Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Παγκόσμια σεισάχθεια με αποανάπτυξη! Των Γ. Κολέμπα & Γ. Μπίλλα

Οι σημερινοί μας πολιτικοί «ηγέτες» και τα κόμματα εξουσίας κάνουν πως δε βλέπουν ότι η ελληνική κρίση είναι η «εξτρέμ» έκφραση της παγκόσμιας κρίσης, στην οποία βρίσκεται το καπιταλιστικό σύστημα υπό την ηγεσία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
Η σχέση πραγματικών αξιών (πρώτες ύλες, πηγές ενέργειας, καταναλωτικά προϊόντα, υπηρεσίες κ.λπ.) προς χρηματικές αξίες(διάφορες μορφές χρήματος-χάρτινες ή ηλεκτρονικές- που κυκλοφορούν από τους κατέχοντες) είναι 1: 10 (πολλές εκτιμήσεις την ανεβάζουν στο 1: 15 ή 1:17).
Υπάρχει δηλαδή μια χρηματοπιστωτική φούσκα διογκωμένη τουλάχιστον κατά 10 φορές. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να έχουν αυξηθεί υπέρμετρα οι σημερινές χρηματικές περιουσίες της ελίτ, που αποτελεί το 1% του παγκόσμιου πληθυσμού.
Αυτή η ελίτ διακινώντας και δανείζοντας αυτόν τον τεράστιο χρηματικό όγκο μπορεί και ελέγχει την «ευημερία» του υπόλοιπου 99%.Αυτό είναι δυνατόν, γιατί έχει καταφέρει να εξαρτήσει από αυτό το χρήμα, την πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού.
  1. Τα χρηματοοικονομικά χρέη
Η οικονομική κρίση, όπως φαίνεται να εκφράζεται σήμερα, οφείλεται στο γεγονός ότι η καπιταλιστική οικονομία κινείται  πλέον με βάση το χρέος[1].  Πραγματικά, η μεγάλη αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης τα τελευταία 15-20 χρόνια(βασικά μεταξύ 1990-2007) πυροδοτήθηκε και στηρίχθηκε από την μαζική χορήγηση δανείων από τις τράπεζες. Είχαμε παντού αυξανόμενα επίπεδα χρέους. Των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων.
Με τη μορφή καταναλωτικών χρεών, χρηματοπιστωτικών επενδύσεων, δημοσίων χρεών, εξωτερικών χρεών σε κάθε χώρα. Χρησιμοποιήθηκαν σαν μηχανισμός, ώστε η κατανάλωση να γίνει ο βασικός μοχλός της καπιταλιστικής ανάπτυξης.
(«Δεν έχεις τα λεφτά για μεγαλύτερο και καινούργιο αυτοκίνητο; Πάρε το με χρηματοδότηση από την τράπεζά σου». «Δεν έχεις όλα τα λεφτά για ιδιόκτητο και μεγάλο σπίτι; Πάρε στεγαστικό δάνειο». Στην κουλτούρα του «δανείσου και ξόδευε» είναι πιο ευάλωτα τα κοινωνικά στρώματα χαμηλού εισοδήματος και η μεσαία τάξη).
Βέβαια δεν ήταν όλες οι οικονομίες το ίδιο επιρρεπείς στη δυναμική αυτή των χρεών. Στις λεγόμενες «αναδυόμενες» οικονομίες(π.χ. Κίνα, Ινδία) μάλιστα είχαμε αποταμιεύσεις από το 2001 μέχρι 2008. Το ίδιο διάστημα στις «προηγμένες» οικονομίες είχαμε βασικά δύο διαφορετικές συμπεριφορές σε σχέση με τα χρέη.
Στις «φιλελεύθερες οικονομίες της αγοράς»(π.χ. ΗΠΑ, Μ. Βρετανία, Καναδάς, Αυστραλία κ.λπ.) είχαμε ενθάρρυνση για υψηλότερα επίπεδα καταναλωτικού χρέους, από ότι στις λεγόμενες «συντονισμένες οικονομίες της αγοράς»(π.χ. Γερμανία, Ολλανδία, Γαλλία, Σκανδιναβία κ.λπ.).
Με την εμφάνιση της παρούσας κρίσης, που την παρουσιάζουν σαν κρίση βασικά «δημοσιονομικών χρεών», κατάρρευσε η εμπιστοσύνη των «αγορών» προς τους δημόσιους τομείς της οικονομίας κάποιων χωρών-κύρια των νοτίων χωρών της ευρωζώνης.
Για να ξεπερασθεί η κρίση, παρόλο που και στα δύο είδη καπιταλισμού συμφωνούν ότι θα πρέπει να επιδιώκεται η «ανάπτυξη», διαφέρουν στον τρόπο και στη σειρά των επι μέρους στόχων:
1) Οι μεν στηρίζουν την ανάπτυξη στη μεγέθυνση της κατανάλωσης. Να πέσει καινούργιο χρήμα στις επιχειρήσεις-νοικοκυριά, να αυξηθεί η αγοραστική δύναμη των πολλών για αγορά των παραγόμενων προϊόντων των επιχειρήσεων, ώστε αυτές αποκομίζοντας κέρδη να επενδύσουν εκ νέου στην παραγωγή δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας αυξάνοντας τα ΑΕΠ σε κάθε χώρα( βλέπε Σοσιαλδημοκρατία-Ομπάμα).
2) Οι δε επιδιώκουν τη λιτότητα καταρχήν, στη συνέχεια την αποταμίευση ώστε να είναι δυνατές οι  παραγωγικές επενδύσεις και η αύξηση των θέσεων εργασίας για τον τελικό ίδιο στόχο της αύξησης των ρυθμών ανάπτυξης(βλέπε Χριστιανοδημοκρατία-Μέρκελ).
Και οι δύο πολιτικές αυτές γραμμές συμπίπτουν στον τελικό στόχο: μια από τα ίδια «ανάπτυξη», ώστε να επιστρέψουν οι οικονομίες σε ρυθμούς μεγέθυνσης του παγκόσμιου ΑΕΠ της τάξης 2-3% ετησίως, που επιτυγχανόταν στην προ της κρίσης χρονική περίοδο.
Και στις δύο περιπτώσεις οι κυβερνήσεις τείνουν να δανείζονται χρήματα για να τονώσουν την «ανάκαμψη»(χρειάσθηκαν τεράστια χρηματικά ποσά π.χ. στο τέλος του 2008 και αρχές 2009, ώστε να «σταθεροποιηθεί» το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα, και αυτά εξασφαλίσθηκαν από αυξημένο δημόσιο δανεισμό σε όλες τις πληγείσες από την κρίση χώρες: υπολογίζεται πάνω από 7-8 τρισεκατομμύρια δολάρια το καινούργιο χρέος).
Αν τα καινούργια χρέη προστεθούν στα παλιά έχουμε ένα τέτοιο όγκο χρεών, που θα πρέπει να αναρωτηθούμε επειγόντως σαν ανθρωπότητα, αν όλο αυτό το χρέος είναι «βιώσιμο». Αν οι μελλοντικές γενιές μας θα είναι σε θέση να το αποπληρώσουν κάποτε.
Πραγματικά ο μηχανισμός του χρέους χρησιμοποιείται έτσι ώστε συνεχώς να αυξάνονται τα χρέη, η εξάρτηση και η εξαθλίωση, παρόλο που τις περισσότερες φορές αποπληρώνεται σημαντικό ποσοστό τους.
Παράδειγμα: στις αρχές του 1980 το χρέος που είχαν 109 «πιστολήπτριες» χώρες ήταν 430 δισ. δολάρια. Μέχρι το 1986 είχαν πληρώσει σε τόκους 336 δισ. δολάρια, αλλά χρωστούσανε ακόμα 880 δις δολάρια. Σε μια εξαετία χρωστούσαν ποσό υπερδιπλάσιο από το αρχικό, ενώ ήδη είχαν πληρώσει σε τόκους τα 4/5 των αρχικών δανείων!
Η αποπληρωμή όλων αυτών των χρεών στους δανειστές θα απαιτήσει τέτοια ανάπτυξη-μεγέθυνση-επέκταση της υπερχρήσης των φυσικών πόρων για υπερπαραγωγή-υπερκατανάλωση-υπερκέρδη, που αυτό θα οδηγήσει σε κατάρρευση του ολικού πλανητικού οικοσυστήματος-σε πτώχευση της «Α.Ε. Γης».
  1. Το οικολογικό χρέος, οικολογικό-κοινωνικό αποτύπωμα
Προς το παρόν οι «παγκόσμιοι παίκτες» στο παγκόσμιο καπιταλιστικό «καζίνο»-η παγκόσμια χρηματοοικονομική ελίτ- που είναι και οι δανειστές σήμερα, χρησιμοποιούν τον μηχανισμό του χρέους για την επίτευξη πειθαρχίας όσον αφορά στο στόχο της «ανάπτυξης» και της μεγέθυνσης των πραγματικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Ώστε αυτές να επιφέρουν κέρδη στους επιχειρηματίες της πραγματικής οικονομίας, για να πληρωθούν τα χρέη τους προς τη χρηματική -ηγεμονική σήμερα-οικονομία.
Όμως αυτή η μεγέθυνση απαιτεί αυξημένη παραγωγή, αυξημένη χρήση υλικών και ενέργειας και η αυξημένη κατανάλωση όλων αυτών των υλικών αγαθών, ενώ παράλληλα απαιτεί και αυξημένη εκμετάλλευση του εξίσου σημαντικού πόρου, της ανθρώπινης εργασίας, με μειωμένες αποδοχές . Επίσης έχουν αυξημένη παραγωγή αποβλήτων, όσο και να αυξάνεται ο βαθμός απόδοσης της χρησιμοποιημένης τεχνολογίας.
Το τελικό αποτέλεσμα των αυξημένων οικονομικών δραστηριοτήτων του οποιασδήποτε μορφής κεφαλαίου είναι η κατάρρευση των αποθεμάτων των φυσικών πόρων του πλανήτη και του περιβάλλοντος καθώς και της αναπαραγωγής της ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Υπάρχει ήδη η συνειδητοποίηση των αγορών ότι έχουν πλέον μεγάλο πρόβλημα στον εφοδιασμό. Περιβαλλοντικοί παράγοντες, ελλείψεις πόρων, η οικονομική διεύρυνση στην Ν.Α. Ασία(αναδυόμενες χώρες) κ.λπ., μειώνουν τη διάρκεια ζωής των πεπερασμένων αποθεμάτων που έχουν απομείνει.
Ο ανταγωνισμός μεταξύ της εξασφάλισης τροφής και της εξασφάλισης της μετακίνησης(τρόφιμα ή βιοκαύσιμα) συμβάλει π.χ. στην αύξηση των τιμών των τροφίμων.
