί.
Η περίπτωση της Αττικής

Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της διαχείρισης των αστικών στερών αποβλήτων στην Αττική. Παρ’ όλες τις συνεχόμενες εξαγγελίες προγραμμάτων και έργων που αφορούσαν κυρίως την αποφόρτιση της περιοχής των Λιοσίων και των όμορων δήμων, από την ολέθρια συνύπαρξη με τη μοναδική εγκατάσταση διάθεσης απορριμμάτων όλης της Αττικής, τίποτα δεν έχει συμβεί έως σήμερα.
Ο ΧΥΤΑ Άνω Λιοσίων, που αντικατέστησε την παλιά χωματερή, γρήγορα έφτασε τα όρια του και μέσα σε μια δεκαετία, επεκτάθηκε μια φορά και μετά αντικαταστάθηκε από ένα νέο ΧΥΤΑ, αυτό της Φυλής, σε χώρο όμορο με την παλιά εγκατάσταση.
Ο ΧΥΤΑ Φυλής μετατρέπεται στην συνέχεια σε μια «ολοκληρωμένη» εγκατάσταση διαχείρισης αποβλήτων (ΟΕΔΑ), αποτελούμενη από τον ΧΥΤΑ  (που συνεχίζει να επεκτείνεται για να καλύψει τις όλο και αυξανόμενες ποσότητες απορριμμάτων), το Εργοστάσιο Μηχανικής Ανακύκλωσης – Κομποστοποίησης (ΕΜΑΚ), τον αποτεφρωτήρα Επικίνδυνων Ιατρικών Αποβλήτων και μια από τις μεγαλύτερες μονάδες συμπαραγωγής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας από το βιοαέριο που παράγεται από τα αστικά απορρίμματα του Χ.Υ.Τ.Α στην Ευρώπη.
Η διατήρηση όλων αυτών των εγκαταστάσεων στην περιοχή, προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων, οι οποίες κλιμακώνονται το 2006 με την εξαγγελία της κατασκευής μιας ακόμη επέκτασης του ΧΥΤΑ Φυλής, που χαρακτηρίζεται μάλιστα και ως προσωρινή έως ότου ολοκληρωθεί η προγραμματισμένη από την αρχική μελέτη του χώρου επέκταση. Η επέκταση κατασκευάζεται το 2008, αλλά οι αντιδράσεις των κατοίκων έχουν αποκαλύψει πλέον με το πιο καθαρό τρόπο το αδιέξοδο της κατάστασης.
Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει η ιδιωτική πρωτοβουλία, οι γνωστές κατασκευαστικές εταιρείες οι οποίες με την σύμφωνη γνώμη της τότε κυβέρνησης Καραμανλή εκμεταλλεύονται την αδυναμία εφαρμογής του τότε υφιστάμενου περιφερειακού σχεδιασμού για την διαχείριση απορριμμάτων (ΠΕΣΔΑ), για να προωθήσουν ένα νέο επιχειρηματικό εργαλείο, την σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Ο ΠΕΣΔΑ του 2003, προέβλεπε την δημιουργία δύο νέων ΟΕΔΑ (ΜΕΑ και ΧΥΤΥ), έναν στην ΒΑ Αττική, στη θέση Γραμματικό και ένα δεύτερο στην Ανατολική Αττική στη θέση Κερατέα, με κύριο στόχο την αποφόρτιση των εγκαταστάσεων της Φυλής.
Με πρόσχημα την καθυστέρηση εφαρμογής του ΠΕΣΔΑ, την μεταβολή των ποσοτήτων των απορριμμάτων και τα νέα οικονομικά δεδομένα, προωθήθηκε η λύση αρχικά οι δύο χώροι σε Γραμματικό και Κερατέα να λειτουργήσουν ως ΧΥΤΑ και μελλοντικά ως Χώροι Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων (Χ.Υ.Τ.Υ), όταν θα ολοκληρωθούν οι αντίστοιχες μονάδες ΜΕΑ, με την χρήση του μηχανισμού των ΣΔΙΤ. Παράλληλα διατηρήθηκε ο υπάρχον σχεδιασμός λειτουργίας του ΧΥΤΑ Φυλής και προωθήθηκαν δυο νέες ΜΕΑ, μία στη Φυλή και η άλλη στα Άνω Λιόσια, σε όμορους χώρους με τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, επίσης με την μέθοδο των ΣΔΙΤ.
Η δημοπράτηση των έργων για τους νέους ΧΥΤΑ σε Γραμματικό και Κερατέα πυροδοτεί έντονες αντιδράσεις από τους κατοίκους των δύο περιοχών, που ανησυχούν ότι θα επαναληφθεί στην περιοχή τους η ανεξέλεγκτη κατάσταση που επικρατούσε όλα τα προηγούμενα χρόνια στα Άνω Λιόσια και την Φυλή.
Χωρίς καμία ουσιαστική δημόσια διαβούλευση και κάτω από την πίεση των εργοληπτικών  εταιρειών που έχουν αναλάβει την κατασκευή των έργων, η τότε κυβέρνηση Παπανδρέου κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να ξεκινήσουν τα έργα άμεσα.
Οι αντιδράσεις των κατοίκων κλιμακώνονταικαι αποκτούν χαρακτηριστικά εξέγερσης, με τους κατοίκους και των δύο περιοχών να διαδηλώνουν και να συγκρούονται για μήνες το 2011 με τα ΜΑΤ. Οι εργασίες κατασκευής των δυο ΧΥΤΑ ξεκινούν με πάρα πολλές δυσκολίες τόσο από τις αντιδράσεις των κατοίκων, όσο και τις τεχνικές αστοχίες στο σχεδιασμού των έργων που προκύπτουν κατά τις πρώτες εργασίες κατασκευής.

