Παρασκευή 30 Μαρτίου 2018

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ: Ο δημόσιος χώρος στην επιχειρηματική πόλη


Θεσσαλονίκη : Ο δημόσιος χώρος στην επιχειρηματική πόλη

Η υποχώρηση των δημόσιων πολιτικών για τον χώρο
Απο την ''Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση των ελεύθερων χώρων''


Τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη αναπτύχθηκε μια κινηματική διαδικασία υπεράσπισης του δημόσιου χώρου, η οποία ξεκίνησε και σε μεγάλο βαθμό συνεχίζει να στοχεύει στην διεκδίκηση του δημόσιου χαρακτήρα των πρώην στρατοπέδων (και αυτών που θεωρητικά θα σταματήσουν να λειτουργούν), με κυρίαρχο αίτημα την δέσμευσή τους σε δημόσιους, κοινόχρηστους χώρους υψηλού πρασίνου. Η διεκδίκηση αυτή εδράζεται:
α) στο βίωμα της τεράστιας έλλειψης μεγάλων χώρων υψηλού πρασίνου, ιδιαίτερα στη επιβαρυμένη και περιβαλλοντικά Δυτική Θεσσαλονίκη και
β) στην πληρέστατη σχετική τεκμηρίωση της αναγκαιότητας ουσιαστικής αύξησης των χώρων πρασίνου από τις μελέτες που προηγήθηκαν της κατάρτισης του παραλίγο Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης, κυρίως για λόγους υγείας, αλλά και για την αναψυχή και την αισθητική της πόλης.

Γρήγορα διαπιστώθηκε πως ένα από τα κύρια μέσα για την υφαρπαγή τους είναι η απουσία ενός δεσμευτικού χωροταξικού σχεδιασμού σε επίπεδο πολεοδομικού συγκροτήματος, το περίφημο Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης.
Ο μη δεσμευτικός μητροπολιτικός σχεδιασμός και οι αποσπασματικές ρυθμίσεις (ΓΠΣ, ΕΧΣ) επιτρέπει στις δυνάμεις της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης με πρωτεργάτες του δήμαρχους να προωθούν τα μικρά ή μεγάλα συμφέροντα που επιβουλεύονται τον δημόσιο χώρο. Έτσι με ανύπαρκτο δημόσιο διάλογο και χωρίς υποτυπώδη τεχνικονοοικονομική τεκμηρίωση αποφασίζουν απροσχημάτιστα την κατασκευή 8 μαρίνων στην παράκτια ζώνη από Καλοχώρι ως Περαία. Επιτρέπει επίσης σε κάθε σπεκουλαδόρο πολιτικάντη να ζητάει τη χωροθέτηση χρήσεων όπου βολεύει την πελατεία του, ενώ το νεοφιλελεύθερο φυτώριο χωρικού σχεδιασμού στο οποίο έχει μετατραπεί η Θεσσαλονίκη έβγαλε μέχρι και μητροπολίτη-μεσίτη δημόσιων ακινήτων.
Είναι χαρακτηριστικό δε της νοοτροπίας των δημάρχων-κοτζαμπάσηδων ότι ακόμα και στην περίπτωση των στρατοπέδων, επιδιώκουν μεν να μην διατεθούν άμεσα σε ιδιώτες-περίπτωση Στρ. Καρατάσου, αλλά προωθούν ΓΠΣ που προβλέπουν πληθώρα δυνατοτήτων ιδιωτικών επενδύσεων και θηριώδη αύξηση του δομημένου χώρου., εάν το επιτρέψει ο Καμένος που θεσμοθέτησε ήδη το δικό του ΤΑΙΠΕΔ (Ν…..)για την προώθηση των Real Estate σχεδιασμών του.
Βιώνουμε με άλλα λόγια, ως πολιτική διαχείρισης του δημόσιου χώρου την συνέχιση της απορρύθμισης και απόσυρσης της δημόσιας πολιτικής και του ολοκληρωμένου χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. Και αυτό φυσικά με την ανοχή αν όχι τη συνενοχή της παρούσας κυβέρνησης, η οποία όχι μόνο δεν επαναφέρει τον μητροπολιτικό σχεδιασμό, αλλά προωθεί ασμένως θα ‘λεγε κάποιος, και χωρίς κανένα ουσιαστικό δημόσιο διάλογο, την εμπορευματοποίηση του δημόσιου χώρου με διαμεσολαβητή την Τοπική Αυτοδιοίκηση στην οποία τον εκχωρεί.
Παράδειγμα της πρώτης ομάδας είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε η παραχώρηση των πρώην στρατοπέδων Παύλου Μελά και Κόδρα στους Δήμους, χωρίς να εντάσσονται σ’ένα ενιαίο σχεδιασμό και φορέα διαχείρισης Μητροπολιτικού Πρασίνου και χωρίς διασφάλιση των απαραίτητων οικονομικών πόρων για τη διαμόρφωση και συντήρησή τους.
Για τη δεύτερη ομάδα παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η προωθούμενη από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και του δήμους, του Ειδικού Χωρικού Σχεδίου για την Παράκτια Ζώνη. Εδώ, ενώ δεν υπάρχει ο υπερκείμενος χωροταξικός σχεδιασμός για το Πολεοδομικό Συγκρότημα, στον οποίο θα εντάσσεται και το παραλιακό μέτωπο, αποσπάται ένα κομμάτι που ενδιαφέρει την κτηματαγορά να οργανωθεί για να παραχθούν υπεραξίες γης –ιδιαίτερα μετά τις 8 μαρίνες στον Θερμαικό και τη «Μακεδονική Ριβιέρα» του Δ.Πυλαίας.
Δημόσια πολιτική για τον χώρο-σχεδιασμός από ποιόν και για ποιους
Η απουσία δεσμευτικού χωροταξικού σχεδιασμού για τη Μητροπολιτική περιοχή της Θεσσαλονίκης είναι στην πραγματικότητα προαπαιτούμενο για την εφαρμογή των επιλογών που επιτρέπουν την υφαρπαγή (μεταρρύθμιση στη νεοφιλελεύθερη αργκό) της δημόσιας περιουσίας από ιδιώτες και την δυνατότητα περαιτέρω υποβάθμισης του αστικού περιβάλλοντος χωρίς κόστος για τους υπαίτιους.
Για την ιστορία, το Ρυθμιστικού Σχέδιο Θεσσαλονίκης, αν και ήδη στρεβλωμένο και κουτσουρεμένο, δεν ψηφίστηκε το καλοκαίρι του 2014 λόγω των συντονισμένων παρεμβάσεων των δήμων της Θεσσαλονίκης, των τότε βουλευτών ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και πληθώρας επιχειρηματικών παραγόντων, κυρίως από τον χώρο της βιομηχανίας, του τουρισμού και της αγοράς ακινήτων. Σήμερα, σχεδόν 4 χρόνια μετά, η ευθύνη βαρύνει και την παρούσα κυβέρνηση που θα μπορούσε να το νομοθετήσει, αλλά δεν τολμά να συγκρουσθεί με τα συμφέροντα του Real Estate γιατί αυτά θα φέρουν την «ανάπτυξη» στην οποία δεν πρέπει να υπάρχουν χωροταξικά και πολεοδομικά εμπόδια.
Αντ’ αυτού βλέπουμε την άμεση, απροκάλυπτη εξωθεσμική παρέμβαση ενός ιδιωτικού ιδρύματος (Ίδρυμα Ροκφέλερ) για το σχεδιασμό της Θεσσαλονίκης (Resilient Thess), αλλά και της Αθήνας και την οικονομική πρόσδεση-εξάρτηση με δανεισμό 20 εκατ. ευρώ από την Παγκόσμια Τράπεζα. Σταδιακά προωθείται και συγκροτείται το μοντέλο της επιχειρηματικής πόλης όπου οι κοινωνικές ανάγκες απεμπολούνται και προτάσσεται η προώθηση του «επιχειρείν» με την θεσμική νομιμοποίηση των Δήμων. Αποτέλεσμα αυτής της παρέμβασης ήταν η περίφημη μελέτη για την ανθεκτική πόλη-Resilient Thess η οποία εκτός από την επανάληψη προτάσεων που έχουν ακουστεί εδώ και δεκαετίες, όταν φτάνει στα επίδικα, αφού παρακάμψει τις υφιστάμενες θεσμοθετημένες διαδικασίες και φορείς, προτείνει συνδιαχείριση του δημόσιου χώρου με την κοινωνία των πολιτών (ΜΚΟ,ΚΟΙΝΣΕΠ) που φτάνει και μέχρι την ανάληψη από τους πολίτες μέρους της συντήρησης τους !!! Οπότε, όπου οι πολίτες μπορούν να διαθέσουν χρήμα αυτός θα είναι όμορφος και βιώσιμος, όπου δεν μπορούν θα περιμένουν πότε θα ασχοληθεί ο Δήμος. Η κατάσταση, ιδιαίτερα των εκτός κέντρου δημόσιων χώρων είναι αψευδής μάρτυρας του μέλλοντός τους. Οτιδήποτε δεν εξυπηρετεί την τουριστική βιτρίνα της πόλης απεμπολείται και αφήνεται να ρημάξει. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα δράσεων αποτελεί σοβαρή προσπάθεια οργάνωσης ενός παραμηχανισμού για την ουσιαστική παράδοση πλειάδας τομέων της δημόσιας πολιτικής του αστικού χώρου σε σχήματα συνεργασίας με τον ιδιωτικό τομέα που αντικειμενικά θα λειτουργούν μακριά από τον δημοκρατικό έλεγχο. Το δημοτικό συμβούλιο σταδιακά θα είναι κάτι σας ΔΣ εταιρείας συμμετοχών που θα εγκρίνει συνοπτικά εκθέσεις ειδικών συμβουλίων και ομάδων εργασίας με πρόθυμους ανενδοίαστους επιφανείς τεχνοκράτες νεοφιλελεύθερης αντίληψης.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό γνώρισμα των προσεγγίσεων τύπου ΡΕΖΙΛΙend city είναι ότι ενώ αποδέχονται τον μητροπολιτικό σχεδιασμό δεν ζητούν την άμεση επαναφορά του Ρυθμιστικού και μιας δημόσιας αρχής που θα το εφαρμόζει. Προωθούν ένα χαλαρό σχήμα διαφόρων μηχανισμών lobby οι οποίοι ευέλικτα, αποσπασματικά και ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς θα παίρνουν αποφάσεις που θα επικυρώνει ένα απονευρωμένο δημοτικό συμβούλιο.
Δημόσιος χώρος: η ιδιοκτησία δεν αρκεί
Ο δημόσιος χώρος δεν αφορά μόνο την ιδιοκτησία. Βλέπουμε ότι η σημερινή κυβέρνηση μέσα από διάφορα κόλπα εμφανίζει περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου ότι παραμένουν στην ιδιοκτησία του, ενώ στην πραγματικότητα περνάνε σε υπερθεσμικούς ανεξέλεγκτους φορείς (Υπερταμείο) για να τα διαχειριστούν με τους όρους της αγοράς.
Η υπεράσπιση του δημόσιου χώρου αφορά επίσης τον δημοκρατικό-συμμετοχικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο σχεδιασμό, τη δημόσια και τη διαφανή διαχείριση. Αν μιλάμε ειδικότερα για τους δημόσιους χώρους της πόλης, η υπεράσπιση του δημόσιου χώρου αφορά επίσης την εξασφάλιση της ασφαλούς δημόσιας χρήσης. Η ασφαλής δημόσια χρήση είναι κρίσιμη για τη χρήση ενός χώρου από τους πολίτες και η οποία χρησιμοποιείται συχνά ως ο Δούρειος Ίππος για τον περιορισμό ή την πλήρη υφαρπαγή του δημόσιου χαρακτήρα, μαζί βέβαια με την επικαλούμενη έλλειψη πόρων για τη διαχείρισή τους. Στη δική μας οπτική η ασφάλεια αφορά κυρίως την καλή κατάσταση των επιμέρους υποδομών, την οικειοποίηση και όχι την αποξένωση των πολιτών από τον κοινωνικό εξοπλισμό της πόλης τους και όχι μόνο την ασφάλεια από τους «κακούς της πόλης», όπως η αυταρχική-ακροδεξιά ατζέντα θέλει να επιβάλλει.
Ο δημοκρατικός και διαφανής σχεδιασμός εξασφαλίζει ότι οι πολίτες έχουν λόγο στις βασικές παραδοχές του σχεδιασμού έχοντας υπόψη τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα διαφορετικών επιλογών. Παράδειγμα: αν κάποιος Δήμος επιμένει ως λύση αξιοποίησης ενός χώρου έναν πανάκριβο σχεδιασμό, τη στιγμή που δεν έχει πόρους να τον υλοποιήσει και κυρίως να τον συντηρήσει οι ιδιώτες είναι πίσω από τη γωνία.
Από αυτά προκύπτει ότι κρίσιμο στοιχείο για την υπεράσπιση του δημόσιου χώρου στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες μεγάλες πόλεις είναι η θεσμοθέτηση ενός δεσμευτικού χωροταξικού σχεδιασμού-Ρυθμιστικού Σχεδίου στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Και αυτό γιατί ο σχεδιασμός αυτός είναι επιστημονικά τεκμηριωμένος, περνά από πολλά στάδια ουσιαστικής διαβούλευσης εφόσον υπάρχει πολιτική βούληση μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της κοινωνίας και των αναγκών της».