Η αύξηση των εκπομπών του άνθρακα και η συνακόλουθη κλιματική αλλαγή, η μείωση της βιοποικιλότητας, η αποψίλωση και οι πυρκαγιές των δασών, η μείωση των ιχθυαλιευμάτων, η έλλειψη νερού, η υποβάθμιση των καλλιεργούμενων εδαφών συμβάλλουν στην μείωση της αποδοτικότητας και των οικονομικών δραστηριοτήτων των οικονομικά δρώντων ανθρώπων και διογκώνουν το πρόβλημα της ικανοποίησης των βιοτικών αναγκών τους-ιδίως των πραγματικά εργαζομένων με χαμηλούς μισθούς.
Οι υλικές και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της μέχρι τώρα «ανάπτυξης» είναι εξίσου υπεύθυνες για τη κρίση, όσο και οι επιπτώσεις της δράσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Μέχρι το 1960 καταναλώναμε το 70% των πόρων του πλανήτη, το 1980 το 100%, το 1999 φθάσαμε στο 120%, το 2008 στο 130% και με τους ρυθμούς που είχαμε μέχρι το 2008- λόγω κρίσης έχουμε κάποια μείωση στο μεταξύ- η πρόβλεψη ήταν ότι το 2030 θα φτάσουμε στο 200%(θα χρειαζόμαστε δηλαδή δύο πλανήτες σαν τη Γη).
Η συνεχής αύξηση της κατανάλωσης των φυσικών πόρων και η αντίστοιχη αύξηση των αποβλήτων μας οδήγησε  σήμερα ήδη να ζούμε σε βάρος του μέλλοντος και των επόμενων γενεών. Δημιουργούμε εκτός των οικονομικών χρεών και συνεχώς αυξανόμενα οικολογικά χρέη. Κυρίως θα συμβεί αυτό γιατί υπάρχουν τα πλανητικά όρια σε πόρους, υλικά και ενέργεια, καθώς και τα όρια στην ενσωμάτωση των τεράστιων απόβλητων των οικονομικών δραστηριοτήτων, όπως επίσης οι κλιματικές αλλαγές και οι συνακόλουθες καταστροφές.  
Η ανικανότητά μας να ρυθμίσουμε τις χρηματοοικονομικές αγορές-που αυξάνουν το κοινωνικό τους αποτύπωμα με την έννοια ότι αυξάνουν την κοινωνική εκμετάλλευση- συνδυάζεται με την ανικανότητά μας να προστατέψουμε τους φυσικούς πόρους και να περιορίσουμε τις οικολογικές καταστροφές-αύξηση συνεχής του οικολογικού αποτυπώματος.
Τα χρέη που αφήνουμε στα παιδιά μας και τις μελλούμενες γενιές δεν θα είναι μόνο οικονομικά-θα πρέπει να πληρώσουν τους πιστωτές μας-θα είναι και οικολογικά, προς τον πλανήτη και τα οικοσυστήματα-που θα πρέπει να αποκαταστήσουν, αν θέλουν φυσικά να επιβιώσουν στο μέλλον.
Θα καλούνται να τα πληρώσουν, με την έννοια ότι θα πρέπει να λάβουν μέτρα για την ανανέωση των πλουτοπαραγωγικών πηγών και πόρων και την αύξηση των δυνατοτήτων των οικοσυστημάτων για απορρόφηση των απόβλητων π.χ. επιστροφή εκτάσεων στην άγρια φύση, «ανάπαυση» εδαφών, επιστροφή στην αγροτο-οικογεωργία για απορρόφηση της περίσσειας του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα, μέσω της βιομάζας και επιστροφή στον εδαφολογικό άνθρακα. 
Προς το παρόν και τα οικολογικά μας χρέη είναι το ίδιο «επισφαλή», όσο και τα χρηματοοικονομικά. Κανένα από τα δύο χρέη δεν αντιμετωπίζεται , όσο επιμένουμε στη κατεύθυνση της καταναλωτικής ανάπτυξης. Η με αυτόν τον τρόπο επιδιωκόμενη –έστω και βραχυπρόθεσμα-επάνοδο στην «ευημερία», δεν πρόκειται να έρθει και να είναι βιώσιμη. Είμαστε καταδικασμένοι σε αποτυχία, αν επιμένουμε στη ποσοτική μεγέθυνση των ΑΕΠ και των κάθε είδους οικονομικών δραστηριοτήτων και κατανάλωσης, που μπορεί να υπονομεύουν τη μελλοντική μας ύπαρξη.
Γιατί η κακώς εννοούμενη σημερινή ευημερία, μπορεί να υπονομεύει πραγματικά τις συνθήκες στις οποίες μπορεί να βασισθεί η αυριανή μας ευζωία. Η παρούσα κατάρρευση, που βιώνουμε και σαν ελληνική κοινωνία, είναι ένα μήνυμα ότι το «αύριο είναι ήδη εδώ», αν δεν αλλάξουμε ρότα.
  1. Το αδιέξοδο του Ελληνικού Καπιταλισμού:
  •  Είχαμε το 11ο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν οικολογικό αποτύπωμα στον κόσμο, 4ο μεγαλύτερο στην ΕΕ. Καταναλώναμε 181% πάνω από το όριο βιωσιμότητας. Είχαμε π.χ. το 2ο μεγαλύτερο κατά κεφαλήν αποτύπωμα κατανάλωσης νερού στον κόσμο. Αυτό οφείλεται βασικά  στο μεγάλο «ενεργειακό μας αποτύπωμα», δηλαδή στις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες μας σε ενέργεια (ετήσια αύξηση 2,4%  μεταξύ 1990-2004 – πολύ υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο), και στο πολύ μεγάλο «υδατικό μας αποτύπωμα», το οποίο οφείλεται στην αυξημένη χρήση νερού για τη γεωργία (87%), στις απώλειες που παρουσιάζει το απαρχαιωμένο αρδευτικό και υδρευτικό δίκτυο της χώρας, αλλά και στη συνολική κακοδιαχείριση των υδάτινων πόρων
  • Ο «εκσυγχρονισμός»: με μεγάλο οικονομικό και περιβαλλοντικό κόστος στηρίχθηκε σε δάνεια κύρια από το εξωτερικό(Ολυμπιακοί 2004). Η είσοδος στο ευρώ αύξησε τη πιστωτική ικανότητα, τις εισαγωγές, την οικοδομή κ.λπ.
  • Ο αδύνατος κρίκος: γιατί οι κινητήρες του όπως η οικοδομή, ο μαζικός τουρισμός και οι τραπεζικές υπηρεσίες έχουν καταρρεύσει. Η εμπορική ναυτιλία(τα κινούμενα φουγάρα) που έχει διατηρηθεί δεν προσφέρει τίποτα στο κράτος, αφού κινείται κοσμοπολίτικα.
  •  «Μνημόνια σωτηρίας»: με καινούργια δάνεια, φαστ-τρακ «ανάπτυξη» όπως χρυσός στη Χαλκιδική , πάρκο Ελληνικό κ.λπ. , προϋποθέτουν ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και των συλλογικών αγαθών(όπως το νερό και η ενέργεια ή τα σκουπίδια, τα δάση και οι παραλίες), μεταφορά των συνεπαγόμενων βαρών μόνο στους «από κάτω» για την περίφημη «βιωσιμότητα του χρέους». Να ζούμε για να πληρώνουμε χρέη, και όσο κι αν τα πληρώνουμε τόσο αυτά να μεγαλώνουν. Και το χρηματοοικονομικά και τα οικολογικά. Και να ζούμε οι «από κάτω» έναν «βίο αβίωτο», αφού εκείνο που θέλουν είναι να μας έχουν αλυσοδεμένους στο μαγγανοπήγαδο της κατανάλωσης μέσω νέων δανεισμών και χρέους, που θα ζούμε ίσα-ίσα ώστε να πληρώνουμε για πάντα  στους «από πάνω».
  1. Η απάντηση σ’ αυτούς τους καταναγκασμούς είναι η παγκόσμια «σεισάχθεια» καταρχήν και στη συνέχεια οι κοινωνίες της αποανάπτυξης-Τοπικοποίησης.
  • Η σημερινή κρίση των δημοσιονομικών χρεών να λυθεί υπέρ των κοινωνιών και όχι για άλλη μια φορά υπέρ των «από πάνω». (Οι ιδιώτες επενδυτές-αγοραστές των κρατικών ομολόγων και οι παγκόσμιοι παίκτες, έπαιξαν και έχασαν. Στο παγκόσμιο καζίνο τους προβλέπονται και οι ζημιές, όχι μόνο τα κέρδη).
  • Να  αρνηθούμε τη θέση που έχει σήμερα η χώρα στα πλαίσια του παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού μοντέλου ανάπτυξης. Επιστροφή σε νόμισμα, που θα είναι μέσο ανταλλαγής και όχι πλουτισμού. Δεν έχει νόημα το δίλημμα ευρώ ή δραχμή, από τη στιγμή που και τα δύο είναι εμπόρευμα και γενούν από χρήμα νέο χρήμα. Απεξάρτηση από το χρήμα εμπόρευμα με εκπαίδευση μέσω δημιουργίας τοπικών νομισμάτων σαν μέσα ανταλλαγών.
  • Ούτε η «επιμήκυνση». Ούτε ο «λογιστικός» προσδιορισμός του «καλού» και του «κακού» χρέους. Ούτε τα «κουρέματα». Αλλά ούτε και να δουλεύουμε περισσότερο με «κινεζοποίηση» των μισθών για να εξασφαλίζουμε τη συνέχιση της κατανάλωσης ή της επιβίωσης (για τους περισσότερους πια).
Δεν πληρώνουμε τα οικονομικά χρέη, για να μπορέσουμε να εξοφλήσουμε το οικολογικό χρέος προς τις ερχόμενες γενιές. Σε παγκόσμιο επίπεδο να διεκδικήσουμε τη συνολική διαγραφή χρεών!
  • Όχι άλλες «δόσεις» και δάνεια!
  • Παγκόσμια «σεισάχθεια» του οικονομικού χρέους!
  • Στροφή σε αποκεντρωμένες, τοπικοποιημένες, αμεσοδημοκρατικές κοινωνίες ίσης κατανομής και του μικρότερου δυνατού οικολογικού αποτυπώματος
Γιώργος Κολέμπας (διαχειρίζεται το μπλοκ http://topikopoiisi.blogspot.gr/) -  Γιάννης Μπίλλας (συμμετέχει στο http://apokoinou.com/)
 