Παράλληλα, από την πλευρά της τότε κυβέρνησης συνεχίζεται εντατικά η προσπάθεια για την άμεση διενέργεια διαγωνισμών για τις 4 ΜΕΑ με τον μέθοδο των ΣΔΙΤ. Οι διαγωνισμοί προκηρύσσονται το 2013 και προβλέπουν σκανδαλώδη οφέληγια τους επενδυτές. Με βάση τον διαγωνισμό η λειτουργία των έργων προϋποθέτει την εγγυημένη τροφοδοσία των ΜΕΑ με απορρίμματα και την απαλλαγή των επενδυτών για κάθε μεταβολή των συνθηκών.
Τα κέρδη των επενδυτών εξασφαλίζονται σε κάθε περίπτωση, οι επενδυτές μετατρέπονται σε ρυθμιστές του συνόλου της τελικής διαχείρισης των στερεών αποβλήτων, ενώ δεν εξασφαλίζεται καθόλου η ομαλή λειτουργία των μονάδων, ιδιαίτερα στην περίπτωση που υπάρχει μεταβολή των συνθηκών εις βάρος του επενδυτή. Την ίδια ώρα και εν μέσω της οικονομικής κρίσης προωθούνται μια σειρά ανάλογων έργων σε όλη την Ελλάδα.
Οι κινηματικές αντιστάσεις διαμορφώνουν εναλλακτική πρόταση
 Είναι η ώρα που σε όλη την Ελλάδα και στην Αθήνα, αρχίζει η προσπάθεια συντονισμού των τοπικών αντιστάσεωνμε την εξαίρεση της Κερατέας (της οποίας η εμβληματική αντίσταση εκφυλίστηκε σε ένα τυπικό σύνδρομο «όχι στην αυλή μου»).
Ήδη το 2011 συγκροτείται η Πρωτοβουλία Συνεννόησης για τη Διαχείριση των Απορριμμάτων της Αττικής (ΠΡΩΣΥΝΑΤ), που έμελλε να παίξει ένα καθοριστικό ρόλο στην πλατύτερη ενημέρωση για τις εξελίξεις και στη  διαμόρφωση ενός εναλλακτικού μοντέλου.
Αποκαλύπτεται με λεπτομέρειες ότι στην Ελλάδα εξελίσσεται ένα μεγαλοεργολαβικό σχέδιο, το οποίο προβλέπει φαραωνικά και πανάκριβα εργοστάσια που θα παράγουν κυρίως καύσιμη ύλη από σύμμεικτα σκουπίδια.  Η μαγική αυτή λύση έχει τεράστιο κόστος:
  • κόστος λειτουργίας και συντήρησης που θα φορτώνεται στους πολίτες μέσω των δημοτικών τελών, χωρίς λόγο αφού τα σκουπίδια δεν εξαφανίζονται άρα στη συνέχεια θα πρέπει ή να ταφούν ή να καούν (το ποσοστό ανάκτησης υλικών από αυτές τις μονάδες είναι μονοψήφιο)
  • κόστος περιβαλλοντικό, αφού απαιτούν τα σκουπίδια να παραμένουν σε σύμμεικτη μορφή αυξάνοντας την κατανάλωση πρώτων υλών και ενέργειας και διαιωνίζοντας τη ρύπανση και την υποβάθμιση.
  • κόστος δημοκρατίας, αφού απομακρύνει από την δημόσια σφαίρα και την τοπική αυτοδιοίκηση τις αποφάσεις για το θέμα των στερεών αποβλήτων
Σε δεκάδες Δήμους σε όλη τη χώρα, κατατίθενται αναλυτικά τοπικά σχέδια που υιοθετούν μια εναλλακτική πρόταση με επίκεντρο τηναποκεντρωμένη ολοκληρωμένη διαχείριση των αστικών απορριμμάτων με οικονομικά στοιχεία που εκτιμούν την εξοικονόμηση πόρων. Τα σχέδια αυτά εκπονούνται εθελοντικά με τη βοήθεια της ΠΡΩΣΥΝΑΤ και με την πρωτοβουλία ομάδων πολιτών, αυτοδιοικητικών παρατάξεων ή ακόμη και δημοτικών αρχών.
Ουσιαστικά η πρόταση αυτή αφορά μια κοινωνική διαχείριση των αστικών αποβλήτων που θα επιτυγχάνεται με μικρές ευέλικτες μονάδες σε επίπεδο δήμων, με στόχο την αποδοτικότερη και με το μικρότερο κόστος δραστική μείωση της ποσότητας των απορριμμάτων που θα καταλήγει σε ταφή, ενώ παράλληλα θα επιτυγχάνεται η ευκολότερη ανάκτηση χρήσιμων υλικών,  με άμεσα ανταποδοτικά οφέλη για την τοπική κοινωνία.
Η αποκεντρωμένη διαχείριση γίνεται κυβερνητική εξαγγελία
 Η πρόταση αυτή φαίνεται να βρίσκει σάρκα και οστά με την αλλαγή στην διοίκηση της περιφέρειας Αττικής, καθώς η νέα διοίκηση της περιφέρειας την είχε υιοθετήσει πλήρως στο πρόγραμμα της. Πράγματι, από τις πρώτες αποφάσεις της νέας περιφερειακής αρχής ήταν η ακύρωση των διαγωνισμών των 4 ΣΔΙΤ ενώ παράλληλα με επιστολή της περιφερειάρχη παρακινούνταν οι Δήμοι  για τη σύνταξη τοπικών σχεδίων αποκεντρωμένης διαχείρισης απορριμμάτων. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε και στο προσωρινό πάγωμα όλων των αντίστοιχων προσπαθειών για την κατασκευή ΜΕΑ με ΣΔΙΤ και στην υπόλοιπη Ελλάδα, σε αναμονή και της επικείμενης επικράτησης του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος στη ρητορική του είχε ενσωματώσει τα αιτήματα των κινημάτων. Φωνές υπέρ των συγκεντρωτικών σχεδίων όπως αυτή του σημερινού αναπληρωτή περιβάλλοντος  Σ. Φάμελλου, υπήρχαν από τότε μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ έστω και αν αντιμετωπίζονταν ως ανορθογραφία.
Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, στις εκλογές του Ιανουάριου του 2015, αναπτέρωσε τις ελπίδες των κινημάτων και των πολιτών που είχαν αντισταθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια στα σχέδια των λόμπυ της διαχείρισης των αστικών στερεών αποβλήτων. Η νέα κυβέρνηση ξεκίνησε ευοίωνα  την αναθεώρηση του εθνικού σχεδίου διαχείρισης των αποβλήτων (ΕΣΔΑ), με κύρια επιδίωξη την ανατροπή του μοντέλου των σύμμεικτων απορριμμάτων και της διαχείρισης τους σε συγκεντρωτικές μεγάλες εγκαταστάσεις (ΜΕΣ και ΧΥΤΑ). Το νέο εθνικό σχέδιο δίνει μεγάλη έμφαση στην κατεύθυνση της ανακύκλωσης με διαλογή στην πηγή, των μικρής κλίμακας αποκεντρωμένων εγκαταστάσεων, της εμπλοκής των δήμων και των πολιτών στην εξοικονόμηση πόρων και στην φιλική προς το περιβάλλον δημόσια διαχείριση.
Παράλληλα στο νέο αναθεωρημένο Εθνικό σχέδιο (ΕΣΔΑ) προβλέπεται η εξυγίανση και ριζική αναθεώρηση των ιδιωτικοποιημένων αδιαφανών και αναποτελεσματικών συστημάτων εναλλακτικής διαχείρισης ανακυκλώσιμων υλικών. Δημόσιος έλεγχος στην κατανομή των διαθέσιμων πόρωνγια την εξυπηρέτηση των στόχων του εθνικού σχεδίου και όχι για την κερδοφορία ιδιωτικών συμφερόντων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τέτοιου διαθέσιμου πόρου αποτελεί η εισφορά ανακύκλωσης που πληρώνουν υποχρεωτικά οι καταναλωτές, αλλά διαχειρίζονται οι ίδιες οι εταιρείες που το εισπράττουν, με τα γνωστά λαμπρά αποτελέσματα.
Μετά το σύντομο ψυχαγωγικό διάλλειμα το εργολαβικό μοντέλο επανέρχεται
Ωστόσο αυτή η αρχική θετική εικόνα γρήγορα αντιστρέφεται στο δρόμο για την  υπογραφή του τρίτου μνημονίου. Πριν ακόμη εγκριθεί το νέο Εθνικό Σχέδιο (ΕΣΔΑ) και στο μέσο της περίφημης διαπραγμάτευσης, υπογράφεται στις 5 Ιουνίου του 2015 η πρώτη σύμβαση ΣΔΙΤ για διαχείριση απορριμμάτων (ΣΔΙΤ Δυτικής Μακεδονίας).
Το νέο ΕΣΔΑ τελικά εγκρίνεται παρά τις επιθέσεις,  ωστόσο η πολιτική και οι προτεραιότητες της κυβέρνησης έχουν ήδη αλλάξει κατεύθυνση.
Τα λόμπυ των απορριμμάτων αντεπιτίθενται με όχημα τις αναθεωρήσεις των περιφερειακών σχεδιασμών για την διαχείριση απορριμμάτων (ΠΕΣΔΑ) και επαναφέρουν τους σχεδιασμούς των πανάκριβων και αχρείαστων εργοστασίων σκουπιδιών με ΣΔΙΤ. Μόλις πριν λίγες εβδομάδες  εγκρίθηκε μια δεύτερη Μονάδα Επεξεργασίας Απορριμμάτων στις Σέρρες, ενώ εγκρίθηκε η χρηματοδότηση μιας ακόμη μονάδας στην Ήπειρο.
Ανάλογο έργο προωθείται και στην Πελοπόννησο, με την περιφερειακή αρχή (ο περίφημος κύριος Τατούλης που δεν είχε διστάσει να καταθέσει και αίτημα ακύρωσης του νέου ΕΣΔΑ), να κάνει τα αδύνατα δυνατά να προσπεράσει τις έντονες αντιδράσεις των κατοίκων,  των τοπικών κινημάτων ακόμη και των Δήμων, με τις κυβερνητικές ευλογίες.  Ας μην ξεχάσουμε και την ΚΕΔΕ, που επιδίδεται σε συστηματική απαξίωση κάθε έστω και δειλής προσπάθειας αλλαγής.  Σε όλη τη χώρα επανακάμπτουν πλησίστια τα φιλοεργολαβικά σχέδια με τα συγκεντρωτικά εργοστάσια σύμμεικτων.
Η ανακύκλωση πάλι στην αποθήκη με τα αχρείαστα
 Η εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου απαιτούσε σειρά νομοθετημάτων από τα οποία κανένα δεν έχει μέχρι τώρα ψηφιστεί.
Το νομοσχέδιο για τους Φορείς Διαχείρισης είναι εδώ και πάρα πολλούς μήνες παγωμένο, ενώ το νομοσχέδιο για την ανακύκλωση αφήνει άθικτο το κακώς κείμενο καθεστώς των ιδιωτικών ΣΣΕΔ. Και τα δύο παραπάνω νομοσχέδια παρότι δεν διορθώνουν τίποτε επί της ουσίας, συνάντησαν μεγάλες αντιδράσεις από το κύκλωμα των σκουπιδιών.
Ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης παραμένει υποστελεχωμένος και με λίγες αρμοδιότητες, ο δημόσιος φορέας συντονισμού που προέβλεπε το Εθνικό Σχέδιο παραπέμφθηκε στις καλένδες και τον έμμεσο φόρο για την ανακύκλωση θα συνεχίσουν να τον διαχειρίζονται ιδιωτικά ΣΣΕΔ.
Το αλαλούμ των χρηματοδοτήσεων και το ΕΣΠΑ των μεγαλοεργολάβων
Με το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων να έχει περιοριστεί δραματικά, η σημαντικότερη πηγή χρηματοδότησης των απαιτούμενων υποδομών απομένει να είναι το νέο ΕΣΠΑ, το οποίο διαθέτει ελάχιστους πόρους για τη διαχείριση των αποβλήτων (757 εκ. ευρώ, μέσα από το πρόγραμμα για «τις υποδομές, τις μεταφορές, το περιβάλλον και την αειφόρο ανάπτυξη» μέχρι το 2020).
Το μεγαλύτερο μέρος εκχωρείται στις Περιφέρειες για τα συγκεντρωτικά έργα που είχαν ήδη προγραμματίσει από την προηγούμενη περίοδο. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική ήταν η μοναδική πρόσκληση χρηματοδότησης ΕΣΠΑ που βγήκε  οριζόντια για όλη τη χώρα, με ποσό συγχρηματοδοτούμενης δαπάνης μόλις 273 εκ. ευρώ.
Η κατανομή αυτών των χρημάτων αποκαλύπτει την πραγματική στόχευση της κυβερνητικής πολιτικής: 210 από τα 273 εκ. ευρώ αφορούν κεντρικές μονάδες, κεντρικούς χώρους διαχείρισης σύμμεικτων και κεντρικές μονάδες κομποστοποίησης.
Οι Δήμοι, σε ρόλο φτωχού συγγενή, χρηματοδοτούνται μόνο για να αγοράσουν ολίγους κάδους και απορριμματοφόρα για βιοαπόβλητα (απόβλητα κουζίνας και κήπου), ίσως και κάποια πράσινα σημεία. Η ανακύκλωση θεωρείται οικονομική δραστηριότητα για τους Δήμους και δεν επιδοτείται ενώ τα ΣΔΙΤ είναι η πιο αποδεκτή μορφή για να χρηματοδοτηθούν από την πρόσκληση του επιτυχημένου ΕΣΠΑ.
Στην μεγαλύτερη περιφέρεια της Ελλάδος, την Αττική συμπυκνώνονται όλες οι παραπάνω αντιφάσεις. Αντί το Περιφερειακό πρόγραμμα του ΕΣΠΑ της Αττικής (ΠΕΠ Αττικής), να έχει τα περισσότερα χρήματα για τα απορρίμματα, προκειμένου να εφαρμοστεί το νέο μοντέλο το οποίο θεωρητικά επαγγέλλεται η περιφερειακή αρχή, εξαγγέλλει μόνο δράσεις δημοσιότητας. Κονδύλια του ΕΣΠΑ, αντίθετα με τις άλλες περιφέρειες δεν εκχωρήθηκαν  στην περιφέρεια Αττικής. Και το παράλογο συνεχίζεται. Στην οριζόντια πρόσκληση (των 273 εκατ.) η περιφέρεια και οι Δήμοι της Αττικής θα πρέπει να ανταγωνισθούν με όλη την υπόλοιπη χώρα. Και επειδή η Αττική έμεινε πίσω αφού η ακύρωση των έργων ΣΔΙΤ δεν συνοδεύτηκε από προετοιμασία εφαρμογής εναλλακτικού σχεδίου, κινδυνεύει να μείνει εκτός ή με ψίχουλα. Η νέα κρίση των σκουπιδιών στην Αττική έρχεται και οι γνωστοί από μηχανής σωτήρες κάνουν και πάλι τους λογαριασμούς τους.
Περιφερειακοί σχεδιασμοί χωρίς ίχνος σχεδίου
Όπως προαναφέραμε σε όλη τη χώρα αναθεωρούνται οι περιφερειακοί σχεδιασμοί διαχείρισης αποβλήτων. Οι νέοι περιφερειακοί σχεδιασμοί  πάσχουν όλοι από την ίδια αρρώστια. Επειδή θεωρητικά θα πρέπει να εναρμονισθούν με το νέο Εθνικό Σχέδιο, αλλά στην πράξη κάτι τέτοιο δεν βολεύει καθόλου, επιδίδονται με ιδιαίτερο ζήλο στην δημιουργική ασάφεια, θάβοντας κάτω από χιλιάδες λέξεις και σελίδες την απουσία σχεδιασμού και αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο για επιχειρηματίες, πολιτικούς και λοιπούς παράγοντες.
Ο επίλογος και πάλι θα γραφεί από την κοινωνία
Η Δυτική Αθήνα και η Δυτική Αττική νιώθει να εμπαίζεται για μια ακόμη φορά, αφού η εφιαλτική προοπτική της διαιώνισης της Φυλής, διαγράφεται καθαρά.  Ομάδες, σύλλογοι, δημοτικά σχήματα, συγκρότησαν το ΔΥΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ και ξεκίνησαν μια σειρά εκδηλώσεων στις περιοχές τους.
Η ψήφιση του ΠΕΣΔΑ στο περιφερειακό συμβούλιο, θύμισε monty python: εξαγγέλθηκε από μικροφώνου, χωρίς εισήγηση, χωρίς συζήτηση και χωρίς ψηφοφορία και ενώ το περιφερειακό συμβούλιο είχε διακοπεί από διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν.  Στην Πελοπόννησο συνεχίζονται οι αντιδράσεις που πλέον έχουν πλαισιωθεί και από τους Δημάρχους.
Αλλά και σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα, τίποτε δεν έχει τελειώσει.  Η εφαρμογή αυτών των σχεδίων είναι βέβαιο ότι θα πυροδοτήσει αντιδράσεις, από την έκβαση των οποίων θα κριθεί η υπόθεση των σκουπιδιών για πολλές δεκαετίες μπροστά.

ΜΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ «ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΗ» ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΓΝΑΤΙΑΣ ΟΔΟΥ



Πριν από λίγες μέρες διοργανώθηκε στα Γιάννενα μια εκδήλωση από τον Σύλλογο των 200 περίπου εργαζόμενων, καθώς οι εργασίες συντήρησης γίνονται με εργολαβίες, της Εγνατίας οδού (Σ.Ε.Τ.Ε.Ο.), στα πλαίσια του αγώνα, που διεξάγουν ενάντια στην εκχώρηση/ιδιωτικοποίηση της συγκεκριμένης δημόσιας υποδομής. Ενώ όμως τα στοιχεία, που παρουσίασε η αντιπροσωπεία των εργαζόμενων, είχαν μεγάλο ενδιαφέρον, η διατυπωθείσα επιχειρηματολογία επιφύλαξε μια μάλλον δυσάρεστη έκπληξη. Υιοθετώντας σε μεγάλο βαθμό την οικονομίστικη λογική της Κυβέρνησης, μας πληροφόρησαν ότι, αυξάνοντας τον αριθμό και την τιμή των διοδίων, το Ελληνικό Δημόσιο μπορεί να αποκομίσει κέρδη πολύ μεγαλύτερα από τα ήδη εξασφαλισμένα σήμερα και επομένως να εξυπηρετήσει καλύτερα το δημόσιο χρέος από ό,τι με την παραχώρηση «κοψοχρονιά» σε ιδιώτη επενδυτή.
Δεν πρόκειται μόνο για την αυταπάτη ότι η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα συνδιαλέγονται με ορθολογικά επιχειρήματα περί δημοσίου συμφέροντος και την παραγνώριση της πραγματικότητας ότι η Εγνατία πωλείται ακριβώς επειδή είναι, και μπορεί να γίνει ακόμα περισσότερο, κερδοφόρα. Το πιο σοβαρό είναι ότι απ’ αυτό τον λογαριασμό απουσιάζει εντελώς το δικαίωμα των πολιτών στη γρήγορη, ασφαλή και οικονομική μετακίνηση σε ένα δρόμο, που έχει κατασκευαστεί με τα δικά του χρήματα όπως και με αυτά των Ευρωπαίων πολιτών. Έτσι όμως ο δημόσιος χαρακτήρας περιορίζεται σε απλό κέλυφος ερήμην των κοινωνικών αναγκών, η, θεμιτή σε κάθε περίπτωση, υπεράσπιση της απασχόλησης και των εργασιακών δικαιωμάτων εκπίπτει σε συντεχνιακή λογική, με δυο λόγια το μέσο «καταπίνει» τον σκοπό. Το μέτρο σύγκρισης, για τους εργαζόμενους τουλάχιστον, δεν πρέπει να είναι ο ήδη ιδιωτικοποιημένος και πανάκριβος ΠΑΘΕ των εθνικών εργολάβων αλλά οι γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι, στους οποίους οι πολίτες δεν πληρώνουν διόδια !