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2018

ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΙΝΙΚΑ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

*Το παρακάτω είναι άρθρο στην ''aytodioikisi.gr'' το 2017

Την ανάλυση των 1267 ποινικών υποθέσεων δημοσίων υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου για το 2016, που κοινοποιήθηκαν στην Γενική Επιθεωρήτρια Δημόσιας ΔιοίκησηςΜαρία Παπασπύρου δημοσιεύει η aftodioikisi.gr. 
Πρόκειται για σοβαρές υποθέσεις που, όπως έχει τονίσει η κ. Παπασπύρου, αφορούν μεταξύ άλλων 1214 ποινικές διώξεις, 14 βουλέυματα και 39 δικαστικές αποφάσεις για ανθρωποκτονία, διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών, επ’ αυτοφώρω δωροδοκία, υπεξαίρεση, πλαστογραφια, απιστία στην υπηρεσία για ποσά από 120.000 έως 150.000 ευρώ. Γι’ αυτό και προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι σε αυτές εμπλέκονται, εκτός των άλλων, ένας γενικός γραμματέας υπουργείου, εκατοντάδες αιρετοί της Αυτοδιοίκησης και αστυνομικοί, ιατροί του ΕΣΥ, διοικητές Οργανισμών αλλά και εκπαιδευτικοί.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοχεία που δημοσιεύει η aftodioikisi.gr, πλην των δημοσίων υπαλλήλων που έχουν την «πρωτιά» (288), εντυπωσιακό είναι ότι στη δεύτερη θέση βρισκονται οι δημοτικοί σύμβουλοι (238), στην τρίτη δημοτικοί υπάλληλοι (178), στην τέταρτη αστυνομικοί (115), στην πέμπτη αντιδήμαρχοι (63), ενώ την εξάδα συπληρώνουν οι δήμαρχοι (48)! Εκτός όμως από τους δημάρχους στην λίστα από την Αυτοδιοίκηση βρίσκονται ένας περιφερειάρχης αλλά και τρεις αντιπεριφερειάρχες, πέντε πρόεδροι κοινότητας, εφτά πρόεδροι δημοτικών επιχειρήσεων και ισάριθμα μέλη Δημαρχιακών Επιτροπών, ένας πρόεδρος Τοπικού Συμβουλίου αλλά και έξι υπάλληλοι δημοτικών επιχειρήσεων. Παραλληλα σε σοβαρά ποινικά αδικήματα έχουν υποπέσει  46 εκπαιδευτικοί, έξι διοικητές οργανισμών, ένας διευθύνων σύμβουλος εταιρείας του Δημοσίου αλλά και, όπως προαναφέρθηκε, ένας γενικός γραμματέας Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
Όσον αφορά την γεωγραφική κατανομή των ποινικές υποθέσεων, την «πρωτιά» κατέχει η Θεσσαλονίκη με 245, ακολουθεί η Αθήνα με 230, η Αλεξανδρούπολη (69), οι Σέρρες (41), η Κοζάνη (40) και η Κατερίνη (35).
Αναλυτικά τα στοιχεία: 
Αναλυτικά τα στοιχεία: 
Πίνακας 1 -Ποινικές υποθέσεις που κοινοποιήθηκαν στον ΓΕΔΔ
Ποινικές υποθέσεις που
κοινοποιήθηκαν στον Γ.Ε.Δ.Δ.
Συνολικές υποθέσεις
1267
Ποινική δίωξη
1214
Βούλευμα
14
Δικαστική απόφαση
39
 
 
Πίνακας 2 – αριθμός Ποινικών διώξεων κατά Προέλευση
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΔΙΩΞΕΩΝ – ΑΥΤΟΦΟΡΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ – ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΠΛΗΘΟΣ
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
245
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΑΘΗΝΩΝ
230
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΗΣ
69
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΣΕΡΡΩΝ
41
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΟΖΑΝΗΣ
40
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
35
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΡΟΔΟΠΗΣ
32
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
31
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΛΑΡΙΣΑ
30
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΞΑΝΘΗΣ
30
ΕΙΣΑΓ. ΕΦΕΤΩΝ ΘΕΣ/ΚΗΣ
29
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΠΕΙΡΑΙΑ
29
ΑΡΧ. ΕΛΛ. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
25
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΦΛΩΡΙΝΑΣ
22
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΧΙΟΥ
22
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΗΛΕΙΑΣ
20
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΧΑΝΙΩΝ
16
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΘΕΣΠΡΩΤΙΑΣ
14
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΒΕΡΟΙΑΣ
13
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΙΩΑΝΝΙΝΩ
12
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΑΜΑΛΙΑΔΑΣ
11
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΖΑΚΥΝΘΟΥ
11
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΝΑΥΠΛΙΟΥ
11
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΣΑΜΟΥ
11
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΣΠΑΡΤΗΣ
11
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ
11
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΑΜΦΙΣΣΑ
10
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΡΕΘΥΜΝΗΣ
9
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΙΛΚΙΣ
8
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΛΕΥΚΑΔΑΣ
8
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΝΑΞΟΥ
8
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΠΑΤΡΩΝ
8
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΧΑΛΚΙΔΑΣ
8
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΑΓΡΙΝΙΟΥ
7
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
7
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΓΙΑΝΝΙΤΣΩΝ
6
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΔΡΑΜΑΣ
6
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ
6
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ
6
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
6
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΕΔΕΣΣΑΣ
5
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΑΒΑΛΑΣ
5
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ
5
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΒΟΛΟΥ
4
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΓΡΕΒΕΝΩΝ
4
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΕΡΚΥΡΑΣ
4
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ
4
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΓΥΘΕΙΟΥ
3
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΘΗΒΩΝ
3
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΠΡΕΒΕΖΑΣ
3
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΑΡΤΑΣ
2
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ
2
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΚΩ
2
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΛΑΜΙΑΣ
2
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΛΑΣΙΘΙΟΥ
2
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
2
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΣΥΡΟΥ
2
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΤΡΙΚΑΛΩΝ
2
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΧΑΛΚΙΔΟΣ
2
ΕΙΣΑΓ. ΕΦΕΤΩΝ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
1
ΕΙΣΑΓ. ΠΡΩΤ. ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ
1
 
Πίνακας 3 – αριθμός Ποινικών διώξεων κατά ιδιότητα διωκομένου
ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΔΙΩΚΟΜΕΝΟΥ
ΠΛΗΘΟΣ
ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
288
ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
238
ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
178
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
115
ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΟΣ
63
ΔΗΜΑΡΧΟΣ
48
ΙΑΤΡΟΣ ΕΣΥ
44
ΜΕΛΟΣ Δ.Σ.
34
ΥΠΑΛΛ. ΕΥΡΥΤΕΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ
28
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ Α΄ΒΑΘΜ. ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
24
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ Β΄ΒΑΘΜ. ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
22
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ
20
ΠΥΡΟΣΒΕΣΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
20
ΠΡΟΕΔΡΟΣ
15
ΕΙΔΙΚΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ
11
ΣΩΦΡΟΝΙΣΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
11
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ Γ΄ΒΑΘΜ. ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ
9
ΜΕΛΟΣ ΔΗΜΑΡΧ. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
7
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ
7
ΔΙΟΙΚΗΤΗΣ
6
ΥΠΑΛΛ. ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ
6
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ
4
ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗΣ
3
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗΣ
3
ΓΕΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
1
ΔΙΕΥΘΥΝΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
1
ΙΑΤΡΟΣ ΙΚΑ
1
ΛΙΜΕΝΙΚΟΣ
1
ΛΙΜΕΝΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ
1
ΜΕΛΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
1
ΜΕΤΑΚΛΗΤΟΣ
1
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗΣ
1
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΠΙΚΟΥ  ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
1
ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ ΙΑΤΡΟΣ
1