[1] Από μελέτη π.χ. της γνωστής εταιρείας συμβούλων  McKinsey: το συνολικό παγκόσμιο χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, στις 31/12/10 άγγιζε το ποσό των 158 τρίς δολαρίων. Εξ αυτών 41 τρίς αποτελούσαν κρατικά χρέη, 42 τρίς κυκλοφορούντα ομόλογα χρηματοπιστωτικών οργανισμών, 10 τρίς εταιρικό χρέος μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων και τα υπόλοιπα 64 τρίς ήσαν χρέη νοικοκυριών. Αντίστοιχα το παγκόσμιο ΑΕΠ ανήλθε το 2010 σε περίπου 60 τρίς δολάρια, δηλαδή το χρέος ήταν  263% του ΑΕΠ.  Τη χρονιά της κρίσης ο συνολικός δανεισμός παγκοσμίως ήταν 300% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Μια δεκαετία πριν, το 1995, ήταν στο 200%.
Δημοσίευση με βάση την  Έρευνα για την Κρίση που ξεκίνησε ακτιβιστικά η Κρυσταλία Πατούλη το 2010, με συμμετοχή προσώπων των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών, που απαντούν στο ερώτημα "Ποιές αιτίες μας έφεραν ως εδώ, και κυρίως τί πρέπει να κάνουμε;"

Πέμπτη 13 Απριλίου 2017

Τα Κοινά: Μια πραγματεία για την επανάσταση του 21ου αιώνα

Των Pierre Dardot και Christian Laval 


Το σημείο αφετηρίας μας είναι πως το κοινό είναι μια αρχή πολιτικής δραστηριότητας που συγκροτείται από την ειδική διαδικασία της διαβούλευσης, της ορθής κρίσης, της απόφασης και από την εφαρμογή αυτών των αποφάσεων. Ωστόσο, αυτός ο ορισμός και η πιο πλήρης εκδοχή του, όπως παρουσιάζουμε στην αρχή του βιβλίου μας [1], δεν έχει καθολική ισχύ, δεν είναι διιστορικός ούτε είναι ανεπηρέαστος από εφήμερες και γεωγραφικές συνθήκες. Με ετυμολογικούς όρους (cum-munus που η κυριολεκτική σημασία του είναι «συν- υποχρέωση» και «συν- δράση») σίγουρα δεν υπάρχει η πρόθεση να δείξουμε πως το «κοινό» είχε πάντα τη σημασία που έχει σήμερα. Στον Αριστοτέλη το κοινό (Κοινόν) είναι αυτό που πηγάζει από τη πράξη της συγκέντρωσης, η οποία είναι αυτή που συγκροτεί την ιδιότητα του πολίτη που με τη σειρά της είναι μια πράξη που προϋποθέτει την εναλλαγή των καθηκόντων ή την αλλαγή μεταξύ των κυβερνώντων και των κυβερνώμενων. Σήμερα, με μια νέα και μοναδική μορφή ενέργειας, το κίνημα των πλατειών (Μ-15, Occupy, Gezi κ.α.) έχει εμπλουτίσει την ιδέα των κοινών με νέα αιτήματα. 

Το Κοινό σαν αρχή αγώνων 
Αυτά τα αιτήματα ενέπλεκαν μια ριζοσπαστική αμφισβήτηση απέναντι στην «αντιπροσωπευτική» δημοκρατία, η οποία εξουσιοδοτεί ένα περιορισμένο αριθμό ανθρώπων να μιλούν και να δρουν εκ μέρους της μεγάλης πλειοψηφίας. Την ίδια στιγμή αυτά τα κινήματα έχουν αναπτύξει περιβαλλοντολογικά αιτήματα για τη διατήρηση των «κοινών» (και ειδικά των αστικών χώρων). Το κοινό φαίνεται σε εμάς, ως η αρχή που κυριολεκτικά προέκυψε μέσα από όλα αυτά τα κινήματα. Ως τέτοιο, το κοινό δεν είναι κάτι το οποίο έχουμε εφεύρει, αλλά κάτι το οποίο έχει αναδυθεί μέσα από αυτούς τους αγώνες ως η δική τους αρχή. Ο όρος έκτοτε έχει λάβει ένα καινούργιο νόημα, αυτό της «πραγματικής δημοκρατίας», για την οποία η μόνη νομιμοποιημένη πολιτική υποχρέωση είναι όχι αυτή που απορρέει από την ιδιότητα του μέλους σε μια δεδομένη κοινότητα, όσο ευρεία και να είναι, αλλά από τη συμμετοχή σε μια κοινή δράση η τη προσήλωση σε ένα κοινό στόχο. Δεν θα πρέπει όμως να υπάρξει κάποια παρανόηση σχετικά με το σκοπό μας: παρόλο που το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου μας προσφέρει μια «αρχαιολογία του κοινού», δεν είχαμε καμία πρόθεση να ερμηνεύσουμε όλη την ανθρώπινη ιστορία μέσα από αυτή την αρχαιολογία κατά παρόμοιο τρόπο που έχουν κάνει οι «μεγάλες αφηγήσεις» που τόσο έχουν χαρακτηρίσει την νεωτερικότητα μας. Ο στόχος μας ήταν αρκετά διαφορετικός: σκοπός μας ήταν να δείξουμε πως από την αρχή το κοινό είχε ένα νόημα που δεν μπορούσε να περιοριστεί σε ένα «κρατικό» πλαίσιο, μέχρι την εκμετάλλευση και νόθευση του και από το κράτος και από τη θεολογία. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως και η «σύγχρονη ανακάλυψη» του κοινού θα σημάνει και την επιστροφή των αρχαιοελληνικών και ρωμαϊκών ριζών του. Αφορά κάτι άλλο: τον προσδιορισμό μιας θετικής πολιτικής εναλλακτικής απέναντι στη φιλελεύθερη λογική που έχει ως επίκεντρο της τον ανταγωνισμό. 

Μια τέτοια εναλλακτική μας επιτρέπει να ξεπεράσουμε το δυϊσμό μεταξύ δημόσιας/κρατικής περιουσίας και ιδιωτικής περιουσίας. Για πολύ καιρό η αριστερά ζούσε με την ιδέα της αξιακής αντίθεσης ανάμεσα στο κράτος και στην αγορά, καθιστώντας το κράτος ως τη καλύτερη άμυνα απέναντι στην επιθετική συμπεριφορά των δυνάμεων της αγοράς. Αυτή η αντίθεση, μαζί με τη στρατηγική που δημιουργεί ανήκει ολοκληρωτικά στο παρελθόν. Εδώ και 30 χρόνια, το κράτος έχει υποστεί μια βαθιά μεταμόρφωση, η οποία το έχει καταστήσει έναν ολοκληρωμένο πρωταγωνιστή του νεοφιλελευθερισμού. Έχει δηλαδή υποταχθεί στην επιχειρηματική λογική και σαν κράτος-επιχείρηση ή αλλιώς «εταιρικό κράτος», δρα σαν στρατηγικός συνέταιρος των μεγάλων πολυεθνικών, όπου από κοινού χαράζουν τα νέα διεθνή πρότυπα. Η περίφημη φόρμουλα του Μαρξ για τη κυβέρνηση, ως τίποτα παραπάνω από μια εκτελεστική επιτροπή που είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των ζητημάτων της μπουρζουαζίας, είναι πλέον εντελώς ξεπερασμένη, όχι επειδή είναι ένας παράλογος ισχυρισμός. Αντιθέτως, δεν μπορεί να εξηγήσει επαρκώς τη σύγχρονη πραγματικότητα της συνεχώς αυξανόμενης υβριδοποίησης του κράτους και της αγοράς. Το κρατικιστικό παράδειγμα πρέπει να αποδομηθεί άρδην, εάν θέλουμε να δουλέψουμε για να ξαναχτίσουμε την αριστερά. Το κράτος είναι τώρα το πλέον ακατάλληλο όργανο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για «πολιτικά σχέδια» με άλλους στόχους. Εν αντιθέσει, το κράτος είναι αυτό που προσπαθεί να επιβάλλει τη δική του λογική σε όλους αυτούς που διατηρούν τη ψευδαίσθηση της πιθανής μετάλλαξης του σε ένα μέσο που θα χρησιμοποιηθεί στον αγώνα ενάντια στο νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. 