Ούτως ή άλλως πάντως ο δρόμος έχει ένα πλούσιο ιστορικό διαστρεβλώσεων του σκοπού μιας συγκοινωνιακής υποδομής να συμβάλει στην εξυπηρέτηση και τη μετακίνηση των πολιτών – και των εμπορευμάτων βεβαίως. Η Εγνατία ήταν πάντα το μέσο, όμως για ποιόν ακριβώς σκοπό ; Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να ξετυλίξουμε το κουβάρι των πολλαπλών σκοπιμοτήτων και ιδεολογικών της χρήσεων :
Ο τοπικισμός. Η αρχική σύλληψη, στη διάρκεια της χούντας, για την κατασκευή ενός οριζόντιου, δυτικού – ανατολικού οδικού άξονα κατά μήκος των βορείων συνόρων της χώρας προέβλεπε τη διέλευσή του, στο τμήμα της Ηπείρου, από την Κόνιτσα και την κοιλάδα του Σαραντάπορου. Με τους γιουγκοσλαβικούς πολέμους όμως, οπότε το σενάριο προκάλεσε το ενδιαφέρον της Ε.Ε., το ίδρυμα «Εγνατία» του ευρύτερου περιβάλλοντος Αβέρωφ άδραξε το 1991 την ευκαιρία και υπέβαλε μελέτες για την χρηματοδότηση ενός δρόμου, που θα περνούσε από το Μέτσοβο και σύντομα υιοθετήθηκε ως επίσημη ελληνική πολιτική. Έχω την αίσθηση ότι η κατασκευή με βάση τα αρχικά σχέδια θα ήταν τεχνικά και οικονομικά προσφορότερη αλλά αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο.
Η αντιοικολογική επιλογή. Η σιδηροδρομική επέκταση προς την ΒΔ Ελλάδα, ένα παλιό όνειρο από την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη, είχε συμπεριληφθεί από το 1983 στο 15ετές πρόγραμμα του ΟΣΕ. Παρότι εξαγγέλθηκε από όλες σχεδόν τις κυβερνήσεις μετά από το 1990, ήταν από τότε σαφές ότι οι δύο υποδομές ήταν μεταξύ τους ανταγωνιστικές και η χρηματοδότηση της μιας σήμαινε εγκατάλειψη της άλλης. Και ενώ σε όλη σχεδόν την Ευρώπη τα διευρωπαϊκά δίκτυα αφορούσαν κυρίως επεκτάσεις και εκσυγχρονισμούς σιδηροδρομικών δικτύων, την επιστροφή δηλαδή του σιδηροδρόμου ως μέσου μαζικού, οικολογικού και ασφαλούς, στη χώρα μας τα ευάριθμα λόμπυ της αυτοκίνησης και της οδοποιίας ήταν πολύ ισχυρά.
Ο εθνικισμός. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’90 η Εγνατία αποτελούσε την περήφανη απάντηση του Ελληνισμού στις προκλήσεις των βορείων γειτόνων. Παρότι η λογική αυτή διαπερνούσε όλο το πολιτικό φάσμα, αν και με περισσότερη έμφαση το δεξιό τμήμα του, η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν του Χαραλαμπίδη, μέλους τότε του ΕΓ του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος την είχε αποκαλέσει «ειρηνική αναπτυξιακή συνέχεια του 1912-13» και την είχε ορίσει ως λύση για την εθνική αναγέννηση του ελληνισμού κόντρα στο μυωπικό κράτος των Αθηνών !  Δεν είναι ασφαλώς τυχαίο ότι παρόμοια επιχειρηματολογία ενάντια στην ιδιωτικοποίηση διατυπώνει σήμερα – αλλά όχι μόνο αυτή – η Χρυσή Αυγή.
Το ωραίο είναι ότι αυτό καθαυτό το όνομα «Εγνατία» συνιστά ελληνική λαθροχειρία. Ο συνώνυμος αρχαίος ρωμαϊκός δρόμος, που πήρε το όνομα του κατασκευαστή του, του ανθύπατου Μακεδονίας Γναίου Εγνάτιου, περνούσε από το Δυρράχιο, την Αυλώνα και την Οχρίδα, πριν διασχίσει το έδαφος της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας, δηλαδή πολύ βορειότερα από την Ηγουμενίτσα, τα Γιάννενα ακόμα και την Κοζάνη. Και τούτο γιατί πολύ απλά εκείνη ήταν η συντομότερη οδός σε ευθεία με το λιμάνι του Μπρίντιζι και το τέρμα της Αππίας οδού. Παρ’ όλα αυτά η γενικά ευαίσθητη σε κλοπές ονομάτων ελληνική κοινωνία της δεκαετίας του ’90 όχι μόνο δεν σκοτίστηκε με ιστορικές λεπτομέρειες αλλά έσπευσε να ονομάσει το σχέδιο για την κατασκευή ενός βορειότερου οριζόντιου άξονα από το Δυρράχιο στην Κωνσταντινούπολη, πιο πιστού δηλαδή στο πρωτότυπο τουλάχιστον στο δυτικό του κομμάτι, «αντι-Εγνατία». Όλα εκείνα τα χρόνια της «εθνικής» πολιτικής ήταν γενικά αδιανόητο ότι θα χρειαζόμασταν τους βαλκάνιους γείτονες όχι μόνο για τη συντήρηση του δρόμου αλλά κυρίως για την επιβίωση του τουριστικού κλάδου στις παραλίες του βόρειου Αιγαίου και, εσχάτως και, του Ιονίου.
Τα λειτουργικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Μπροστά στην ανάγκη να απορροφηθούν άμεσα ευρωπαϊκά κονδύλια η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε τις μελέτες κυριολεκτικά στο πόδι ενώ και οι επόμενες κυβερνήσεις Παπανδρέου, Σημίτη και Καραμανλή κινήθηκαν με κριτήριο τις επιδιώξεις και την τεχνογνωσία, αρχικά πολύ περιορισμένη, των ελληνικών τεχνικών εταιριών, με αποτέλεσμα σοβαρές καθυστερήσεις αλλά και την εμφάνιση, και από τότε και αργότερα, σημαντικών προβλημάτων. Έτσι, παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητα και την γενικά καλή εικόνα, δεν λείπουν ούτε κάποια επικίνδυνα τμήματα με αρκετές στροφές και έντονες κλίσεις – ακόμα και αν η πολύνεκρη καραμπόλα της Βέροιας το 2014 αποδίδεται σε εγκληματική αμέλεια της διαχείρισης – ούτε η ευπάθεια σε ακραίες καιρικές καταστάσεις. Χρειάστηκαν πολλές αντιδράσεις, ώστε ο δρόμος να κατασκευαστεί τελικά τετράιχνος και όχι δίιχνος σε όλο του το μήκος.
Στην κοιλάδα της Δωδώνης χρειάστηκε επίσης να δώσουμε ένα σκληρό αγώνα από το 1995 μέχρι το 1998 προκειμένου να αλλάξει η χάραξη και να προστατευθεί το Δωδωναίο τοπίο, που προκάλεσε τη διεθνή υποστήριξη και ανάγκασε τον, άτεγκτο αρχικά, Λαλιώτη να κάνει στροφή 180 μοιρών και να αρχίσει να οικειοποιείται την αλλαγή και να διαφημίζει, με περισσό θράσος, τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες του Υπουργείου του. Εννοείται τέλος ότι πολλές ενστάσεις για τους βιότοπους της αρκούδας αντιμετώπισαν την επίσημη χλεύη εναντίον όσων «νοιάζονται μόνο για τις αρκούδες» και αντιστρατεύονται το εθνικό συμφέρον.
Και ολίγος οπορτουνισμός. Από την άλλη πλευρά το ΚΚΕ επέδειξε μια αξιοζήλευτη ευελιξία στη θέση του απέναντι στη σημασία του έργου. Η τοποθέτηση κατά την περίοδο της κατασκευής ότι η Ε.Ε. και το διεθνές κεφάλαιο σαμποτάρουν την Εγνατία μεταβλήθηκε σε κριτική ότι είναι «δρόμος του κεφαλαίου» κατά την περίοδο της λειτουργίας της. Πιστεύω ότι ακόμα και ο ιστορικός του μέλλοντος θα δυσκολευτεί να κρίνει, σε ποιό βαθμό αυτή η μετατόπιση αποτελεί συνήθη αντιπολιτευτικό οπορτουνισμό και σε ποιό ιδεολογική επιλογή «όξυνσης της ταξικής πάλης». Υποψιάζομαι πάντως ότι η προοπτική της ιδιωτικοποίησης θα ενισχύσει τους θετικούς τόνους του κόμματος απέναντι στην Εγνατία αυτή καθαυτή, της οποίας την ιδιωτικοποίηση «επιβάλλει η Ε.Ε.».
Απ’ αυτή την πλούσια αφήγηση μικρών και μεγάλων διαστρεβλώσεων και ιδεολογικών χρήσεων ας κρατήσουμε πάντως τη μεγαλύτερη και χειρότερη : τον ισχυρισμό ότι η εκποίηση της Εγνατίας γίνεται για την εξυπηρέτηση δήθεν του δημόσιου χρέους. Γι’ αυτό και η εκκωφαντική σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ, και ειδικά εκείνων των τέως λαλίστατων στελεχών και βουλευτών, που, όσο βρισκόταν στην αντιπολίτευση, μοίραζαν φυλλάδια στα διόδια, ξιφουλκούσαν ενάντια στο «ξεπούλημα» και έθεταν όλους προ των ευθυνών τους, ας κριθεί αναλόγως.


Για το προσχέδιο Νόμου ''Αυτοτελής υπηρεσία ΟΤΑ – Ρύθμιση θεμάτων ΟΤΑ και άλλες διατάξεις''

Γενικά μιλώντας, το συγκεκριμένο Σχέδιο Νόμου προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα τεράστια προβλήματα, που έχουν συσσωρεύσει οι μνημονιακές πολιτικές στους ΟΤΑ, με αποσπασματικό τρόπο.
Τα κενά σε προσωπικό, που υπάρχουν στους Δήμους αντιμετωπίζονται με ημίμετρα, εφ όσον θεωρείται δεδομένη η απαγόρευση των προσλήψεων και οι σχετικοί μνημονιακοί περιορισμοί. Απο την άλλη βέβαια δημιουργεί νέες θέσεις ακριβοπληρωμένων στελεχών, ειδικών γραμματέων, γενικών γραμματέων και γενικών διευθυντών.
Δεν δίνεται η κατεύθυνση ανατροπής του ''Καλλικράτη'' και των δυσμενών επιπτώσεων που δημιούργησε στην λειτουργία των ΟΤΑ .
Επίσης δεν αντιμετωπίζονται ζητήματα χρηματοδότησης, άσκησης κοινωνικής πολιτικής, συγκεντρωτισμού και γραφειοκρατίας, εκτέλεσης έργων και προμηθειών.

Κάποιες παρατηρήσεις επί του προσχεδίου Νόμου:
Σχετικά με τους οργανισμούς εσωτερικής υπηρεσίας και τις κρίσεις προϊσταμένων.
Άμεσα πρέπει να υπάρξει μέριμνα για τους Δήμους που δεν έχουν προχωρήσει σε σύνταξη οργανισμών και που ίσως να είναι σε πλήθος το 1/2 των σημερινών Δήμων
Η τοποθέτηση των προϊσταμένων οργανικών μονάδων θα πρέπει να γίνεται στην πράξη και μόνο από τα υπηρεσιακά συμβούλια. Είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις, αν δεν έχει γίνει καθεστώς, που τα υπηρεσιακά συμβούλια έχουν παρακαμφθεί και η τοποθέτηση γίνεται από Δήμαρχο π.χ. με τη δικαιολογία της αναπλήρωσης και ο ορισμός ισχύει για πάντα. Οι τοποθετήσεις αυτές «βαπτίζονται» ως αναπληρώσεις προϊσταμένων και επιπρόσθετα το επίδομα για τη θέση του προϊσταμένου χορηγείται ως μόνιμο επίδομα και σε ενδεχόμενη κρίση από το υπηρεσιακό συμβούλιο θα πάρουν ως «δωράκι» και τα μόρια για τη θέση που κατείχαν τόσα χρόνια, χωρίς έγκριση του κατά τα άλλα υπεύθυνου για τον ορισμό οργάνου.
Στο ίδιο άρθρο θα πρέπει να υπάρξει πρόβλεψη και για την μη κάλυψη των θέσεων προϊσταμένου του οργανισμού με ευθύνη του φορέα.
Τέλος να υπάρξει λύση για τις αυθαίρετες ενέργειες – αποφάσεις υπηρεσιακών συμβουλίων που αδικούν κάποιους εργαζόμενους σε διάφορα ζητήματα, με αποτέλεσμα οι αδικημένοι να είναι υποχρεωμένοι να προσφεύγουν στα διοικητικά δικαστήρια για να δικαιωθούν,να ξοδεύονται αρκετά χρήματα, να αργεί πολύ η απονομή της δικαιοσύνης.

Άρθρο 20 Ένδικα μέσα Ο.Τ.Α.
Εδώ, οτι δίνεται η δυνατότητα σε Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών να μην ασκήσουν ή να παραιτηθούν από ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα κατά αποφάσεων, με τις οποίες διατάσσεται η παραμονή ή η επάνοδος εργαζομένων στην εργασία τους, είναι κατ αρχή θετικό, βάζει όμως 2 προϋποθέσεις για να μετατραπεί η σύμβαση των συγκεκριμένων συμβασιούχων σε αορίστου χρόνου: να υπάρχει η αναγκαία πίστωση στον προϋπολογισμό του φορέα και να έχουν παραιτηθεί οι εργαζόμενοι αυτοί από οποιαδήποτε χρηματική αξίωση κατά των ΟΤΑ α' και β' βαθμού.

Αρθρο 21. Νομική στήριξη υπαλλήλων ΟΤΑ
Η υποχρέωση των Δήμων να θέσουν στη διάθεση των δημοτικών υπαλλήλων τις υπηρεσίες των δικηγόρων της Νομικής Υπηρεσίας, έρχεται σε αντίθεση με το θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να αναθέτει την υπεράσπισή του σε συνήγορο της απόλυτης και ελεύθερης επιλογής του.
Είναι απορίας άξιο πως οι δικηγόροι, που συνδέονται με σχέση πάγιας εντολής με τον φορέα, θα εκπροσωπήσουν στο ποινικό δικαστήριο τους υπαλλήλους ή αιρετούς που κατηγορούνται ότι ενήργησαν σε βάρος των συμφερόντων του εντολέα τους.
Δεν προβλέπεται επίσης στο άρθρο, τι γίνεται με την εκπροσώπηση στα αστικά δικαστήρια.
Γι αυτούς τους λόγους η ελεύθερη επιλογή νομικού εκπρόσωπου του κατηγορουμένου πρέπει να κατοχυρωθεί, και να εξαλειφθεί η ''υποχρεωτική εκπροσώπηση από τη Νομική Υπηρεσία του φορέα''.

Άρθρο 41: Ρύθμιση θεμάτων προσωπικού για εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία.
Δεν μπορεί να προσληφθεί προσωπικό με πεντάμηνες συμβάσεις για την εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία και με δεδομένη τη μεγάλη έλλειψη τεχνικού και εργατικού προσωπικού στους Δήμους καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση έργων με αυτεπιστασία άρα αναγκάζει τους ΟΤΑ να στραφούν στον ιδιωτικό τομέα.

Άρθρο 52 παρ.2: Μέσα Ατομικής Προστασίας εργαζομένων ΟΤΑ
Θα πρέπει στις ειδικότητες να συμπεριληφθούν οπωσδήποτε και οι διπλωματούχοι Μηχανικοί διότι επιβλέπουν έργα και κινούνται εντός εργοταξίων ή διενεργούν αυτοψίες σε ετοιμόρροπα κτίσματα κ.α.
συνεπώς είναι αυτονόητο να χορηγούνται και σε αυτούς, κράνη, αντανακλαστικά γιλέκα, γυαλιά προστασίας, εργοταξιακά υποδήματα προστασίας κ.α.