Σημειώσεις για το άρθρο
Συγκεκριμένα με 245 υποθέσεις (+29 της εισαγγ. Εφετών) η Σαλόνικα έρχεται πρώτη πανελλαδικά, ενώ 6-7 νομοί της Β. Ελλάδας συγκεντρώνουν τις μισές υποθέσεις από όλη την χώρα.
Οι αναλογίες βέβαια γίνονται τραγικά μεγάλες εναντίον των συγκεκριμένων περιοχών, αν τις δούμε σε σχέση με τον αριθμό των υπηρετούντων υπαλλήλων σε ποσοστό του συνόλου.
Έτσι, για παράδειγμα, ή Αττική που συγκεντρώνει το 1/2 περίπου του συνόλου των Δημοσίων υπαλλήλων συμμετέχει μόνο κατά το 1/5 στο σύνολο των υποθέσεων, ενώ η Θεσσαλονίκη που συγκεντρώνει το 1/10 περίπου των Δ.Υ. συμμετέχει με μεγαλύτερο ποσοστό στο σύνολο των υποθέσεων. Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι οτι ο Δημόσιος υπάλληλος στη Θεσ/νικη είναι 5 φορές πιο ''επιρρεπής'' στην ανομία από αυτόν της Αθήνας, και ίσως μέχρι και 20 – 30 φορές περισσότερο από έναν υπάλληλο π.χ. της Πάτρας του Πειραιά ή της Λαμίας.
Όσον αφορά την ιδιότητα και τους χώρους εργασίας, οι Δήμοι μέσω Δημοτικών συμβούλων, υπαλλήλων, Δημάρχων κλπ συμμετέχουν στο 1/2 των υποθέσεων, που και σε αυτή την περίπτωση η ανομία θα εντοπίζεται στην Β. Ελλάδα
Συμπεράσματα – προτάσεις
1. Να μπουν οι συγκεκριμένοι νομοί και ειδικά η Θεσσαλονίκη σε καραντίνα και ειδικό καθεστώς εξυγίανσης προς αποφυγή μόλυνσης υπαλλήλων της υπόλοιπης χώρας.
2. Να αυξηθούν οι δικαστικές αίθουσες, οι δικαστικοί κλπ, όπως επίσης να μετακινηθούν και δικηγόροι από άλλα σημεία της χώρας για να αντιμετωπιστεί καλύτερα η σωρεία των υποθέσεων που συγκεντρώνεται στους νομούς της Β. Ελλάδας.
3. Να εφαρμοστεί ειδικό σύστημα πόθεν έσχες και η δήλωση να υποβάλλεται ηλεκτρονικά ανά τρίμηνο, για τους υπαλλήλους της Θεσσαλονίκης ανά μήνα
4. Μέσω του συστήματος αξιολόγησης να μπουν 2 βαθμοί ποινής σε όλους ανεξαιρέτως τους υπαλλήλους των αμαρτωλών νομών και 5 βαθμοί ποινής στην Θεσσαλονίκη προς παραδειγματισμό και συμμόρφωση.
5. Αν κανένα από αυτά τα μέτρα δεν αποδώσει, να απολυθούν πάραυτα όλοι οι Δημόσιοι υπάλληλοι των αμαρτωλών νομών ξεκινώντας από την Θεσσαλονίκη και οι υπηρεσίες να αντικατασταθούν από αντίστοιχες ιδιωτικές.
Υ.Γ.1 Τα συμπεράσματα - προτάσεις μπορεί να διαπνέονται από μαύρο χιούμορ, αλλά η ζωή πολλών υπαλλήλων που σέρνονται χρόνια στα δικαστήρια χωρίς να φταίνε έχει γίνει πραγματικά μαύρη.
Υ.Γ.2 Τελικά αυτή η ανισοκατανομή οφείλεται όντως στην αυξημένη διαφθορά στις συγκεκριμένες περιοχές ή κάπου αλλού; Κάποιοι ίσως που ασχολούνται με τις νομικές ή τις κοινωνικές επιστήμες θα μπορούσαν να δώσουν μια απάντηση;



ΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΨΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ

το άρθρο γράφτηκε το 2012

- Λοβέρδος: «Το ένα εκατομμύριο δημοσίων υπαλλήλων που ταλαιπωρούν δέκα εκατομμύρια πολίτες... μας έφτασε εδώ που μας έφτασε». 
-
Πάγκαλος: «Οι δημόσιοι υπάλληλοι... είναι 1 εκατομμύριο. Δύο στους τρεις είναι άχρηστοι».
-
ΕΒΕΑ (Μίχαλος): «Το σύνολο των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα ανέρχεται, κατά προσέγγιση, στο 1.100.000».

Σε 665.740 ανέρχεται ο συνολικός αριθμός του προσωπικού του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ α΄και β΄βαθμού, που υπηρετούσε ως 19.7.2012, σύμφωνα με στοιχεία που διαβιβάστηκαν στη Βουλή από τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης Αντώνη Μανιτάκη.
Τρία χρόνια εσκεμμένα ψέματα από τους ανθρώπους της εξουσίας, από τα ΜΜΕ, από το επιχειρηματικό κατεστημένο.
Γιατί όμως; (λόγοι άγνοιας προφανώς δεν ισχύουν)
Πριν δοθεί κάποια απάντηση θα παρατεθούν μερικά στοιχεία για την πραγματικότητα του Δημόσιου τομέα στην Ελλάδα αλλά και σε σχέση με το τι συμβαίνει στην Ευρώπη.
1. Ο παραγωγικός δημόσιος τομέας, εκεί που είναι ο στόχος των ιδιωτικοποιήσεων, δηλ. ΟΤΑ – Παιδεία – Υγεία, δεν αριθμεί πάνω από 400.000 υπαλλήλους. (Στο σύνολο των 665.000 συμπεριλαμβάνονται, 90.00 υπάλληλοι από την κεντρική διοίκηση, 72.000 από σώματα ασφαλείας, 83.000 στρατιωτικοί, 4.000 δικαστικοί, 11.000 κληρικοί).
Επίσης ο συνολικός αριθμός έχει μειωθεί κατά 50.000 άτομα το 2010-11 λόγο των μνημονιακών πολιτικών, και άγνωστο πόσο θα μειωθεί το 2012.
2. Eρευνα που διενεργήθηκε, εκ μέρους ερευνητών του Αυστριακού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών και των Πανεπιστημίων Στρασβούργου και Μαγδεμβούργου, για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπου εξετάζονται – και μάλιστα σε βάθος χρόνου τριών δεκαετιών - τα ποσοστά των Δ.Υ. επί του συνόλου των εργαζομένων η Ελλάδα κατατάσσεται 14η, επί 17 συνολικά κρατών, με ποσοστό υπαλλήλων 11,4%, ελάχιστα πάνω από την Ιρλανδία (11%), την Ολλανδία (10,7%) και τη Γερμανία (10,2%). Πολύ περισσότερους δημόσιους υπάλληλους διαθέτει αναλογικά η Γαλλία (21,2%), αλλά και Αγγλία (17,8%). Πρώτη είναι η Σουηδία (30%) και δεύτερη η Δανία (29%).
Στην ίδια έρευνα πιστοποιείται ότι οι δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα, ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, ήταν μικρότερες από τις αντίστοιχες των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών.
3. Από στοιχεία του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας, το ελληνικό ποσοστό των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα επί του συνόλου της απασχόλησης ανέρχεται σε 16% – μεγαλύτερο παρουσιάζουν οι ΗΠΑ και ο Καναδάς. Το αντίστοιχο γαλλικό είναι 26%, το βελγικό 22,5%, το βρετανικό 18.9%. Οι Σκανδιναβοί σταθερά γύρω στο 30%.
4. Όσον αφορά το μισθολογικό κόστος, μετά και τις τελευταίες περικοπές, πρέπει να έχει πέσει κάτω από το 50% του μέσου Ευρωπαϊκού. (Το 2012 το ελληνικό κράτος θα πληρώσει σε μισθούς δημοσίων υπαλλήλων το 5,76% του ΑΕΠ και σε τόκους το 7.39% του ΑΕΠ. Το 2015 τα αντίστοιχα ποσοστά προβλέπονται 4,83% και 9,28%.)
Σίγουρα οι παθογένειες της δημόσιας διοίκησης είναι πολλές, όπως η ελλιπής οργάνωση, η αναποτελεσματικότητα, η κακή ιεράρχηση αναγκών, οι πελατειακές σχέσεις, η ανεπάρκεια τεχνολογικού εξοπλισμού για να αναφέρουμε μερικά, αλλά δεν αφορούν κανένα δυσανάλογα μεγάλο συνολικό αριθμό υπαλλήλων.
Γιατί τότε αυτή η εσκεμμένη προπαγάνδα, γύρω από τον αριθμό των Δ.Υ.
1. Βασικός λόγος είναι το ξεπούλημα των παραγωγικών τμημάτων του Δημόσιου τομέα δηλ. υγεία, παιδεία, τομείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, είναι στις άμεσες προτεραιότητες της σημερινής και των προηγούμενων κυβερνήσεων και εδώ πρέπει να συμπεριλάβουμε και τις ΔΕΚΟ. Το βλέπουμε εξάλλου να γίνεται πράξη σήμερα με το ξεπούλημα και τη συρρίκνωση των τελευταίων υπολειμμάτων κοινωνικού κράτους. (το Ελληνικό κράτος δεν ξοδεύει ούτε τα μισά ποσά σε κοινωνικές δαπάνες σε σχέση με το μέσο όρο της Ε.Ε.)
2. Κατηγορώντας του δημόσιους υπάλληλους σαν υπεράριθμους και ακόμη σαν τεμπέληδες, διεφθαρμένους κ.λ.π., διαφεύγουν των δικών τους διαχρονικών ευθυνών για τα προβλήματα που πράγματι έχει το δημόσιο. Για μια ακόμη φορά αυτοί που δημιούργησαν το πρόβλημα εμφανίζονται σήμερα τιμητές, και με περίσσεια υποκρισία σωτήρες.
3. Ο κοινωνικός αυτοματισμός. Παλιά δοκιμασμένη συνταγή, στρέφουμε τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα ενάντια στον Δημόσιο. Έτσι αποδυναμώνεται η αλληλεγγύη και η ενότητα των εργαζομένων, συκοφαντούνται οι αγώνες και καταστέλλονται ευκολότερα.
Το συμπέρασμα μάλλον εξάγεται εύκολα, η κατευθυνόμενη προπαγάνδα για το υπεράριθμο Δημόσιο σε συνδυασμό με τις διεφθαρμένες συντεχνίες που κρατούν όμηρο τον Ελληνικό λαό και τα προνόμια που απολαμβάνουν οι Δημόσιοι υπάλληλοι, έχουν στόχο την διευκόλυνση του ξεπουλήματος των παραγωγικών τομέων του Δημοσίου, την επιπλέον συρρίκνωση του όποιου κοινωνικού κράτους έχει απομείνει, εν τέλει το φόρτωμα της κρίσης στις πλάτες των πιο αδύνατων.
* Παρακάτω θα βρείτε πίνακα με του απασχολούμενους στο Δημόσιο ανά κατηγορία
Σημ. Η αύξηση που παρατηρείται στους ΟΤΑ οφείλεται στην μεταφορά από τις περιφέρειες λόγο Καλλικράτη.