Σε αυτό ακριβώς το σημείο βλέπουμε όλα αυτά που χωρίζουν το κοινό, όπως το έχουμε νοηματοδοτήσει, από το κράτος και το δημόσιο. Το κρατικό/δημόσιο βασίζεται πάνω σε δύο εντελώς αντιθετικές προϋποθέσεις: από τη μια εξασφαλίζει τη καθολική πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, από την άλλη, δίνει στη κρατική διοίκηση το μονοπώλιο της διαχείρισης αυτών των υπηρεσιών, υποβιβάζοντας τους χρήστες σε καταναλωτές, αποκλείοντας τους από κάθε μορφή συμμετοχής σε αυτή τη διαχείριση. Είναι ακριβώς αυτός ο θανάσιμος διαχωρισμός σε «λειτουργούς» και «χρήστες» που πρέπει το κοινό να αποβάλει. Με άλλα λόγια το κοινό μπορεί να οριστεί ως το μη-κρατικό δημόσιο, καθώς εξασφαλίζει καθολική πρόσβαση μέσω της άμεσης συμμετοχής των χρηστών στη διαχείριση των υπηρεσιών. Μια από τις «πολιτικές προτάσεις» στο τρίτο μέρος του βιβλίου μας είναι η μετατροπή των δημόσιων υπηρεσιών σε θεσμούς των κοινών. Αυτό σημαίνει πως αυτές οι υπηρεσίες δεν ανήκουν στο κράτος με την έννοια ότι το κράτος είναι ο κάτοχος τους ή ο μοναδικός διαχειριστής τους. Για να επιτευχθεί αυτού του είδους η μετατροπή, είναι απαραίτητο να τερματίσουμε το μονοπώλιο της κρατικής διαχείρισης, με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλιστεί πραγματικά η καθολική πρόσβαση σε αυτές τις υπηρεσίες: επομένως, οι χρήστες δεν πρέπει να θεωρούνται ως «καταναλωτές», αλλά ως πολίτες που συμμετέχουν μαζί με τους λειτουργούς στις διαβουλεύσεις και τις αποφάσεις που τους αφορούν. 

Το κοινό και τα κοινά 
Όπως προκύπτει, προσπαθούμε να κατανοήσουμε το κοινό με την έννοια μιας πολιτικής αρχής και όχι με την έννοια μιας ιδιότητας που μπορεί να αποδοθεί φυσικά σε συγκεκριμένους τύπους «αγαθών». Για να καταλάβουμε την έκφραση «κοινά αγαθά» με την κυριολεκτική της σημασία, πρέπει πρώτα να δημιουργήσουμε μια κατηγοριοποίηση των αγαθών (ιδιωτικά αγαθά, δημόσια αγαθά, κοινά αγαθά) με βάση κριτήρια που συσχετίζονται με την εσωτερική τους φύση. Αυτή η προσέγγιση που εν τέλει θα κάνει πιο συμπαγές το νόημα του κοινού, εντάχθηκε σε ένα σύστημα μιας συγκεκριμένης οικονομικής πολιτικής, πριν περιληφθεί στην αρμοδιότητα των νομικών. Ωστόσο, η τελευταία έπρεπε να εισάγει εξωτερικά κριτήρια προς την απλή φύση των πραγμάτων, προκειμένου να ξεχωρίσει τα κοινά αγαθά από τα δημόσια αγαθά. Για παράδειγμα, η Επιτροπή Rodota όρισε τα κοινά αγαθά σύμφωνα με τη σχέση που έχουν με τα θεμελιώδη δικαιώματα ή την ανθρώπινη ανάπτυξη. Ωστόσο, η αρχή της κατηγοριοποίησης των αγαθών οδηγεί εξίσου στην αποδόμηση του κοινού, καθώς γίνεται διαχωρισμός μεταξύ των κοινών της φύσης, των κοινών της γνώσης, των γενετικών ή βιολογικών κοινών κ.α. Επομένως, το κοινό (σαν αρχή) συγχέεται εσφαλμένα με εκείνο με το οποίο είναι κοινό (σαν ιδιότητα ή χαρακτηριστικό συγκεκριμένων πραγμάτων). 

Κατά παρόμοιο τρόπο, η προσέγγιση μας απορρίπτει τη θέση που κάνει λόγο για μια «αυθόρμητη παραγωγή του κοινού» που θα είναι προϋπόθεση και αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής (σε ανάλογο βαθμό με την επεκτατική δυναμική των δυνάμεων παραγωγής, όπως τη συναντούμε σε ένα ιδιαίτερο ρεύμα του μαρξισμού). Εξιδανικεύοντας την αυτονομία της άυλης εργασίας στην εποχή του «γνωσιακού καπιταλισμού», αυτή η άποψη καταλήγει να μην αναγνωρίζει τους τρέχοντες μηχανισμούς λειτουργίας που υποβιβάζουν την εργασία στην υπηρεσία του κεφαλαίου. Επιπρόσθετα, και αυτό είναι αναμφίβολα το μεγαλύτερο ελάττωμα αυτής της θέσης, δεν αναγνωρίζει τη πάγια διαφορά μεταξύ παραγωγής και θεσμού: η παραγωγή μπορεί να είναι αυθόρμητη, ενώ ο θεσμός πρέπει να είναι μια συνειδητή δραστηριότητα. 

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δυσκολευόμαστε να κάνουμε το διαχωρισμό μεταξύ του κοινού ως πολιτική αρχή που δεν χρειάζεται να θεσμοποιηθεί αλλά απλά να εφαρμοστεί και των κοινών που ανέκαθεν θεσμοποιούνται μέσα από την εφαρμογή. Το βασικό σημείο είναι πως τα κοινά δεν «παράγονται» αλλά θεσμοποιούνται και για αυτόν ακριβώς το λόγο είμαστε πολύ διστακτικοί να δεχθούμε τον όρο «κοινά αγαθά». Μας φαίνεται πως η λογική του επιχειρήματος πρέπει να είναι η αντίστροφη: κάθε κοινό που θεσμοποιείται είναι αγαθό, αλλά κανένα αγαθό από μόνο του δεν είναι κοινό. Φυσικά δεν πρέπει να συγχέεται το αγαθό με την πολιτική και ηθική σημασία (αγαθόν) και το αγαθό με την έννοια του αντικειμένου που μπορεί να ανταλλαχθεί και να πωληθεί (κτήσις). Κάθε κοινό είναι ένα αγαθό με την πολιτική και ηθική σημασία, αλλά σε τέτοιο βαθμό, ώστε ποτέ να μην φτάνει το νόημα του αποκτήματος. Εφόσον έχει θεσμοποιηθεί, το κοινό όχι μόνο δεν είναι πλέον απαλλοτριώσιμο, αλλά ανήκει στη σφαίρα των πραγμάτων που δεν μπορούν πλέον να σφετεριστούν από κάποια άλλη δύναμη και αυτομάτως ξεφεύγει και από την εκάστοτε ιδιοκτησιακή λογική (ιδιωτική ή δημόσια). 

Υποστηρίζουμε ότι ένα κοινό θεσμοποιείται μέσα από μια συγκεκριμένη πράξη την οποία ονομάζουμε «θεσμίζουσα πράξη», η οποία δεν αναφέρεται σε μια γενική μέθοδο θεσμοποίησης οποιουδήποτε είδους κοινού. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί απέναντι στην συχνή κατάχρηση της έννοιας του «θεσμού». Μια ολόκληρη κοινωνιολογική παράδοση προσπάθησε να περιορίσει το θεσμό σε αυτό που θεσμοποιείται, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τη διάσταση της δραστηριότητας της θεσμοποίησης. Επιπρόσθετα, μια πολιτική κριτική ευρέως διαδεδομένη στην αριστερά της δεκαετίας του 1960 και του 1970 αναγνώριζε το θεσμό ως μηχανισμό εξουσίας που εξανάγκαζε τα άτομα που εισέρχονταν σε αυτό το θεσμό προκειμένου να ανήκουν σε αυτόν. Αυτή η κριτική δεν περιελάμβανε το προβληματισμό πάνω στη βασική παράμετρο του πράγματος που θεσμοποιεί, κάτι το οποίο είναι θεμελιώδες για εμάς σήμερα. Για την ακρίβεια, το να θεσμοποιείς δεν σημαίνει να θεσμοθετείς με την έννοια του να καθιστάς κάτι επίσημο, να το χειραφετείς, ή να αναγνωρίζεις κάτι το οποίο υπάρχει από πολύ παλιά (όπως για παράδειγμα βλέπουμε στο επίπεδο της συνήθειας ή του εθίμου), ούτε να δημιουργείς κάτι από το μηδέν. Είναι ακριβώς να ξαναδημιουργείς με ή στη βάση αυτού που ήδη υπάρχει και κατ’ επέκταση υπό δεδομένες συνθήκες ανεξάρτητα από την δραστηριότητα μας. Υπό αυτήν την έννοια δεν υπάρχει κάποιο μοντέλο ενός θεσμού, ούτε μπορεί να υπάρξει, ικανό να χρησιμοποιηθεί ως κανόνας για τη θεσμίζουσα πράξη. Κάθε πράξη πρέπει να κατανοηθεί και να διεξαχθεί in situ ή in loco. Για αυτό κάποιος μπορεί και πρέπει να μιλάει όχι για θεσμίζουσα πράξη αλλά για «θεσμίζουσες πράξεις». Η αποκατάσταση μιας υπηρεσίας σε ψυχιατρική κλινική που είχε τερματιστεί, μετά από συζήτηση με τους θεράποντες και τους ασθενείς, εμπίπτει στη κατηγορία της θεσμίζουσας πράξης, ακόμη και με την έννοια της «μικροπολιτικής» του Φουκώ. Αλλά το να θεσπίσουμε μια τράπεζα σπόρων για τους αγρότες ή να ορίσουμε ένα πολιτισμικό χώρο για κοινή χρήση εμπίπτει επίσης στην ίδια κατηγορία. Αυτές είναι πρακτικές που προετοιμάζουν και κατασκευάζουν την ίδια την επανάσταση ως «αυτοθέσμιση της κοινωνίας». 