Άρθρο 53 παρ.2: Επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας
Στη χορήγηση του ανθυγιεινού επιδόματος έχει προστεθεί η πρόταση «με την επιφύλαξη της επικείμενης ευθυγράμμισης του σχετικού καθεστώτος με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή νομοθεσία έως τις 31-12-2017», κάτι που πρέπει να απαλειφθεί μια και νωρίζουμε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό.
Επιπλέον να συμπεριληφθούν οι εργαζόμενοι στην κατασκευή και συντήρηση δικτύων ύδρευσης καθαρίστριες σχολείων και γενικά εσωτερικών χώρων, βαφείς, ηλεκτροσυγκολλητές,  Δ.Ε. δενδροανθοκηπουρούς, και μηχανικοί που απασχολούνται σε εργοτάξια, κάνουν αυτοψίες σε επικίνδυνα κτίρια κλπ

Άρθρο 72: Τροποποίηση της παρ. 1α του άρθρου 100 του ν.3852/2010 (ΦΕΚ Α 87).
Δημιουργεί συνθήκες ευνοϊκές για αδιαφάνεια, με την ενίσχυση των ΑΕ και την θέσπιση προγραμματικών συμβάσεων με δημοτικές αναπτυξιακές επιχειρήσεις, που χρόνια τώρα γνωρίζουμε πολύ καλά το
«ρόλο» τους.





ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑΣ

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

Μια φιλόσοφος αποδομεί τον ΣΥΡΙΖΑ

Από Άρης Χατζηστεφάνου

Μήπως ο ΣΥΡΙΖΑ ανακάτεψε πολύ Αλτουσέρ με Ζίζεκ, πρόσθεσε ισχυρές δόσεις Χέγκελ και καθόλου Μαρξ; Με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου της με τίτλο «Το κύμα του ΣΥΡΙΖΑ: Ανάβαση και συντριβή με την ελληνική Αριστερά» η φιλόσοφος Ελενα Σίχαν μοιράζεται μαζί μας διαφορετικές σκέψεις για τις φιλοσοφικές μεταπτώσεις και καταπτώσεις του κυβερνώντος κόμματος.
Tην ημέρα της πρώτης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ, τον Ιανουάριο του 2015, έβαλε τα κλάματα, όταν ο Αριστείδης Μπαλτάς τής έστειλε ένα e-mail που έγραφε: «Αυτή είναι η τελευταία ημέρα της παλιάς εποχής».
Τον ξανασυνάντησε σε ένα συνέδριο στην Αθήνα, λίγες ώρες μετά την υπογραφή της ταπεινωτικής συνθηκολόγησης με τους δανειστές, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. «Πώς φτάσατε ώς εδώ;» τον ρώτησε στα λίγα δευτερόλεπτα που είχαν στη διάθεσή τους πριν αυτός ανέβει στο βήμα. Εκείνος απλώς σήκωσε τους ώμους.
Για την επόμενη μισή ώρα επιχειρούσε να πείσει το ακροατήριο πως αν η Ελλάδα δεν είχε δεχτεί τους όρους και έβγαινε από το ευρώ δεν θα υπήρχε… νερό στα νησιά. Δίπλα του ο Ταρίκ Αλιχρησιμοποιούσε για πρώτη φορά τις λέξεις «άνευ όρων παράδοση» (capitulation) για να περιγράψει τι είχε συμβεί.
Χιλιάδες μικρές ιστορίες σαν κι αυτήν παρουσιάζονται στο νέο βιβλίο της φιλοσόφου Ελενα Σίχαν με τίτλο «Το κύμα του ΣΥΡΙΖΑ». Πρόκειται ίσως για το πληρέστερο ημερολόγιο της κρίσης και της μετάλλαξης του κυβερνώντος κόμματος.
Αυτό που πραγματικά διαφοροποιεί όμως τη Σίχαν από δεκάδες άλλους αυτόπτες μάρτυρες αλλά και πολιτικούς και οικονομολόγους, που αναζητούν τα αίτια της μεταστροφής, είναι η ματιά της φιλοσόφου.
Οταν οι περισσότεροι επικριτές του ΣΥΡΙΖΑ περιορίζουν την ανάλυσή τους στο ότι το κόμμα μετατρέπεται σε ένα νέο ΠΑΣΟΚ, αυτή επισημαίνει ότι… ο Μαρξ δίνει τη θέση του στον Χέγκελ. «Αυτό ακριβώς το πέρασμα -μου εξήγησε- πρότεινε στον Τσίπρα ο Ζίζεκ και στην ίδια γραμμή βρισκόταν και ο Κώστας Δουζίνας». Πρόκειται, όπως λέει, για μια «ρομαντική αντιμετώπιση της πολιτικής δύναμης, η οποία δεν εδράζεται στην πολιτική οικονομία και ως εκ τούτου αναπόφευκτα εκτροχιάζεται».
Διαβάζοντας το βιβλίο έχεις την αίσθηση ότι στη φιλοσοφική συνταγή του ΣΥΡΙΖΑ κάποιος απρόσεκτος μάγειρας έριξε πολύ Αλτουσέρ και Ζίζεκ. «Οι σχολές του μαρξισμού που εκπροσωπούν οι δυο τους -μου λέει- οδηγούν σε ένα σκοτεινό αδιέξοδο.
Κανένας τους δεν πατά στη ροή της εμπειρικής πραγματικότητας και δεν προσπαθεί να δημιουργήσει ένα οργανικό εννοιολογικό πλαίσιο, όπως απαιτεί η φιλοσοφία –ιδιαίτερα στον μαρξισμό. Αυτές οι δύο τάσεις, αν και διαφορετικές μεταξύ τους, ήταν πολύ ισχυρές στον ΣΥΡΙΖΑ και δεν είναι άσχετες με τη συνθηκολόγηση». Η ίδια κατηγορεί τη διανόηση του κόμματος αλλά και τα στελέχη του Ιδρύματος Πουλαντζά ότι δεν έδωσαν τη μάχη για την πολιτική επιμόρφωση στην Ελλάδα και αρκούνταν να συμμετέχουν σε διεθνή συνέδρια της Αριστεράς.
Παρά το γεγονός όμως ότι αντιμετωπίζει με σχετική κατανόηση τα πρώην και νυν στελέχη του κόμματος, που πιστεύει ότι κινήθηκαν καλοπροαίρετα, γίνεται αμείλικτη απέναντι σε αυτούς που προσπαθούν, όπως λέει, «να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα». «Το “όχι” έγινε “ναι”. Το λάθος, σωστό. Το δεξιό, αριστερό. Η υποταγή, θάρρος…
Είναι άλλο να υπαινίσσεσαι ότι σου έβαλαν το όπλο στον κρόταφο και να παραδεχτείς την ήττα και άλλο να μιλάς για μεγάλη ηθική νίκη και να επιτίθεσαι σε όποιον την αμφισβητεί. Κάποιοι βίαζαν τη στοιχειώδη λογική, αδιαφορούσαν για την πραγματικότητα και αρνούνταν την ηθική ενοχή τους. Λες και δεν ήταν αρκετή η οικονομική απαλλοτρίωση που συντελούνταν σε συνδυασμό με την πολιτική συνθηκολόγηση, αυτοί πρόσθεταν στην τραγική πραγματικότητα τη δική τους ιδεολογική συσκότιση και την ηθική κατάπτωση».
Εκατοντάδες στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και όλων των κομμάτων της ελληνικής Αριστεράς θα δουν το όνομά τους στο βιβλίο της Σίχαν –και αρκετοί δεν θα χαρούν ιδιαίτερα γι’ αυτό. Χιλιάδες άλλοι θα συνειδητοποιήσουν ότι βρέθηκαν σε απόσταση λίγων μέτρων από αυτήν, σε συνέδρια, διαδηλώσεις ή ακόμη και στα καφέ των Εξαρχείων, όπου έπαιρνε τις συνεντεύξεις της.
Η Σίχαν αναγνωρίζει πόσο μεταμορφώθηκε και η ίδια από τις εξελίξεις. «Το 2015 πείστηκα πλέον για την ανάγκη του Grexit τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την έξοδο από την ευρωζώνη» μου εξηγεί, συμπληρώνοντας ότι «οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν κανένα νόημα εάν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν διατεθειμένη να εξετάσει και αυτό το ενδεχόμενο».
Η ίδια εξοργίζεται από αυτούς που χρησιμοποιούν τη λέξη «Ευρώπη», όταν στην πραγματικότητα θέλουν να αναφερθούν μόνο στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αν και σπεύδει να διευκρινίσει ότι η διάλυση της Ε.Ε. δεν πρέπει να είναι προτεραιότητα της ευρωπαϊκής Αριστεράς αυτή τη στιγμή. Για τη Σίχαν σημασία έχει η όσο το δυνατόν ταχύτερη και ειλικρινής διαχείριση της ήττας που θα επιτρέψει τη συνέχιση του αγώνα.
«Η αποτυχία μας -μου εξηγεί- γίνεται πιο τραγική γιατί βρισκόμαστε μπροστά σε μια πρωτοφανή εξέγερση του κόσμου απέναντι στο παγκόσμιο σύστημα. Οι τεμπέληδες δημοσιογράφοι βάζουν σ’ αυτό το φαινόμενο την ταμπέλα του λαϊκισμού γιατί δεν θέλουν να το αναλύσουν.
«Αυτό που συμβαίνει όμως είναι ότι άνθρωποι που δεν είχαν εξεγερθεί ποτέ στη ζωή τους αμφισβητούν τη δομή του παγκόσμιου συστήματος. Προς το παρόν όμως το εκμεταλλεύεται η Δεξιά και όχι η Αριστερά».

Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 2017

Στρατόπεδο Παύλου Μελά: μια ιστορία υφαρπαγής δημόσιας περιουσίας

Τις τελευταίες εβδομάδες με πρωτοβουλία της κυβέρνησης και τη βοήθεια της διοίκησης του Δήμου Παύλου Μελά γίνεται προσπάθεια ολοκλήρωσης της διαδικασία τελικής έγκρισης της σύμβασης διευθέτησης της χρήσης του Στρατοπέδου Παύλου Μελά που είχε δρομολογηθεί επί της προηγούμενης δημαρχίας Διαμαντή Παπαδόπουλου μετά από συμφωνία του με το ΤΕΘΑ1 (Ταμείο Εθνικής Άμυνας). Με τη σύμβαση αυτή η πολυπόθητη μετατροπή του Στρατοπέδου Παύλου Μελά σε κοινόχρηστο αστικό πάρκο υψηλού πρασίνου με πολιτιστικές λειτουργίες θάβεται κάτω από την πολεοδόμηση περίπου του 30% της έκτασης υπέρ των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων και της νομοτελειακή μετατροπής του υπόλοιπου σε προαύλιο εμπορικών δραστηριοτήτων και ιδιωτικών πάρκων ψυχαγωγίας. Έχει ήδη συντελεστεί και η παραχώρηση «γωνιακού μαγαζιού» στη Μητρόπολη Νεαπόλεως-Σταυρουπόλεως για να κατασκευάσει μια ακόμα εκκλησία-τερατούργημα αυξάνοντας το τσιμέντο που καλύπτει τη Δυτική Θεσσαλονίκη.
Ας δούμε πως τα πράγματα έφτασαν ως εδώ και ποιες είναι οι προκλήσεις για την κοινωνία της Θεσσαλονίκης, απαντώντας σε μερικά κρίσιμα ερωτήματα που έχει αναδείξει η συζήτηση.

Είναι το στρατόπεδο ιδιωτική περιουσία του ΤΕΘΑ;

Ξεκάθαρα όχι, η όλη συζήτηση βασίζεται στην παραδοχή ότι αυτό ανήκει στο ΤΕΘΑ ως κάποιο είδος ιδιωτικής περιουσίας των στελεχών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Όμως ο ιδρυτικός νόμος του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (4407/28-8-1929) αναφέρει ρητά ότι η περιουσία που διαχειρίζεται το ΤΕΘΑ αποτελεί δημόσια περιουσία. Αυτό βασίζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις αποτελούν το ένστολο κομμάτι της κοινωνίας μας, το οποίο άλλωστε συντηρούμε με το υστέρημά μας και είναι λογικό ότι όταν κάτι που τους έχει παραδοθεί για τους σκοπούς τους δεν το χρειάζονται, αυτό επιστρέφει στους πολίτες για να διατεθεί όπου υπάρχουν οι μεγαλύτερες ανάγκες. Ακόμα και αν κριθεί ότι πρέπει να εκποιηθεί, αυτό δεν μπορεί να γίνεται για να ωφεληθεί μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα, αλλά το σύνολο της κοινωνίας, υπέρ της οποίας υπάρχουν οι ένοπλες δυνάμεις.
Μιλώντας ειδικότερα για το στρατόπεδο Παύλου Μελά, αυτό ήταν στρατόπεδο του Οθωμανικού Στρατού και παραδόθηκε στο Ελληνικό Κράτος το οποίο όπως ήταν φυσιολογικό το διέθεσε αμέσως στις ένοπλες δυνάμεις του. Αυτό σημαίνει ότι το ΤΕΘΑ ως όργανο του κράτους το μόνο που θα έπρεπε να κάνει είναι να επιστρέψει το στρατόπεδο στους φυσικούς του ιδιοκτήτες εδώ και χρόνια χωρίς όρους, εκτός από το να διατηρηθεί η ιστορική μνήμη, ακόμα και οι μαύρες της σελίδες, γιατί και αυτές είναι δικές μας. Οι δηλώσεις πολιτικών και υπηρεσιακών παραγόντων περί των δικαιωμάτων του προσωπικού των ενόπλων δυνάμεων επί της περιουσίας που διαχειρίζονται είναι τουλάχιστον προκλητικές. Ακόμα χειρότερο, είναι ότι αυτές γίνονται από στελέχη μιας κυβέρνησης της οποίας η κύρια συνιστώσα διεκδίκησε την εξουσία με σημαία της την προάσπιση των δικαιωμάτων της κοινωνίας στη δημόσια περιουσία. Αυτή η κυβέρνηση όχι μόνο δεν ακύρωσε την παράλογη λογική ιδιοποίησης της δημόσιας περιουσίας που διαχειρίζεται ο στρατός που εισήγαγε ο Ν. 2745/1999 (Νόμος Τσοχατζόπουλου), αλλά στον Ν. 4407 (Νόμος Καμμένου), εισήγαγε επιπρόσθετα ότι αν η δημόσια περιουσία που διαχειρίζεται το ΤΕΘΑ δεν διατεθεί για εμπορικούς σκοπούς, οι πολίτες (δια των ΟΤΑ) θα πληρώσουν δυσβάστακτο ενοίκιο για την περιουσία που τους ανήκει!