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Νέα Αριστερά. Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου


Η άσφαλτος φαίνεται. Η πέτρα κρύβεται.
Η άσφαλτος ξεχνά. Η πέτρα θυμάται.
Η άσφαλτος φθείρεται. Η πέτρα αντέχει.
Η άσφαλτος υποτάσσεται. Η πέτρα ανθίσταται.
Η άσφαλτος εργάζεται. Η πέτρα ονειρεύεται.
Η άσφαλτος συνδέει τις φωτεινές πόλεις του εμπορεύματος.
Η πέτρα ανήκει στο σκοτεινό κόσμο υπόγειων γαλαριών, εκεί που συχνάζουν οι τυφλοπόντικες, και περιμένει ανυπόμονα την ώρα της.

Ντανιέλ Μπενσαΐντ, Παράταιροι χρόνοι

1. Τα κείμενα και τα ποιήματα δεν αλλάζουν τον κόσμο. Για τους ανθρώπους που έγραψαν και διάβασαν, συγκινήθηκαν και πίστεψαν –ενίοτε, μάλιστα, πίστεψαν πολύ–, έχει έρθει καιρό τώρα η στιγμή της επιφύλαξης, του τέλους της συγκίνησης: το τέλος της πίστης. Όπου κείμενα και ποιήματα, μπορεί κανείς να προσθέσει «άμεσες δράσεις»: γιατί δεν αλλάζει η ουσία, το εξηγεί μια αναρχική που της αρέσει να συστήνεται ως αδέκαρη συγγραφέας, η Ρεμπέκα Σόλνιτ: «Οι ακτιβιστές», λέει, «ανακτούν τους δρόμους και περιστασιακά καταλαμβάνουν μια Βαστίλη ή γκρεμίζουν ένα Τείχος του Βερολίνου. Όμως το πεδίο της δράσης τους ως επί το πλείστον είναι το πεδίο του συμβολικού, ο πολιτικός διάλογος, η συλλογική φαντασία».
2. Οι εποχές της βιωμένης διάψευσης, ιδίως όταν στο βίωμα της διάψευσης αυτής προστίθεται η βία του οικονομικού, είναι –πάντα ήταν– και εποχές βαθιάς δυσπιστίας· η αξία κάθετί συμβολικού στις εποχές αυτές, άρα των κειμένων και των ποιημάτων, είναι η πρώτη που αμφισβητείται. «Έχει κανείς το δικαίωμα να γράφει ποιήματα μετά το Άουσβιτς;», ρωτούσε βλοσυρά ο Αντόρνο μετά τη μεγαλύτερη διάψευση της πολιτισμένης ανθρωπότητας. Ευτυχώς, η ερώτησή του απαντήθηκε θετικά – κι αυτό δεν αφορά μόνο τους ποιητές: αφορά κατεξοχήν τις πολιτικές της αντίστασης, την ποιητική του μέλλοντος.
3. Σε καιρούς που η ωμή πραγματικότητα επιβάλλεται στην πίστη και κάνει τα σύμβολα να μοιάζουν τελείως αδύναμα, αξίζει να ανατρέξει κανείς στους ανθρώπους που επιβίωσαν μετά το απόλυτο πραγματικό: το Άουσβιτς. Σκέφτομαι πάντα το ίδιο: αν αυτοί που έζησαν την απόλυτη συντριβή, από κάθε άποψη, ήταν και οι πρώτοι που έγραψαν για να διαβάσουμε εμείς, τότε οι γενιές οι δικές μας, εμείς που δεν ζήσαμε απολύτως τίποτα σαν αυτό, εμείς και μπορούμε, και την υποχρέωση έχουμε, να γράφουμε και να διαβάζουμε. Έχουμε την υποχρέωση να πιστεύουμε: μόνο γιατί πιστεύουμε σώζεται η πίστη[1].
4. Καμιά αντίρρηση: έλλειψη πίστης μπορεί να σημαίνει λιγότερη αφέλεια, πιο αιχμηρή λογική, οξυδέρκεια· μπορεί να σημαίνει, όμως, και ειρωνεία, αποστασιοποίηση, ψυχρό βλέμμα, καχυποψία, απόσυρση: «Πιστέψαμε και τώρα δεν θα ξαναφήσουμε να μας κοροϊδέψουν».
5. Τι τη χρειαζόμαστε την πίστη; Δεν είναι άραγε η πολιτική πόλεμος με άλλα μέσα – δηλαδή στρατηγική, οργάνωση, σχέδιο, υπολογισμός και ισχύς; Διαβάζω τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου της Κομμούνας, τον Ογκύστ Μπλανκί, και την εμμονή του με το τεχνικό σκέλος της εξέγερσης: για να αποκλειστεί μια λεωφόρος πλάτους 12 μέτρων με ένα σωστό οδόφραγμα, γράφει, χρειάζονται 144 κυβικά μέτρα τείχους, δηλαδή 9.216 πέτρες, δηλαδή 192 σειρές ή 48 μέτρα δρόμου. Με 4-5 μέτρα δρόμου προκύπτει και κάποιο πλεόνασμα πέτρας, η οποία, πάντα σύμφωνα με το στρατιωτικό εγχειρίδιο του Μπλανκί, είναι «εξίσου αποτελεσματική όσο και η βόμβα»[2].
6. Ευτυχώς για εμάς, οι οπαδοί του Μπλανκί δεν έμειναν μόνο να σκέφτονται τη στιγμή της εξέγερσης· τη σχεδίασαν. Δυστυχώς γι’ αυτούς, ωστόσο, κανείς δεν θα τους θυμάται για το βάθος της σκέψης τους τι θα γίνει «μετά». Αν όμως αυτό το μετά αρχίζει από τώρα (και αφορά σχέσεις ανθρώπων: δεν είναι η επόμενη μέρα μιας κινηματικής Αποκάλυψης ή μιας εκλογικής νίκης), είναι το μετά που έχει ίδια και μεγαλύτερη σημασία.
7. Οι πολιτικές της αντίστασης δεν είναι μόνο στιγμές: είναι δράσεις στο χώρο και το χρόνο – άρα τόσο στη βραχεία, όσο και στη μέση και τη μακρά διάρκεια. Κι αν αφορούν σχέσεις ανθρώπων, τότε η αντίσταση είναι και συγκίνηση και ματαίωση, και θυμός και ελπίδα, και καχυποψία και πίστη: ο άνθρωπος, λέει κάπου ο Θανάσης Καράβατος, είναι «εκ κατασκευής», ταυτόχρονα και αιωνίως, και μυθολογών και ορθολογών. Κι αυτός ο τρόπος σκέψης –το «και … και» αντί του «ή … ή»– ίσως να βοηθά να ξανακολλήσουμε τα κομμάτια μιας Αριστεράς που σήμερα ούτε αυτοπεποίθηση εμπνέει, ούτε για την πίστη της διακρίνεται. Η έλλειψη πίστης έχει, δυστυχώς, απτά αποτελέσματα.
8. Οι σχέσεις χρειάζονται δύο: Ούτε μόνο την ψυχρή σκέψη του «σχεδίου» και της ανάλυσης του αντιπάλου, την ατέλειωτη υπομονή να «ωριμάσουν οι συνθήκες» και τη ματιά στη μακρά διάρκεια· ούτε μόνο τη θέρμη της «άμεσης δράσης», την παράφορη ανυπομονησία και τη στιγμή. Κάποιος που ήξερε τι πάει να πει «τα θέλουμε όλα τώρα» από το μακρινό ’68, ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, έλεγε πως η πρόκληση για την πολιτική δράση είναι διπλή: να λάβουμε υπόψη τόσο τη λογική της ιστορίας, που δεν είναι στιγμιαία, όσο και το απρόβλεπτο του συμβάντος. Και την εποχή και τη στιγμή: και τα δύο.
9. Δυόμισι χρόνια τώρα, όσες προσπάθειες αγνόησαν αυτή τη λογική της σύζευξης, του ταιριάσματος, το «και…και», αποτυγχάνουν ξανά και ξανά. Αποτυγχάνουν καταρχάς με βάση τους δικούς τους στόχους.
10. Πρώτη αποτυχία: η προσπάθεια να επιβιώσει, θεσμικά και κοινοβουλευτικά, η Αριστερά που είχε μόλις διαχωριστεί από τον ΣΥΡΙΖΑ, το καλοκαίρι του 2015, υπερασπιζόμενη το «Όχι» ως το τέλος. Τι απέτυχε; Η προσπάθεια να μην επαναληφθεί στην Ελλάδα το ιταλικό παράδειγμα (πρώτα ο κυβερνητισμός, μετά η καθήλωση των αντιστάσεων και τελικά ρευστοποίηση της Αριστεράς). Η αποτυχία της ΛΑΕ, πρώτα εκλογική και τώρα όλο και πιο εξόφθαλμα πια και στρατηγική (το έδειξαν τα αντανακλαστικά τμημάτων της στο Μακεδονικό…), είναι πραγματικότητα με συνέπειες για όλη την Αριστερά. Δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα αποτελέσματά της: αυτό που χάνει, είναι μια πολιτική λογική που δεν μπορεί να εμπνεύσει καμία πίστη.
11. Δεύτερη αποτυχία: η προσπάθεια να ενισχυθεί πριν απ’ όλα η κοινωνική διαμαρτυρία. Καθόλου ανταγωνιστική στην πραγματικότητα με την προηγούμενη, η προσπάθεια αυτή επιχειρηματολογούσε σωστά για τα όρια μιας τακτικής προσανατολισμένης κυρίως στις εκλογές, όπως νωρίτερα προειδοποιούσε πού (δεν) θα έφτανε μια μετριοπαθής κυβέρνηση, χωρίς οργανωμένη την κοινωνία να την αντιπολιτεύεται από τ’ αριστερά. Αλλά η εύλογη διάγνωση, πρώτα των κινδύνων κι ύστερα των αιτιών δυο αποτυχιών (αυτής του ΣΥΡΙΖΑ και εκείνης της ΛΑΕ), δεν απέτρεψε μία ακόμα (αυτήν της ΑΝΤΑΡΣΥΑ): η κοινωνική διαμαρτυρία παρέμεινε υποτονική παρά τα όσα. Κι έτσι η επιρροή και η συνοχή της «κλασικής» εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς δοκιμάζονται ακόμα από το 2015. Εδώ δεν φτάνει η πίστη· αυτό που χάνει είναι μια ιδιότυπη λογική μηδενικού αθροίσματος: η πίστη πως οι αποτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ και της ΛΑΕ θα έφταναν ως ώθηση για μια άλλη, δομικά ανταγωνιστική Αριστερά.