Το δικαίωμα του κοινού ως νέος τύπος του δικαιώματος της χρήσης 
Μπορούμε να εξάγουμε τα ίδια συμπεράσματα με όρους δικαίου. Πράγματι, θεωρούμε πως ο θεσμός των κοινών αφορά τη σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος στο κοινό με το αρχαίο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και πως αυτή η σύγκρουση μεταξύ των δύο δικαιωμάτων είναι η θεμελιώδης σύγκρουση των ημερών μας. Το δικαίωμα του κοινού είναι το δικαίωμα της χρήσης που διαφέρει από το αρχαίο δικαίωμα της συλλογικής χρήσης, που με τη σειρά του έχει δημιουργηθεί μέσα από μακραίωνα έθιμα. Είτε θεωρούμε τη χρήση ως απλή χρήση πέραν του νόμου (ως τροφή, πόση, κατοίκηση, κ.α.), είτε ως συλλογικό δικαίωμα που προέρχεται από τα έθιμα (όπως η σταχυολόγηση ή η κοινοκτησία), η χρήση πάντα εννοείται ως η πράξη στην οποία χρησιμοποιείς ένα εξωτερικό αντικείμενο με στόχο τη κάλυψη βασικών αναγκών. Η χρήση ως δράση προϋποθέτει έναν ειδικό τύπο σχέσης με εξωτερικά αντικείμενα, συχνά περιλαμβάνοντας τη κατανάλωση, δηλαδή η καταστροφή του εν λόγω πράγματος (abusus στα λατινικά σηματοδοτεί την πλήρη κατανάλωση). Παρόλα αυτά, κάποιος μπορεί εξίσου να πει στα αγγλικά «χρησιμοποιώ με» (use with), δηλαδή με άλλους ανθρώπους, με άλλο συγκεκριμένο άτομο και ούτως καθεξής. Σε αυτή τη περίπτωση αυτό που εννοείται είναι να δρα ή να πράττει κάποιος κατά συγκεκριμένο τρόπο με άλλους, έτσι ώστε να υπάρχει μια ενεργή σχέση με τους άλλους που θα νοηματοδοτείται με εντελώς διαφορετικό τρόπο από τη σχέση με εξωτερικά αντικείμενα με απώτερο στόχο την ολοκληρωτική καταστροφή, δηλαδή τη κατανάλωση. Σε αυτό το καινούργιο νόημα η χρήση εννοείται ως εποπτεία, συντήρηση και διατήρηση. Μπορούμε πλέον να τονίσουμε τη διαφορά μεταξύ του αρχαίου και του νέου δικαιώματος της χρήσης. 
  1. Η πρώτη αξιοσημείωτη διαφορά με το παλαιό δικαίωμα αφορά τη φύση του αντικειμένου με το οποίο η χρήση συσχετίζεται. Στο δικαίωμα του κοινού, η χρήση δεν σχετίζεται με ένα εξωτερικό αντικείμενο, αλλά με ο,τι ονομάζουμε «κοινά». Τα κοινά δεν είναι «πράγματα που έχουν κοινά στοιχεία» (res communes). Σίγουρα τα πράγματα με κοινά χαρακτηριστικά δεν περνούν απαρατήρητα (η παροιμία res nullius primo occupanti [2] δεν βρίσκει ανταπόκριση εδώ), αλλά ο περιορισμός αυτής της κατηγορίας που κληροδοτήθηκε από το ρωμαϊκό δίκαιο είναι πως αποκόπτει τα πράγματα από την δραστηριότητα. Η έννοια των κοινών δίνει έμφαση στις θεσμικές δομές, μέσω των οποίων έρχεται στο προσκήνιο η σύνδεση μεταξύ των πραγμάτων και της δραστηριότητας της συλλογικότητας που αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτά. Έτσι, υπάρχουν ποικίλα είδη κοινών που εξαρτώνται από τον τύπο της δραστηριότητας των δρώντων που τα θεσπίζουν και τα διατηρούν ζωντανά (κοινά των ποταμών, κοινά των δασών, κοινά της παραγωγής, κοινά των σπόρων, κοινά της γνώσης κ.α.). Το κοινό ενός ποταμού δεν είναι το ποτάμι. Είναι η σύνδεση μεταξύ του ποταμού και της συλλογικότητας που αναλαμβάνει την ευθύνη για αυτό. Συνεπώς, αυτό το οποίο δεν οικειοποιείται δεν είναι μόνο το ποτάμι ως φυσικό αντικείμενο, αλλά και το ποτάμι ως το αντικείμενο μιας συγκεκριμένης δραστηριότητας και επομένως και η δραστηριότητα η ίδια. Με αυτό τον τρόπο, η έννοια των «κοινών» έρχεται σε ρήξη με την πολικότητα υποκειμένου/αντικειμένου, τη πολικότητα ενός αντικειμένου προσφέρεται κατ’ αποκλειστικότητα στο πρώτο πρόσωπο (κατά τρόπο παρόμοιο με τη σχέση μεταξύ dominus και res), μια πολικότητα που επανέρχεται συχνά σε ορισμένες νομικές και φιλοσοφικές παραδόσεις.
  2. Με αυτή την έννοια, η χρήση της οποίας ο άξονας είναι το δικαίωμα στο κοινό προϋποθέτει ως συνθήκη πραγματοποίησης της, μια συνειδητή πράξη θέσπισης, δηλαδή αυτό που έχουμε αποκαλέσει «θεσμίζουσα πράξη». Για αυτό ακριβώς δεν πρέπει να συγχέεται με το εθιμικό δικαίωμα, το οποίο υποβιβάζει τις πρακτικές σε μια ασυνείδητη διαιώνιση και μετάδοση των χρήσεων. Τα κοινά είναι πάνω απ’ όλα αντικείμενα θεσμών και διακυβέρνησης. Σε αντίθεση με τη θεωρία της ιδιοκτησίας ως ένα «σύνολο δικαιωμάτων», που καθιστά το δικαίωμα της χρήσης ως ένα απλό δικαίωμα μεταξύ άλλων, διαχωρισμένο από το δικαίωμα της διαχείρισης και της απόφασης, η χρήση των κοινών είναι αδιαχώριστη από το δικαίωμα στην απόφαση και το δικαίωμα στη διακυβέρνηση. Η πράξη που θεσμοποιεί τα κοινά είναι η πράξη που τα διατηρεί, τα κρατάει ζωντανά και αναλαμβάνει τη πλήρη ευθύνη για τη συγκρουσιακότητά τους μέσω της συμπαραγωγής των κανόνων. Όντως, η λογική της συγκέντρωσης δεν θα έπρεπε να συγχέεται με την προσπάθεια εξεύρεσης ομοφωνίας, αρμονίας ή συναίνεσης σε απόλυτο βαθμό. Αντιθέτως προσπαθεί να ξεπεράσει συγκρούσεις μέσα από τη κοινή παραγωγή κανόνων και όχι μέσω μιας φανταστικής απόρριψης των συγκρούσεων που είναι αναπόσπαστο κομμάτι όλης της συλλογικής ζωής. Αυτό το σημείο πρέπει να τονιστεί: η σύγκρουση καθεαυτή δεν είναι κακή και σε καμία περίπτωση δεν υποθάλπει τις ρίζες ενός εμφυλίου πολέμου. Αντιθέτως, είναι το αντίδοτο απέναντι σε ένα τέτοιο πόλεμο, με την προϋπόθεση πως έχει μια θεσμική έκφραση. 
  3. Υπό αυτές τις συνθήκες τι πραγματικά σημαίνει να μιλάμε για τη χρήση ενός κοινού και μάλιστα για τη χρήση ενός συγκεκριμένου κοινού; Η έννοια της «διοικητικής χρήσης» δανεισμένη από το Πάολο Νάπολι μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τη διαφορά μεταξύ της χρήσης ως δράσης, δηλαδή χρησιμοποιώ ένα εξωτερικό αντικείμενο και της χρήσης ως εποπτεία και επιτήρηση ενός κοινού (πρέπει να θυμόμαστε πως το ministrare το ρήμα από το οποίο προέρχεται η διοίκηση- administration- σημαίνει πρώτα απ’ όλα «το να υπηρετείς» και σε καμία περίπτωση «επωφελούμαι από κάτι»). Πράγματι, δεν μπορεί κάποιος να χρησιμοποιήσει το κοινό, όπως χρησιμοποιεί ένα πράγμα, γιατί το κοινό δεν είναι ένα πράγμα, αλλά η σχέση μιας συλλογικότητας με ένα ή περισσότερα πράγματα. Η διοικητική χρήση έρχεται σε αντίθεση με τη σχέση ενός ιδιοκτήτη με το αντικείμενο ιδιοκτησίας του/της. Η έννοια της «οικειοποίησης» πρέπει να διευκρινιστεί, ώστε να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγχυση. Υπάρχει η οικειοποίηση του ανήκειν μέσω της οποίας κάποιος οικειοποιείται ένα πράγμα, αποκλείοντας οποιαδήποτε άλλη σχέση κτήσης σχετικά με το ίδιο πράγμα και υπάρχει και η οικειοποίηση του προορίζειν, στην οποία ένα πράγμα έχει ένα συγκεκριμένο στόχο. Και εδώ υπάρχει ο κίνδυνος της παρεξήγησης: αυτό για το οποίο γίνεται λόγος δεν είναι η οικειοποίηση του κοινού με στόχο αυτό για το οποίο προορίζεται, αλλά το να οικειοποιηθείς τη διεργασία των μελών της συλλογικότητας με στόχο να μην μπορεί να οικειοποιηθεί από κανέναν το πράγμα για το οποίο είναι υπεύθυνα αυτά τα μέλη. Ο σκοπός είναι να διασφαλίσουμε μέσα από κανόνες συλλογικής χρήσης, πως η ληστρική συμπεριφορά οικειοποίησης δεν θα οδηγήσει σε εκτροπή από το στόχο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής προοπτικής που θα ενυπάρχει μέσα στο κοινό. Με άλλα λόγια, σκοπός είναι να ρυθμίζεις τη χρήση του κοινού χωρίς να γίνεται κάποιος ιδιοκτήτης αυτού του κοινού, δηλαδή χωρίς να αποδίδεται σε κάποιον η εξουσία, ώστε να επικυριαρχεί πάνω στο κοινό σαν ο απόλυτος ιδιοκτήτης του. 
  4. Η πολλαπλότητα των κοινών θέτει το ερώτημα του συντονισμού μέσω της κατασκευής των θεσμών από κοινού, απ’ όπου προκύπτει και η ιδέα μιας ομοσπονδίας κοινωνικό- επαγγελματικών κοινών με βάση τον τύπο του αντικειμένου για το οποίο τα διάφορα κοινά έχουν την ευθύνη. Δεν υπάρχουν κοινά που είναι αποκλειστικά επαγγελματικά, μόνο κοινωνικό- επαγγελματικά κοινά, τα οποία πρέπει να ενσωματώσουν μέσα τους τη σχέση τους με την υπόλοιπη κοινωνία. Το παράδειγμα της Ιταλίας είναι ιδιαίτερα διδακτικό στη προκειμένη περίπτωση. Η Νάπολη είναι ένα πολιτικό εργαστήριο των κοινών, όχι μόνο για τη συμμετοχική διαχείριση του νερού, αλλά και για τη σημασία που έχουν διάφορες «καταλήψεις» (μεταξύ άλλων η κατάληψη του Asilo Filangieri, το οποίο έχει μετατραπεί σε ένα χώρο αφιερωμένο σε πολιτισμικές δραστηριότητες. Ωστόσο, αυτές οι πρακτικές μπορούν να είναι βιώσιμες μόνο αν προωθούν το αίτημα για αυτοδιαχείριση σε όλα τα επίπεδα συμπεριλαμβανομένου του συντονισμού μεταξύ των κοινών. 
Επανάσταση και θέσμιση της πολιτικής δημοκρατίας 
Το αίτημα για αυτοδιαχείριση δεν είναι τίποτα άλλο παρά το αίτημα για πολιτική δημοκρατία, η οποία πρέπει να υπερισχύσει σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής. Αυτή αποκλείει κάθε είδους τεχνοκρατία ή διαχείριση από ειδικούς σε τέτοιο βαθμό, ώστε η συμμετοχή του καθενός να είναι ο κύριος κανόνας. 