Ποιος και πως αποφάσισε την τύχη του Στρατοπέδου Π. Μελά;

Έχοντας τα προηγούμενα υπόψη ως ένα γενικό πολιτικό πλαίσιο που πρέπει να αντιμετωπίζεται το θέμα είναι σκόπιμο να δούμε και τα ειδικότερα στοιχεία της υπόθεσης Στρατόπεδο Παύλου Μελά. Το πρώτο και σοβαρότερο ζήτημα είναι η επιτακτική και απολύτως ανελαστική ανάγκη όλοι οι δημόσιοι ελεύθεροι χώροι εντός του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα στα δυτικά να μετατραπούν σε κοινόχρηστους χώρους υψηλού πρασίνου. Αυτό επιτάσσει η τρομακτική έλλειψη πρασίνου που έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στην υγεία και την ποιότητα ζωής των πολιτών η οποία έχει πολλαπλώς τεκμηριωθεί επιστημονικά. Τι έχει γίνει έως σήμερα;
Το 2010 το Δημοτικό Συμβούλιο του τότε Δήμου Σταυρούπολης (Συνεδρίαση της 19 Απριλίου 2010) συμφώνησε να αποδοθεί κατά χρήση όλο το πρώην στρατόπεδο Παύλου Μελά στον Δήμο χωρίς ανταλλάγματα ή άλλους όρους σύμφωνα με το Νόμο 3883/2010 άρθρο 84.
Λίγο πριν τις δημοτικές εκλογές του 2014 η τότε διοίκηση του Δήμου Παύλου Μελά υπό τον κ. Δ. Παπαδόπουλο αψήφησε τον ευνοϊκό αυτό νόμο και προχώρησε σε άλλη συμφωνία με δυσμενείς όρους με βάση τον νόμο Τσοχατζόπουλου. Αυτή προέβλεπε ότι περίπου 50 από τα 330 συνολικά στρέμματα του στρατοπέδου που βρίσκονται στον έλεγχο του ΤΕΘΑ θα οικοπεδοποιηθούν. Η συμφωνία αυτή περιελάμβανε την απόδοση των 8 στρεμμάτων στην εκκλησία και μια σειρά επαχθών όρων που επιβαρύνουν τα οικονομικά του δήμου με μελέτες χωροταξικές και πολεοδομικές, τον υποχρεώνουν σε καταβολή τιμήματος στο ΤΕΘΑ, επιτρέπει στο ΤΕΘΑ να έχει λόγο στον σχεδιασμό του χώρου, προβλέπει εμπορικές δραστηριότητες και οδηγεί έμμεσα πλην σαφώς την όλη υπόθεση στα χέρια ιδιωτών. Ο σημερινός δήμαρχος κ . Δεμουρτζίδης είχε ψηφίσει λευκό κατά την έγκριση αυτής της πρότασης, ενώ στην παράταξή του μετέχουν πρόσωπα προβεβλημένα στο κίνημα κατά της οικοπεδοποίησης των στρατοπέδων, και συμμετέχουν σήμερα σε θέσεις ευθύνης στη διοίκηση του Δήμου, απεμπολώντας τις κινηματικές τους απόψεις. Αυτά είχαν ήδη ξεχαστεί όταν η σημερινή δημοτικά αρχή υποδεχόταν τον τότε πρωθυπουργό Α. Σαμαρά στις 6 Σεπτεμβρίου 2014 ο οποίος εξήγγειλε την εφαρμογή της συμφωνίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, τότε στην αντιπολίτευση, είχε καταγγείλει τη συμφωνία, όπως και το σύνολο των μεθοδεύσεων. Αναλαμβάνοντας την κυβέρνηση, παρά τις προσπάθειες πολλών τότε βουλευτών του συνέχισε την ίδια πολιτική. Υιοθέτησε τον Νόμο Καμμένου ενώ ο Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Άμυνας και πρώην γραμματέας του κόμματος κ. Βίτσας στηρίζοντας πλήρως την πολιτική Καμμένου, δήλωσε ότι χωρίς την παραχώρηση των 50 στρεμμάτων για οικοπεδοποίηση δεν ισχύει η συμφωνία, εννοώντας τη συμφωνία ΤΕΘΑ-Παπαδόπουλου. Στα τέλη του 2016, η δημοτική αρχή του Δήμου Παύλου Μελά, επικαλούμενη τον κίνδυνο ακύρωσης της συμφωνίας αυτής και με πρόσχημα την απώλεια πόρων του ΕΣΠΑ που δεν είναι ούτε εξασφαλισμένοι, ούτε αρκετοί πιέζει για τη συμφωνία. Είναι όμως σαφές ότι η πίεση προέρχεται από την κυβέρνηση και ειδικότερα από το δίδυμο Καμμένου-Βίτσα, που διαγκωνίζονται για τα μικροπολιτικά οφέλη από τις ψήφους των στρατιωτικών. Τα δέντρα ως γνωστό δεν ψηφίζουν γι’αυτό και η εκάστοτε πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ μεθοδεύει διαχρονικά τη συναίνεση της κοινωνίας δίνοντας το ρόλο του ενδιάμεσου στην τοπική αυτοδιοίκηση και τη βοήθεια της δεξιάς του κυρίου.
Έτσι λοιπόν οργανώνεται η λήψη αποφάσεων για την τύχη αυτού του τόσο σημαντικού χώρου για την υγεία και την ποιότητα ζωής των δημοτών του Δήμου Παύλου Μελά κατ΄αρχήν και των υπολοίπων κατοίκων της Θεσσαλονίκης. Πάνω σε μια υφαρπαγή περιουσίας του ελληνικού λαού, με μικροπολιτικές στοχεύσεις και για να εξυπηρετηθούν εργολάβοι και επενδυτές εμπορικών κέντρων και πολυχώρων ακριβοπληρωμένης αναψυχής. Μέσα σε γραφεία υπουργείων και μητροπολιτικών μεγάρων, χωρίς να ρωτηθεί η κοινωνία, αντίθετα με τις πολιτικές δεσμεύσεις των αιρετών.
Σήμερα έχουμε φτάσεις και σε απειλές από την πλευρά της δημοτικής αρχής ότι κινδυνεύει το στρατόπεδο αν δεν ισχύσει η συμφωνία. Απειλές που δεν αντέχουν σε σοβαρή κριτική. Ο Νόμος Καμμένου με τον οποίο απειλεί ο Δήμαρχος Π. Μελά προβλέπει αυτά που έχει ήδη αποδεχθεί, τι έχει λοιπόν να φοβηθεί; Όσο για τους πόρους του ΕΣΠΑ που επικαλείται, ούτε εξασφαλισμένοι είναι ούτε επαρκείς.

Υπάρχει λύση;

Ναι αν η δημοτική αρχή του Δήμου Παύλου Μελά απαγκιστρωθεί από τον εκβιασμό του «ρεαλισμού» και εμπιστευθεί τη δύναμη των πολιτών που νομιμοποιούν δημοκρατικά τη λήψη αποφάσεων για τέτοια σημαντικά θέματα. Αν ζητήσει μέσω δημοψηφίσματος όλοι μαζί να διεκδικήσουν το αυτονόητο, να αποδοθεί κατά κυριότητα το στρατόπεδο χωρίς κανένα τίμημα στο Δήμο για να το μετατρέψει σε έναν κοινόχρηστο δημόσιο χώρο υψηλού πρασίνου, με ανάδειξη της ιστορίας του χώρου και χρήσεις πολιτισμού. Να διεκδικήσει επίσης και την άρση της παραχώρησης στην Μητρόπολη, διατηρούμενης μόνο της εκκλησίας ως έχει. Το ΤΕΘΑ δεν είχε κανένα δικαίωμα να διαθέσει ούτε αυτά τα 8 στρέμματα, αφενός γιατί δεν του ανήκουν αφετέρου γιατί ακόμα και αν το υπόλοιπο στρατόπεδο δινόταν χωρίς όρους, η παραχώρηση αυτή θα δημιουργήσει πολεοδομικά τετελεσμένα στη διαμόρφωση του χώρου με την τσιμεντοποίηση που θα υλοποιήσει και η Μητρόπολη.
Μπροστά στην ενότητα λαού και δημοτικής αρχής και με τη στήριξη και των υπόλοιπων πολιτών της Θεσσαλονίκης το ΤΕΘΑ δεν έχει άλλο δρόμο.




Γ.Γρηγοριάδης 17/1/2017
Γ.Θεοδωρόπουλος
Π.Κακούρος

Μέλη Πρωτοβουλίας για την υπεράσπιση του
Στρατοπέδου Παύλου Μελά

1 Πρόκειται για το όργανο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας που διαχειρίζεται την τα ακίνητα που έχουν παραχωρηθεί ή δωρηθεί στις ένοπλες δυνάμεις.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2017

Οι κυρίαρχες τάξεις της Ευρώπης βλέπουν την οικονομική κρίση στενά σαν κρίση αναπαραγωγής της κοινωνικής τους ισχύος