12. Υπάρχει, και πρέπει να είμαστε ειλικρινείς σε αυτό, και μια τρίτη αποτυχία: η τακτική της συντήρησης δυνάμεων. Η πολιτική συνεχίζει με ασυνέχειες, πράγμα που αγνοούσε η ΛΑΕ, επιδιώκοντας να κεφαλαιοποιήσει εκλογικά το «Όχι» και την απογοήτευση από τον εξουσιαστικό κυνισμό του ΣΥΡΙΖΑ· αντίστοιχα, η πολιτική είναι διαδικασία ποιοτικά ανώτερη από τη συσσώρευση κοινωνικών διεκδικήσεων, πράγμα που υποτιμά η ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αλλά μια τάση επιστροφής, μονοσήμαντα, στις (ενίοτε ηρωικές) αντιστάσεις της περιόδου –από το προσφυγικό και τα πολιτικά δικαιώματα ως την υπεράσπιση της πρώτης κατοικίας–, χωρίς παράλληλη πολιτική και οργανωτική συγκρότηση, είχε ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό και την αποστράτευση ενός σημαντικού αριθμητικά δυναμικού με πλούσιες κινηματικές και πολιτικές εμπειρίες.
13. Οι επιτυχίες και οι αποτυχίες στον πολιτικό ανταγωνισμό έχουν αντικειμενικό μέτρο: κρίνονται σε σχέση με κάποιον αντίπαλο. Αν αυτή τη στιγμή, λοιπόν, δεν υπάρχει πολιτικό σχέδιο, κομματικό «επιτελείο» ή ηγετικό κέντρο στο χώρο της Αριστεράς που να επικαλείται επιτυχίες, να εμπνέει και να διατηρεί τη συνοχή του, είναι γιατί κανένα σχέδιο, «επιτελείο» ή κέντρο δεν μπορεί να εγγυηθεί κάποιου τύπου μετατόπιση στην κεντρική πολιτική σκηνή – να φρενάρει έστω εν μέρει τη μνημονιακή πολιτική, τους αυταρχικούς μετασχηματισμούς μέσα στο κράτος και μια (ακραία) συντηρητική ιδεολογική αντεπίθεση. Απουσία αυτής της δυναμικής, ο αντιεξουσιαστικός χώρος είναι επίσης καθηλωμένος. Ο ανταγωνισμός εκδηλώνεται σήμερα κυρίως σε επίπεδο κορυφής, αφορά δηλαδή συστήματα εξουσίας: ο κόσμος της Αριστεράς και της αντιεξουσίας έχει στιγμές – δεν έχει, όμως, διάρκεια.
14. Το «μπλοκάρισμα» αυτό παρομοιάζεται συχνά με εκείνο μετά το 1989· σήμερα, όμως, δεν υπάρχουν η «κανονικότητα» και οι αργοί χρόνοι της δεκαετίας του ’90. Το ξέρει η παρούσα κυβέρνηση, με την πρόσφατη κρίση του εφταετούς ομολόγου, που δυσκολεύει την προοπτική της «καθαρής εξόδου στις αγορές». Το ξέρουμε και εμείς, με τις εξελίξεις στο Μακεδονικό, τη φασιστική επιθετικότητα και την όξυνση στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας.
15. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιβράδυνε την κρίση ηγεμονίας του ελληνικού αστισμού, εξουδετέρωσε την αριστερή αντιπολίτευση και, μολονότι συσσωρεύει αδιέξοδα, διατηρεί τη στήριξη του «διεθνούς παράγοντα»· όμως η διεθνής κρίση έχει ήδη περάσει στη φάση της γεωπολιτικής αστάθειας, ο ελληνικός αστισμός δεν έχει υποσχέσεις για όλους και τα πολιτικά «υποπροϊόντα» του –παλιές και νέες ακροδεξιές– επιβάλλονται στον δημόσιο διάλογο, για την ώρα με βασική εκπρόσωπο τη ΝΔ. Ότι η Αριστερά δεν μπορεί, για άγνωστο διάστημα, να θέσει ζήτημα (ανατροπής της) εξουσίας είναι ένα πράγμα· ότι δεν θα της επιτραπεί να το αγνοήσει, ως διαρκές και επικίνδυνο όριο ακόμα και για πώς θα στεκόμαστε στο δρόμο προοπτικά, είναι ένα άλλο, εξίσου σημαντικό.
16. Με δεδομένη την απουσία «κανονικότητας», στο Μακεδονικό έδωσε πετυχημένες εξετάσεις μια παλαιότατης κοπής «Νέα Δεξιά», ας πούμε η επιθετική κινηματική μετεξέλιξη των «Μένουμε Ευρώπη». Δεν αναφέρομαι στο ομώνυμο κομματίδιο του Φαήλου Κρανιδιώτη. Λέω για τις συνέργειες ενός διακομματικού χώρου, αριστερά και (πολύ) δεξιά της ΝΔ, συνέργειες σε ένα τριπλό έδαφος: αυτό του σοβινιστικού εθνικισμού, του ανορθολογισμού (τι άλλο είναι η διαρκής χειραγώγηση του εθνικού και άλλων αισθημάτων ως «τρόπος» του παλιού συστήματος εξουσίας;), και μαζί του αντικομμουνισμού. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μην έχει την παραμικρή σχέση με οποιαδήποτε εκδοχή κομμουνιστικής υπόθεσης· για τους νοσηρούς εγκεφάλους της Νέας Δεξιάς, ωστόσο, κυβερνώσα και αντικυβερνητική Αριστερά, είμαστε όλοι το ίδιο.
17. Απέναντι σε αυτή τη Δεξιά –μυθολογούσα και ορθολογούσα, κοινοβουλευτική και αντικονοβουλευτική–, η παλιά Αριστερά φαίνεται τουλάχιστον αμήχανη. Σε επίπεδο τόσο ανάλυσης όσο και «αισθήματος», σημαντικά τμήματά της μπερδεύουν τον αντιιμπεριαλισμό με τις θεωρίες της ξένης επιβουλής και της μονίμως εν κινδύνω πατρίδας, κατανοώντας τον κόσμο με τους όρους της δεκαετίας του ’60. Τότε η Αριστερά διεκδικούσε την επαναφορά της στην πολιτική νομιμότητα πλειοδοτώντας σε πατριωτισμό (με αποκορύφωμα τις «αντιιμπεριαλιστικές» διαδηλώσεις υπέρ της Ένωσης Ελλάδας-Κύπρου): η αστική εξουσία στην Ελλάδα δεν ήταν, στη λογική αυτή, παρά το ενεργούμενο ΗΠΑ και Βρετανίας. Σήμερα, 26 χρόνια μετά το '92 και εν μέσω κρίσης, είμαστε τελείως αλλού.
18. Ό,τι κάνει παλιά μια Αριστερά, λοιπόν (την Αριστερά στην οποία οφείλουμε πολλά, αλλά δικαίως μας εξοργίζει για άλλα τόσα), δεν είναι η ηλικία των ανθρώπων της: αν το ηλικιακό-γενεακό ήταν το σοβαρότερο κριτήριο, ο Αλέξης Τσίπρας θα ήταν κάτι σαν Ρούντι Ντούτσκε της εποχής. Το πρόβλημα της παλιάς Αριστεράς είναι τα τοτέμ και τα ταμπού της – και δεν το εννοώ ψυχαναλυτικά: Το Έθνος (αλλά μόνο αυτό στο οποίο νιώθει να εντάσσεται η ίδια…) και η Δημοκρατία, ως σεβασμός στους «θεσμούς» και γενικώς στη μη βία (όχι ως σχέση με τα κινήματα ή ως τρόπος οργάνωσης της πολιτικής ζωής κομμάτων και οργανώσεων...).
19. Είμαστε στη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ «παίζει» με την αντίθεση Αριστερά-Δεξιά, όταν δεν σκανδαλολογεί ακατάσχετα – αλλά μόνο για να πείσει ως «Αντιδεξιά» και κάνοντας πολιτική αποκλειστικά με βάση τους κρατικούς μηχανισμούς: το θέμα είναι η διατήρηση της κυριαρχίας στο χώρο της Κεντροαριστεράς. Είμαστε στη στιγμή που η παλιά Αριστερά δεν πείθει ως αντιπολίτευση στον ΣΥΡΙΖΑ – όσο κι αν απογειώνει ρητορικά τον αντισυριζισμό της. Και είμαστε στη στιγμή που η συριζική συνθηκολόγηση δημιουργεί ένα χάσμα: από τη μια οι γενιές και οι κοινωνικές κατηγορίες που έχουν σήμερα λόγους να αγωνιστούν, από την άλλη οι γενιές που πρωταγωνίστησαν στους αγώνες από τη δεκαετία του ’90 ως και το 2015, οικοδομώντας συλλογικότητες που κράτησαν όρθια την Αριστερά.
20. Τη στιγμή αυτή, υπάρχει ο κίνδυνος η υπαρκτή Αριστερά να είναι απλώς ένα πολιτιστικό, όχι πολιτικό ρεύμα: απλώς η άλλη άποψη στο βιβλίο, τη θεωρία και τον πολιτισμό, μια «ευαισθησία» ανάμεσα σε άλλες, ένα διαφορετικό λάιφστάιλ. Μια δύναμη, σε κάθε περίπτωση, χωρίς τη δυνατότητα να πυροδοτεί ή να «ολοκληρώνει» αντιστάσεις, να μπλοκάρει την κεντρική πολιτική. Την ίδια στιγμή, υπάρχει ο κίνδυνος, πληβειακά κοινωνικά στρώματα που δεν εκπροσωπεί πια ο ΣΥΡΙΖΑ, να «εξεγερθούν» εναντίον του στη βάση μιας ανάλογα ταυτοτικής, ψυχο-«πολιτισμικής» ατζέντας: το αίσθημα ασφάλειας, το εθνικό αίσθημα, ένας τιμωρητικός αντικομμουνιστικός λαϊκισμός. Σήμερα όμως υπάρχει και η ευκαιρία για μια νέα Αριστερά – και δεν το εννοώ καθόλου ηλικιακά. Αν η πολιτική είναι δράση στο χώρο και στο χρόνο, η ευκαιρία αυτή υπάρχει εδώ, σήμερα. Αλλά δεν θα υπάρχει για πάντα.
 