Η «πραγματική δημοκρατία» είναι ζήτημα θεσμοποίησης και αυτή ακριβώς είναι η ουσία πάνω στην οποία θα θέλαμε να επεκταθούμε. Αυτό που δεν πρέπει να υποτιμούμε είναι η δυσκολία της δημιουργίας νέων θεσμών, των οποίων η λειτουργία θα στοχεύει ειδικά στη δημιουργία κατάλληλων συνθηκών οικειοποίησης από μια μειοψηφία, απαγορεύοντας την αλλαγή των στόχων της και αποτρέποντας το να γίνουν απλές συμβάσεις οι κανόνες της. Ενδεικτικό είναι το πείραμα Barcelona en Comu που βρίσκεται σε εξέλιξη. Η εκλογική νίκη δεν πρέπει να αποκόβεται από αυτό το οποίο προηγήθηκε και κατέστησε αυτή τη νίκη δυνατή- σημαντική συνεισφορά εργασίας σε επίπεδο γειτονιάς για πάνω από τέσσερα χρόνια, ειδικά στο πεδίο της στέγασης, το οποίο κατάφερε να δημιουργήσει τις συνθήκες που επέτρεψαν τη σύνταξη μιας ανεξάρτητης εκλογικής λίστας. Ένα μαζικό κίνημα, συνέχεια των κινητοποιήσεων και των πολλαπλών και συνεχών αναμετρήσεων που μεταλλάχθηκαν σε ευρηματικές πολιτικές μορφές και κατέστησαν την εσωτερική δημοκρατία μια σχεδόν απαραίτητη αρχή λειτουργίας και η οποία πολεμήθηκε ακόμη και από μέσα για να αποκατασταθεί μια κάθετη ιεραρχία με τη πρόφαση της καλύτερης αποτελεσματικότητας (ένας πειρασμός στον οποίο οι ηγέτες του Ποδέμος ενέδωσαν). Μέσα από όλα αυτά τα πειράματα, έχει τεθεί το πρακτικό ζήτημα μεταξύ της κατασκευής «εδώ και τώρα», με τις υπάρχουσες συνθήκες, νέων μορφών σχέσεων και δραστηριοτήτων και της σύνδεσης όλων αυτών με τη γενική μεταμόρφωση της κοινωνίας. Το κοινό σημείο σε όλα αυτά είναι η ρήξη που έχουν εισάγει ενάντια σε ολόκληρο το ολιγαρχικό πολιτικό «σύστημα» που είναι στενά συνδεδεμένο με τα οικονομικά συμφέροντα των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων. Ωστόσο, η ανεκτίμητη αξία τους είναι πως έχουν αποδείξει ότι είναι αδύνατο να πολεμάς το «σύστημα», χωρίς την ίδια στιγμή να δημιουργείς, σε πρακτικό επίπεδο, νέες μορφές της κοινωνίας και της πολιτικής. Αυτή η δημιουργική διάσταση των κινημάτων είναι και το πιο εκπληκτικό φαινόμενο, καθώς ο ορισμός της επιθυμητής κοινωνίας δεν είναι πουθενά γραμμένος, σε κανένα πρόγραμμα, δεν είναι κτήμα κανενός κόμματος και σίγουρα δεν είναι μονοπώλιο καμίας ελίτ. Με βάση αυτή τη λογική μπορεί να ειπωθεί πως αυτά τα κινήματα είναι ιδιαίτερα «αυτόνομα», με την ετυμολογική έννοια του όρου. Μέσα από τις πράξεις τους, παρουσιάζουν την ανάγκη για να θεσμοποιηθεί ολόκληρη η κοινωνία σύμφωνα με τη λογική των κοινών. Για αυτόν ακριβώς το λόγο λέμε πως αυτά τα κινήματα είναι επαναστατικά, καθώς αποκαθιστούν στον όρο «επανάσταση» το ακριβές νόημα της «επαναθεσμοποίησης της κοινωνίας» και σε καμία περίπτωση όταν λέμε για επανάσταση, δεν συνδέεται στο νου μας με βίαιες ταραχές ή εξεγέρσεις. Η επανάσταση αφορά κάτι άλλο. Η επαναστατική έννοια των σύγχρονων κινημάτων δεν βασίζεται στο είδος της δράσης που υιοθετούν, εκλογική η μη, ούτε στην ξεκάθαρη συνειδητοποίηση των στόχων που αυτά τα κινήματα επιδιώκουν. Περισσότερο έχει να κάνει με την ανυποχώρητη και γενναία αντίσταση μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας απέναντι στις πολιτικές λιτότητας και τη μετατροπή αυτής της αντίστασης σε βούληση και ικανότητα αλλαγής των ίδιων των πολιτικών σχέσεων, ώστε να πάμε από την «αντιπροσώπευση» στη «συμμετοχή». Αυτό εννοούμε όταν λέμε πως πρέπει να οδηγήσουμε το αίτημα για το κοινό στο υψηλότερο δυνατό σημείο έκφρασής του. 

Σημειώσεις
[1] Βλ. Pierre Dardot, Christian Laval, Commun, Essai sur la revolution au 21eme siecle, Paris: Éditions La Découverte, 2014. 
[2] Τα πράγματα που δεν ανήκουν σε κανέναν, ανήκουν σε αυτόν που πρώτος θα τα διεκδικήσει. 