Πέτρος Σταύρου

ετάφραση: Μπάτης Καπόπουλος

Δημοσιεύουμε εδώ μια συνέντευξη με τον Πέτρο Σταύρου, ο οποίος διετέλεσε από το 2013 έως το 2015 συνεργάτης της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, όσον αφορά τις πολιτικές της ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής των ευρωπαϊκων διαρθρωτικών ταμείων. Πραγματοποιημένη από τον Γιώργο Σουβλή, η συνέντευξη παρέχει μια σημαντική επισκόπηση του ευρύτερου οικονομικού και πολιτικού πλαισίου το οποίο συνετέλεσε στην αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ. Δοσμένη ακριβώς μετά τις θυελλώδεις διαπραγματεύσεις αυτής της χρονιάς  πάνω στο ελληνικό χρέος, αποτελεί και μια διερεύνηση των δυνατοτήτων ύπαρξης ενός προοδευτικού-αριστερού σχεδίου μέσα στο Ευρωπαικό πλαίσιο. Μετά την αποχώρηση του από το ΣΥΡΙΖΑ, ο Πέτρος Σταύρου είναι πλέον μέλος της ΑΡΚ, μιας μικρής συλλογικότητας-πρωτοβουλίας της ριζοσπαστικής Αριστεράς. 
  • Θα ήθελες να μας παρουσιάσεις τον εαυτό σου εστιάζοντας στις εμπειρίες (ακαδημαικές και πολιτικές) οι οποίες θεωρείς ότι σε διαμόρφωσαν?
Χωρίς να θέλω να παριστάνω το σεμνό, θα προτιμούσα να μην αναφερθώ στην προσωπική μου διαδρομή στο χώρο της αριστεράς, ούτε επίσης να ξεδιπλώσω τα πιο σημαντικά πολιτικά και θεωρητικά ορόσημα τα οποία επηρέασαν την αντίληψη μου όσον αφορά τα οικονομικά και πολιτικά τεκταινόμενα. Θεωρώ ότι μια τέτοια συζήτηση θα είχε λίγα να συνεισφέρει στο δημόσιο διάλογο και στα προβλήματα που μας απασχολούν εδώ. Αντιθέτως, θα ήθελα να απαντήσω άμεσα στην ουσία της ερώτησης σου, ήτοι στρέφοντας την προσοχή σε κάποιες ιδέες οι οποίες θεωρώ ότι μπορούν να αποτελέσουν οδηγό αυτής της συνέντευξης.
Θα ήθελα να προτείνω τη μελέτη 3 κειμένων τα οποία θα μπορούσαν να μας εισάγουν στις προβληματικές της συνέντευξης. Ποιο είναι λοιπόν το βασικό αντικείμενο αυτής της συζήτησης; Θεωρώ πώς είναι οι συγκεκριμένες πτυχές του Ευρωπαϊκού καπιταλισμού, τα θεσμικά και ιστορικά του χαρακτηριστικά σε σχέση με την οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 στις δυτικές οικονομίες, και η υλική έκφραση αυτής της συσχέτισης με τις «αιματηρές» πολιτικές λιτότητας οι οποίες εφαρμόζονται στην ελληνική οικονομία εδώ και έξι συναπτά έτη. Οπότε συνιστώ μια ενδελεχή επισκόπηση και μελέτη πάνω σε συγκεκριμένα θέματα τα οποία έχουν σχέση με αυτό τα ζήτηματα. Πρώτα και κύρια, είναι σημαντικό να καταλάβουμε ποια είναι την έννοια του χρήματος, πως παράγεται και πως μπορούμε να καθορίσουμε την ποσότητα του. Στις δυτικές μας οικονομίες δεν είναι απλά μια νομισματική αντανάκλαση, ακόμα και αν μιλάμε για νομισματικούς πολέμους ανάμεσα στους παγκόσμιους καπιταλιστικούς πόλους. Θα πρέπει επομένως να διαβάσουμε, ξανά και ξανά, το πρώτο μέρος του πρώτου τόμου Του Κεφαλαίου του Καρλ Μάρξ, από το σημείο που αφορά το εμπόρευμα έως το σημείο της μετατροπής του χρήματος σε κεφάλαιο. Μετά θα πρότεινα να επικεντρωθούμε  στον τρόπο σκέψης του Minsky, ο οποίος αποτυπώνεται στο βιβλίο του με τον τίτλο «Μπορεί να ξανασυμβεί «Αυτό»?» (CanIt” Happen Again?), όπου εκθέτει το ισχυρό θεσμικό υπόβαθρο των δυτικών οικονομιών επισημαίνοντας την πιθανότητα της ύπαρξης μιας νέας οικονομικής κρίσης, μεγέθους ανάλογου με αυτό της Κρίσης του 1929. Και τέλος, το πόνημα του Φουκώ «Η γέννηση της βιοπολιτικής» (The Birth of Biopolitics) είναι η πιο εμβριθής και κατανοητή ανάλυση της φιλοσοφίας της οργάνωσης των ορντοφιλελεύθερων (ordoliberal) επιχειρημάτων και των μερκαντιλιστικών εμπορικών πολιτικών· των φιλοσοφικών και οργανωτικών αρχών οι οποίες βρίσκονται πίσω από τη λογική των ευρωπαϊκών θεσμών όπως η ΕΚΤ, την κανονιστική εμμονή της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την ανταγωνιστικότητα και τη λειτουργία της ευρωπαϊκής – ενωσιακής γραφειοκρατίας. Αυτά τα τρία πονήματα προσφέρουν μια μεθοδολογία προσέγγισης της σύγχρονης ευρωπαϊκής εκδοχής του χρηματιστικού Καπιταλισμού.
  • Υπάρχει μια κυρίαρχη συζήτηση της οποίας το αφήγημα είναι ότι η Ελληνική οικονομική κρίση η οποία ξεκίνησε το 2010 είναι μια «ιδιάζουσα περίπτωση» και η οποία προτάσσει ότι οι βασικές αιτίες του ξεσπάσματος της έχουν να κάνουν με την ιδιαίτερη δομή του Ελληνικού πελατειακού κράτους. Ποια είναι η δική σου αντίληψη όσον αφορά τα δομικά θεμέλια και την φύση αυτής της κρίσης? Ήταν απλώς μια αποτυχία του Ελληνικού κράτους να καταπιαστεί αποτελεσματικά με την παγκόσμια κρίση?
Η κρίση αυτή είναι συστημική επειδή αφορά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής συνολικά και κατά την γνώμη μου αυτό σημαίνει ότι ιστορικά το κεφάλαιο έχει φτάσει τα όρια της ανάπτυξης του, επομένως έχει ένα σοβαρό πρόβλημα αναπαραγωγής. Αποκαλούμε διεθνή κρίση ή κρίση του εγχώριου καπιταλισμού διάφορες εκδηλώσεις αυτής της γενικής κρίσης της αναπαραγωγής, ανάλογα με την κλίμακα με την οποία αυτή η κρίση επιδρά. Θα δώσω ένα απλό παράδειγμα της κρίσης αναπαραγωγής στις ευρωπαικές της διαστάσεις. Για να επιτύχουμε μια αύξηση του Ευρωπαικού ΑΕΠ της τάξης του 1 ευρώ θα χρειαστούμε 18,5 ευρώ ενός προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ (Ευρωπαική Κεντρική Τράπεζα). Αυτή η αναλογία είναι τρομακτική και πλήρως αποκαλυπτική του πραγματικού προβλήματος. Τη στιγμή που η ΕΚΤ μονίμως διευρύνει τους ισολογισμούς της, η μεγέθυνση παραμένει αμελητέα. Αυτό το γεγονός παρόλα αυτά δεν οδήγησε στην πρόνοια των ευρωπαικών κρατών μελών στο να λάβουν οποιαδήποτε μετρά για ένα γενικευμένο πρόγραμμα δημοσιονομικής επέκτασης. Αντιθέτως πιστεύουν ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να είναι περιοριστική και μόνο ορισμένες πτυχές των νομισματικών πολιτικών πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να πριμοδοτήσουν τον ιδιωτικό τομέα (για τη διάσωση των εμπορικών τραπεζών και μεγάλων καπιταλιστικών επιχειρήσεων).
Φαίνεται ότι η ευρωπαϊκή κυρίαρχη τάξη βλέπει την οικονομική κρίση μονάχα σαν κρίση αναπαραγωγής της δικής της κοινωνικής ισχύς σαν μια Par excellence κυρίαρχη τάξη. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν δείχνει τόσο πολύ ενδιαφέρον στην κατανάλωση ή στο επίπεδο της ενεργου ζήτησης αλλά σε μία μονομερή αναδιανεμητική πολιτική όσον αφορά τα δικά της συμφέροντα, κάτι το οποίο θα έπρεπε βασικά να αναδειχθεί από τους αντιπάλους της (σε ένα πολιτικό και ταξικό επίπεδο), αλλά δυστυχώς δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο μέχρι τώρα. Θα έλεγα ότι οι δημοφιλείς – κυρίαρχες οικονομικές θεωρίες του συρμού είναι ένα υποσύνολο μιας γενικής θεωρίας της αναδιανομής. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό, όταν μιλάμε για οικονομικές πολιτικές, να κατανοούμε ποιος επιλέγει αυτές τις συγκεκριμένες πολιτικές και σε τελευταία ανάλυση για ποιο λόγο.
Στην Ελλάδα, ο μύθος του προστατευτικού – πελατειακού κράτους έρχεται να εξηγήσει, με έναν πολιτικά προκατειλημμένο τρόπο, τις κυρίαρχες αιτίες για την καταστροφική κρίση των δημοσιονομικών οικονομικών η οποία ξέσπασε στην χώρα μετά το 2008. Και πρόκειται για μύθο όχι επειδή δεν υπάρχουν προστατευτικοί ή αναποτελεσματικοί κρατικοί θεσμοί, αλλά επειδή η αντίληψη αυτή θεωρεί την αστική τάξη σαν την φυσική κυρίαρχη συνιστώσα της κοινωνίας, και την αποτυχία των οικονομικών πολιτικών να αποδίδεται μονομερώς στη διαπερατότητα του Κράτους από τις λαϊκές μάζες.
Όμως αυτή η μυθοπλασία δεν συνάδει με τις πραγματικές ιστορικές περιστάσεις. Η Ελληνική οικονομία για περισσότερο από το μισό του 20ου αιώνα, επικαθορίστηκε από τις αποτυχημένες προσπάθειες των αστικών τάξεων να την εγκσυγχρονίσουν με έναν αυταρχικό τρόπο και να επιτύχουν το πλασάρισμα της στις μεσαίες θέσεις του διεθνή καταμερισμού εργασίας. Τα «αποτυχημένα κράτη» (“failed states”) είναι εκείνα τα κράτη των οποίων οι καπιταλιστικές οικονομίες προσπαθούν να αποφύγουν τις δυσκολίες του διεθνούς ανταγωνισμού μέσω μιας πολιτικής βασισμένης σε μη εμπορικούς τομείς με υψηλές αποδόσεις, άφθονη χρηματοδότηση και αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο. Η ελληνική οικονομία, εν προκειμένω, εμπίπτει σε όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά αυτής της καπιταλιστικής, βραχυπρόθεσμου ορίζοντα (shorterminism) ανάπτυξης, όπως η επικέντρωση σε μη εμπορικούς τομείς, οι προστατευμένα υψηλές αποδόσεις κεφαλαίου, οι υπερτιμολογήσεις δημόσιων έργων, η πλήρης αβλεψία όλων των αρνητικών εξωτερικοτήτων (διαφθορά, περιβαλλοντική επιβάρυνση κλπ.), οι εξωφρενικές φοροαπαλλαγές κλπ. Εντούτοις όλα αυτά είναι -είτε προσχεδιασμένα είτε εκουσίως παραγόμενα- αποτελέσματα ταξικών επιλογών των εσωτερικών κυρίαρχων δυνάμεων της πλουτοκρατίας. Το πελατειακό – πατερναλιστικό κράτος είναι πρώτα και κύρια το αποτέλεσμα της ειδικής θέσης που η ελληνική οικονομία απέκτησε στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και της επιβεβλημένα βίαιης μεταλλαγής του πολιτικού συστήματος, από την παραδοσιακή μορφή των ιστορικών παρατάξεων – κοινωνικών μπλοκ (αριστερά – δεξιά), οι οποίες έχουν ανταγωνιστικές – αποκλίνουσες σχέσεις, στη μορφή του συγκλίνοντα νεοφιλελεύθερου διπολισμού των αστικών κομμάτων. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα νέο είδος νεοφιλελεύθερου κόμματος και λειτουργεί εντός του συστήματος αυτού του διπολισμού.
  • Από το 2010 η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μία κατάσταση μόνιμης ύφεσης. Ποιες είναι οι κύριες αιτίες αυτού του φαινομένου? Ποια ήταν τα βασικά λάθη, προερχόμενα εξίσου από τις διάφορες Ελληνικές κυβερνήσεις και την Ευρωπαική Ένωση, στην προσπάθεια να καταπιαστούν αποτελεσματικά με το συγκεκριμένο θέμα?
Η ελληνική οικονομία δεν βρίσκεται μόνο σε ύφεση αλλά και σε κατάσταση αρνητικής αναπαραγωγής, το οποίο σημαίνει ότι η παραγωγική της βάση μειώνεται διαρκώς. Οι επενδυτικές δαπάνες δεν μπορούν να καλύψουν ούτε τις αποσβέσεις. Επιπλέον, πέραν των ποσοτικών μεταβολών, εξαιτίας της πολύ υψηλής και μακροχρόνιας ανεργίας,  οι εργασιακές δεξιότητες εξαφανίζονται. Κάθε νέο οικονομικό έτος βρίσκει την ελληνική οικονομία με λιγότερο φυσικό (πάγιο) κεφάλαιο, με χαμηλότερες εργασιακές δεξιότητες και με ανύπαρκτες προσδοκίες για ανάπτυξη.
Η αιτία αυτής της κατάστασης είναι φυσικά οι μνημονιακές πολιτικές οι οποίες θεσμοθετούν μια τριπλή διαδικασία απομόχλευσης. Πρώτον, ο δημόσιος τομέας απομοχλεύει την οικονομία μέσω της υψηλής φορολόγησης έτσι ώστε να καθιστά δυνατή την τρέχουσα αποπληρωμή ενός ποσοστού του χρέους. Δεύτερον, η ιδιωτική επιχειρηματικότητα απομοχλεύεται από τον τραπεζικό τομέα, λόγω ιδιωτικού χρέους. Τρίτον, το κοινωνικό κόστος αυτή της απομόχλευσης μεταβιβάζεται στους εργαζόμενους, είτε μέσω της απόλυσης τους είτε μέσω περικοπών στο μισθολογικό κόστος εντός της επιχείρησης είτε καθυστερώντας την καταβολή μισθών για αρκετούς μήνες.
Η δήθεν ριζοσπαστική κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ξέρει πολύ καλά ότι το η παραμονή της στην εξουσία στο μέλλον εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από την εμφάνιση κάποιων σχετικά ισχυρών αναπτυξιακών τάσεων. H επίκληση ενός κύματος ξένων άμεσων επενδύσεων, το διαρκώς καθυστερούμενο πρόγραμμα της ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και το μονίμως αναβαλόμενο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του χρέους έχουν κάνει τις προγραμματικές εξαγγελίες των υπεύθυνων της κυβέρνησης να θυμίζουν κάτι σαν ένα σαμανικό χορό που θέλει να προκαλέσει τη βροχή! Η αξιοπιστία αυτής της κυβέρνησης μειώνεται μέρα με τη μέρα.
Στην πραγματικότητα, η μέσο-μακροπρόθεσμη ανάπτυξη έχει ήδη κατασταλεί για τα επόμενα χρόνια εξαιτίας τριών βασικών θεσμικών παρεμβάσεων ή «διακοπτών»:
α) ενός αυτόματου «κόφτη», ο οποίος περιορίζει τη χρηματοδότηση σύμφωνα με την αποτροπή αποκλίσεων από κάθε αυστηρό στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος, β) τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων κατά 40% κάτι που σημαίνει πίεση για αύξηση της συλλεξιμότητας των παρεχόμενων δανείων και αρνητική πιστωτική μεγέθυνση για χρόνια και γ) το πάγωμα κάθε είδους αύξησης των μισθών μέχρι τα ποσοστά ανεργίας να πέσουν κάτω από το 10%. Εκτός από τον τρίτο «διακόπτη» που σχετίζεται με τα δύο πρώτα  μνημόνια (MoU) της χώρας, οι 2 πρώτοι «διακόπτες» εισήχθησαν διαμέσου εξελίξεων που προέκυψαν μετά το 3ο Μνημόνιο, που υπογράφτηκε μεταξύ της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και της Τρόικα. Η κυβέρνηση έχει υποπέσει σε έναν φαύλο κύκλο αφού δεν έχει καμία  θεωρητική ή προγραμματική επάρκεια ή πίστη στις δυνάμεις της για να έρθει αντιμέτωπη με πιθανές απειλές διακοπής της ρευστότητας από τους δανειστές. Υποσχέθηκε να εγκαθιδρύσει μία εθνική αναπτυξιακή τράπεζα, δίχως καμία επιτυχία. Δεν μπορεί να κινητοποιήσει την οικονομία με πόρους από τις χρηματοδοτήσεις της ΕΕ (επιχειρησιακά προγράμματα  ΕΣΠΑ). Όλες οι «μηχανές» της οικονομίας είναι σβηστές, όλοι οι αναπτυξιακοί θεσμοί είναι δυσλειτουργικοί και ολόκληρο το απόθεμα της δημόσιας ιδιοκτησίας βρίσκεται υπό το οργανόγραμμα ενός νέου οργανισμού, του υπερταμείου, του οποίου ο βασικός σκοπός είναι η απαξίωση και το ξεπούλημα της. Πρέπει να κατανοήσουμε  κάτι πολύ σημαντικό: η λιτότητα και τα μνημόνια, μαζί με το σφιχτό τους πλαίσιο δεν είναι μια στρατηγική  προώθησης της ανάπτυξης, ούτε καν στο πλαίσιο του αφηγήματος μιας νεοφιλελεύθερης οπτικής. Πρόκειται μάλλον για μια πολιτική ριζικής αναδιανομής του εισοδήματος και των οικονομικών πόρων υπέρ της αστικής τάξης και των συμφερόντων του ευρωπαϊκού χρηματιστικού κεφαλαίου.
  • Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήρθε σε αντίθεση με τις αρχικές της δεσμεύσεις ότι θα αναστρέψει το μηχανισμό της λιτότητας εφαρμόζοντας ένα μετριοπαθές πρόγραμμα σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών. Αντιθέτως αυτό που παρατηρούμε είναι η συνέχιση των ίδιων -αν όχι πιο βαριών- νεοφιλελεύθερων πολιτικών τις οποίες εφάρμοσαν τα κόμματα του μεσαίου χώρου μετά το 2010. Υπήρχαν άραγε δυνατότητες να εφαρμοστούν προοδευτικές πολιτικές παρά τους σκληρούς περιορισμούς της Ευρωζώνης? Αν ναι τι πήγε στραβά? Πιστεύεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε ένα εναλλακτικό μονοπάτι χειρισμού των διαπραγματεύσεων μετά την εκλογή του (Ιανουάριος 2015) ή τελικά ο Τσίπρας είχε δίκιο ισχυριζόμενος ότι στη πραγματικότητα δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική και η υπογραφή του μνημονίου ήταν ένα αναπόφευκτο γεγονός?
Πρώτον, πρέπει να θυμηθούμε ποιες ήταν οι στρατηγικές κινήσεις  που σχεδιάστηκαν αρχικά από το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ από το 2013, όταν ήταν ακόμα στην αντιπολίτευση. Η εκπεφρασμένη στρατηγική είχε τρία σκέλη: α) ακύρωση των μνημονιακών πολιτικών θεσμικά και πολιτικά δίχως την συναίνεση των δανειστών, β) διαπραγμάτευση των όρων της δανειακής σύμβασης και γ) συγκρότηση ενός δημόσιου τραπεζικού πυλώνα έτσι ώστε να ενισχύσει την οικονομία αλλάζοντας παράλληλα το παραγωγικό μοντέλο.
Αυτό που στην πραγματικότητα έκανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήταν μόνο το 2ο σκέλος  και σε τόσο δυσμενείς  και εχθρικές συνθήκες που οδήγησαν σε χειροτέρευση της συνολικής οικονομίας σε σχέση με την περίοδο της κυβέρνησης Σαμαρά. Η αρχική στρατηγική θα είχε κάποιες προοπτικές επιτυχίας μόνο αν εφαρμόζονταν και τα σκέλη 1 και 3, σωρεύοντας έτσι ακόμα μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη έτσι ώστε να επιτευχθεί ο 2ος στόχος, μία επιθυμητή αλλαγή της δανειακής σύμβασης. Η εφαρμογή της πρώτης και της τρίτης συνθήκης απαιτούσε την άσκηση αυτόνομης πολιτικής, μονομερείς επιλογές και όχι διαπραγμάτευση με τους δανειστές.