[1] Οι «συναντήσεις» πίστης και (κομμουνιστικής) πολιτικής απασχολούν σοβαρά την κριτική σκέψη μετά το ’68, από τον λενινιστή Ντανιέλ Μπενσαΐντ μέχρι τους μεταμαρξιστές Νέγκρι και Αγκάμπεν. Βλ. σχετικά: Ραζμίγκ Κεσεγιάν, Αριστερό ημισφαίριο (μτφρ.: Γιώργος Καράμπελας), Αngelus Novus 2017.
[2] Στο: Σταύρος Τομπάζος, «Ντανιέλ Μπενσαΐντ: Ο Μαρξ της εποχής μας. Μεγαλείο και κακοδαιμονίες ενός κριτικού εγχειρήματος», Θέσεις τχ. 129, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2014.  

  http://alterthess.gr/content/nea-aristera-toy-dimostheni-papadatoy-anagnostopoyloy
     

Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

Τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό ως «ανασύνταξη» του κράτους

Του Γιώργου Καλαντζόπουλου

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου δηλώνει ότι: «Ας είναι η Μακεδονία η αφορμή που ο κόσμος θα ξεσηκωθεί».  Στο “μπας και γίνει τίποτα...”, δεν προσβλέπει μόνον η Ζωή. Προσβλέπουν και άλλοι που είναι αφοσιωμένοι στον αγώνα για την κοινωνική ανατροπή, απογοητευμένοι από την αναποτελεσματικότητα της πολιτικής τους δράσης. Όμως, στο τυχαίο της στιγμής, που θα ανοίξει το παράθυρο για ένα διαφορετικό μέλλον, προσβλέπουν αρκετοί περισσότεροι.

Ακόμα και νοικοκυραίοι που δεν είναι διατεθειμένοι να κουνήσουν το χεράκι τους για τίποτα άλλο πέρα απ' αυτά που αφορούν στην οικογένειά τους. Αισθάνονται ότι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα και με μελαγχολία παρατηρούν τα πράγματα να εξελίσσονται απ' τον καναπέ του σπιτιού τους. 

Όλοι αυτοί, αντιλαμβάνονται τα συλλαλητήρια ως “ευκαιρία”, παρόμοια με το “μάνα” εξ ουρανού και λένε να την αρπάξουν. Μόνον που αγνοούν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν, ότι η οργάνωση των συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό, μόνον “τυχαία” δεν είναι. Όταν παίζεις ρουλέτα στο καζίνο, χάσεις - κερδίσεις, το καζίνο είναι τελικά κερδισμένο...

Ακριβώς σε αυτό το “ξεσηκωμό” προσβλέπει και το κράτος ( και ιδιαίτερα το “βαθύ”): Να διευθετήσει λειτουργικές του ανάγκες, να κλείσει τα ζητήματα που παραμένουν ανοικτά στην σχέση του με την κοινωνία. Η επιβολή της βίαιης επέκτασης της κεφαλαιακής σχέσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό την εποχή των μνημονίων, πρώτα απ' όλα καθιστά ως αναγκαιότητα στην νέα συγκυρία τον αντιδραστικό εκσυγχρονισμό του κράτους και την αναδιαμόρφωση των σχέσεων εμπιστοσύνης προς αυτό (αναδιάταξη των όρων συναίνεσης την εποχή των μνημονίων). Μόνο που το κράτος δεν ασκεί πολιτική με “μανιφέστα” που καλούν στο συλλαλητήριο, σαν αυτό της Ζωής ή του Μίκη, αλλά με πολυδιάστατες πρακτικές. Μερικές φορές σε πρώτη ανάγνωση, κάποιες από αυτές τις πρακτικές, μπορεί να φαίνονται και ως “αντιφατικές” μεταξύ τους.

Ο αντιδραστικός εκσυγχρονισμός της “κρατικής σχέσης” δεν περιορίζεται μόνον σε δράσεις που επικεντρώνονται στο χώρο της οικονομίας, οι οποίες θα επιφέρουν “αυτόματα” ανακατατάξεις στην κοινωνία. Επεκτείνεται στη συντεταγμένη αναδιάρθρωση των ίδιων των κοινωνικών ομάδων και κοινωνικών συμμαχιών και φτάνει στην αναδιάταξη πολιτικού συστήματος. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι κοινωνικές συμμαχίες οργανώνονται πρώτιστα μέσω της “κρατικής σχέσης” και όχι έξω απ' αυτήν. 

Το τι προσμένει το κράτος από αυτά τα συλλαλητήρια σε σχέση με την αναδιάταξη του πλαισίου της νέας εθνικής συναίνεσης, περιγράφεται ανάγλυφα από τον Ρούντι Ρινάλντι εδώ: «Όχι στη απαξίωση των συλλαλητηρίων» Οι απόψεις που προβάλει ο Ρούντι Ρινάλντι, είναι παρόμοιες και όχι αντίθετες με εκείνα τα οποία προσδοκά και το ελληνικό κράτος από τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Όμως, το ελληνικό κράτος είναι “παρόν” σε αυτά, όχι μόνον από την θέση του “παρατηρητή” - θέση, που επιφυλάσσει ο Ρούντι για τον εαυτό του - αλλά και του “οργανωτή”...

Τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό είναι η απάντηση του Κράτους στο δημοψήφισμα του ΟΧΙ. Με ένα δάνειο από την σκέψη του A. Badiou για τα “συμβάντα που δεν ολοκληρώνονται”, θα μπορούσαμε να πούμε, όπως ο Μάης του 68 επισφραγίστηκε από μια εκλογική νίκη των αντιδραστικών δυνάμεων με ποσοστό 70%, με τον ίδιο τρόπο και το δημοψήφισμα του ΟΧΙ επισφραγίζεται σήμερα από το κράτος με τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό. Όμως μια σημαντική διαφορά διακρίνει μεταξύ τους αυτά τα “ανολοκλήρωτα συμβάντα”. Στην περίπτωση του ΟΧΙ δεν υπάρχει το “ακατονόμαστο” γιαυτό που δεν ολοκληρώθηκε, υπάρχει “ηθικός αυτουργός” και έχει όνομα: Αλέξης Τσίπρας. 

Αυτές τις μέρες έγινε μεγάλη συζήτηση για το ποιοι είναι οι οργανωτές και οι υποκινητές αυτών των συλλαλητηρίων,  ποιά είναι πολιτική τους ταυτότητα και τι εκφράζουν κοινωνικά. Παραβλέπεται όμως η “θέση” τους εντός της “κρατικής σχέσης”: Είναι το «μακρύ χέρι» του κράτους στην κοινωνία, που επαναδιατάσει μέσω της εθνικής αναδίπλωσης το πολιτικό σύστημα και αποκαθιστά τις σχέσεις εμπιστοσύνης προς το κράτος. 

Το κεντρικό σύνθημα των συλλαλητήριον “Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ είναι ΕΛΛΗΝΙΚΗ” συμπύκνώνει πολιτικά στην συγκεκριμένη συγκυρία την απαίτηση: «Θέλουμε ισχυρό και δυνατό κράτος». Πρόκειται για μια πολιτική πρακτική που γίνεται εκ του ασφαλούς: Κανένας πραγματικός “εθνικός κίνδυνος” δεν υπάρχει που πρέπει ν' αντιμετωπιστεί. Αυτό είναι μια ανείπωτη αλήθεια που όλοι την γνωρίζουν. 

Αυτή η “αλήθεια” σηματοδοτεί τον χαρακτήρα αλλά και οριοθετεί τις εκφάνσεις της πρακτικής των συλλαλητηρίων για το μακεδονικό: Πρόκειται για μια πολιτική δράση που αφορά στο “εσωτερικό” της χώρας με ασήμαντες επιπτώσεις στις διεθνείς και διακρατικές σχέσεις της χώρας. Είναι τυχαίο άραγε, ότι τέτοια συλλαλητήρια δεν οργανώνονται (ούτε μπορούν να οργανωθούν ) απέναντι σε άλλους πραγματικούς “εθνικούς κινδύνους”. Ας θυμίσουμε στους “μακεδονομάχους” πως η ...μισή «αρχαία Ελλάδα» στην Τουρκία βρίσκεται. 

Ο εκ του ασφαλούς “τσαμπουκάς” στο Μακεδονικό, όπως επίσης και ο εκ του ασφαλούς “τσαμπουκάς” απέναντι στους μετανάστες, είναι μια πρακτική που τονώνει στο φαντασιακό την πληγωμένη εθνική συνείδηση των Ελλήνων. Δεν πληγώθηκε βέβαια από το “μακεδονικό”, είναι πληγωμένη από την εποχή της ίδρυσης του νεοελληνικού κράτους...

Όλος αυτός ο κόσμος που πάει στα συλλαλητήρια για το μακεδονικό είναι βαθιά συντηρητικός. Δεν διακινδυνεύει τίποτα απολύτως από την καθημερινότητά του και την ζωή του. Ούτε είναι αποφασισμένος να πάρει την “ζωή του στα χέρια του” ή την τύχη της πατρίδας του. Πρόκειται για «τσαμπουκά» που αφορά στην ζωή κάποιων άλλων...