Πηγή: Transform!
Μετάφραση: Λάζαρος Καραβασίλης 

Επιμέλεια: Αντώνης Γαλανόπουλος

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

Οι τρεις κύκλοι της μετανάστευσης στην Ελλάδα


Καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο, η ελληνική οικονομία στην εξέλιξή της αντιμετωπίζει τρεις κύκλους μεταναστευτικών ρευμάτων: α) από την Ελλάδα προς τις ανεπτυγμένες χώρες της Ευρώπης (δεκαετίες 1950 και 1960), β) προς την Ελλάδα από τις χώρες της Βαλκανικής και της Ανατολικής Ευρώπης (δεκαετία του 1990) και γ) από την Ελλάδα προς τις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες (δεκαετία του 2010).
Ομως, το ερώτημα που τίθεται αναφέρεται στις συνθήκες δημιουργίας των μεταναστευτικών ρευμάτων από και προς την Ελλάδα, που σημειώθηκαν τα τελευταία εξήντα χρόνια. Από την άποψη αυτή αξίζει να σημειωθεί ότι κεντρική θέση στην ερευνητική διερεύνηση των αιτίων των μεταναστευτικών κινήσεων στη χώρα μας αποτελούν η αναπτυξιακή στρατηγική, η συντελούμενη οικονομική διάρθρωση και η εξειδίκευση της ελληνικής οικονομίας στον διεθνή και ευρωπαϊκό καταμερισμό εργασίας, προς την κατεύθυνση των «ενδιάμεσων» δραστηριοτήτων (υπηρεσίες, εμπόριο, τουρισμός).
Μάλιστα, το επιχείρημα που διατυπώθηκε από την επικρατούσα άποψη ήταν ότι η διαμορφούμενη οικονομική διάρθρωση και η βιομηχανική-τεχνολογική υπανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας δεν είναι το αποτέλεσμα του διεθνούς και ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας (άνιση ανάπτυξη, οικονομικές-κοινωνικές ανισότητες) της παγκόσμιας οικονομίας και της θέσης που έλαβε σ’ αυτή η χώρα μας.
Αντίθετα, υποστηρίχθηκε το «γεγονός» των καλύτερων επιδόσεων που είχαν οι Ελληνες σ’ αυτές τις δραστηριότητες απ’ ό,τι σε οργανωτικές, καινοτομικές, τεχνολογικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, που απαιτούν ορθολογική αντιμετώπιση και πνεύμα σχεδιασμού και προγραμματισμένης προοπτικής.
Ταυτόχρονα, ο εξωστρεφής προσανατολισμός της ελληνικής οικονομίας σ’ αυτή την περίοδο (δεκαετία 1960) θεωρήθηκε ο πρωταρχικός στρατηγικός στόχος της αναπτυξιακής πολιτικής για την αντιμετώπιση του προβλήματος της διεύρυνσης του βιομηχανικού δυναμικού, παράλληλα με τη βελτίωση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και του ισοζυγίου πληρωμών.
Μέσο υλοποίησης αυτού του στρατηγικού αναπτυξιακού στόχου ήταν οι με διάφορες μορφές εισροή και ενίσχυση της θέσης και του ρόλου του ξένου κεφαλαίου (θυγατρικές επιχειρήσεις, τεχνολογικός εξοπλισμός, κ.λπ.) στη βάση της αντίληψης ότι θα επιταχυνθεί η εκβιομηχάνιση διαμέσου της πολιτικής υποκατάστασης των εισαγωγών και της προώθησης των εξαγωγών.
Στην κατεύθυνση αυτή, η τεχνολογία που χρησιμοποιήθηκε, ιδιαίτερα στη γεωργία, δημιούργησε πλεονάζον εργατικό δυναμικό, το οποίο όμως δεν απορροφήθηκε από τον μεταποιητικό τομέα παραγωγής, από τη στιγμή που ήταν εισαγόμενη στη χώρα μας.
Παράλληλα, η σημαντική διαφορά ανάμεσα στο αγροτικό εισόδημα και το μέσο εισόδημα του συνολικού πληθυσμού και ακόμα περισσότερο του αστικού πληθυσμού, σε συνδυασμό με τη μικρή έκταση της γεωργικής καλλιέργειας, συνέβαλε στη μείωση των απασχολουμένων στη γεωργία κατά τη δεκαετία του 1960.
Με άλλα λόγια, οι περιορισμένες παραγωγικές δυνατότητες απορρόφησης του πλεονάζοντος αγροτικού δυναμικού και μεταναστεύοντος ρεύματος εργατικού δυναμικού στις μεγάλες πόλεις, από μέρους του εγχώριου μεταποιητικού τομέα, συνέβαλαν στη μετατροπή του εσωτερικού ρεύματος μετανάστευσης σε άνεργο εργατικό δυναμικό, το οποίο στη συνέχεια μετανάστευσε -όπως και αυτό απευθείας από τον αγροτικό τομέα- στις ανεπτυγμένες χώρες της βόρειας Ευρώπης.
Η παρατήρηση αυτή σημαίνει ότι η γενεσιουργός αιτία της εξωτερικής μετανάστευσης, κατά τις πρώτες δεκαετίες της μεταπολεμικής Ελλάδας (πρώτος μεταναστευτικός κύκλος), αποτελεί συστατικό στοιχείο των αναπτυξιακών επιλογών και της διαμορφούμενης οικονομικής διάρθρωσης στο πλαίσιο του διεθνούς και ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας της χώρας μας.
Ετσι, η ελληνική οικονομία στερήθηκε από το πιο παραγωγικό τμήμα του εργατικού της δυναμικού παράλληλα με τη συρρίκνωση της τεχνολογικής και καινοτομικής δυναμικής της.
Οι ελλειμματικές αυτές παραγωγικές και τεχνολογικές συνθήκες οδήγησαν τις αναπτυξιακές επιλογές της ελληνικής οικονομίας προς τις τουριστικές δραστηριότητες, καθώς και προς την ανάπτυξη του τριτογενούς και κατασκευαστικού-οικοδομικού τομέα, με αποτέλεσμα, μεταξύ των άλλων, να συντηρείται καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο η μετανάστευση από την Ελλάδα εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού προς τις ΗΠΑ και τις ανεπτυγμένες τεχνολογικά χώρες της Ευρώπης, εξαιτίας του χαμηλού τεχνολογικού, γνωσιολογικού και καινοτομικού επιπέδου της ελληνικής οικονομίας.
Γι’ αυτόν ακριβώς τον σοβαρό διαρθρωτικό λόγο «της μη ευφυούς ανάπτυξης» της ελληνικής οικονομίας, η μετανάστευση των Ελλήνων στο εξωτερικό, ως συνιστώσα της αναπτυξιακής πολιτικής, λειτούργησε και ως δικλίδα ασφαλείας των αναπτυξιακών επιλογών με τη συμβολή της στη μείωση της ανεργίας και στην άμβλυνση των σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων που απορρέουν από την ύπαρξή της.
Ταυτόχρονα όμως, η ανάπτυξη των «ενδιάμεσων δραστηριοτήτων» (υπηρεσίες, εμπόριο, τουρισμός, οικοδομή) στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1970 και μετά, δημιούργησε συνθήκες μιας σημαντικής αναντιστοιχίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης εργασίας χαμηλού και μέσου επιπέδου εξειδίκευσης, η οποία, σε συνδυασμό και με τις εξελίξεις στις χώρες της Βαλκανικής και της Ανατολικής Ευρώπης, καλύφθηκε, κυρίως, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, από περίπου ένα εκατομμύριο μεταναστών από αυτές τις χώρες. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα, ενώ μέχρι τη δεκαετία του 1980 ήταν χώρα προέλευσης μεταναστών, από τις αρχές της δεκαετίας του 1990 μετεξελίσσεται σε χώρα υποδοχής μεταναστών (δεύτερος μεταναστευτικός κύκλος).
Ομως, με την εφαρμογή των τριών μνημονίων ύφεσης (μείωση 26% του ΑΕΠ) και λιτότητας (μείωση 40% των μισθών και 50% των συντάξεων) από το 2010 μέχρι σήμερα, η αύξηση της στατιστικής ανεργίας (23%, 2016), η διατήρηση της μακροχρόνιας ανεργίας στο επίπεδο του 70%, σε συνδυασμό με το υψηλό επίπεδο φτωχοποίησης του πληθυσμού (τέσσερα εκατ. άτομα), τη σημαντική μείωση των δημόσιων και των ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς και της απασχόλησης, οδήγησαν, μεταξύ άλλων, 450.000 εξειδικευμένου επιπέδου Ελληνες παραγωγικής ηλικίας (στην πλειονότητά τους κάτω των 45 ετών) στο εξωτερικό.
Ετσι, η Ελλάδα, διατηρώντας την ίδια οικονομική και αναπτυξιακή διάρθρωση στην κατεύθυνση των «ενδιάμεσων δραστηριοτήτων» (υπηρεσίες, εμπόριο, τουρισμός), μετεξελίσσεται εκ νέου, μετά εξήντα χρόνια, σε χώρα αποστολής μεταναστών (τρίτος μεταναστευτικός κύκλος), δεχόμενη ταυτόχρονα και αντικειμενικά σοβαρές πιέσεις στην αγορά εργασίας και στην επιζητούμενη σήμερα αναπτυξιακή προοπτική της, από την άποψη του στόχου και του περιεχομένου του αναπτυξιακού της προσανατολισμού.
Αυτό σημαίνει ότι η αναπτυξιακή επιλογή της ελληνικής οικονομίας στο μέλλον θα πρέπει να προσανατολιστεί στην κατεύθυνση της τεχνολογικής-καινοτομικής αναβάθμισης της παραγωγικής της βάσης και της υψηλής εξειδίκευσης του εργατικού δυναμικού, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να ανακοπεί η ροή του μεταναστευτικού ρεύματος των Ελλήνων στο εξωτερικό.
Διαφορετικά, η αναπτυξιακή επιλογή στο μέλλον, ως χώρας επενδυτικών ευκαιριών του διεθνούς και ευρωπαϊκού κεφαλαίου και του χαμηλού και μέσου επιπέδου εξειδίκευσης του εργατικού δυναμικού, θα συμβάλει στη διεύρυνση του τρίτου μεταναστευτικού κύκλου, με όποια αρνητικά συνεπάγεται αυτό για την επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού.
*Ομότ. καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
**Υπ. διδάκτορας Παντείου Πανεπιστημίου
 

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2017

Μπορεί ν’ ανανεωθεί ο (ελληνικός) καπιταλισμός;