Σε αντίθεση με τις αρχικές της δεσμεύσεις, αποδεχόμενη τις απαιτήσεις των δανειστών, η Ελληνική Κυβέρνηση απέρριψε κάθε πιθανό σενάριο μονομερούς δράσης. Οτιδήποτε θα έπρεπε να συμφωνηθεί και από τα 2 συμβαλλόμενα μέρη και επειδή αυτά τα μέρη ήταν άνισα εξαρχής και είχαν συσσωρεύσει πολύ άνιση διαπραγματευτική δύναμη, το τελικό αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων ήταν άμεσα καθορισμένο από αυτή την αρχική ισορροπία των δυνάμεων. Οπότε ναι, ένας διαφορετικός ή εναλλακτικός χειρισμός  της διαπραγματευτικής διαδικασίας ήταν δυνατός. Εξαρχής, η ελληνική κυβέρνηση είχε την επιλογή να κυβερνήσει και όχι απλά να παίξει το ρόλο του διαπραγματευτή. Έπρεπε να ασκήσει τα καθήκοντα της σε συμφωνία με τις διακηρυγμένες της προθέσεις, χωρίς τη συμμετοχή όλου του πολιτικού προσωπικού της σε μια ατέρμονη διαδικασία διαπραγμάτευσης. Αριστερή διακυβέρνηση και όχι διαπραγματευση είναι η απάντηση στην ερώτηση για την πιθανότητα ενός διαφορετικού τρόπου χειρισμού των διαπραγματεύσεων. Αλλά οι επιπτώσεις  αυτής της μετατροπής μιας τριπλής στρατηγικής της διακυβέρνησης σε μία μονοδιάστατη διαπραγματευτική διαδικασία, είχε άλλες 2 συνέπειες οι οποίες είναι στην αρμοδιότητα του πολιτικού ιστορικού του μέλλοντος να τις μελετήσει σε βάθος. Εγώ θα επισημάνω μερικά πράγματα πάνω σε αυτό.
  1. Εξαιτίας των διαπραγματεύσεων ο κρατικός μηχανισμός αφέθηκε εντελώς αυτόνομος. Η κυβέρνηση ενστικτωδώς δεν τον εμπιστεύεται. Μα δίχως καμία παρεμβατική μεταρρύθμιση, η κυβέρνηση και ο κρατικός μηχανισμός δρούνε εν παραλλήλω σε ένα νοσηρό περιβάλλον αποσύνθεσης. Τα πρόσφατα βασανιστήρια των προσφύγων από τις αστυνομικές δυνάμεις δείχνουν πώς η κυβερνητική εξουσία, η δημόσια διοίκηση και η κατασταλτικοί μηχανισμοί ανέχονται την ύπαρξη ο ένας του άλλου. Η κυβέρνηση δεν δίνει εντολές μα ούτε όμως τιμωρεί τους μηχανισμούς αυτούς, ούτε βέβαια προχωρά σε μια προσπάθεια βαθιού εκδημοκρατισμού έτσι ώστε να αναβαθμιστούν οι  προσφερόμενες δημόσιες υπηρεσίες.
  2. H διαπραγματευτική διαδικασία διαμόρφωσε ένα νέο πολιτικό προσωπικό με διαφορετικές αξίες, παγιδευμένο σε ένα συμβολικό – μετωνυμικό σύμπαν. Πιστεύει, έτσι, ότι μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, αλλά το μόνο που κάνει είναι να παίζει με τους ίδιους τους επικοινωνιακούς κώδικες, βαφτίζοντας πράγματα τα οποία ήδη έχουν όνομα, καταπίπτοντας στην ονοματολογία και σε μια μεγάλη αδράνεια με κάθε πιθανό τρόπο. Η κυβέρνηση και το νέο πολιτικό επιτελείο έχουν μία και μόνο μέριμνα: να καλλιεργήσουν το αίσθημα ότι είναι καλύτερα με τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία παρά με το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας. Όλες της οι δεξιότητες και η φαιά της ουσία καταναλώνονται σε μία μορφή πολιτικού marketing και διαρκούς στρεψοδικίας και όχι στην πολιτική πρακτική ως τέτοια. Νέα και παλαιά μέλη του αριστερού κινήματος, με καλά βιογραφικά και αγωνιστικές περγαμηνές μετατράπηκαν σε μια ναρκισσιστική κλίκα εξαιτίας της νομής των θέσεων εξουσίας.
Ήδη από το Φλεβάρη του 2015 η κυβέρνηση ήθελε να επιτύχει έναν συμβιβασμό. Πίστευε ότι μία θεμελιώδης λογική προσέγγιση θα έχει ως αποτέλεσμα ένα μίνι μνημόνιο, ένα μνημόνιο ξεκάθαρα καλύτερο από τα προηγούμενα  δύο.  Επίσης θεωρούσε ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης όπως η Νέα Δημοκρατία ήταν υπό διάλυση  και ότι το κενό εξουσίας θα έπειθε τους δανειστές να παράσχουν υποστήριξη σε μία κυβέρνηση που θα μπορούσε να υλοποιήσει κάποιες από τις απαιτήσεις τους, δείχνοντας παράλληλα έναν βαθμό ευελιξίας.  Η κυβέρνηση δεν ακολούθησε το συγκεκριμένο μονοπάτι και δεν είναι μόνο αυτό: την ίδια στιγμή, αρνήθηκε να υλοποίησει τον ιστορικό της ρόλο που ήταν η επίτευξη μια ρωγμής – ρήξης στην ΕΕ. Με το να παραμείνει στην εξουσία μετά τη συνθηκολόγηση της, κατέστρεψε κάθε δυνατή πολιτική εκπροσώπηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης όχι μόνο στον παρόντα χρόνο αλλά και για τα επόμενα χρόνια.
  • Μπορούμε άραγε ακόμα να συνομολογήσουμε τους ισχυρισμούς του Βαρουφάκη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αλλάξει από τα μέσα? Είναι δυνατή ακόμα μία μετριοπαθής εφαρμογή κανόνων σοσιαλδημοκρατικής κοπής σε ένα διευρωπαικό επίπεδο? Ποια πρέπει να είναι η στάση της Αριστεράς απέναντι στην ΕΕ μετά την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ?
Είμαι σίγουρος ότι στις μέρες μας θα έπρεπε να μιλήσουμε για πολλές προϋποθέσεις που απαιτούνται για να υπάρξει αλλαγή: στον τρόπο λειτουργίας, στο θεσμικό πλαίσιο ή στην ίδια τη δομή της ΕΕ . Το ενδεχόμενο αλλαγής είναι μεγαλύτερο από τη διατήρηση του ευρωπαϊκού  status quo.  Υπάρχουν ωστόσο πολλές αμφιβολίες για το αν αυτές οι αλλαγές θα έχουν αριστερό, ριζοσπαστικό χαρακτήρα ή αν ακόμα έστω εμπεριέχουν ένα μικρό δείγμα προοδευτικής κατεύθυνσης.
Η ΕΕ διοικείται από μια κυνική γραφειοκρατία, δομημένη εντός ορντοφιλελεύθερων κατευθύνσεων: του δόγματος που θεωρεί ότι για να λειτουργήσουν και να  αποδώσουν οι αγορές, χρειάζονται στιβαροί διοικητικοί κανονισμοί και κυβερνητική παρέμβαση για να τις προστατέψουν από άλλες παρεμβάσεις ομάδων οργανωμένων συμφερόντων. Προφανώς, εξαιτίας αυτής της γραφειοκρατίας καμία δυναμική αλλαγή δεν μπορεί να επιτευχθεί εύκολα, πόσο μάλλον μια προοπτική αριστερής ανατροπής.
Ας δούμε τώρα, πώς η πολιτική δομή της ΕΕ λειτουργεί σε επίπεδο διακυβέρνησης (πολιτική ενοποίηση δεν υπάρχει ακόμα, αλλά μια ενιαία πολιτική διακυβέρνηση είναι παρούσα στην ΕΕ). Η πολιτική διακυβέρνησης της ΕΕ βασίζεται σε ένα δόγμα βασισμένο στην ανταγωνιστικότητα, το οποίο συνιστά  ότι κάθε κράτος μέλος και κάθε περιφέρεια της ΕΕ θα πρέπει να «τα βγάλει πέρα» μόνη της, χωρίς ισχυρές οικονομικές μεταβιβάσεις από τους πλούσιες προς τις λιγότερο πλούσιες χώρες. Μέσα σε μία ανταγωνιστικά οργανωμένη οικονομία (δηλαδή μερκαντιλισμός) τα ευρωπαϊκά έθνη είναι αναγκασμένα να μειώσουν δραστικά κάθε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Ως εκ τούτου, καμία αλλαγή δεν πρόκειται να έρθει από αυτό το είδος της διαχείρισης των οικονομικών προτεραιοτήτων της ΕΕ. Οι δύο αυτές συνθήκες, μια ισχυρή γραφειοκρατία και ένας τρόπος διακυβέρνησης που βασίζεται στη λιτότητα και την ανταγωνιστικότητα, θα καταστείλει ακόμη και μετριοπαθείς σοσιαλδημοκρατικές προτάσεις για τη χαλάρωση του δημοσιονομικού ζουρλομανδύα ή άλλες ελάχιστες θεσμικές αλλαγές.
Αλλά θα μπορούσαμε πράγματι να πούμε ότι είμαστε μάρτυρες μιας στιγμής, όπου όλες αυτές οι προϋποθέσεις που προετοιμάζουν μια αλλαγή μεγάλης κλίμακας στον τρόπο λειτουργίας της ΕΕ είναι παρούσες, κάτι που βιώνουμε στην ίδια την ύπαρξη εντός της ΕΕ, 2 ή 3 διαφορετικών ταχυτήτων ανάπτυξης, είτε στο οικονομικό είτε στο πολιτικό πεδίο. Με λίγα λόγια, η σημερινή δομή της ΕΕ είναι ασταθής και μη βιώσιμη: η κρίση των οικονομιών της Νότιας Ευρώπης, ιδιαίτερα της ελληνικής οικονομίας, η κρίση του προσφυγικού, η επίφοβη κατάσταση της Ιταλίας και της θέσης της χώρας αυτής στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού σχεδίου, η σχετική αυτονομία της πολιτικής στις επαρχίες του Visegrad, το Brexit και ο τρόπος που εξελίσσεται, η κατάρρευση της φερεγγυότητας του γερμανικού τραπεζικού συστήματος και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, ο ιδιόμορφος νομισματικός πόλεμος που έχει ξεσπάσει μεταξύ των ΗΠΑ και του Ευρωπαικού βορά, όλα αυτά μαζί δημιουργούν απειλές μεγάλης κλίμακας.
Αλλά υπάρχουν δύο προβλήματα με τη συσσώρευση όλων αυτών των παραγόντων και προϋποθέσεων για μεγάλες αλλαγές και ανατροπή του τρέχοντος μοντέλου ολοκλήρωσης της ΕΕ: α) κάθε είδους κρίση και σχεδόν κάθε παράγοντας αλλαγής μετατρέπεται σχεδόν αμέσως σε μια ευκαιρία για πολιτικές αναδιανομής υπέρ των κοινωνικών και πολιτικών ελίτ της Ευρώπης. Υπάρχει μια ιστορική διαδρομή, με έναν δεδομένο συσχετισμό εξουσίας μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, η οποία δεν επιτρέπει την εκμετάλλευση αυτών των κρίσεων, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα εναλλακτικό μοντέλο δίκαιης αναδιανομής και β) η μόνη πολιτική δύναμη που φαίνεται να απειλεί το μοντέλο λειτουργίας της ΕΕ, μετά την καταστροφή της αριστερής εναλλακτικής που προκλήθηκε από το νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, είναι τα ακροδεξιά κόμματα. Σε γενικές γραμμές, η Ευρωπαϊκή ακροδεξιά υπόσχεται προστασία από την παγκοσμιοποίηση, αγκιστρωμένη σε ένα  ξενοφοβικό  εθνικό λόγο και σε μια νέα μορφή ρατσισμού – αυτή του πολιτισμικού ρατσισμού.
Έτσι, η ΕΕ μπορεί να αλλάξει μέσω ενός συνδυασμού εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, αλλά η αλλαγή αυτή, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι υπερσυντηρητική. Κατά τη γνώμη μου, η ΕΕ δεν θα διαλυθεί αμέσως, αλλά θα εξελιχθεί ταχύτατα προς μια ακροδεξιά κατεύθυνση. Η Αριστερά δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα ενάντια σε  αυτή την τάση και δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα αξιόπιστο πολιτικό κόμμα ή ένα κοινωνικοπολιτικό μέτωπο στο εσωτερικό των κρατών – μελών. Η τραγωδία του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι η Αριστερά δεν μπορεί να ξεφύγει από τη λογική μιας κεντροδεξιάς πολιτικής και την κατάληξη της σε μια ψευδο-αριστερά, όπως κάθε αρχηγικά δομημένο, από πάνω προς τα κάτω, πολιτικό κόμμα. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παράσχει ένα αξιόπιστο σχέδιο για τη διέξοδο από την οικονομική  κρίση.
  • Αποτελεί το Grexit μία διέξοδο στις μέρες μας? Τι θα σημάνει? Θα μπορούσε η ελληνική οικονομία να επιβιώσει διαβαίνοντας αυτό το μονοπάτι?
Κατά τη γνώμη μου, έννοιες όπως το Grexit ή το Brexit θα πρέπει να αναφέρονται σε συμφωνημένες διαδικασίες εξόδου από την Ευρωζώνη ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, αντίστοιχα. Νομίζω ότι τα επόμενα χρόνια θα δούμε πολλές εκδοχές αυτής της πολιτικής, αν η Γερμανία και ορισμένες σκανδιναβικές χώρες εκτιμήσουν ότι το  σχέδιο του κοινού νομίσματος  δεν είναι πλέον συμφέρον διότι προσφέρει περισσότερες υποχρεώσεις παρά πλεονεκτήματα. Προφανώς δεν εννοείς αυτή τη νεοφιλελεύθερη πολιτική στρατηγική όταν αναφέρεσαι στο Grexit. Υποθέτω ότι  εννοείς  μια πολιτική ρήξη με την Ευρωζώνη και το τι θα σήμαινε  μια τέτοια κατάσταση για την οικονομία της χώρας και την επιβίωση της. Κατά την άποψή μου, η έννοια του  Grexit δεν συνεπάγεται μια ριζοσπαστική - αριστερή πολιτική διέξοδο από το δημοσιονομικό ζουρλομανδύα της Ευρωζώνης, αλλά ένα διαφορετικό είδος συμβιβασμού. Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, όπου δεν υπάρχει διαπραγματευτική δύναμη και το χρέος είναι τεράστιο και συνεχώς αυξάνεται (ως ποσοστό του ΑΕΠ), το  Grexit θα ήταν απλά ένα διαφορετικό είδος σκληρού μνημονίου (MoU) με κάποια ίσως νομισματική ευελιξία.
Αλλά πιστεύω, ότι ακόμα και στο σημερινό πλαίσιο, υπάρχει ένα ρεαλιστικό ριζοσπαστικό αίτημα – πλαισιο για οικονομική αλλαγή. Μια τέτοια πολιτική που θα έχει ως στόχο να θέσει σε λειτουργία μια διαφορετικού είδους αναδιανομή κεφαλαίων και εισοδημάτων. Μια τέτοια οικονομική στρατηγική, η οποία, φυσικά, εξαρτάται και από την κυβερνητική εξουσία, θα παρέμβει με τρεις τρόπους: με μία μονομερή στάση στην εξυπηρέτηση του χρέους, με τον πολιτικό έλεγχο της Τράπεζας της Ελλάδας και την έξοδο από το Ευρωσύστημα, με τη  λεπτομερή και αποτελεσματική άσκηση πολιτικής των capital control για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των εισροών και εκροών του συναλλαγματικού κυκλώματος και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Αν υπάρχει μια συνεπής και πειθαρχημένη δράση σε αυτούς τους τρεις τομείς, τότε μπορεί το Ευρώ να μετατραπεί σε «εθνικό» νόμισμα. Δεν χρειάζεται ένα νέο εθνικό νόμισμα. Μπορείς να πας ενάντια στην πολιτική της ΕΕ, αλλά δεν υπάρχει ανάγκη να αλλάξεις το νόμισμα σου πριν από την απόκτηση του ελέγχου των κεντρικών θεσμών του οικονομικού κυκλώματος. Με τον τρόπο αυτό το Ευρώ μπορεί να μετατραπεί σε ένα νέο νόμισμα. Δεν θα πρέπει να υπάρξει άμεση καταφυγή στην έκδοση ενός νέου νομίσματος, επειδή δεν μπορεί να ελεγχθεί η αξία του ακόμη και αν υπάρχει έλεγχος της ποσότητας του. Δυστυχώς, νομισματική κυριαρχία δεν σημαίνει απλά ο έλεγχος της ποσότητας του νομίσματος. Ένα νόμισμα χαρακτηρίζεται όχι μόνο από την ποσότητα, αλλά και από την αξία του. Είναι, λοιπόν, δυνατόν να αποκτήσεις  το εκδοτικό δικαίωμα ενός νέου νομίσματος, αλλά να μην μπορείς να αγοράσεις τίποτα με αυτό. Αντιθέτως, με τον έλεγχο της ποσότητας και της ροής των πιστώσεων (η βασική μορφή του χρήματος στον καπιταλισμό είναι η πιστωτική), μπορεί να ασκηθεί μια νομισματική πολιτική παράλληλα με την ανασύσταση της παραγωγικής βάσης.
  • Πολλοί σχολιαστές πιστεύουν ότι σύγχρονες ευρωπαϊκές ελίτ -ιδιαίτερα οι γερμανική- δεν έχουν κανένα σχέδιο για το μέλλον της Ευρώπης και ενεργώντας ανεύθυνα, υπονομεύουν το έργο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως τέτοια. Πιστεύετε ότι έχουν κάποιο μακροπρόθεσμο σχέδιο στο μυαλό τους ή συμπεριφέρονται εντελώς παράλογα?
Νομίζω ότι είναι απολύτως λογικοί και έχουν κάποια συγκροτημένα σχέδια για μια Ευρώπη με πιο ευέλικτη γεωμετρία, τουλάχιστον σε μακροπρόθεσμο επίπεδο. Η μονεταριστική αντεπανάσταση των σκληρών πολιτικών λιτότητας απέτυχε να εκπληρώσει τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Είναι καιρός, για ορισμένα ισχυρά πολιτικά κέντρα, να δοκιμάσουν μια νέα αρχιτεκτονική των κριτηρίων του Μάαστριχτ, αν και ίσως μόνο ανάμεσα στις χώρες του πυρήνα της ΕΕ και μεταξύ των χωρών με δημοσιονομικές και οικονομικές ομοιότητες. Γύρω από τον πυρήνα αυτό υπάρχουν οι χώρες της Βαλτικής και οι ανατολικές χώρες οι οποίες απολαμβάνουν μια ειδική σχέση με το ευρώ και με τη γερμανική ηγεμονία, διατηρώντας παράλληλα μια νομισματική ευελιξία. Και το μεγάλο ερώτημα είναι για τις χώρες του Νότου. Τι σχέση θα έχουν με το ευρώ; Θα μετακυλίσουν σε μια διαφορετική κατηγορία;
Η έκρηξη του δημόσιου χρέους επιδείνωσε τα πράγματα και ενίσχυσε τις διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Η πολιτική της συνοχής έχει αλλάξει δραστικά από την επιδίωξη κοινών ευρωπαϊκών στόχων (μια κοινή ατζέντα για την καινοτομία, την ενεργειακή απόδοση, το πλαίσιο δημοσίων επενδύσεων, κλπ) και όχι οικονομικής σύγκλισης. Αυτοί οι κοινοί ευρωπαϊκοί στόχοι ωφελούν τις ήδη ανεπτυγμένες οικονομίες του Βορρά. Αυτή η τάση πάντα υπήρχε, δεδομένου ότι η Ευρωζώνη έχει βασιστεί στη λογική του απόλυτου πλεονεκτήματος, και όχι στο ρικαρδιανό συγκριτικό πλεονέκτημα. Αυτό το είδος της οικονομικής πολιτικής οδήγησε σε εξαιρετικά πολωμένες  περιφερειακές  ανισοτήτες. Αργά ή γρήγορα, η Γερμανία θα αναγκαστεί να ανταποκριθεί σε αυτή την πρόκληση που προέρχεται από τους εσωτερικούς κανόνες της Ευρωζώνης. Η μόνιμη αυτή κατάσταση επιδεινώνεται από την οικονομική κρίση. Όλο και περισσότερες χώρες δεν πληρούν τα κριτήρια της νομισματικής ολοκλήρωσης. Η πρόταση Σόιμπλε του 2015 για μια  συμφωνημένη ελληνική έξοδο ήταν ανώριμη, αλλά δεν ήταν τυχαία. Στα επόμενα χρόνια, κατά πάσα πιθανότητα θα επανακάμψει και θα αναπτυχθεί περαιτέρω περιλαμβάνοντας κι άλλες περιοχές και όχι μόνο την Ελλάδα.