Όλοι αυτοί οι “νοικοκυραίοι” την ησυχία τους θέλουν. Δεν αγαπάνε τους πολέμους και τις συγκρούσεις (και καλά κάνουν). Αν τους βάλεις το δίλημμα έξω από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ θα σου πούνε, άστο. Δεν υπάρχει ανάγκη να βάλουμε κι άλλους μπελάδες στο κεφάλι μας. πληρώνουμε για το χρέος, δεν χρειάζεται να πληρώνουμε κι' άλλα για εξοπλισμούς, όταν μάλιστα δεν είναι εξασφαλισμένη η αποτελεσματικότητά τους για την προστασία των συνόρων της χώρας. 

Αυτό που δεν μπορούνε ή δεν θέλουν να κάνουν οι ίδιοι, θέλουν να το κάνει το κράτος, γιαυτό θέλουν την εξουσία ισχυρή και δεν δίνουν δεκάρα για την δημοκρατία και την λαϊκή κυριαρχία..
Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα το κείμενο με τον τίτλο “ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΣΥΛΛΑΛΗΤΗΡΙΟ ΠΑΝΙΚΟΒΑΛΕ ΤΗΝ ΑΡΧΟΥΣΑ ΤΑΞΗ.” Δεν πρόκειται για κείμενο που έχει τις ρίζες του στην αριστερά, αλλά προέρχεται από εκείνους που θέλουν ν' ανατρέψουν το καθεστώς και να εγκαθιδρύσουν στην χώρα μας “προεδρική δημοκρατία”...

Στην πολιτική δεν υπάρχει κενό. Αυτά που δεν μπορεί να καλύψει η αριστερά, θα καλυφθούν από την ακροδεξιά. Το “άθλιο πολιτικό σύστημα” δεν θίγεται ως όλον από παρόμοιες “λαϊκές κινητοποιήσεις” όπως τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό. Δεν υπάρχει κανένα χειραφετητικό σπέρμα σε αυτές που να προοιωνίζει ότι κάτι καινούργιο μπορεί να γεννηθεί, σε ρήξη με την υπάρχουσα κατάσταση. Είναι μέρος του “συστήματος” και όχι εναντία. Όπως ο ΣΥΡΙΖΑ παραδόθηκε πρώτα στο κράτος και μετά στους δανειστές, έτσι συμβαίνει και σ' αυτές τις “λαϊκές κινητοποιήσεις”. Έχουν παραδοθεί εκ των προτέρων στο “βαθύ κράτος” και στην ενίσχυση αυτού ποντάρουν για την ...σωτηρία της χώρας.

Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Η Aρπαγή του Nερού στην Ελλάδα

Ο όρος του τίτλου (στα αγγλικά water grabbing) χρησιμοποιείται διεθνώς για να ορίσει την κατάσταση, στην οποία ισχυροί παράγοντες, δημόσιοι ή ιδιωτικοί, αποκτούν τον έλεγχο ή ανακατανέμουν τη χρήση υδάτινων πόρων για τους δικούς τους σκοπούς σε βάρος των τοπικών κοινοτήτων και των οικοσυστημάτων, στα οποία έχει βασιστεί η ζωή τους. Πρόκειται για έναν πλανητικό πόλεμο με αποκορυφώματα την εκδίωξη πληθυσμών λόγω της κατασκευής μεγάλων φραγμάτων, την ιδιωτικοποίηση των αποθεμάτων του νερού και των δικτύων ύδρευσης, την υποβάθμιση και μόλυνση του νερού εξαιτίας βιομηχανικών, μεταλλευτικών και βιομηχανικής κλίμακας αγροτικών δραστηριοτήτων και τον έλεγχο των πηγών και των διασυνοριακών υδάτων για στρατιωτικούς και οικονομικούς λόγους.

του Γιάννη Παπαδημητρίου
Δημοσιεύτηκε στο 19ο τεύχος του Περιοδικού Βαβυλωνία


Δεν είναι τυχαίο που η παγκόσμια κλιματική αλλαγή βιώνεται κατά κύριο λόγο είτε ως πλημμύρα είτε ως ξηρασία, συνδέεται δηλαδή άμεσα με τη διαταραχή του θαυμαστού υδρολογικού κύκλου της φύσης. Στη χώρα μας λίγο-πολύ όλα αυτά τα μέτωπα είναι ανοιχτά. Θα περιοριστώ σε μια, εκ των πραγμάτων άνιση λόγω του περιορισμένου χώρου, αναφορά με έμφαση στα λιγότερο συζητημένα.

Α. Ιδιωτικοποίηση πόσιμου νερού (εταιριών ύδρευσης & υπόγειων υδάτων)


Κλιμακώνεται η στρατηγική της ιδιωτικοποίησης, με τη μέθοδο ΣΔΙΤ, των δύο μεγάλων κρατικών εταιριών ύδρευσης, της ΕΥΔΑΠ της Αθήνας και της ΕΥΑΘ της Θεσσαλονίκης, χωρίς προς το παρόν να γνωρίζουμε, σε ποιο βαθμό το «επενδυτικό ενδιαφέρον» θα επεκταθεί στα δημοτικά δίκτυα ύδρευσης των υπολοίπων μεγάλων πόλεων. Ένα σημαντικό ποσοστό των μετοχών της ΕΥΔΑΠ και η πλειοψηφία της ΕΥΑΘ έχουν μεταβιβαστεί στο Υπερταμείο Ιδιωτικοποιήσεων (ΤΑΙΠΕΔ), το οποίο άνοιξε πρόσφατα τη διαδικασία αναζήτησης «στρατηγικού επενδυτή» για την πώλησή τους. Το θέμα προφανώς δεν έχει να κάνει με τα ποσοστά του ιδιώτη, ίσως ούτε καν κυρίως με τον έλεγχο του μάνατζμεντ, όσο κυρίως με το μοίρασμα των πολλών παράπλευρων εργολαβιών. Πρόκειται ασφαλώς για το πιο κρίσιμο μέτωπο της περιόδου, που δεν αφορά μόνο τους Αθηναίους και τους Θεσσαλονικείς, οι οποίοι, ας μην το ξεχνάμε, έδωσαν και έναν μεγάλο αγώνα πριν από 3 χρόνια με το δημοψήφισμα εναντίον της ιδιωτικοποίησης.

Ενώ όμως γι’ αυτές τις εξελίξεις μαθαίνουμε αναλυτικά, μια άλλη ιδιωτικοποίηση προχωράει «στα μουλωχτά». Είναι αυτή των φυσικών αποθεμάτων πόσιμου νερού, δηλ. των υπόγειων υδάτων, που παραχωρούνται αφειδώς στη βιομηχανία εμφιάλωσης.

Τις τελευταίες δεκαετίες, το εμφιαλωμένο νερό, από είδος πολυτελείας και καταναλωτική συνήθεια των εύπορων στρωμάτων, έχει μετατραπεί σε τρόπο ζωής για μεγάλες μερίδες του πληθυσμού. Δεν είναι μόνο οι ακριβές διαφημιστικές καμπάνιες ή ο ρόλος του τουρισμού, δεν είναι ούτε καν μόνο η κακή διαχείριση και η απαξίωση των δημόσιων δικτύων. Η βασική αιτία της εξάπλωσης είναι το νομοθετικό καθεστώς για τη συγκεκριμένη επιχειρηματική δραστηριότητα και το κόστος της πρώτης ύλης, που χρησιμοποιεί.

Μέχρι σήμερα, η μόνη ανταποδοτική υποχρέωση των βιομηχανιών εμφιάλωσης είναι η καταβολή ενός τέλους προς τον αντίστοιχο Δήμο, στα διοικητικά όρια του οποίου γίνεται η γεώτρηση. Το ύψος αυτού του τέλους έχει παραμείνει επί δεκαετίες σταθερά ελάχιστο ενώ το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά έκανε ακόμα ένα «δωράκι» προς το ενδιαφερόμενο κεφάλαιο, θεσμοθετώντας τον υπολογισμό του τέλους όχι επί των αντλούμενων αλλά επί των πωλούμενων ποσοτήτων (ν. 4255/2014). Δηλαδή η άντληση για χορηγίες, δηλ. για διαφημιστική πολιτική, ή για «μαύρες πωλήσεις» είναι εντελώς δωρεάν ενώ το τέλος για τις «κανονικές» πωλήσεις παραμένει ασήμαντο. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που οι ντόπιοι «βαρόνοι του νερού»:
  • αποσπούν ένα μεγάλο μερίδιο της ελληνικής αγοράς, έχουν έντονη εξαγωγική δραστηριότητα και παρουσιάζουν διαρκώς και νέα προϊόντα, μπύρες, κόλες κ.λπ.
  • ακολουθούν μια επιθετική πολιτική αύξησης των αντλούμενων ποσοτήτων, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται κίνδυνοι για την επάρκεια του φυσικού πόρου για τα δημόσια δίκτυα και την κατοχύρωσή του για τις επόμενες γενιές.
  • μέσω των χορηγιών εξασφαλίζουν ευρεία κοινωνική συναίνεση ενώ διατηρούν σχέσεις στοργής με το πολιτικό σύστημα, το κεντρικό και το εκάστοτε τοπικό.
Είναι προφανές ότι απαιτείται η αντιστροφή αυτής της πορείας. Και εκτός από την αλλαγή του ν. 4255/2014, που μέχρι στιγμής δεν τον έχει «πειράξει» η κυβέρνηση Τσίπρα, παρά τις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, χρειάζεται να διεκδικήσουμε μια πολιτική «επιστροφής» στο νερό της βρύσης με δωρεάν πρόσβαση στο πόσιμο νερό για τους πολίτες τόσο με καταψύκτες στις δημόσιες υπηρεσίες όσο και με βρύσες στους κοινόχρηστους χώρους (πλατείες, παιδικές χαρές κ.λπ.), σε συνδυασμό βεβαίως με στρατηγικές εξοικονόμησης του νερού, περιορισμού της σπατάλης και διαμόρφωσης «υδατικής» συνείδησης στους πολίτες».

Β. Επίθεση στα ποτάμια


Η υποβάθμισή τους από τη χρήση τους ως αποδεκτών αποβλήτων κάθε είδους περιλαμβάνει πολλά παραδείγματα. Το κλασικό για τα βιομηχανικά απόβλητα είναι ασφαλώς η ρύπανση του Ασωπού, που, εκτός από περιβαλλοντικά προβλήματα, έχει προκαλέσει και ασθένειες και θανάτους, δηλ. σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος στην υγεία. Ο Ασωπός έχει την ατυχία να διαρρέει τη βιομηχανική περιοχή της Θήβας και, ούτε λίγο ούτε πολύ, 15 εταιρίες, βρέθηκαν να τον επιβαρύνουν με εξασθενές χρώμιο και μόλυβδο. Η εντατική αγροτική εκμετάλλευση έχει καταστρέψει τον Πηνειό ενώ οι εξορύξεις της Χαλκιδικής επιφυλάσσουν την ίδια μοίρα στα νερά της περιοχής.