Του Πέτρου Λινάρδου Ρυλμόν
Γιατί τόση εμπιστοσύνη εκ μέρους της Αριστεράς στην ικανότητα του καπιταλισμού να ανανεωθεί; Πρόκειται στην πραγματικότητα για ευρωπαϊκό φαινόμενο και όχι απλά ελληνικό. Σε μας έκανε πρόσφατα την εμφάνισή της η θεωρία του “ελατηρίου”: η οικονομία συμπιέστηκε, πού θα πάει θα εκτιναχθεί! Υπάρχει και “μαρξιστική” θεμελίωση: ο καπιταλισμός γνωρίζει κύκλους και μέσα από την ύφεση και τη μείωση του εργατικού κόστους αναζωογονείται! Πρόκειται, βέβαια, για μια προσέγγιση που μας καλεί να αναβάλουμε τα κοινωνικά αιτήματα, αλλά και να αγνοήσουμε τα οξυνόμενα και επείγοντα περιβαλλοντικά προβλήματα.
Η ATTAC για τη δυναμική του καπιταλισμού
Μια τελευταία έκδοση της γαλλικής ΑΤΤΑC1 απαντάει στο ερώτημα για τη σημερινή δυναμική του καπιταλισμού: η μεγέθυνση του προϊόντος χαρακτηρίζεται πλέον από στασιμότητα, η υπερχρέωση συνεχίζεται ως παγκόσμιο φαινόμενο και οι “αναδυόμενες” οικονομίες πέρασαν σε φάση επιβράδυνσης. Πώς μπορεί σε αυτό το διεθνές και ευρωπαϊκό περιβάλλον να “εκτιναχθεί” η ελληνική οικονομία; Αρκούν το μειωμένο εργατικό κόστος, τα φτηνά κτίρια και χωράφια; Είναι δυνατόν να κατακτηθούν αγορές, από υπαρκτές ή νέες επιχειρήσεις, που θα παρασύρουν το σύνολο της οικονομίας;
Οι οικονομολόγοι της ATTAC2 αναδεικνύουν μια ιστορική τάση μείωσης της παραγωγικότητας η οποία οδήγησε από τη δεκαετία του 70 στην καθήλωση της κερδοφορίας, και στην αμφισβήτηση του φορντικού μοντέλου στο πλαίσιο του οποίου μοιραζόταν οι αυξήσεις της παραγωγικότητας μεταξύ κερδών και αμοιβών. Αυτή η αλλαγή περιόδου αντιμετωπίστηκε από το νεοφιλελεύθερο μοντέλο μέσω της αναδιανομής του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, της αύξησης του δανεισμού, και επιπλέον μέσω της αξιοποίησης των αγορών στις “αναδυόμενες” οικονομίες.
Οι πολιτικές λιτότητας και η υπερχρέωση
Τα κέρδη πράγματι αυξήθηκαν από τη δεκαετία του ‘80 και μετά, αλλά δημιουργήθηκε ταυτοχρόνως μια τεράστια πυραμίδα “εικονικού κεφαλαίου”, που για να αποδώσει στους κατόχους τίτλων έπρεπε και πρέπει να συνεχίζονται οι αναδιανομές εισοδήματος. Χαρακτηριστική είναι, όπως γνωρίζουμε, η περίπτωση του “ελληνικού χρέους”. Αφού τονώθηκε η ελληνική ταχεία ανάπτυξη με δάνεια, μετατράπηκαν τα δάνεια αυτά σε δημόσια και επιβλήθηκε η λιτότητα η οποία εξασφάλισε (ως πότε θα το δούμε) την απόδοση τίτλων που δεν μπορούσε να εξυπηρετεί ένα νέο εισόδημα, αποτέλεσμα μιας νέας παραγωγής.
Αλλά οι πολιτικές λιτότητας και η υπερχρέωση, ενώ συνεχίζουν να αποτελούν προϋποθέσεις για την κερδοφορία του κεφαλαίου, συντηρούν και τη στασιμότητα της παραγωγικότητας. Οι καινοτομίες και η “έξυπνη εξειδίκευση” που αποτελεί την κατεξοχήν αναπτυξιακή προοπτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν ανατρέπουν αυτή την κατάσταση διότι είναι πλέον μειωμένη η ικανότητα του καπιταλισμού να ενσωματώνει καινοτομίες που αυξάνουν την παραγωγικότητα συνολικά. Κατά την ομάδα οικονομολόγων της ATTAC, η εξάντληση των αυξήσεων της παραγωγικότητας σε συνδυασμό με την επιβράδυνση των αναδυόμενων οικονομιών, οδηγούν πλέον στο ότι δεν μπορεί ο διεθνής καπιταλισμός να εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς και συνεχίζει να διαχειρίζεται την κρίση με σπασμωδικές κινήσεις και αβέβαιες προοπτικές.
Ιδιωτικές επενδύσεις: δυνατότητες και εμπόδια
Σε αυτές τις συνθήκες, ποιες είναι οι δυνατότητες για την τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων στην Ελλάδα και ποια είναι τα εμπόδια; Οι πολιτικές των μνημονίων, με την «εσωτερική υποτίμηση» και τις «διαρθρωτικές αλλαγές» στην αγορά εργασίας, δεν είχαν ως τώρα αποτελέσματα σχετικά με τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, ή καλύτερα, όλες οι αισιόδοξες προβλέψεις της τρόικας έπεσαν έξω. Γιατί συνέβη αυτό; Η ελληνική παραγωγή αφορά σε μεγάλο βαθμό την εγχώρια αγορά και η λιτότητα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του παραγωγικού δυναμικού, αλλά και τη μείωση της εσωτερικής ζήτησης. Ο εξωστρεφής τομέας δεν είχε έναν αξιοσημείωτο δυναμισμό και ήταν – και παραμένει – οργανικά εξαρτημένος από δραστηριότητες κατά βάση εσωστρεφείς.
Αλλά ακόμα κι αν παρατηρηθεί μια ανάκαμψη των επενδύσεων, από το πολύ χαμηλό σημείο όπου έχουν φθάσει, δεν σημαίνει ότι θα αφορά επιχειρήσεις που θα ηγηθούν μιας δυναμικής εξωστρεφούς ανάκαμψης, και πόσο μάλλον μιας συνολικής ανασυγκρότησης της οικονομίας. Για να συμβούν αυτά χάρη σε ιδιωτικές επενδύσεις πρέπει να υπάρχει κερδοφορία ελκυστική, αγορές προσιτές και σε διαδικασία μεγέθυνσης (μια σοβαρή δυσκολία στις συνθήκες στασιμότητας), και θεσμικό πλαίσιο άσκησης αναπτυξιακών πολιτικών που να μην περιορίζεται σε επιδοτήσεις διαφόρων ειδών, αλλά να καλύπτει όλα τα στάδια της αλυσίδας της αξίας, από την έρευνα ως την πώληση. Το συμπέρασμα είναι ότι ενώ έχουμε αξιοποιήσιμους συντελεστές παραγωγής, ανθρώπινο δυναμικό, γη, κτίρια, φυσικούς πόρους, πολιτισμό, κεφαλαιουχικό εξοπλισμό, δεν μπορούμε να τους αξιοποιήσουμε αν βασιστούμε στις φιλοδοξίες και τις γνώσεις ιδιωτών επιχειρηματιών.
Η έκδοση της ATTAC καταλήγει στο ότι πρέπει να πάρουμε έναν “άλλο δρόμο” και να βασιστούμε στις εξής προϋποθέσεις: “από την μία στην ανάπτυξη της σφαίρας των μη αγοραίων δραστηριοτήτων, των δημοσίων υπηρεσιών και της κάλυψης των κοινωνικών αναγκών που βρίσκονται εκτός της λογικής του κέρδους, και από την άλλη στη συλλογική διαχείριση των φυσικών πόρων, που πρέπει να αντιμετωπιστούν ως κοινά αγαθά. Τα κοινά απαιτούν μια διαφορετική οργάνωση που βασίζεται στην κατανομή του πλούτου και τη συνεργασία, σε νέα παραγωγικά πρότυπα, στην ανοιχτή συμμετοχή υπεύθυνων πολιτών και την κοινωνική καινοτομία”.
«Η αγορά δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ανώτερη σε σχέση με τους άλλους οικονομικούς θεσμούς, και πρέπει να “επανενσωματωθεί” στην κοινωνία, σύμφωνα με την έκφραση του Karl Polanyi. Οι αγορές πρέπει να πλαισιωθούν αυστηρά και να ανταποκριθούν στους μακροπρόθεσμους στόχους της οικολογικής και κοινωνικής μετάβασης, που ορίζονται από τον δημόσιο σχεδιασμό».
Η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας δείχνει πώς η λογική της ιδιωτικής κερδοφορίας γενναιόδωρα τροφοδοτημένης με δημόσιους πόρους οδήγησε στην απώλεια παραγωγικού δυναμικού και στη φυγή προς την υπερχρέωση, δημόσια και ιδιωτική.
Καθήλωση του ελληνικού καπιταλισμού
Οι πολιτικές των μνημονίων δεν αποτέλεσαν παράγοντες ανανέωσης του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά καθήλωσής του σε καταστάσεις, από παραγωγική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη, από τις οποίες δεν μπορεί να βγει η οικονομία και η κοινωνία χωρίς μια μεγάλη αλλαγή προσανατολισμού. Μια αλλαγή που θα μας βγάλει από το “όραμα” μιας καπιταλιστικής ανάπτυξης και θα μας βάλει στις λογικές του σχεδιασμού, της ορθολογικής αξιοποίησης πόρων και δυνατοτήτων, της ανανεωμένης δημοκρατίας.
Σημειώσεις:
1. Cette crise qui n’en finit pas PAR ICI LA SORTIE (Η κρίση που δεν τελειώνει ΑΠΟ ΔΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΟΔΟ)
2. Jean-Marie Harribey, Michel Husson, Esther Jeffers, Fréderic Lemaire, Dominique Plihon.