  • Ποια είναι η γνώμη σου για το Brexit? Θα μπορούσε να αποτελέσει μια προοδευτική εξέλιξη?
Η επίσημη πολιτική του Κάμερον δεν προσέβλεπε σε Brexit. O στόχος του ήταν μια αλλαγή στη σχέση μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της υπόλοιπης ΕΕ: μια ειδική μεταχείριση και πληθώρα εξαιρέσεων από τους κοινούς κανόνες. Αλλά ο Κάμερον έχασε τον έλεγχο του πολιτικού παιχνιδιού εξαιτίας του ότι το δημοψήφισμα λειτούργησε σαν μέσο έκφρασης όλων των φόβων και  φιλοδοξιών του βρετανικού Λαού. Η Ευρωπαική κρίση, οι συνεχείς πολιτικές λιτότητας των ευρωπαικών κρατών, οι οποίες ωθούν την μετανάστευση του εργατικού τους δυναμικού στη Μ. Βρετανία, και το γενικό αίσθημα των Βρετανών πολιτών ότι είναι θύματα της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης έδωσε ένα ισχυρό προβάδισμα στην επιλογή του Brexit. Όμως αυτή τη στιγμή στο Ηνωμένο Βασίλειο δεν υπάρχει πολιτική φόρμουλα για μια εθνική μορφή μετριοπαθούς Κεϋνσιανισμού. Δεν υπάρχει κάποια πολιτική δύναμη που μπορεί να φέρει σε πέρας και να διαχειριστεί το Brexit στο ΗΒ και έτσι αυτό παραμένει στον «πάγο». Αν το Brexit δεν καταφέρει να αποκτήσει κάποια αριστερά η ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά εντός Βρετανίας, πώς είναι δυνατόν να οδηγήσει σε προοδευτικές ανατροπές στην υπόλοιπη ΕΕ? Η εκτίμηση μου είναι ότι το Brexit συνέβαλε στην Ευρωπαική Κρίση αποσαρθρώνοντας περαιτέρω την θέση των ευρωπαικών δομών, δίχως να παρέχει ταυτόχρονα κάποιο πρόσφορο έδαφος για μια προοδευτική κοινωνική ανασυγκρότηση. Κύρια, το Brexit πρέπει να μετουσιωθεί στο πλαίσιο μιας προοδευτικής κατεύθυνσης μέσα στο Ηνωμένο Βασίλειο για να μπορεί επηρεάσει και την υπόλοιπη ΕΕ. Η έλλειψη πολιτικού κόμματος ή μετώπου το οποίο να υποστηρίζει μια σύγχρονη πολιτική για την κοινωνική απελευθέρωση και ισότητα είναι κάτι παραπάνω από προφανής και οδηγεί σε πολλαπλά αδιέξοδα όλες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

  • Είναι οι ΗΠΑ ο αδιαμφισβήτητος παγκόσμιος οικονομικός ηγεμόνας ή βρίσκεται σε μία διαδικασία παρακμής, όπως ισχυρίζονται πολλοί αναλυτές?
Οι ΗΠΑ παραμένουν ο καπιταλιστικός πόλος ο οποίος παρέχει το παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα και το βασικό μέσο συναλλαγής για πάνω από το 65% του παγκόσμιου εμπορίου. Αναμφισβήτητα, θα παραμείνει η άρχουσα οικονομική δύναμη ολόκληρου του πλανήτη. Οι άλλοι καπιταλιστικοί πόλοι συνεχίζουν να είναι οι ισχυρές παραγωγικές χώρες της Ασίας και η Μερκαντιλιστική Ευρώπη. Και που βρισκόμαστε ακριβώς σήμερα? Οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες: η FED, η ΕΚΤ, η τράπεζα της Ιαπωνίας είναι στα μαχαίρια και ασκούν έναν περίεργο νομισματικό πόλεμο. Το δολάριο ανατιμάται συνεχώς, ενώ το ευρώ και το γεν τυπώνονται σε μεγάλες ποσότητες και κινούνται  προς την αντίθετη κατεύθυνση. Υπάρχουν άναρχες και επιθετικές κινήσεις των αμερικανικών αρχών κατά του γερμανικού τραπεζικού συστήματος, αλλά και ενάντια σε άλλους επιχειρηματικούς τομείς. Οι ΗΠΑ αναδύθηκαν ισχυρότερες  από την παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το 2008 και η απόστασή τους από τις άλλες οικονομικές δυνάμεις αυξήθηκε. Η χρήση του δολαρίου ως συναλλαγματικός μαγνήτης για το ξένο κεφάλαιο (βασική πολιτική  των ΗΠΑ) αντισταθμίζει στρατηγικά τις πολιτικές ανταγωνιστικότητας (στις οικονομίες της ΕΕ και της Ασίας) στηριγμένες στις εξαγωγές.