Ωστόσο, θα αφιερώσω το πιο μεγάλο μέρος του κειμένου στα σχέδια εντατικής εκμετάλλευσης, κυρίως υδροηλεκτρικής, με την κατασκευή φραγμάτων και τις εκτροπές, που διακόπτουν τον φυσικό κύκλο του νερού και προκαλούν σοβαρές και μη αναστρέψιμες αρνητικές συνέπειες. Ο βασικός μύθος της τεχνοκρατικής ιδεολογίας είναι ο αφορισμός ότι το νερό των ποταμών χύνεται «αναξιοποίητο» στη θάλασσα και επομένως πρέπει να «αξιοποιηθεί».

Όμως η επιστήμη μάς λέει ότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο το νερό αλλά και η ζωή που κουβαλάει μαζί του, το απόθεμα της βιοποικιλότητας, οικοσυστήματα και οργανισμοί, χλωρίδα και πανίδα, τοπία και ανθρώπινες συνήθειες αιώνων.

«Τα ποτάμια είναι οι ταχυδρόμοι των βουνών», όπως λέει ο ποιητής Γιάννης Δάλλας.

Συνεπώς ένα πρώτο κρίσιμο ζήτημα είναι να ξεπεράσουμε την αντίληψη του «ποταμιού – καναλιού» και να προσανατολίσουμε την άσκηση των όποιων οικονομικών δραστηριοτήτων στον σεβασμό της φυσικής ροής του ως τμήμα του υδατικού κύκλου.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περίπου 170 φράγματα με ύψος μεγαλύτερο από 15 μέτρα, που αποτελεί το όριο μεταξύ μικρών και μεγάλων φραγμάτων, σύμφωνα με το οικολογικό κίνημα. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το κριτήριο αυτής της διάκρισης δεν είναι το ύψος του φράγματος αλλά η ισχύς της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας, που στην Ελλάδα είναι 15 MW, αν και πριν από 20 χρόνια ήταν 5, ενώ στις περισσότερες χώρες της Ε.Ε. είναι 8 MW. Από αυτά, τα 15 έχουν ύψος πάνω από 70 μέτρα και, αν εξαιρέσουμε τα φράγματα του Μόρνου και του Εύηνου, που έχουν θυσιαστεί για την υδροδότηση της Αθήνας, είναι υδροηλεκτρικά. Τα 2 είναι στον Νέστο (του Θησαυρού με 172μ. είναι το ψηλότερο στην Ελλάδα), 3 στον Αλιάκμονα, 4 στον Αχελώο και τους παραποτάμους του (των Κρεμαστών είναι το μεγαλύτερο σε έκταση με 80 χιλιάδες στρέμματα), και 5ο το ημιτελές της Μεσοχώρας, 1 στον Άραχθο, 1 στις πηγές του Αώου και 1 στο Σμόκοβο, σε παραπόταμο του Πηνειού.

Οι αρνητικές συνέπειες των μεγάλων φραγμάτων έχουν τεκμηριωθεί από τη διεθνή επιστημονική έρευνα:
  • καταστρέφουν τη βιοποικιλότητα και τα οικοσυστήματα
  • κατακρατούν τη λάσπη με τα οργανικά συστατικά (διότι ένα ποτάμι δεν είναι μόνο νερό αλλά και οργανικό φορτίο), υποβαθμίζουν την ποιότητα του νερού για τη γεωργία, χαμηλώνουν τους υδροφόρους ορίζοντες και αλατώνουν τα εδάφη στις εκβολές
  • αλλάζουν το κλίμα, αυξάνουν την υγρασία και εκλύουν μεθάνιο από την παγιδευμένη βλάστηση, που συμβάλλει στο φαινόμενο του θερμοκηπίου (το 1,3% της παγκόσμιας συμβολής)
  • καταστρέφουν ποτάμια, τοπία, ανθρώπινους οικισμούς και μνήμες
  • εγκυμονούν διαρκείς κινδύνους κατολισθήσεων και πλημμυρών
  • απαιτούν ένα μεγάλο κόστος μετεγκατάστασης πληθυσμών και κυρίως διαχείρισης των κινδύνων, το οποίο βέβαια δεν πληρώνουν οι κατασκευαστές αλλά το κοινωνικό σύνολο.
Παρά το γεγονός ότι οι παραπάνω συνέπειες ισχύουν ανεξάρτητα από τη μορφή της ιδιοκτησίας τους, ένα βασικό επιχείρημα των υποστηρικτών τους είναι ότι τα υδροηλεκτρικά φράγματα της ΔΕΗ βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο. Το πραγματικό ερώτημα είναι βεβαίως «μέχρι πότε», καθώς η πώληση μονάδων της ΔΕΗ αναμένεται, αργά ή γρήγορα, να επεκταθεί και σ’ αυτά, κάτι που ήδη επιχείρησε το 2014 η κυβέρνηση Σαμαρά με το σχέδιο της «μικρής ΔΕΗ». Συνεπώς, ο πολιτικός στόχος ενάντια σε νέα φράγματα συνδέεται με την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των παλιών, που θα είναι σ’ αυτή την περίπτωση τριπλή (νερού, ενέργειας και δημόσιας γης γύρω από τους ταμιευτήρες).

Το κύριο μέτωπο της περιόδου βρίσκεται ασφαλώς στον Αχελώο και στον αγώνα ενάντια στην ολοκλήρωση του φράγματος της Μεσοχώρας, το οποίο, παρά το γεγονός ότι προβάλλεται από κυβερνητικά στελέχη και τεχνικά λόμπυ ως «αυτόνομο» ΥΗ, στην πραγματικότητα αποτελεί, κατ’ εφαρμογή της πάντα αποτελεσματικής μεθόδου της «σαλαμοποίησης», το πρώτο βήμα για την εκτροπή μεγάλου μέρους του υδάτινου δυναμικού του ποταμού στη Θεσσαλία. Η έκβαση της μάχης θα κριθεί από την ικανότητα πανελλαδικής κινητοποίησης αλλά και διάψευσης του μύθου του «ολοκληρωμένου» έργου (στην πραγματικότητα απαιτεί ακόμη 140 εκ. ευρώ).

Δεν στερούνται πάντως σημασίας οι εξελίξεις που αφορούν τον Αώο, τον μοναδικό ποταμό που «εξάγει» η Ελλάδα και ταυτόχρονα τον τελευταίο μεγάλο ποταμό της Ευρώπης που ρέει ανεμπόδιστα προς τη θάλασσα (αν εξαιρέσουμε βεβαίως το φράγμα της ΔΕΗ στις πηγές του). Τα ελληνικά σχέδια προβλέπουν τη μερική εκτροπή του προς την Παμβώτιδα λίμνη των Ιωαννίνων ενώ τα χειρότερα αλβανικά, ούτε λίγο ούτε πολύ 8, υδροηλεκτρικά φράγματα κατά μήκος του. Στην έκκληση εκατοντάδων επιστημόνων να αποτραπεί η καταστροφή, η κυβέρνηση Ράμα απάντησε ότι «μια αναπτυσσόμενη χώρα δεν μπορεί να μείνει μουσείο». Η αναπτυξιολαγνική χυδαιότητα είναι η ίδια παντού!

Το αντι-φραγματικό κίνημα πάντως έχει πλούσιο παρελθόν στην Ελλάδα. Εκτός από τον Αχελώο, μνημονεύω και τον 10χρονο νικηφόρο αγώνα στον Άραχθο, που απέτρεψε την κατασκευή του φράγματος του Αγίου Νικολάου, έδωσε αυτοπεποίθηση στους κατοίκους και ενέπνευσε πολλές μικρότερες κινήσεις στην περιοχή.

Γ. Υποβάθμιση των υγροτόπων


Το τρίτο μεγάλο μέτωπο αφορά στους υγροτόπους και κυρίως τις ελληνικές λίμνες, οι οποίες, αφού επιβίωσαν για χιλιάδες χρόνια, όχι μόνο διατηρώντας τη βιοποικιλότητα και δημιουργώντας μοναδικά τοπία αλλά και διατρέφοντάς τους ανθρώπους όποτε χρειάστηκε (λ.χ. στην πείνα της Γερμανικής Κατοχής), θυσιάζονται με ραγδαίους ρυθμούς τα τελευταία 60 στις εκάστοτε ανάγκες του κυρίαρχου παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου και κυρίως:

– για την αύξηση της αγροτικής γης (π.χ. η αποξήρανση της Κάρλας, της Αγουλινίτσας, της μισής Αμβρακίας, της Λαψίστας κ.λπ.) και την επέκταση των αρδευτικών δικτύων

– για την αποχέτευση αστικών λυμάτων και πάσης φύσεως αγροτικών αποβλήτων (το κλασικό παράδειγμα είναι ο τοξικός βάλτος της Κορώνειας, αλλά και οι περισσότερες από τις υπόλοιπες αργοπεθαίνουν)

– και τα τελευταία χρόνια, που χρειάζεται γη για οικοπεδοποίηση, δηλαδή για παραγωγή υπεραξίας, για τουριστική ανάπτυξη (ο μεγάλος κίνδυνος αφορά στα υγρολίβαδα γύρω από τις λίμνες, τις πιο κρίσιμες δηλ. εκτάσεις για την οικολογική τους ισορροπία, που συρρικνώνονται με διοικητικές πράξεις και καταπατήσεις).

Σταθερά υποβαθμισμένη είναι και η κατάσταση των 10 παράκτιων υγροτόπων διεθνούς σημασίας, οι οποίοι υποτίθεται ότι προστατεύονται από τη Διεθνή Σύμβαση Ραμσάρ.

Όπως μας υπενθυμίζει η Βαντάνα Σίβα, το νερό, που αποτελεί το 70% του πλανήτη αλλά και του σώματός μας, έχει τα δικά του δικαιώματα – να ρέει ελεύθερα και χωρίς ρύπανση και να ανανεώνεται μέσω του υδρολογικού κύκλου. Υπό αυτή την έννοια, το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό είναι τμήμα των δικαιωμάτων της φύσης και ο αγώνας για την προστασία του υδρολογικού κύκλου είναι ταυτόχρονα και αγώνας για το ανθρώπινο δικαίωμα στο νερό.